Legislator Case Law & Legislation
1795/2007 AI generated

1795/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1795/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 30 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 181/1998 προδικαστική, 212/2001 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 646/2003 μη οριστική, 216/2006 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23 Ιουνίου 2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 17 Απριλίου 2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Legislator headnote

AI generated

1795/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από δικόγραφο της υπό κρίση αγωγής, η εκτίμηση του περιεχομένου του οποίου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, εκτίθεται σ' αυτή, και δέχθηκε και το Εφετείο, ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε το 1991 σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και οι μεν αναιρεσίβλητοι ανέλαβαν την υποχρέωση να πωλούν στην περιοχή των ....

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1795 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1795/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 30 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΛΑΜΔΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημοσθένη Κορέσση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων : 1)..... και 2)......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μανούκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 181/1998 προδικαστική, 212/2001 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 646/2003 μη οριστική, 216/2006 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23 Ιουνίου 2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 17 Απριλίου 2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 και 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, 669 ΕμπΝ και 64-67 του ν. δ/τος από 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", αλληλόχρεος λογαριασμός υπάρχει, όταν δύο πρόσωπα, από τα οποία τουλάχιστον το ένα είναι έμπορος, συμφωνούν οι απαιτήσεις και από τις δύο πλευρές που προκύπτουν από τις μεταξύ τους συναλλαγές να μη επιδιώκονται ή διατίθενται μεμονωμένα, αλλά να καταχωρίζονται οι μεταξύ τους δοσοληψίες σε κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων, τα οποία, μολονότι διατηρούν το νομικό τους χαρακτήρα, αποβάλλουν από της καταχωρήσεώς τους την αυτοτέλειά τους και δεν μπορούν να επιδιωχθούν ή διατεθούν χωριστά, με αποτέλεσμα να οφείλεται μόνο το κατάλοιπο που προκύπτει, κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, με την αντιπαραβολή των κονδυλίων (ΟλΑΠ 31/1997).

Για να υπάρχει δηλαδή αλληλόχρεος λογαριασμός χρειάζεται να υφίσταται τουλάχιστον δυνατότητα αποστολών και από τις δύο πλευρές. Απλώς δεν ενδιαφέρει αν κατά τη διάρκεια του λογαριασμού έγιναν πράγματι αποστολές και από τις δύο πλευρές [αμοιβαίος αλληλόχρεος λογαριασμός] ή αν ένα μόνο από τα συμβαλλόμενα μέρη προέβη σε αποστολές [απλός ή ετεροσκελής αλληλόχρεος λογαριασμός].

Έτσι για να είναι νόμιμη μια τέτοια αγωγή, αρκεί να εκτιμάται από το περιεχόμενό της ότι παρασχέθηκε στα μέρη η δυνατότητα αμοιβαίων χρεοπιστώσεων, έστω και αν δεν προέβησαν σ' αυτές πράγματι, και δεν είναι ανάγκη ο λογαριασμός να έγινε πιστωτικός διαδοχικά και για τα δύο μέρη. Εξάλλου, από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό και με τα άρθρα 118 και 216 ΚΠολΔ συνάγεται επίσης ότι εφόσον ο ενάγων δεν επικαλείται αναγνώριση του καταλοίπου, οφείλει να παραθέσει στην αγωγή του όλα τα κονδύλια του λογαριασμού από τα οποία προκύπτει το κατάλοιπο που ζητείται.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από δικόγραφο της υπό κρίση αγωγής, η εκτίμηση του περιεχομένου του οποίου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, εκτίθεται σ' αυτή, και δέχθηκε και το Εφετείο, ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε το 1991 σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και οι μεν αναιρεσίβλητοι ανέλαβαν την υποχρέωση να πωλούν στην περιοχή των ....

για λογαριασμό της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας αυτοκίνητα και ανταλλακτικά τύπου LANCIA, καθώς επίσης και να παρέχουν τεχνική υποστήριξη στη χρονική διάρκεια της εγγύησης στα αυτοκίνητα του τύπου αυτού, έναντι της αναφερόμενης στην αγωγή προμήθειας για τις πωλήσεις, και αμοιβής για τις παρεχόμενες υπηρεσίες.

Για την εξυπηρέτηση των δοσοληψιών τους [καταβολές ή προκαταβολές του τιμήματος των πωλούμενων αυτοκινήτων και ανταλλακτικών από μέρους των αναιρεσιβλήτων - προμήθειες και αμοιβές από μέρους της αναιρεσείουσας] καταρτίστηκε ανάμεσα στους διαδίκους σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού στον οποίο θα καταχωρούντο αμοιβαίως οι εκατέρωθεν χρεώσεις και πιστώσεις, ώστε οι σχετικές με τα κονδύλια αυτά απαιτήσεις να μην επιδιώκονται μεμονωμένα, αλλά να εκκαθαρίζονται και αποσβήνονται κατά το κλείσιμο του λογαριασμού που θα γινόταν σε καθορισμένα χρονικά διαστήματα.

Περαιτέρω στην αγωγή παρατίθενται αναλυτικώς τα κονδύλια των πιστώσεων και χρεώσεων του αλληλόχρεου λογαριασμού από το 1992 μέχρι το 1995 που καταγγέλθηκε η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας από την αναιρεσείουσα και έκλεισε ο λογαριασμός με κατάλοιπο υπέρ των αναιρεσιβλήτων 4.902.549 δρχ., το οποίο ζήτησαν να τους επιδικασθεί.

Ειδικότερα σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, κατ' ορθή εκτίμησή της, το τίμημα των αυτοκινήτων αποτελούσε κονδύλιο χρέωσης σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, ενώ οι προκαταβολές ή οι καταβολές τους πιστώνονταν υπέρ αυτών. Αντιστοίχως οι προμήθειες που δικαιούντο οι αναιρεσίβλητοι ή οι αμοιβές τους για την παροχή υπηρεσιών αποτελούσαν χρεωστικά κονδύλια σε βάρος της αναιρεσείουσας.

Επομένως, υπήρχε δυνατότητα αποστολών και από τις δύο πλευρές και μπορούσε να υπάρχει άλλοτε πιστωτικό υπόλοιπο για την αναιρεσείουσα και άλλοτε για τους αναιρεσίβλητους. Εφόσον δε αναφέρεται ότι υπήρξε συμφωνία για την υπαγωγή σε αλληλόχρεο λογαριασμό, και καθορίζονται οι πράξεις που έγιναν και οι αμοιβαίες πιστοχρεώσεις, το Εφετείο, με το να κρίνει ορισμένη την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που ο απαιτεί ο νόμος και δεν υπέπεσε την από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του, γι' αυτό οι πρώτος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο δεύτερος, κατά το μέρος του από τον ίδιο αριθμό λόγοι της αναιρέσεως, για παραβίαση των άρθρων 361 873, 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, 669 ΕμπΝ, και 47, 64 - 67 του ν.

δ/τος από 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος του από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς την απόρριψη της ενστάσεως της αναιρεσείουσας περί αοριστίας της αγωγής, είναι απαράδεκτος, διότι πράγματι πλήττει την απόφαση για εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 216 ΚΠολΔ, που είναι διάταξη δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου και η προβαλλόμενη πλημμέλεια δεν ελέγχονται αναιρετικά από τον άνω επικαλούμενο λόγο.

ΙΙ.- Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 16 του ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Αν όμως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξη δεδικασμένου, τότε δεν ιδρύεται ο ως άνω από το άρθρο 559 αρ. 16 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με ζήτημα ύπαρξης ή μη ύπαρξης δεδικασμένου, αναφορικά με την αοριστία της αγωγής που να προκύπτει από την 216/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, με την οποία είχε απορριφθεί ως αόριστη προηγούμενη αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά της αναιρεσείουσας περί καταβολής του ίδιου καταλοίπου εκ του αλληλόχρεου λογαριασμού. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης, κατ' αμφότερα τα μέρη του, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 16 και 19 ΚΠολΔ, με τα οποία προβάλλεται ότι απορρίψασα η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την προβληθείσα ένσταση δεδικασμένου χωρίς καμία σκέψη ή αιτιολογία για το ζήτημα αυτό υπέπεσε στις ανωτέρω πλημμέλειες, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

IΙΙ.- Λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ( ΟλΑΠ 3/1997). "Πράγμα" κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως αποτελεί και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 11/1996).

Αν όμως το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προβαλλόμενο υπό την άνω έννοια πραγματικό ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, τότε δεν ιδρύεται ο άνω λόγος αναιρέσεως. Από τις πρωτόδικες προτάσεις και την έφεση της αναιρεσείουσας προκύπτει ότι είχε αμφισβητήσει την υποχρέωσή της να καταβάλει το αιτούμενο με την αγωγή κατάλοιπο, και ειδικότερα είχε αμφισβητήσει, άλλων μεν κονδυλίων πιστοχρεώσεων την ύπαρξη, άλλων δε το ύψος.

Το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε επιδικαστεί κατάλοιπο σε βάρος της εκ 4.752.329 δρχ. και ερευνώντας καθολικά και εξ υπαρχής την υπόθεση προσδιόρισε το κατάλοιπο στο ποσό των 4.175.923 δρχ., που επιδίκασε, δεχόμενο για ορισμένα από τα κονδύλια πιστοχρεώσεων τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας ως βάσιμους, και απορρίπτοντας, εκ του πράγματος, τους αντίθετους ισχυρισμούς της ως προς τα υπόλοιπα, χωρίς η ορθότητα της απορριπτικής αυτής κρίσεως να μπορεί να ελεγχθεί μέσω του αναιρετικού λόγου του εδαφίου 8.

Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως κατά το μέρος που καταλογίζει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της ανωτέρω διατάξεως, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον σύστοιχο λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας, είναι αβάσιμος. Εξάλλου η προσβαλλόμενη απόφαση έχει σαφές και επαρκές αποδεικτικό πόρισμα, που στηρίζει το διατακτικό της, και συνεπώς ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο προβάλλεται ότι η απόφαση "ουδόλως αιτιολογεί τη μη λήψη υπόψιν των στοιχείων αυτών [όλων αποδεικνυομένων] επί ζητήματος έχοντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αλλά τα αποσιωπά και τα αγνοεί εντελώς", ανεξάρτητα από την αοριστία του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΙV.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 13 του ΚΠολΔ, ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου για το βάρος της αποδείξεως, που θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως, νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 ΚΠολΔ κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους αποδείξεως, που προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης περί αποδείξεως. Τέτοια όμως απόφαση δεν εκδίδεται, εκτός άλλων, και κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, διότι στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, οι διάδικοι είναι υποχρεωμένοι να προσκομίσουν προαποδεικτικώς στο ακροατήριο όλα τα αποδεικτικά μέσα. Επομένως ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το τρίτο μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί το Εφετείο δίκασε κατά τη διαδικασία του άρθρου 270 ΚΠολΔ και δεν εξέδωσε παρεμπίπτουσα απόφαση περί αποδείξεως.

V.- Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.

Επομένως, ο ίδιος τέταρτος λόγος της αναίρεσης, κατά το υπόλοιπο μέρος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε με εκείνη το περιεχόμενο των αναφερόμενων στο αναιρετήριο δελτίων παροχής υπηρεσιών είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού το Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του για το ύψος του καταλοίπου και την εν μέρει παραδοχή της αγωγής, στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, στις καταθέσεις των μαρτύρων, στην χωρίς όρκο εξέταση του πρώτου αναιρεσείοντος, στην ένορκη βεβαίωση τρίτου, στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης και στα αποδεικτικά έγγραφα, χωρίς να στηρίξει στα πιο πάνω δελτία παροχής υπηρεσιών αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο το επί της ουσίας πόρισμά του.

VΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, κατά παράβαση σχετικής δικονομικού περιεχομένου διάταξης. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος, και κατά συνέπεια παραδεκτός, ο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο 1] οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα από αυτήν πραγματικά περιστατικά, 2] η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, ήτοι σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις, και 3] η εκ πλαγίου παραβιασθείσα διάταξη του ουσιαστικού δικαίου.

Κατά τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθ. 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι αν και η αναιρεσείουσα αμφισβήτησε τα χρεωστικά σε βάρος της κονδύλια από τις πωλήσεις ανταλλακτικών και τεχνικής υποστήριξης, υποστηρίζοντας ότι η σύμβαση αντιπροσωπείας δεν αφορούσε "ανταλλακτικά και τεχνική υποστήριξη αυτοκινήτων", το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε την αγωγή απαράδεκτη ως προς τα κονδύλια αυτά, άλλως με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε κονδύλια και δαπάνες εκτός του αντικειμένου της συμβατικής σχέσης της με τους αναιρεσίβλητους.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και κατά τα δύο μέρη του. Υπό τις αιτιάσεις από τον αριθ. 14 διότι δεν αναφέρει σε τι συνίσταται το απαράδεκτο της αγωγής, υπό τις αιτιάσεις δε από τον αριθ. 19 διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο κανένα από τα ανωτέρω αναγκαία για τη θεμελίωση του λόγου αυτού στοιχεία.

VΙΙ.- Κατά τον έκτο λόγο του αναιρετηρίου το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθ. 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι αν και δέχθηκε ότι η προμήθεια ήταν "έως 100.000 δρχ. για κάθε αυτοκίνητο", εντούτοις δέχθηκε ως βάσιμα κονδύλια πλέον του άνω ποσού, ήτοι δέχθηκε ως βάσιμα χρεωστικά σε βάρος της αναιρεσείουσας κονδύλια, έξι ποσού 118.000 δρχ. το καθένα, ένα ποσού 141.600 δρχ. και ένα ποσού 177.000 δρχ., που αφορούσαν προμήθειες από αντίστοιχες πωλήσεις αυτοκινήτων, και έτσι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν, άλλως δεν περιέχει για το κρίσιμο αυτό ζήτημα καμία αιτιολογία. Ο λόγος αυτός κατά το μέρος του από τον αριθ. 8 είναι απαράδεκτος γιατί δεν αναφέρεται ποια ήταν τα πράγματα, δηλαδή οι αυτοτελείς ουσιώδεις ισχυρισμοί που προτάθηκαν και δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ κατά το μέρος του από τον αριθ. 19 στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι η συμφωνημένη προμήθεια ήταν "έως 100.000 δρχ. για κάθε αυτοκίνητο", αλλά ότι ήταν η προκαθορισμένη βάσει τιμοκαταλόγου και η οποία "δεν θα ήταν κατώτερη των 100.000 δρχ." για κάθε πωλούμενο αυτοκίνητο.

VΙΙI.- Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 5 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο, σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας, εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, προκύπτει, ότι δεν συγχωρείται αναίρεση σε περίπτωση εσφαλμένης διάγνωσης τοπικής αρμοδιότητας [ΑΠ 1894/05, 638/02, 1529/91]. Επομένως, ο έβδομος λόγος αναίρεσης με τον οποίο υπό την επίκληση πλημμελειών από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι δεν ήταν αρμόδιο κατά τόπο το δικαστήριο που δίκασε, δηλαδή εκείνο του τόπου εκπληρώσεως της παροχής κατά το άρθρο 321 ΑΚ όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί αρμόδιο κατά τόπο ήταν αυτό της έδρας της, και ότι το δικαστήριο εσφαλμένα και με ελλιπείς αιτιολογίες απέρριψε τη σχετική ένστασή της, είναι απαράδεκτος και κατά τα δύο μέρη του, σύμφωνα με όσα έχουν ανωτέρω αναπτυχθεί, αφού δεν επιτρέπεται αναίρεση σε περίπτωση εσφαλμένης αποδοχής τοπικής αρμοδιότητας.

ΙΧ.- Όπως προκύπτει από τα άρθρα 335, 338 έως 340 και 346 Κ.Πολ.Δ. το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά.

Η παράβαση της υποχρεώσεώς του αυτής ιδρύει τοv προβλεπόμενo από το άρθρο 559 αριθμ. 11 του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Με τον όγδοο λόγο της αιτήσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από την παραπάνω διάταξη. Τούτο δε διότι, κατά την αναιρεσείουσα, δεν προκύπτει αδιστάκτως από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την έκθεση του ορκωτού ελεγκτή λογιστή ......, το περιεχόμενο της οποίας επιβεβαίωσε και ενόρκως ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίνας Ραϊση, η οποία απεικονίζει τις πιστοχρεώσεις των μερών και το τελικό [μηδενικό] κατάλοιπό του.

Όμως από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι κατέληξε στο αποδεικτό του πόρισμα αφού έλαβε υπόψη και "την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την εκκαλούσα 2931/23.5.2003 ένορκη βεβαίωση που δόθηκε νόμιμα ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίνας Ραϊση" καθώς "και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι..." σε συνδυασμό και με τις αιτιολογίες της αποφάσεως για καθένα από τα κονδύλια χρεώσεως και πιστώσεως και το τελικό κατάλοιπο, καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της κρίσεώς του επί της ουσίας, τόσο την άνω έκθεση του ορκωτού λογιστή όσο και την ένορκη βεβαίωσή του.

Συνεπώς, και ο παραπάνω λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23.6.2006 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΛΑΜΔΑ Α.Ε" για αναίρεση της 216/2006 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.-

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα να πληρώσει στους αναιρεσίβλητους τα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 20 Ιουλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ