1795/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 816/2006 του ιδίου Δικαστηρίου και 665/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-9-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 20-2-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Legislator headnote
AI generated1795/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Πράγματα, επομένως, αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και διατυπώνουν παράπονο κατά της κρίσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Αντίθετα δεν αποτελούν πράγματα οι αρνητικοί ισχυρισμοί (ΑΠ 1573/2006). Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν ο ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Β' Ολ.
Full text
Απόφαση 1795 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1795/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ξενοφώντα Νικολάου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 816/2006 του ιδίου Δικαστηρίου και 665/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-9-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 20-2-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την ..... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αιγαίου ..... προκύπτει ότι με εντολή του νομίμως παρισταμένου ως πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσίβλητου Ξενοφώντος Νικολάου, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της κρινόμενης 154/28-9-2007 αιτήσεως για αναίρεση της 665/28-6-2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 3-3-2008 κλήσεως και της 53/27-3-2008 πράξεως ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης (6-10-2008) νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στη αναιρεσείουσα με κλήση προς συζήτηση κατά την ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο (6-10-2008). Κατ' αυτήν όμως, κατά την οποία και συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η αναιρεσείουσα δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1, 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, επιτρεπτώς το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της αναιρέσεως, παρά την απουσία αυτής, σύμφωνα με το αάρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, με την κρινόμενη 154/28-9-2007 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 665/28-6-2007 απόφαση του Εφετείου Πατρών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚπολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, επί της 531/191/11-2-2005 αγωγής διαζυγίου του ήδη αναιρεσίβλητου, θεμελιούμενης στην επικαλούμενη δι' αυτής τετραετή διάσταση των διαδίκων συζύγων, εκδόθηκε, κατά παραδοχή της, η 816/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 669/7-12-2006 έφεση της εναγομένης, η 665/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εκκαλούσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια. Ειδικότερα:
Ι. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την εν λόγω διάταξη νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Πράγματα, επομένως, αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και διατυπώνουν παράπονο κατά της κρίσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Αντίθετα δεν αποτελούν πράγματα οι αρνητικοί ισχυρισμοί (ΑΠ 1573/2006). Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν ο ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Β' Ολ.
ΑΠ 14/2004) ως και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 1255/2004). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση.
Η αλήθεια όμως των περιστατικών αυτή καθεαυτήν δεν ανήκει στην έννοια του ισχυρισμού, αλλ' επιβεβαιώνει την ύπαρξή τους στο χώρο της εμπειρίας. Άλλωστε, αν το αντίθετο ήταν ορθό, τότε κανείς ισχυρισμός δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 599 αρ. 8 ΚΠολΔ και, επομένως, δεν θα υποχρέωνε το δικαστήριο να τον λάβει υπόψη, αν η βασιμότητά του δεν ήταν εκ των προτέρων αποδεδειγμένη.
Τούτο όμως αποτελεί ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση της αυτοτέλειας ενός ισχυρισμού (ΑΠ 1015/2005). Περαιτέρω ως "αίτηση", η κατάληψη της οποίας αδίκαστης δημιουργεί τον προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, νοείται κάθε δικονομική αίτηση παροχής έννομης προστασίας, που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης και δημιουργεί εκκρεμοδικία, όπως το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, γνήσιας ενστάσεως που στηρίζεται σε αυτοτελές δικαίωμα ή ενδίκου μέσου (ΑΠ 28/2005).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1438, 1439 παρ. 3 ΑΚ κα 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι απαραίτητα στοιχεία για την πληρότητα αγωγής διαζυγίου, που στηρίζεται σε τετραετή διάσταση, είναι (α) η διάσταση των συζύγων, (β) η διάσταση να διήρκεσε συναπτώς επί μια τετραετία, η οποία υπολογίζεται αναδρομικά από την πρώτη στο ακροατήριο συζήτηση της αγωγής και (γ) η πρόθεση διακοπής της έγγαμης σχέσεως, χωρίς να έχει σημασία ποιος είχε την πρωτοβουλία διακοπής της έγγαμης συμβιώσεως, καθώς και το γεγονός ότι η πρόθεση διακοπής της συμβιώσεως υπάρχει μόνο στον ένα από τους συζύγους, ο οποίος και την εκδήλωσε (ΑΠ 1468/2005).
Με τους διατυπούμενους τρεις πρώτους κατά σειρά λόγους αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 8 και 9 ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη τους λόγους εφέσεως, με τους οποίους επαναδιατύπωσε η αναιρεσείουσα τους προταθέντες κατά την πρωτοβάθμια δίκη ισχυρισμούς της, (α) περί αοριστίας της αγωγής και (β) περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος διαζεύξεως του ανιαρεσιβλήτου.
Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, που ερείδονται στην αναλήθεια του θεμελιωτικού της αγωγής πραγματικού ισχυρισμού ότι η διάσταση των διαδίκων συζύγων είχε διαρκέσει επί μια τετραετία μέχρι τον χρόνο καταθέσεώς της, αρνητικά αξιολογούνται ως αβάσιμοι. Ειδικότερα, ο εν λόγω (α) ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την προδιαληφθείσα έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ως άρνηση της διαδικαστικής προϋποθέσεως του ορισμένου της αγωγής.
Σε κάθε περίπτωση το ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της εκτιμάται κυριαρχικώς. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το δικαστήριο αξιώνει στοιχεία περισσότερα από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκείται σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά.
Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει τον προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Αν τυχόν έλαβε υπόψη του γεγονότα που δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή αν δεν έλαβε υπόψη παρόμοια γεγονότα εκτιθέμενα εις αυτήν, τότε ιδρύοντα οι προβλεπόμενοι από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 λόγοι αναιρέσεως.
Προφανές είναι ότι η αναλήθεια του διατυπούμενου στο δικόγραφο της αγωγής θεμελιωτικού αυτής ισχυρισμού ότι η διάσταση των συζύγων διήρκεσε επί μια τετραετία δεν στοιχειοθετεί τους λόγους αυτούς αναιρέσεως (ΚΠολΔ 559 αρ. 1, 8, 14), με άμεση δικονομική συνέπεια ή επικαλούμενη αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ να ελέγχεται ως αβάσιμη, ως αναφερόμενη σε κάθε περίπτωση στον μη νόμιμο αρνητικό ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγή ο εν λόγω (β) ισχυρισμός περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος διαζεύξεως του αναιρεσίβλητου λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ως μη νόμιμος, χωρίς παράλληλα να ασκεί μετά ταύτα οποιασδήποτε μορφής επίδραση στην έκβαση της δίκης ο λόγος εφέσεως με τον οποίο παραπονείται κατά της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, για την απόρριψη της εν λόγω ενστάσεως ως απαράδεκτης ανεξάρτητα από το γεγονός ότι τούτο σημαίνει ότι λήφθηκε υπόψη και κατά παραδοχή του προχώρησε στη συνέχεια στην έρευνα του από νομική άποψη, με αρνητική κατά τούτο αξιολόγηση της διατυπούμενης δι' αυτούς ενστάσεως.
Περαιτέρω οι εν λόγω και με στοιχ. (α) και (β) χαρακτηριζόμενοι ισχυρισμοί δεν αποτελούν αιτήσεις κατά την έννοια του άρθρου559 αρ. 9 ΚΠολΔ, ώστε να ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την εν λόγω διάταξη λόγος, σε κάθε δε περίπτωση η με στοιχ (β) ένσταση λήφθηκε υπόψη ως "πράγμα" και απορρίφθηκε ως μη νόμιμη. Στον δεύτερο λόγο αναιρέσεως αναφορικά με την προτεινόμενη με τον σχετικό λόγο εφέσεως ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, προβάλλεται παράλληλα η αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, που προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 980/2003), η οποία επομένως αρνητικά αξιολογείται ως αβάσιμη, εφόσον η εν λόγω ένσταση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη.
ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη εφαρμογή (Α'Ολ ΑΠ 71/2006).
Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή ή η ένσταση, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1053/2004).
Με βάση τον αναιρετικό αυτό έλεγχο εξετάζεται αν τα επικαλούμενα με τη, σχετική ένσταση πραγματικά περιστατικά συνιστούν ή όχι κατάχρηση δικαιώματος κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ. Με τον τέταρτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στη προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ευθεία παραβίαση του άθρου 281 Ακ, συνισταμένη στην κατ' εσφαλμένη εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως απόρριψη ως μη νόμιμης της ενστάσεως της ανιαρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσίβλητου προς διάζευξη.
Η εν λόγω ένσταση θεμελιώθηκε στην αναλήθεια του αγωγικού ισχυρισμού ότι η διάσταση των διαδίκων συζύγων είχε διαρκέσει επί μια τετραετία κατά τον χρόνο καταθέσεως της αγωγής, πραγματικά περιστατικά, τα οποία, και αληθή υποτιθέμενα, δεν αρκούν για να προκαλέσουν την εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ, με άμεση δικονομική συνέπεια ο λόγος αυτός αναιρέσεως να ελέγχεται ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο επαρκή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 1255/2004).
Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις στο διατακτικό της, όταν από αυτές προκαλείται αοριστία, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της, ή αβεβαιότητα ως προς την σκοπηθείσα διάπλαση ή διάγνωση που έγινε για τις σχέσεις των διαδίκων (ΑΠ 122/2006).
Κατά τις ενδιαφέρουσες ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους νόμιμο πολιτικό γάμο, στις 9-1-1991, στη ....., ο οποίος ακολούθως ιερολογήθηκε, σύμφωνα με τους κανόνες της Ορθόδοξης Ανατολικής του Χριστού Εκκλησίας, στις 17-8-1991, στην ..... (βλ.
υπ' αριθμ. ..... απόσπασμα της ..... ληξιαρχικής πράξης γάμου του Ληξιάρχου .....) και από το γάμο αυτό δεν απέκτησαν τέκνα. Από τα τέλη, όμως, του Μαΐου του έτους 2002 ο εφεσίβλητος - ενάγων αποχώρησε από τη συζυγική οικία και έκτοτε διασπάστηκε οριστικά η έγγαμη συμβίωση τους και ζουν χωριστά μέχρι τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έλαβε χώρα την 19-9-2006.
Κατά το διάστημα αυτό της υπερτετραετούς διαστάσεως, των διαδίκων συζύγων δεν υπήρξε επαναπροσέγγιση αυτών και προσπάθεια διατήρησης της έγγαμης σχέσης, αλλά φυσική και ψυχική απομάκρυνση τους. Επομένως, αφού η διάρκεια της διάστασης των διαδίκων, υπολογιζόμενη αναδρομικά από τη συζήτηση της αγωγής στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο υπερβαίνει τα τέσσερα έτη τεκμαίρεται αμάχητα ο ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσης τους (άρθρ. 1439 παρ. 3 ΑΚ) και ο εφεσίβλητος - ενάγων δικαιούται να ζητήσει τη λύση αυτού του γάμου (άρθρ. 1493 παρ. 3 Α.Κ.)".
Στις διαφεύγουσες τον αναιρετικό έλεγχο ουσιαστικές αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις διαλαμβάνονται όλα τα στοιχεία του πραγματικού των διατάξεων του άρθρου 1439 παρ. 1, 3 ΑΚ, που δικαιολογούν την κατ' εφαρμογή αυτών παραδοχή της αγωγής του αναιρεσίβλητου και λύση του μετά της αναιρεσείουσας υφισταμένου γάμου τους. Επομένως ο υποστηρίζων τα αντίθετα πέμπτος κατά σειρά και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, με αναφορά στο άρθρο 359 αρ. 19 ΚΠολΔ, ελέγχεται ως αβάσιμος. Με επίκληση ομοίως αντιφάσεως στις αιτιολογίες της αποφάσεως προβάλλεται παράλληλα υπό την αυτή αρίθμηση η αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, εφαρμόζεται μόνον όταν η αντίφαση εμφανίζεται στις διατάξεις του διατακτικού της αποφάσεως, με άμεση δικονομική συνέπεια και η αναιρετική αυτή αιτίαση να ελέγχεται ως αβάσιμη. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 154/28-9-2007 αίτηση για αναίρεση της 665/28-6-2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ