1794/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1794/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1794 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1794/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάζαρο Χατζηθέμελη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 17-5-2017 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Σ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσικρικά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και συνεκδικάστηκε με την από 9-9-2012 αγωγή του Α. Σ. του Θ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 70/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 228/2014 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-8-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σοφία Ντάντου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, εάν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα αυτού, το Δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρ. 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το Δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Περαιτέρω ο από το άρθ. 559 αριθμ. 19 λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλειπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος (ΑΠ 516/2005). Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας των οδηγών των εμπλακέντων στο επίδικο ατύχημα οχημάτων, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Την 3-09-2010 και περί ώρα 18.50’ μ.μ. ο διά της από 20-03-2011 αγωγής εναγόμενος Α. Σ., οδηγώντας τον υπό στοιχεία κυκλοφορίας ...
διαξονικό γεωργικό ελκυστήρα μετά ρυμουλκουμένου, εμφόρτου καυσοξύλων, ιδιοκτησίας του, ασφαλισμένου ως προς την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην δεύτερη εκ των εναγομένων ασφαλιστική εταιρεία υπό την επωνυμίαν "... Α.Ε" εκινείτο επί της Ε.Ο. Ιωαννίνων - Κοζάνης με κατεύθυνση την Κοζάνη, ενώ την ίδια ημέρα και ώρα ο ενάγων Π.
Σ. οδηγώντας το υπό στοιχεία κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, ασφαλισμένο στην αυτή ως άνω ασφαλιστική εταιρεία, εκινείτο επί της αυτής Ε.Ο. και κατευθύνσεως. Επί της ως άνω οδού και επί του 42ου χιλιομέτρου αυτής, πλάτους επτά μέτρων (7,00 μ.), διπλής κατευθύνσεως με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση, με διπλή συνεχή διαχωριστική γραμμή και με συνθήκες ορατότητας περιορισμένες λόγω σκότους (βλ.
την από 3-09-2010 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του Τ.Τ Ιωαννίνων), επισυνέβη τροχαίο ατύχημα, το οποίον οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγομένου Α. Σ., ο οποίος δεν κατέβαλε την κατά αντικειμενική κρίση απαιτουμένη προσοχή την οποίαν οφείλει να καταβάλει έκαστος μετρίως συνετός και ευσυνείδητος οδηγός υπό τις αυτές συνθήκες.
Ειδικώτερα ο εναγόμενος, ο οποίος εκινείτο με ελάχιστη ταχύτητα, λόγω του εμφόρτου του ρυμουλκουμένου από καυσόξυλα, δεν είχε εφοδιάσει το ρυμουλκούμενο όχημα με ζεύγος ερυθρών φώτων θέσης προσαρμοσμένα στο οπίσθιο μέρος του ρυμουλκουμένου (άρθρ. 35 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ), με αποτέλεσμα, λαμβάνοντας υπόψιν και την αριστερή στροφή στο συγκεκριμένο σημείο, να μη γίνει εγκαίρως αντιληπτό το ρυμουλκούμενο από τον ενάγοντα Π.
Σ., ο οποίος, εισερχόμενος στην στροφή, παρά την απέλπιδα προσπάθειά του να αποφύγει την σύγκρουση με τροχοπέδηση έξι (6) μέτρων και ελιγμό προς τα αριστερά, κατέπεσε με την εμπρόσθια δεξιά πλευρά του οχήματός του επί του ρυμουλκουμένου και εν συνεχεία εξετράπη της πορείας του με τελική θέση επί αναχώματος του αντιθέτου ρεύματος πορείας.
Ο εναγόμενος προέβαλε πρωτοδίκως την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος επειδή εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα, οπωσδήποτε δε πέραν της επιτρεπομένης στην περιοχή των 90 χ/ω. Η ένσταση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, διότι και εάν ακόμη εγένετο δεκτό ότι ο ενάγων έβαινε με ταχύτητα πέραν των 90 χ/ω, εν τούτοις ουδόλως συνέβαλε αιτιωδώς στο ατύχημα, το οποίο ήταν αδύνατο υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες να αποφύγει.
Τα αντίθετα αφού είπε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και εδέχθη συνυπαιτιότητα του ενάγοντος κατά 60% και του εναγομένου κατά 40%, έσφαλε και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός λόγος εφέσεως...". Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 ΑΚ και 35 παρ. 1, 19 παρ. 2 και 3 και 20 του Ν. 2696/1999 - ΚΟΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη με αριθμό κυκλ. ...
γεωργικού ελκυστήρα μετά ρυμουλκούμενου, έμφορτου καυσόξυλων και την απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας για συνυπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου και της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και του επελθόντος επιζήμιου αποτελέσματος, η οποία συνίσταται στην παράλειψη του ως άνω οδηγού να τοποθετήσει στο οπίσθιο τμήμα του ζημιογόνου ρυμουλκούμενου οχήματος ζεύγος ερυθρών φώτων, ενόψει και της περιορισμένης ορατότητας συνεπεία σκότους, κατά τον χρόνο του ατυχήματος και την ενυπάρχουσα αριστερή στροφή στον τόπο του ατυχήματος.
Η αιτίαση δε που προβάλλετε" με τμήμα του πρώτου λόγου αναίρεσης ότι ο οδηγός του εν λόγω ζημιογόνου οχήματος δεν είχε υποχρέωση ενεργοποιήσεως των οπίσθιων φώτων θέσεως του οχήματός του διότι το ένδικο ατύχημα έλαβε χώρα 31" (δεύτερα λεπτά) πριν την έναρξη της νύχτας πρέπει ν’ απορριφθεί καθόσον η από το άρθρο 35 παρ. 1 του ΚΟΚ επιβαλλόμενη υποχρέωση υφίσταται και οποτεδήποτε η ορατότητα είναι ανεπαρκής, όπως στην προκειμένη περίπτωση, που κατά τον χρόνο του ατυχήματος επικρατούσε σκότος.
Εξάλλου κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ταχύτητας του οχήματος του αναιρεσιβλήτου και του επιζήμιου αποτελέσματος, το οποίο ήταν αδύνατο υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες ν’ αποφευχθεί ακόμη και στην περίπτωση που το εν λόγω όχημα εκινείτο με ταχύτητα μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης των 90 χ/ώρα.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τα πρώτα τρία τμήματα του πρώτου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει ν’ απορριφθούν, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης ως προς αυτά.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του έγγραφα και συγκεκριμένα αντίγραφο του ημερολογίου της 3-9-2010, φωτογραφίες ληφθείσες μία ώρα μετά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα και την ένορκη προανακριτική κατάθεση του Α. Π., αυτόπτη μάρτυρα κατά τον χρόνο του ατυχήματος, τα οποία προσκομισθέντα με επίκληση από την αναιρεσείουσα ασκούν ουσιώδη επιρροή στο ζήτημα των συνθηκών φωτισμού κατά τον χρόνο του ατυχήματος. Από την βεβαίωση όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της, που αναφέρεται παραπάνω, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα. Επομένως, ο πιο πάνω εκ του αριθ. 11γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει ν’ απορριφθεί.
Με τον τρίτο από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραμόρφωση της από 3-9-2010 συνταγείσας για το επίδικο ατύχημα έκθεσης αυτοψίας και του συνοδεύοντος αυτή πρόχειρου σχεδιαγράμματος, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στο ζήτημα των συνθηκών φωτισμού κατά τον χρόνο του ατυχήματος, καθόσον οι εν λόγω καταγραφές δεν συνάδουν με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης διότι διαφέρουν χρονικά. Όμως ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και πρέπει ν’ απορριφθεί, διότι δεν αποτελούν έγγραφα με την παρούσα έννοια εκείνα, στα οποία αποτυπώνονται άλλα αποδεικτικά μέσα όπως η αυτοψία και το συνοδεύον αυτή διάγραμμα (ΑΠ 1412/2010).
Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ και 6 παρ. 1 εδ. Η και 12 παρ. 1 ΚΟΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος και ο αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας αυτής συμπεριφοράς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Ειδικότερα, περιγράφονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα (καιρός και μορφολογία του τόπου του ατυχήματος), η ταχύτητα και η πορεία των συγκρουσθέντων οχημάτων πριν και μετά το ατύχημα καθώς και οι συγκρουσθείσες επιφάνειες των εμπλακέντων στο επίδικο ατύχημα οχημάτων. Επομένως ο τέταρτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια πρέπει ν’ απορριφθεί.
Ο αναιρετικός λόγος του αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας άφησε αδίκαστη, όχι οποιαδήποτε αίτηση των διαδίκων, που υποβλήθηκε στη διάρκεια της δίκης, αλλά μόνον εκείνη, που εισάγει ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης. Τέτοια, όμως, αίτηση δεν αποτελεί ο λόγος έφεσης - αντέφεσης, ο οποίος αντίθετα συνιστά "πράγμα" με την έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικά με αυτοτελή ισχυρισμό, και ιδρύει την αναιρετική πλημμέλεια του προαναφερθέντος αριθ. 8 με την μη έρευνα αυτού από το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει την κατ’ ορθότερο χαρακτηρισμό από τον αριθ. 8 και όχι του αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τον λόγο της παραδεκτώς ασκηθείσας με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις αντέφεσης ως προς το κεφάλαιο της απόφασης, που προσβλήθηκε με την έφεση του αναιρεσιβλήτου, αναφορικά με την ένσταση της συνυπαιτιότητας του τελευταίου λόγω μη χρήσης της ζώνης ασφαλείας (άρθρο 81 αριθ. 17 του Ν. 2696/1999 ΚΟΚ) (βλ.
σελ. 8 των από 5-3-2014 προτάσεων-αντέφεσης που υπογράφονται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κ. Β.), που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και την οποία είχε προτείνει και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Ο λόγος αυτός θα πρέπει να γίνει δεκτός, διότι από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο απορρίπτει την αντέφεση χωρίς, ωστόσο, να λάβει υπόψη τον προαναφερθέντα λόγο αντέφεσης αναφορικά με την ένσταση συνυπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου στην πρόκληση της ζημίας λόγω μη χρήσης, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, της ζώνης ασφαλείας, που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποπίπτοντας, έτσι στην εκ του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.
Κατόπιν αυτών πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα κατά το τμήμα, που αφορά την από 20-3-2011 (και με αριθμό κατάθ. ...-3-2011) αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως προς το πληττόμενο κεφάλαιο της συνυπαιτιότητας αυτού στην πρόκληση της ζημίας, λόγω μη χρήσεως της ζώνης ασφαλείας και ως προς το κεφάλαιο εκείνο της απόφασης, που δεν αναιρέθηκε με σαφή και ρητή διάταξη (ΑΠ 493/2011), αλλά συνάπτεται αρρήκτως με το αναιρεθέν κεφάλαιο της συνυπαιτιότητάς του, λόγω μη χρήσεως της ζώνης ασφαλείας κατά τον χρόνο του ατυχήματος όπως το αγωγικό κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη από τον ένδικο τραυματισμό του, το οποίο πλήττεται και με το τέταρτο τμήμα του πρώτου λόγου αναίρεσης, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός κατά τούτο το τμήμα.
Περαιτέρω πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ανωτέρω αναιρούμενο τμήμα, στο εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή, να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ.
ε’ ΚΠολΔ).
Επειδή, η κατά το άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολ.Δικ. υποβαλλόμενη από την αναιρεσείουσα με τον τελευταίο λόγο της αναίρεσης αίτηση, με την οποία ζητείται να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση και να υποχρεωθεί προς τούτο ο αναιρεσίβλητος να της αποδώσει τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο ποσά, τα οποία κατέβαλε σ’ αυτόν προς εκούσια και ολοσχερή εκτέλεση, κατά κεφάλαιο, τόκους και δικαστική δαπάνη, της αναιρούμενης αποφάσεως, είναι απορριπτέα. Τούτο δε γιατί με την παρούσα, αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο εν μέρει και επομένως η αξίωση της αναιρεσείουσας, να της επιστραφεί ό,τι κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο σε εκτέλεση της αποφάσεως αυτής, στηρίζεται στο νόμο μόνο αναφορικώς προς τα ποσά που κατέβαλε σε εκτέλεση του αναιρούμενου μέρους της αποφάσεως και τα οποία θα έπρεπε να μνημονεύονται στην αίτηση για να είναι ορισμένη. Τα ποσά όμως αυτά δεν προσδιορίζονται (χωριστά) στην αίτηση, με συνέπεια αυτή να είναι αόριστη και εκ του λόγου τούτου απορριπτέα. Η επιστροφή των άνω ποσών μπορεί να ζητηθεί κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στο Δικαστήριο της παραπομπής, μετά την εκκαθάριση των πράγματι οφειλομένων από την αναιρεσείουσα. Επομένως η ανωτέρω αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση πρέπει ν’ απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 228/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων κατά το αναιρούμενο στο σκεπτικό τμήμα.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο τμήμα, στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλο Δικαστή.
Απορρίπτει την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Και
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Σεπτεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ