Appeal dismissed for inadmissibility due to vague claim regarding ownership of abandoned property without specific facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal regarding the second ground of the appeal, which claimed ownership of the disputed properties as abandoned. The appellant failed to provide specific factual circumstances establishing how the properties became abandoned under the relevant law, rendering the claim vague and inadmissible. Consequently, the court upheld the first-instance judgment rejecting this argument and ordered the appellant to bear the litigation costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 580(3) and 570(2) of the Code of Civil Procedure; A claim asserting property ownership as abandoned is inadmissible if it merely cites statutory text without detailing the specific factual circumstances establishing the abandonment status.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1794 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1794/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του καθού η κλήση - εκκαλούντος - εναγομένου: ..., που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ν. Κ., Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του καλούντος - εφεσίβλητου - ενάγοντος: Μ. Ρ. του Ε. και της Ν., κατοίκου Αγ. Παρασκευής Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Όλγα Σκαλούμπακα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-7-2013 αγωγή της ήδη αποβιωσάσης αρχικώς ενάγουσας Ν. συζ. Ε. Ρ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3106/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4518/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Ο αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου την από 20-10-2017 αίτηση αναιρέσεως κατά της τελευταίας δικαστικής απόφασης.
Εκδόθηκε η 1125/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές και η 4811/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε το αναιρεσείον με την από 7-11-2019 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 385/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό της την ως άνω εφετειακή απόφαση και κράτησε την υπόθεση, προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση, μετά την επίσπευση του επιμελέστερου των διαδίκων. Η υπόθεση επανέρχεται για νέα συζήτηση με την από 8-6-2021 κλήση του καλούντος.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των δύο τελευταίων εδαφίων της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, που ορίζουν ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος "δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης.
Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα", της παραγράφου 2 του άρθρου 570 ΚΠολΔ, κατά την οποία "νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας" και της παρ. 2 του άρθρου 581 του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, σύμφωνα με την οποία "η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις, κατά το άρθρο 524 παράγραφος 1 εδάφιο β' ΚΠολΔ", προκύπτουν τα εξής:
Σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει ο ίδιος την υπόθεση κατ' ουσίαν λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται, υπό την ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων, ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης, αλλά στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα.
Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 του ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 524 παράγραφος 1 εδάφιο β' ΚΠολΔ και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις.
Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο, από τη διάταξη του προτελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης, μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή (ΑΠ 1196/2020, ΑΠ 87/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αρχική ενάγουσα Ν. συζ. Ε. Ρ. με την από 11-7-2013 αγωγή της, την οποία απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του καθού η κλήση ..., επικαλούμενη παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας, ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά της επί δύο συνεχομένων αγροτεμαχίων, εμβαδού 233,60 τ.μ.
το καθένα, που βρίσκονται στη θέση ... (...), της κτηματικής περιφέρειας Σπάτων Αττικής και να διαταχθεί ο Προϊστάμενος του Κτηματολογικού Γραφείου Σπάτων να διορθώσει τις ανακριβείς πρώτες εγγραφές που έχουν καταχωρηθεί στο οικείο κτηματολογικό φύλλο καθενός από τα δύο ακίνητα, με τις οποίες τα ακίνητα αυτά φέρονται ότι ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο, ώστε να καταχωρηθεί η ίδια ως μοναδική κυρία των ακινήτων αυτών.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 3106/2014 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως προς τη βάση της για την κτήση της κυριότητας της ενάγουσας με τακτική χρησικτησία, δέχθηκε όμως κατά τα λοιπά την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 3-7-2014 έφεση και το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την 4518/2015 απόφασή του, ερευνώντας αυτεπαγγέλτως το νόμω βάσιμο και ορισμένο της αγωγής, έκρινε ότι αυτή είναι αόριστη και ως προς τις δύο βάσεις της, οι οποίες μεταβιβάστηκαν ενώπιόν του με την έφεση, περί κτήσης της κυριότητας από την ενάγουσα-εφεσίβλητη επί των δύο επιδίκων ακινήτων με παράγωγο τρόπο και με έκτακτη χρησικτησία.
Έτσι, δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση του εναγομένου ..., εξαφάνισε την εκκληθείσα ως άνω 3106/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τα εκκληθέντα κεφάλαιά της και, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή και ως προς τις δύο ανωτέρω βάσεις της. Κατά της απόφασης αυτής του Εφετείου, ο καλών, ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της ενάγουσας μητέρας του, η οποία εν τω μεταξύ απεβίωσε την 1-5-2016, άσκησε την από 20-10-2017 αίτηση αναίρεσης, η οποία έγινε δεκτή με την 1125/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Στη συνέχεια, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δικάζοντας εκ νέου την υπόθεση, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του εκκαλούντος-εναγομένου ... με την 4811/2019 απόφασή του. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης το καθού η κλήση Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 7-11-2019 αίτηση αναίρεσης, η οποία έγινε δεκτή με την 385/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Συγκεκριμένα, με την αναιρετική αυτή απόφαση έγινε δεκτό, ότι, ενώ το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε ως αόριστη την ένσταση του εναγομένου ... περί κτήσης της κυριότητας των επιδίκων ακινήτων ως αδέσποτων και ενώ το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο παραπονέθηκε με το δεύτερο λόγο της έφεσής του για την απόρριψη της ένστασής του αυτής ως αόριστης, ισχυριζόμενο ότι αυτή ήταν πλήρως ορισμένη, το Εφετείο, χωρίς να εξαφανίσει την εκκληθείσα απόφαση, απέρριψε το λόγο αυτό της έφεσης, κρίνοντας ότι η ένσταση αυτή είναι ουσιαστικά αβάσιμη, ερευνώντας έτσι με τον τρόπο αυτό ζήτημα που δεν είχε αχθεί ενώπιόν του και λαμβάνοντας υπόψη πράγμα που δεν είχε προταθεί και είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά παράβαση του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ.
Έτσι, με την εν λόγω αναιρετική απόφαση, έγινε δεκτός ο σχετικός πέμπτος λόγος αναίρεσης του ..., ενώ απορρίφθηκαν όλοι οι υπόλοιποι λόγοι, πλην του έκτου, που το Δικαστήριο δεν ερεύνησε, καθώς έκρινε ότι καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του πέμπτου λόγου, με αποτέλεσμα να αναιρεθεί κατά το ανωτέρω μέρος της η ως άνω 4811/2019 απόφαση του Εφετείου (ως δικαστηρίου της παραπομπής).
Περαιτέρω, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζοντας το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ διακράτησε την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιόν του σε άλλη δικάσιμο που θα οριστεί με κλήση του επιμελέστερου διαδίκου.
Συνεπώς, ο καλών-εφεσίβλητος, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, συνεχίζει τη δίκη στη θέση της αρχικής ενάγουσας-εφεσίβλητης μητέρας του ως μοναδικός κληρονόμος της, νόμιμα φέρει προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με την από 8-6-2021 κλήση του, κατ' άρθρο 580 παρ. 3 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ, την από 3-7-2014 έφεση του εναγομένου ...
και όσον αφορά το δεύτερο λόγο της, κατά της 3106/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά την εν μέρει αναίρεση της επ' αυτής εκδοθείσας 4811/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με την ανωτέρω 385/2021 αναιρετική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Η κρινόμενη έφεση του ηττηθέντος εναγομένου ...
κατά της 3106/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 511, 516, 517 και 518 ΚΠολΔ). Επομένως, η έφεση είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του δευτέρου λόγου της κατά την ίδια ως άνω διαδικασία (άρθρ. 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 16 Ν. 21-6/10-7-1837 ?περί διακρίσεως κτημάτων?, "Όλα τα παρ' ιδιωτών ή κοινοτήτων, μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα ή τα εγκαταλελειμμένα από των κληρονόμων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμέναι απαιτήσεις, ανήκουν εις το δημόσιον".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τα κατά την εισαγωγή του ανωτέρω νόμου υπάρχοντα αδέσποτα ακίνητα περιήλθαν ex lege στο Δημόσιο, στο οποίο περιέρχονται επίσης και τα εκάστοτε καθιστάμενα αδέσποτα ακίνητα, είτε γιατί αυτά εγκαταλείφθηκαν από τους ιδιοκτήτες τους, είτε γιατί οι ιδιοκτήτες τους απεβίωσαν χωρίς να αφήσουν κληρονόμους, είτε γιατί οι κληρονόμοι τους τα εγκατέλειψαν, επί πλέον δε, επί των ακινήτων αυτών θα πρέπει να μην υπάρχουν αποδεδειγμένες απαιτήσεις τρίτων.
Εξ άλλου, ο ανωτέρω νόμος ?περί διακρίσεως κτημάτων?, ο οποίος καταργήθηκε με το άρθρο 49 του ΕισΝΑΚ, επαναλήφθηκε ουσιαστικά με το άρθρο 972 ΑΚ, με το οποίο ορίζεται ότι "Τα αδέσποτα ακίνητα, καθώς και οι περιουσίες όσων πεθαίνουν χωρίς κληρονόμο ανήκουν στο δημόσιο". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, "Η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν.
Ο ενιστάμενος μπορεί να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά".
Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο της έφεσης, το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο παραπονείται κατά της εκκαλούμενης απόφασης ότι εσφαλμένα απέρριψε ως αόριστο τον ισχυρισμό που προέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προς αντίκρουση της αγωγής και συγκεκριμένα ότι οι επίδικες εκτάσεις περιήλθαν στην κυριότητά του ως αδέσποτες δυνάμει του νόμου της 21-6/10-7-1837, με την αιτιολογία ότι δεν μνημονεύονται συγκεκριμένα περιστατικά.
Επί του λόγου αυτού της έφεσης πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Όπως προκύπτει από τις από 13-1-2014 προτάσεις του εκκαλούντος-εναγομένου ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το εναγόμενο, πέραν των άλλων ισχυρισμών που προέβαλε προς απόρριψη της αγωγής της αρχικής ενάγουσας, προέβαλε επικουρικά και τον ακόλουθο επί λέξει αυτοτελή ισχυρισμό: ?Άλλως, οι επίδικες εκτάσεις περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο ως αδέσποτες, βάσει των διατάξεων του από 10-7-1837 β.δ. (νόμου) "περί διακρίσεως κτημάτων".
Το άρθρο 16 του νόμου αυτού ορίζει ότι "όλα τα παρ' ιδιωτών ή κοινοτήτων μη δεσποζόμενα , δηλαδή όλα τα αδέσποτα και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα ή τα εγκαταλελειμένα επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμέναι απαιτήσεις ανήκουν εις το Δημόσιον". Για την απόκτηση μάλιστα κυριότητας σε αυτά δεν είναι αναγκαία η κατάληψή τους?.
Η ένσταση, όμως, αυτή είναι αόριστη. Και τούτο διότι, το εναγόμενο για τη θεμελίωση της ένστασής του ότι τα επίδικα περιήλθαν κατά κυριότητα σ' αυτό ως αδέσποτα, παραθέτει απλώς το κείμενο του ανωτέρω νόμου, χωρίς περαιτέρω να εκθέτει πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία τα επίδικα περιήλθαν σ' αυτό ως αδέσποτα.
Ειδικότερα, δεν αναφέρει με βάση ποιές από τις αναφερόμενες στο ανωτέρω άρθρο 16 του Ν. 21-6/10-7-1837 περιπτώσεις τα επίδικα κατάστησαν αδέσποτα και έτσι περιήλθαν στην κυριότητά του και πιο συγκεκριμένα, αν τα ακίνητα αυτά ήταν αδέσποτα κατά την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου, ή αν κατέστησαν στη συνέχεια αδέσποτα, είτε γιατί εγκαταλείφθηκαν από τους ιδιοκτήτες τους και ποιούς, είτε γιατί οι ιδιοκτήτες τους απεβίωσαν χωρίς να αφήσουν κληρονόμους, είτε γιατί οι κληρονόμοι τους τα εγκατέλειψαν, χωρίς να υφίστανται αποδεδειγμένες απαιτήσεις τρίτων επί των ακινήτων αυτών.
Η παράλειψη παράθεσης των πραγματικών αυτών περιστατικών καθιστά την ένσταση αόριστη και απορριπτέα για το λόγο αυτό ως απαράδεκτη. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη 3106/2014 απόφασή του απέρριψε την ένσταση αυτή του εναγομένου ... ως αόριστη για τους ανωτέρω λόγους, δεν έσφαλε, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει το εκκαλούν με τον πιο πάνω δεύτερο λόγο της έφεσής του είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Κατά συνέπεια, η κρινόμενη από 3-7-2014 έφεση του εκκαλούντος ως προς το δεύτερο λόγο της πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Τέλος, το εκκαλούν, λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου, κατόπιν σχετικού αιτήματος του τελευταίου (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία όμως θα επιβληθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσίαν την από 3-7-2014 έφεση του εκκαλούντος ... ως προς το δεύτερο λόγο της.
Καταδικάζει το εκκαλούν στα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Σεπτεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ