Supreme Court dismisses appeal against second-instance judgment rejecting third-party claim for damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Athens Court of Appeal's decision rejecting a third-party claim for damages. The appellant argued procedural errors regarding the lack of summons and the court's failure to consider specific evidence, but the court found these arguments baseless. Consequently, the appeal was rejected, the appeal bond was forfeited to the state, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 559(11)γ, 559(8) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on alleged procedural violations or failure to consider evidence is inadmissible if the appellant failed to submit the relevant evidence or summons in the second instance, rendering the grounds for cassation unfounded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1794 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1794/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη, Γεώργιο Κοντό και Δημήτριο-Στέφανο Βόσκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαΐου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Χ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του ως δικηγόρος και με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ουρανία Πολύζου-Νταϊλιανα και Λάμπρο Σινανιώτη.
Του αναιρεσιβλήτου: Λ. Π. του Ι., κατοίκου ... . Εμφανίστηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Δημήτριος Παρασκευόπουλος-Κόλλιας, ο οποίος δήλωσε τη βίαια διακοπή της δίκης λόγω θανάτου του αναιρεσιβλήτου και συνέχιση από την μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμο του Y. M. J. P., που εκπροσωπείται από αυτόν τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-1-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2558/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 4961/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 31-1-2012 αίτησή του και τους από 28-11-2012 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος-Στέφανος Βόσκας, ανέγνωσε την από 30-10-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με τη κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 4961/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε τις αντίθετες εφέσεις που είχαν ασκήσει οι διάδικοι κατά της 2558/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με αυτήν είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή του αναιρεσίβλητου και αναγνωρίσθηκε ότι ο αναιρεσείων είναι υποχρεωμένος να του καταβάλει το ποσό των 165.000 ευρώ νομιμοτόκως, ως αποζημίωση από αδικοπραξία, υποχρεώθηκε δε να καταβάλει σ' αυτόν το ποσό των 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που έχει υποστεί. Η αίτηση και το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1, 569 ΚΠολΔικ] και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω.
2. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔικ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται εκ πλαγίου παράβαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, (που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της) δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνος που δεν εφαρμόσθηκε (πρβλ ΟλΑΠ 1/1999].
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά τον νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρης αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔικ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους [ΑΠ 324/2012, ΑΠ 221/2012].
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: ".. .Ο ενάγων Λ. Π. που κατάγεται από το ..., συνδεόταν από ετών με τον εναγόμενο Σ. Χ., δικηγόρο Αθηνών, με φιλική σχέση, η οποία χρονολογείται από το έτος 1960, όταν και οι δύο διάδικοι εργάζονταν στην εφημερίδα "ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ" ο μεν πρώτος ως δημοσιογράφος, ανταποκριτής στο Παρίσι, ο δε δεύτερος ως νομικός σύμβουλος.
Η φιλική αυτή σχέση συνεχίστηκε μεταξύ των διαδίκων και μετά το έτος 1997, όταν έπαψαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην ανωτέρω εφημερίδα. Καθόλη την διάρκεια της σχέσης αυτής, από το έτος 1960 έως και το έτος 1997, ο εναγόμενος προσέφερε, χωρίς αμοιβή τις νομικές συμβουλές του στον ενάγοντα, σε διάφορες υποθέσεις του τελευταίου, σχετικά με τα περιουσιακά του στοιχεία, ενόψει και του ότι ο ενάγων διέμενε μόνιμα στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στο Παρίσι.
Για το λόγο αυτό άλλωστε ο ενάγων, δυνάμει του υπ' αρ. .../ 28 -8-1987 πληρεξουσίου της συμβ/φου Αθηνών Ελένης Πανάγου, είχε ορίσει τον εναγόμενο, γενικό και ειδικό του πληρεξούσιο και αντίκλητο, για όλες τις υποθέσεις, δίκες και διαφορές, υφιστάμενες και μέλλουσες, δίνοντας του την εντολή και πληρεξουσιότητα μεταξύ άλλων, "...
να πωλεί προς οποιονδήποτε, με οποιοδήποτε τίμημα και με οποιουσδήποτε όρους και συμφωνίες εγκρίνει, οποιοδήποτε ακίνητο, αστικό ή αγροτικό, ή ποσοστό εξ αδιαιρέτου ακινήτου ή ποσοστό εξ αδιαιρέτου οικοπέδου μετά της οριζόντιας ιδιοκτησίας που του αναλογεί ... να εισπράττει τα τιμήματα ή και πιστώνει με αυτά τους αγοραστές και με οποιαδήποτε ασφάλεια, μεταβιβάζει στους αγοραστές τα κάθε φύσεως δικαιώματα του εντολέα στα πωλούμενα, προσωπικά ή εμπράγματα και τις συναφείς αγωγές ...
να υπογράφει τα σχετικά προ σύμφωνα και οριστικές συμβάσεις, εισπράττει αρραβώνες και συνομολογεί ποινικές ρήτρες. Σε περίπτωση δε πίστωσης του τιμήματος και συμφωνίας διαλυτικής αίρεσης ή εγγραφής υποθήκης, να υπογράφει την πράξη εξόφλησης και άρσης της διαλυτικής αιρέσεως ή εξάλειψης υποθήκης και χορηγεί στον αγοραστή την ανέκκλητη εντολή, που θα ισχύει και για τις περιπτώσεις των άρθρων 233 και 726 ΑΚ, υπογραφής της πράξης εξόφλησης και άρσης της διαλυτικής αίρεσης ή εξάλειψης της υποθήκης με αυτοσύμβαση, κατά το άρθρο 235 ΑΚ ...".
Με βάση το ανωτέρω πληρεξούσιο ο εναγόμενος προέβη σε πράξη αποδοχής κληρονομιάς, στο όνομα και για λογαριασμό του ενάγοντος των περιουσιακών στοιχείων που περιήλθαν σ' αυτόν, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμο του θείου του Σ. Π., όπως επίσης και των περιουσιακών στοιχείων, που περιήλθαν στον ίδιο, ως εκ διαθήκης κληρονόμο του θείου του Δ.
Π. και συντάχτηκαν για το λόγο αυτό οι ... πράξεις αποδοχής κληρονομιάς ... Εν τω μεταξύ ο ενάγων στις 23-6-2004, δυνάμει του υπ' αρ. .../2004 πληρεξουσίου της συμβ/φου Αθηνών ... έδωσε τόσο στον εναγόμενο, όσο και στη δικηγόρο Μ. Φ. (συνεργάτη του εναγομένου), την εντολή και πληρεξουσιότητα να ενεργούν από κοινού ή και χωριστά ο καθένας, τις ίδιες ανωτέρω διαχειριστικές πράξεις που είχε χορηγήσει και στον εναγόμενο με το προαναφερόμενο υπ' αρ. .../87 πληρεξούσιο.
Το ανωτέρω πληρεξούσιο υπογράφτηκε στο δικηγορικό γραφείο του ενάγοντος, παρουσία της ως άνω συμβ/φου και της συζύγου του ενάγοντος. Ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι ευρισκόμενος στο γραφείο του εναγομένου την πιο πάνω ημεροχρονολογία, για την παράδοση σ' αυτόν της ιδιογράφου διαθήκης του, δεν αντελήφθη ούτε αυτός ούτε η σύζυγος του ότι υπέγραψε το εν λόγω πληρεξούσιο, δεν αποδεικνύεται βάσιμος.
Άλλωστε τον χρόνο κατά τον οποίο υπεγράφη το ανωτέρω πληρεξούσιο οι σχέσεις των διαδίκων δεν είχαν ακόμη διαταραχθεί, η δε υπογραφή ενός νέου πληρεξουσίου, με το αυτό του προηγουμένου περιεχόμενο και με την προσθήκη απλώς και της συνεργάτιδας του εναγομένου, ως εντολοδόχου, για διευκόλυνση των ενεργειών του εναγομένου, δεν ήταν κάτι μεμπτό και δεν είχε λόγο ο εναγόμενος να υφαρπάσει την εντολή για το λόγο αυτό του ενάγοντος, αφού μάλιστα τον χρόνο αυτό είχε λάβει χώρα η πρώτη των προαναφερομένων αποδοχών κληρονομιάς και ο ενάγων είχε αναθέσει στον εναγόμενο την πώληση περιουσιακών του στοιχείων στην Ελλάδα, καθόσον αντιμετώπιζε έντονα οικονομικά προβλήματα.
Στη συνέχεια ο εναγόμενος, με το δεύτερο ως άνω πληρεξούσιο, κατόπιν εντολής του ενάγοντος, προέβη, στις 16-9-2005, στην πώληση ενός αγροτεμαχίου ιδιοκτησίας του ενάγοντος ... που βρίσκεται επί της εθνικής οδού Γυθείου-Σπάρτης ... Για το σκοπό αυτό συντάχτηκε το με αρ. .../2005 συμβόλαιο ... Ως τίμημα της ανωτέρω πωλήσεως αναγράφηκε στο ως άνω συμβόλαιο το ποσό των 42.952 ευρώ, που αποτελούσε και την αντικειμενική αξία του εν λόγω ακινήτου.
Από το εισπραχθέν ανωτέρω τίμημα, ο εναγόμενος, αφού αφαίρεσε το ποσό των 3.246,11 ευρώ, που αφορούσε διάφορα έξοδα κατέβαλε στον ενάγοντα το λοιπό ποσό του τιμήματος των 39.705,89 ευρώ. Είσπραξη μεγαλυτέρου του ανωτέρω, αναγραφομένου στο επίδικο συμβόλαιο, τιμήματος από τον εναγόμενο και ειδικότερα αυτό των 110.000 ευρώ, που ισχυρίζεται ο ενάγων με την αγωγή του, δεν αποδείχτηκε και ως εκ τούτου αντίστοιχη ζημία του ενάγοντος από την πιο πάνω πώληση δεν υφίσταται.
Τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά αναφορικά με την προαναφερόμενη πώληση, έγιναν δεκτά από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και για την κρίση της αυτή δεν βάλλεται η εκκαλουμένη. Περαιτέρω ο εναγόμενος με το τελευταίο επίσης πληρεξούσιο κατόπιν εντολής του ενάγοντος, πώλησε δύο ακόμη ακίνητα του τελευταίου και ειδικότερα:
α] έναν αγρό που βρίσκεται στην περιοχή ..., ... του δημοτικού διαμερίσματος ... εκτάσεως 119.286 τ.μ. και β) ένα οικόπεδο που βρίσκεται εντός των ορίων του οικισμού "..." της πόλεως του ... εμβαδού 2. 378,43 τ.μ. Για τη πώληση των ως άνω ακινήτων συντάχθηκε το υπ' αρ. .../14-6-2007 συμβόλαιο ... . Αγοραστής των ως άνω ακινήτων ήταν ο Π.
Π., συγγενής του ενάγοντος. Ως τίμημα της ανωτέρω πωλήσεως ορίστηκε στο πιο πάνω συμβόλαιο το ποσό των 250.000 ευρώ, συνολικά και για τα δύο ακίνητα. Η αντικειμενική αξία των ανωτέρω ακινήτων, ανερχόταν για μεν τον αγρό στο ποσό των 252.430 ευρώ, για δε το οικόπεδο στο ποσό των 95.000 ευρώ και συνολικά στο ποσό των 357.430 ευρώ.
Το τίμημα της ως άνω πωλήσεως, δεν καταβλήθηκε στον ενάγοντα, την ημέρα υπογραφής του συμβολαίου, ούτε είχε καταβληθεί προγενέστερα, αλλά πιστώθηκε εξ ολοκλήρου, με την υπόσχεση του αγοραστή, να το καταβάλλει στον πωλητή από προϊόν ισοπόσου δανείου, που θα ε λάμβανε εντός δύο μηνών από την ημέρα σύνταξης του συμβολαίου, από την Εμπορική Τράπεζα, άλλως για την περίπτωση δηλαδή της μη λήψεως του ανωτέρω δανείου, ο αγοραστής ανέλαβε την υποχρέωση καταβολής του ως άνω πιστωθέντος τιμήματος εξ ιδίων χρημάτων, ατόκως μεν εφόσον η καταβολή γίνει εντός της ανωτέρω δίμηνης προθεσμίας, εντόκως δε σε περίπτωση υπερημερίας.
Ακολούθως ο εναγόμενος στις 14-7-2007 χορήγησε στον ανωτέρω αγοραστή, εξοφλητική απόδειξη, ποσού 250.000 ευρώ, βεβαιώνοντας ότι έλαβε το ανωτέρω ποσό σε εκτέλεση και εξόφληση του πιστωθέντος τιμήματος του υπ' αρ. .../2007συμβολαίου. Με βάση δε την προαναφερόμενη εξοφλητική απόδειξη συνετάγη η υπ' αρ. .../2007 πράξη εξόφλησης τιμήματος της ανωτέρω αγοραπωλησίας της ιδίας ανωτέρω συμβ/φου Γυθείου.
Παρά όμως τα όσα ανεγράφησαν στο ανωτέρω συμβόλαιο, ο εναγόμενος πληροφόρησε τον ενάγοντα, ότι τα προαναφερόμενα ακίνητα, πουλήθηκαν αντί τιμήματος μόλις των 90.000 ευρώ. Από το τίμημα δε αυτό κατέβαλε στον εναγόμενο, α) σε χρόνο προγενέστερο της σύνταξης του προκειμένου συμβολαίου και ειδικότερα στις 3-4-2007 το ποσό των 45.000 ευρώ και β) σε χρόνο προγενέστερο της συντάξεως της εξοφλητικής αποδείξεως ήτοι στις 4-7-2007 το ποσό των 40.300 ευρώ.
Έτσι συνολικά καταβλήθηκε στον ενάγοντα, ως τίμημα εισπραχθέν από την ανωτέρω αγοραπωλησία το ποσό των 85.300 ευρώ (45.000+40.300). Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι το ανωτέρω αναγραφέν στο προαναφερόμενο συμβόλαιο τίμημα, ήταν εικονικό, μεγαλύτερο του πράγματι καταβληθέντος και ότι αυτό έγινε προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο αγοραστής και ειδικότερα να φαίνεται ο τελευταίος ότι διαθέτει μεγάλης αξίας περιουσία, ώστε να αυξάνεται η πιστοληπτική του ικανότητα και να μπορέσει να δανειοδοτηθεί από τα πιστωτικά ιδρύματα με μεγαλύτερο ποσό.
Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδεικνύεται βάσιμος αφού στην περίπτωση αυτή ο εναγόμενος που ενεργούσε εν προκειμένω ως εντολοδόχος του ενάγοντος και με την ιδιότητα του δικηγόρου θα είχε φροντίσει για την κατάρτιση σχετικού αντεγγράφου, το οποίο να βεβαιώνει το πραγματικά καταβληθέν τίμημα, κάτι που δεν έπραξε εν προκειμένω.
Ανεξάρτητα όμως από τα ανωτέρω όφειλε, λόγω ακριβώς της ως άνω ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, να ενημερώσει τον ενάγοντα τόσο για την αντικειμενική αξία των ως άνω ακινήτων, όσο και για το γεγονός ότι στη συγκεκριμένη δικαιοπραξία θα αναγραφόταν τίμημα υψηλότερο του πράγματι καταβληθέντος, που δεν έπραξε επίσης.
Άλλωστε ο ισχυρισμός ότι η αναγραφή μεγαλυτέρου τιμήματος έγινε για τη διευκόλυνση του αγοραστή, προκειμένου ο τελευταίος να φαίνεται ότι διαθέτει μεγάλης αξίας περιουσία ώστε να τύχει μεγαλυτέρου ποσού δανειοδότησης, δεν ευσταθεί, αφού είναι γνωστό ότι τα πιστωτικά ιδρύματα, προκειμένου να προβούν σε σχετικές δανειοδοτήσεις προβαίνουν τα ίδια σε εκτίμηση της αξίας των υπαρχόντων ακινήτων.
Εν προκειμένω δε ενεγράφη προσημείωση υποθήκης, με την υπ'αρ.328/2007απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου για την εξασφάλιση απαίτησης της Εμπορικής Τράπεζας σε βάρος του ανωτέρω αγοραστή, ύψους 135.000 ευρώ στο ποσό των 180.000 ευρώ, γεγονός που επιρρωνύει τα όσα παραπάνω αποδείχθηκαν σχετικά με την πραγματική καταβολή του ποσού των 250.000 ευρώ, ως τίμημα της ανωτέρω αγοραπωλησίας.
Τα όσα δε περί του αντιθέτου ότι δηλαδή το πράγματι καταβληθέν τίμημα της ανωτέρω αγοραπωλησίας ανήρχετο στο ποσό των 90.000 ευρώ, αναφέρει τόσο ο ίδιος ο αγοραστής στην από 27-11-2007 επιστολή του προς τον εναγόμενο όσο και ο αδελφός αυτού στην υπ' αριθ. .../2008 ένορκη βεβαίωση, κρίνονται αναξιόπιστα, δεδομένου ότι και οι δύο ανωτέρω βεβαιώσεις έγιναν σε χρόνο μεταγενέστερο της ανακλήσεως των σχετικών πληρεξουσίου του εναγομένου από τον ενάγοντα, που έλαβαν χώρα στις 12-10-2007, όταν ο τελευταίος αντελήφθη τι ακριβώς είχε συμβεί.
Πέραν τούτων ο μάρτυρας της αποδείξεως Δ. Ρ., που επί 45 χρόνια ήταν επιστάτης των κτημάτων του ενάγοντος, καταθέτει με σαφήνεια στην υπ' αρ. .../09 ένορκη βεβαίωση του ότι ο ανωτέρω αγοραστής του είχε ζητήσει τον Μάρτιο του έτους 2008 να καταθέσει ότι η αξία των ανωτέρω ακινήτων δεν ήταν αυτή που αναγραφόταν στο προαναφερόμενο συμβόλαιο και ο ίδιος αρνήθηκε.
Στην ίδια δε κατάθεση του βεβαιώνει ότι η αξία των εν λόγω ακινήτων δεν μπορεί να είναι μικρότερη του ποσού των 250.000 ευρώ, καθ' όσον όπως χαρακτηριστικά καταθέτει, όποιος ξέρει την περιοχή, μπορεί να πει με σιγουριά ότι τα ακίνητα αυτά είναι τα φιλέτα της περιοχής. Με βάση τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι ο αγοραστής Π.
Π. κατέβαλε, ως τίμημα της ανωτέρω αγoραπωλησίας το ποσό των 250.000 ευρώ. Από το ποσό αυτό ο εναγόμενος κατέβαλε στον ενάγοντα όπως προαναφέρθηκε αυτό των 85.300 ευρώ. Το λοιπό ποσό των 165.700 ευρώ (250.000-85.300) παρακράτησε ο εναγόμενος και δεν απέδωσε στον ενάγοντα, διαπράττοντας την αξιόποινη πράξη της υπεξαιρέσεως, που συνιστά παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά, συνεπεία της οποίας προκλήθηκε αντίστοιχη ισόποση ζημία του ενάγοντος.
Αποδείχτηκε περαιτέρω ότι οι σχέσεις των διαδίκων κλονίστηκαν από το μήνα Οκτώβριο του έτους 2007 όταν ο ενάγων πληροφορήθηκε από τον επιστάτη των κτημάτων του στο ..., Δ. Ρ., ότι ο εναγόμενος διαπραγματευόταν την πώληση και άλλων δύο ακινήτων του ενάγοντος, στη θέση "..." ή "..." της ιδίας παραπάνω περιοχής, τη μεταβίβαση των οποίων του είχε απαγορεύσει.
Ειδικότερα ο εναγόμενος είχε προσυμφωνήσει την πώληση των ακινήτων, εκτάσεως έξη περίπου στρεμμάτων, σε όμορο ιδιοκτήτη, αντί τιμήματος 85.000 ευρώ. Ωστόσο η συγκεκριμένη πώληση δεν έλαβε χώρα, λόγω της προαναφερομένης ανακλήσεως της πληρεξουσιότητας προς τον εναγόμενο. Τέλος, εν όψει των συνθηκών που έλαβε χώρα η ανωτέρω αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου του είδους της ζημίας που προκλήθηκε στον ενάγοντα, του βαθμού του πταίσματος του εναγομένου, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη και επομένως πρέπει να του επιδικαστεί ως χρηματική του ικανοποίηση το ποσό των 20.000 ευρώ, το οποίο μετά την στάθμιση των παραπάνω στοιχείων κρίνεται εύλογο (αρθ. 932 του Α.Κ.).
Επομένως η κρινόμενη αγωγή έπρεπε να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ'ουσίαν βάσιμη, να αναγνωριστεί η υποχρέωση το εναγομένου να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των 165.700 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, προσέτι δε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των 20.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής ..." .
Ενόψει των παραδοχών του αυτών το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε στην απόφασή του, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και της επελθούσας στο αναιρεσίβλητο ζημίας οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και θεμελιώνουν την αδικοπρακτική ευθύνη του αναιρεσείοντος στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914, 298, 299 και 932 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 375 ΠΚ, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε.
Τα πραγματικά δε περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά, αρκούσαν για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων και κατέστησαν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Επομένως ο τρίτος λόγος της αίτησης με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔικ, ισχυριζόμενος ότι διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αναφορικά με περιστατικά και στοιχεία που έπρεπε να αναφέρει και που ήταν αναγκαία για την πληρότητα των αιτιολογιών του, και συγκεκριμένα, ότι ενώ δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων ενεργούσε ως εντολοδόχος του αναιρεσίβλητου, δεν αναφέρει ποιο ήταν το περιεχόμενο των εντολών που είχε λάβει από αυτόν, ώστε να οδηγηθεί σε ασφαλή δικαιϊκή κρίση ότι ο αναιρεσείων παρεβίασε το περιεχόμενο της εντολής που του δόθηκε, και να επέρχεται έτσι η έννομη συνέπεια της παράνομης ιδιοποίησης, είναι αβάσιμος.
Οι λοιπές αιτιάσεις που προβάλλονται με τον ίδιο πιο πάνω λόγο, ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων, η σχετική με τις οποίες κρίση του δικαστηρίου είναι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔικ, αναιρετικώς ανέλεγκτη.
3. Με το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔικ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συµβαίνει αν για την εφαρµογή κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρµοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στη περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγµατικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόµο, συντρέχει δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρµοσε τον νόµο, παρότι τα πραγµατικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρµογή του ή δεν εφάρµοσε τον νόµο, παρότι τα πραγµατικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρµογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλµένη υπαγωγή των πραγµατικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγµατικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. [ΟλΑΠ 7/2006].
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησης ισχυρίζεται ότι το δικαστήριο της ουσίας με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα, κατέληξε στη κρίση ότι ο αναιρεσείων διέπραξε την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης, ενώ ήδη για τη πράξη αυτή έχει ασκηθεί ποινική δίωξη και η υπόθεση εκκρεμεί στα ποινικά δικαστήρια, πλέον δε τούτου το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το με αριθμό 1769/2012 αμετάκλητο βούλευμά του, αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος του για το έγκλημα της απιστίας, που φερόταν ότι τελέσθηκε με τα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που δέχθηκε το Εφετείο, καταλήγοντας στην κρίση ότι πρόκειται για υπεξαίρεση.
Η παραδοχή όμως αυτή του δικαστηρίου της ουσίας, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, παραβιάζει το τεκμήριο αθωότητάς του που προβλέπεται από το άρθρο 6 παρ.2 του της ΕΣΔΑ αλλά και του άρθρου 14 παρ.2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, ενόψει και του ότι η σε βάρος του ασκηθείσα ποινική δίωξη εκκρεμεί και εμπίπτει συνεπώς στην αναιρετική πλημμέλεια της περ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθόσον το τεκμήριο αθωότητας που πράγματι προβλέπεται από τις παραπάνω διατάξεις, αφορά την εξέλιξη και πορεία της υπόθεσης στο ποινικό δικαστήριο, με συνέπεια η κρίση του πολιτικού δικαστηρίου ότι έχει τελεσθεί αδικοπραξία κατά το αστικό δίκαιο [άρθρο 914 ΑΚ], ήτοι ότι υπήρξε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά τα περιστατικά της οποίας ταυτίζονται με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία εγκλήματος του ποινικού κώδικα, όπως είναι αυτό της υπεξαίρεσης [άρθρο 375 ΠΚ], που έχει ενταχθεί στα εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παραβιάζει το τεκμήριο της αθωότητας του κατηγορουμένου και συνακόλουθα ότι το Εφετείο, με την πιο πάνω παραδοχή του, έχει υποπέσει στην παραπάνω πλημμέλεια με την έννοια που προαναφέρθηκε, λαμβανομένου υπόψη και του ότι με βάση τη διάταξη του άρθρου 62 ΚΠοινΔικ "απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου για ζήτημα που έχει σχέση με την ποινική δίκη δεν δεσμεύει τον ποινικό δικαστή, αποτελεί όμως στοιχείο που το εκτιμά ελεύθερα μαζί με άλλες αποδείξεις [άρθρα 177 και 178 ΚΠοινΔικ]".
4. Με το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την βασιμότητα του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε ή όχι υπόψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το ν. 2915/2001.
Καμιά ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων πoυ ελήφθησαν υπόψιν. Μόνον αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι ελήφθη υπόψιν κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Εξ άλλου, ο λόγος αυτός δεν συντρέχει αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔικ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της αίτησης προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψιν του σειρά εγγράφων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στη δίκης και τα οποία αυτός επικαλέσθηκε ενώπιον του.
Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε υπόψη του α] το με αριθμό 1769/2012 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών με το οποίο ο αναιρεσείων απαλλάχθηκε από το αδίκημα της απιστίας και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία του Π. και του Ι. Π. που αυτοί φέρονταν ότι διέπραξαν με τις με αριθμό .../2008 και .../2008 ένορκες βεβαιώσεις τους, β] την από 17-12-2004 επιστολή της συζύγου του αναιρεσίβλητου προς τον αναιρεσείοντα, και την από 25-8-2003 επιστολή του αναιρεσίβλητου προς αυτόν, γ] τρεις τελεσίδικες αποφάσεις δικαστηρίων ήτοι τις με αριθμό 35/2006 και 68/2006 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου και της με αριθμό 655/2007 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δ] τις από 7-2-2007, 15-2-2007 και 27-3-2007 επιστολές της κόρης του αναιρεσίβλητου προς αυτόν, ε] το από 3-4-2007 έμβασμα προς την σύζυγο του αναιρεσίβλητου ποσού 45.000 ευρώ και την από 16-4-2007 ευχαριστήρια επιστολή της κόρης του προς αυτόν, στ] τις από 24-4-2007, 21-5-2007 και 11- 6-2007 επιστολές της κόρης του αναιρεσίβλητου προς αυτόν, ζ] την από 4-7-2007 έκδοση εμβάσματος προς την κόρη του αναιρεσείοντος καθώς και την από Ιούλιο 2007 επιστολή του με πλήρη ανάλυση των εξόδων στα οποία αυτός υποβλήθηκε, η] την από 17-6-2008 γραφολογική έκθεση του γραφολόγου Π.
Κ. με την οποία αποδεικνύονταν βάσιμος ο ισχυρισμός του ότι του ζητήθηκε να γραφεί μεγαλύτερο ποσό στο συμβόλαιο από το πραγματικό και για τον λόγο αυτό έγινε η διόρθωση της με αριθμό .../2007 δήλωσης φόρου μεταβίβασης που υποβλήθηκε στην αρμόδια ΔΟΥ από τον αγοραστή Π. Π., θ] την από 1-7-2008 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης του προαναφερθέντος περί της πλαστότητας της από του μηνός Φεβρουαρίου 2007 επιστολής με απαγόρευση για πώληση των ακινήτων στη θέση "..." ...
και ι] την από 30-9-2008 έγκλησή του κατά της συζύγου, της κόρης και του δικαστικού συμπαραστάτη του αναιρεσίβλητου για τα αδικήματα της πλαστογραφίας εγγράφων, της απάτης στο δικαστήριο, της ψευδορκίας και της ψευδούς καταμήνυσης. Από την βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ελήφθησαν υπόψιν όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και εκείνα που για πρώτη φορά είχαν προσκομισθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο αυτής, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο, για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψιν του και εκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα όλα τα παραπάνω έγγραφα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι παραπάνω γνωμοδοτήσεις, χωρίς να δημιουργείται αμφιβολία για το γεγονός αυτό από το ότι γίνεται ρητή αναφορά μόνον σε συγκεκριμένες.
Μάλιστα ιδιαίτερη μνεία γίνεται για έγγραφα που προσκομίσθηκαν παραδεκτά το πρώτον στο Εφετείο, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται αναμφισβήτητα και το παραπάνω απαλλακτικό βούλευμα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος όσον αφορά τις προβαλλόμενες αιτιάσεις ότι από τα παραπάνω έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο ως προς το ύψος του πράγματι εισπραχθέντος από τον αναιρεσείοντα ως εντολοδόχο του αναιρεσίβλητου τιμήματος από την πώληση ακινήτων στον Π. Π., είναι απαράδεκτος αφού αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των αποδεικτικών μέσων.
5. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 270 παρ.2 εδ. β' ΚΠολΔ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 2915/2001, οι οποίες έχουν εφαρμογή στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης, σύμφωνα με το άρθρο 524 παρ.1 ΚΠολΔικ, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψιν το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφόσον πρόκειται περί ενόρκων βεβαιώσεων που λαμβάνονται ενόψει της συγκεκριμένης δίκης κατά τη διεξαγωγή της οποίας προσκομίζονται από τον διάδικο, η προηγούμενη εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου του αποδεικνύοντος να παραστεί αποτελεί στοιχείο του υποστατού αυτών ως αποδεικτικών μέσων, μη δυνάμενες να ληφθούν υπόψη ούτε προς άμεση, ούτε προς έμμεση απόδειξη.
Η εμπρόθεσμη δε κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου, με επιμέλεια του οποίου έγινε η ένορκη βεβαίωση, η οποία είναι ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, πρέπει να ερευνάται και να βεβαιώνεται συνακόλουθα στην απόφαση αν η ένορκη βεβαίωση δόθηκε με απόντα τον αντίδικο, διότι αν αυτός παραστάθηκε κατά την εξέταση του μάρτυρα δεν υφίσταται θέμα μη κλήτευσης.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 440 ΚΠολΔικ τα δημόσια έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη για όσα βεβαιώνονται σ’ αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε ο συντάξας το έγγραφο να διαπιστώσει, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Η νόμιμη κλήτευση του διαδίκου να μετάσχει σε κάποια διαδικαστική πράξη, κατά το άρθρο 139 ΚΠολΔικ αποδεικνύεται μόνο με την έκθεση επιδόσεως και ελέγχεται από το δικαστήριο, το οποίο δεν αρκείται στη βεβαίωση περί τούτου του συμβολαιογράφου, ενώπιον του οποίου έγινε η εξέταση του μάρτυρα, αφού ο τελευταίος δεν είναι αρμόδιος να ελέγξει τούτο [ΑΠ 1422/2009 και ΑΠ 436/2007].
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματός, τις ένορκες βεβαιώσεις με αριθμούς .../2008, 5467/2007 και 2345/2008 που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων [εναγόμενος-εκκαλών], επειδή αυτός δεν επικαλέσθηκε εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου του που να αποδεικνύεται από σχετική έκθεση επίδοσης, ούτε προσκόμισε αυτή.
Ο αναιρεσείων με τον ίδιο (δεύτερο) αναιρετικό λόγο, καθώς και με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο, προβάλλει την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που δεν έλαβε υπόψη του την πρώτη από τις παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11γ' ΚΠολΔικ, ισχυριζόμενος: α] ότι δεν απαιτούνταν η επίκληση και προσκομιδή της έκθεσης επίδοσης διότι κατά τη λήψη αυτής ενώπιον της συμβολαιογράφου Γυθείου Μαρίας Σταθάκη-Βάρλα, παρέστη η πληρεξούσια δικηγόρος του αντιδίκου του Ερασμία Μπουτσικάρη, όπως το γεγονός αυτό αλλά και της κλητεύσεως του αναιρεσίβλητου να παραστεί κατ' αυτήν, βεβαιώνεται από την Συμβ/φο στην παραπάνω ένορκη βεβαίωση και β] ότι ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έγινε η επίκληση και η προσκομιδή του εν λόγω αποδεικτικού μέσου, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού ο εξετασθείς μάρτυρας [αγοραστής των ακινήτων] κατέθεσε περί του πραγματικού ύψους του τιμήματος που αυτός κατέβαλε καθώς και τους λόγους που στο συμβόλαιο αγοραπωλησίας ανεγράφη το εικονικό τίμημα των 250.000 ευρώ.
Ο λόγος αυτός της αίτησης καθώς και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος, είναι αβάσιμοι καθόσον πράγματι ο αναιρεσείων [όπως και ο ίδιος δέχεται] δεν επικαλέσθηκε τη σχετική έκθεση επίδοσης με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου, ούτε όμως και τον λόγο που δεν την επικαλέσθηκε, ήτοι ότι ο κλητευθείς αντίδικός του, εκπροσωπήθηκε κατά την λήψη της παραπάνω ένορκης βεβαίωσης ενώπιον της πιο πάνω συμβολαιογράφου με πληρεξούσιο δικηγόρο.
6. Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τη πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔικ, ισχυριζόμενος ότι με τον τρίτο λόγο της έφεσής του, ενώ δεν υπέβαλε αίτημα απαραδέκτου της συζήτησης της αγωγής στον πρώτο βαθμό λόγω μη τήρησης της προβλεπόμενης από το άρθρο 241Α ΚΠολΔικ εξώδικης επίλυσης της διαφοράς, παρά ταύτα το Εφετείο δέχθηκε ότι το αίτημα αυτό υποβλήθηκε με τον σχετικό λόγο έφεσης και στη συνέχεια τον απέρριψε ως αλυσιτελή. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος αφού τα εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή του επικαλούμενα περιστατικά δεν συγκροτούν το πραγματικό της παραπάνω πλημμέλειας.
Επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο [άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔικ] και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρο 176 ΚΠολΔικ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση του Σ. Χ. και τους πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της 4961/2012 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2.700 ] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Σεπτεμβρίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ