Legislator Case Law & Legislation
1794/2013 AI generated

Supreme Court dismisses National Bank's appeal on procedural grounds and substantive interpretation of mortgage law.

Case Number 1794/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the National Bank of Greece's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court erred in interpreting mortgage law regarding the partial release of property, while the appellees were absent from the hearing. The court ruled that the appeal was inadmissible because the appellant expedited the hearing without the appellees present, and the substantive arguments regarding the interpretation of the Civil Code were unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 568(4) and 576(1)-(2) of the Code of Civil Procedure; Article 939 et seq. of the Civil Code: An appeal is inadmissible if the appellant expedites the hearing without the appellee appearing, and the lower court's interpretation of substantive law regarding partial release of mortgaged property is correct if based on the relationship between the debt and the asset value.

Keywords

AI generated
appeal admissibility expedited hearing partial release mortgage law Civil Code interpretation

Cited Legislation

AI generated
Articles 568(4) and 576(1)-(2) of the Code of Civil Procedure
Article 939 et seq. of the Civil Code
Article 536 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1794 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1794/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Λύτρα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. Σ. του Δ., 2. Β. Σ. του Σ., 3.Φ. συζ. Σ. Σ., το γένος Γ. Σ. και 4. Δ. Σ. του Σ., απάντων 2, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 14 Ιουλίου 2004 αγωγές των ήδη αναιρεσείουσας και αναιρεσιβλήτων αντίστοιχα που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16277/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1602/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Απριλίου 2010 αίτησή της και τους από 16 Ιανουαρίου 2012 πρόσθετους αυτής λόγους αναίρεσης..

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 21 Φεβρουαρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων ως και την καταδίκη των αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί κάποιος από τους διαδίκους, είτε αυτός είναι ο αναιρεσείων είτε ο αναιρεσίβλητος, εξετάζεται ποιος από αυτούς επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης. Αν η συζήτηση επισπεύδεται από το διάδικο που εμφανίστηκε και δεν εμφανιστεί ο αντίδικός του, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση το αποδεικτικό επίδοσης της σχετικής κλήσης προς συζήτηση, ενώ αν συζήτηση επισπεύδεται από τον αντίδικο του διαδίκου που εμφανίστηκε, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση η κλήση που του επιδόθηκε (είτε αυτοτελώς είτε με την αίτηση αναίρεσης και της πράξης ορισμού δικασίμου).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, ενώ δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο ο αναιρεσίβλητοι. Όπως δε προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες εκθέσεις επίδοσης 11539ΙΓ, 11540ΙΓ, 11541ΙΓ και 11542ΙΓ/11.4.2011 του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης ..., επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους αναιρεσιβλήτους, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με ορισμένη αρμοδίως δικάσιμο την 20.2.2012, κατά την οποία η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (4.3.2013). Εξάλλου από τις εκθέσεις επίδοσης 3866ΙΓ, 3867ΙΓ, 3868ΙΓ και 3869ΙΓ/18.1.2012 του ίδιου δικαστικού επιμελητή προκύπτει ότι επιδόθηκαν εμπροθέσμως στους αναιρεσιβλήτους και οι 16.1.2012 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης. Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων (576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 939 έως 943 ΑΚ προκύπτει, ότι για τη γέννηση της αξίωσης προς διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας απαιτείται να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις : α) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεννημένη κατά το χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, β) απαλλοτρίωση από τον οφειλέτη περιουσιακού στοιχείου, γ) πρόθεση βλάβης του δανειστή, δ) γνώση του τρίτου υπέρ του οποίου η απαλλοτρίωση, και ε) αφερεγγυότητα του οφειλέτη, η οποία συντρέχει όταν η υπολειπόμενη εμφανής περιουσία αυτού δεν επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή. Τα πιο πάνω στοιχεία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρονται στην αγωγή για να είναι ορισμένο το δικόγραφο αυτής. Ακόμη, μεταξύ των στοιχείων, που πρέπει να περιέχει η αγωγή διάρρηξης για να είναι ορισμένη, περιλαμβάνονται το ποσό της απαίτησης του ενάγοντος δανειστή και η αξία του περιουσιακού στοιχείου που απαλλοτριώθηκε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, διότι η διάρρηξη δεν είναι αναγκαίως ολική, αλλά επέρχεται μόνο κατά το μέρος που ζημιώνεται ο δανειστής, αν δε το απαλλοτριωθέν έχει μεγαλύτερη αξία από την απαίτηση του δανειστή, η διάρρηξη είναι μερική και εκφράζεται σε ποσοστό αντίστοιχο με την αξία της απαίτησης του δανειστή προς την αξία του απαλλοτριωθέντος (ΟλΑΠ 15/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την απόφαση 16277/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία επικυρώθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, μετά την απόρριψη της ασκηθείσας εκ μέρους της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας έφεσης, έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η πρώτη (με αριθ. κατάθεσης 24890/21.7.2004) από τις δύο συνεκδικασθείσες αγωγές της τελευταίας κατά των αναιρεσιβλήτων, με τις οποίες η ενάγουσα επιδίωκε τη διάρρηξη, ως καταδολιευτικών, των ιστορούμενων στις αγωγές αυτές απαλλοτριώσεων, που έγιναν από τον πρώτο αναιρεσίβλητο, οφειλέτη απαίτησής της, ποσού 113.245 ευρώ, πλέον τόκων, προς τους υπολοίπους ( προς τη δεύτερη και τρίτη η απαλλοτρίωση της πρώτης αγωγής και προς τον τέταρτο και την τρίτη η απαλλοτρίωση της δεύτερης αγωγής), και διατάχθηκε η διάρρηξη έως το ποσό των 105.904,12 ευρώ της πραγματοποιηθείσας με το συμβόλαιο .../2001 της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αναστασίας Φυλακτού-Σμυρλή απαλλοτρίωσης (μεταβίβασης ψιλής κυριότητας και επικαρπίας) του περιγραφόμενου στην πρώτη αγωγή ακινήτου, ενώ απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η δεύτερη αγωγή, με την οποία επιδίωκε για την ίδια απαίτηση τη διάρρηξη της απαλλοτρίωσης (μεταβίβασης ψιλής κυριότητας και επικαρπίας) προς τον τέταρτο και την τρίτη του περιγραφόμενου εκεί ακινήτου.

Ήδη η αναιρεσείουσα προβάλλει τις αιτιάσεις, 1) με την αίτηση αναίρεσης και τον πέμπτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, διότι εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 939 και 943 ΑΚ και ειδικότερα δέχθηκε, ως σύμφωνη με τις διατάξεις αυτές, τη διάρρηξη της επίμαχης απαλλοτρίωσης μέχρι το ποσό των 105.904,12 ευρώ, που αντιπροσωπεύει την απαίτησή της κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, η οποία όμως ήταν τοκοφόρα, ανατοκιζόμενη ανά εξάμηνο, με συνέπεια από την εσφαλμένη αυτή εφαρμογή να μην παρέχεται η προβλεπόμενη από τις παραπάνω διατάξεις επαρκής προστασία στο δανειστή, η οποία πρέπει να καλύπτει την απαίτησή της στο ύψος που θα έχει διαμορφωθεί κατά το χρόνο που καθίσταται δυνατή η ικανοποίηση της και τουλάχιστον στο ύψος κατά τη συζήτηση της αγωγής, που στη συγκεκριμένη περίπτωση έφτανε στο ποσό των 131.275,86 ευρώ, 2) με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, κατά το πρώτο μέρος του, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, διότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα, α) αναφορικά με την πρώτη αγωγή, διότι έκρινε σύννομη τη μερική διάρρηξη της απαλλοτρίωσης, δεχόμενο ότι η αξία του επίμαχου ακινήτου ανερχόταν κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής στο ποσό των 160.000 ευρώ, από το οποίο και μπορεί να ικανοποιηθεί η απαίτησή της, ύψους 105.904,12 ευρώ, χωρίς σχετικώς να προβληθεί ισχυρισμός (ένσταση) εκ μέρους των εναγομένων ότι η αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, την οποία η ίδια προσδιόρισε στην αγωγή στο ποσό των 107.668,82 ευρώ, ανερχόταν κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής στο προαναφερόμενο μεγαλύτερο ποσό των 160.000 ευρώ και ότι πρέπει να απαγγελθεί μόνο μερική διάρρηξη, β) αναφορικά με τη δεύτερη αγωγή, διότι οι εναγόμενοι δεν προέβαλαν τον αυτοτελή ισχυρισμό (ένσταση) ότι η απαίτηση της ίδιας μπορεί να ικανοποιηθεί από τη διάρρηξη της μεταβίβασης του ακινήτου της πρώτης αγωγής για το λόγο ότι η αξία αυτού ανερχόταν κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής στο ποσό των 160.000 ευρώ, 3) με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, διότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη και ειδικότερα διότι δέχθηκε ότι η αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή, ανερχόταν, όχι στο ποσό των 107.668,82 που η ίδια ανέφερε στην αγωγή της, αλλά στο ποσό των 160.000 ευρώ, χωρίς απόδειξη, αρκούμενο στη σχετική κρίση του πρωτοδικείου, το οποίο προσδιόρισε την αξία αυτή στο πιο πάνω ποσό με την επίκληση απλώς των διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης και ο πέμπτος πρόσθετος λόγος για εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 939 και 943 ΑΚ είναι αβάσιμοι, διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, κρίσιμος για την παροχή της προβλεπόμενης στα άρθρα 939 επ. ΑΚ προστασίας στο δανειστή είναι ο καθορισμός της απαίτησής του και μάλιστα ο προσδιορισμός κατά τρόπο ακριβή του ποσού αυτής και της αιτίας από την οποία προήλθε (ΑΠ 113/2012, ΑΠ 1339/2012) κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής.

Ενδεχόμενη προσαύξηση αυτής σε μεταγενέστερο χρόνο μπορεί να δικαιολογήσει, με τη συνδρομή και των υπόλοιπων νόμιμων όρων, την άσκηση νέας παρεμπίπτουσας ή αυτοτελούς αγωγής για την προκύπτουσα διαφορά. Εξάλλου, ο πρώτος πρόσθετος λόγος, κατά το πρώτο μέρος του, είναι απαράδεκτος, διότι, όπως προεκτέθηκε, η αφερεγγυότητα του οφειλέτη, η οποία συντρέχει όταν η υπόλοιπη εμφανής περιουσία αυτού δεν επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή, αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής διάρρηξης της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, το βάρος επίκλησης και απόδειξης του οποίου φέρει ο ενάγων, ο οποίος πρέπει επιπλέον να προσδιορίζει και την αξία του απαλλοτριωθέντος αντικειμένου κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, ως στοιχείο επίσης αυτής.

Επομένως δεν αποτελούν ενστάσεις και συνακόλουθα δεν δημιουργούν βάρος επίκλησης και απόδειξης εκ μέρους των εναγομένων οι ισχυρισμοί ότι η αξία του απαλλοτριωθέντος αντικειμένου είναι μεγαλύτερη και άρα αρκεί η μερική διάρρηξη για την ικανοποίηση της απαίτησης του ενάγοντος δανειστή ή ότι υφίσταται μεγαλύτερη περιουσία, οι οποίοι, προβαλλόμενοι από τους εναγομένους, μόνο ως αρνητικοί ισχυρισμοί μπορεί να αξιολογηθούν για την απόκρουση εν όλω ή εν μέρει της αφερεγγυότητάς τους και της ζητούμενης διάρρηξης της απαλλοτρίωσης.

Ως πράγματα όμως, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και όχι οι αρνητικοί ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 14/2004, 3/1997). Τέλος, ο πρώτος πρόσθετος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της πρωτόδικης απόφασης, τη σχετική αιτιολογία της οποίας υιοθετεί το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκύπτει ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα "από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος της ενάγουσας και τα νομίμως προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα" και ειδικά, αναφορικά με την αξία του απαλλοτριωθέντος επίμαχου ακινήτου στο ποσό των 160.000 ευρώ "με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη (336 παρ. 4 ΚΠολΔ)".

Ενόψει των αναφορών αυτών, δεν μπορεί να γίνει λόγος στη συγκεκριμένη περίπτωση για θεμελίωση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ (ΑΠ 273/2011, ΑΠ 1700/2009).

Με το δεύτερο πρόσθετο λόγο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, διότι με την παραδοχή του ότι μετά την ευδοκίμηση της πρώτης αγωγής και τη διάρρηξη εν μέρει της απαλλοτρίωσης του εκεί περιγραφόμενου ακινήτου καθίσταται ουσιαστικά αβάσιμη η δεύτερη αγωγή για διάρρηξη της δεύτερης καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης, εισήγαγε, ως πρόσθετη προϋπόθεση για τη διάρρηξη καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης, τη μη άσκηση από τον ίδιο δανειστή άλλης αγωγής διάρρηξης, από την ευδοκίμηση της οποίας είναι πιθανή η ικανοποίηση της απαίτησής του, προϋπόθεση όμως την οποία δεν προβλέπει το άρθρο 939 ΑΚ και με τον τρόπο αυτό εφάρμοσε εσφαλμένα την τελευταία αυτή διάταξη ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της, το Εφετείο έκρινε απλώς ότι, ως προς τη δεύτερη αγωγή, δεν συντρέχει απλώς η αναφερόμενη στην πιο πάνω νομική σκέψη προϋπόθεση της αφερεγγυότητας του οφειλέτη-πρώτου εναγομένου, ενόψει του ότι η υπολειπόμενη εμφανής περιουσία του, όπως διαμορφώνεται μετά τη διάρρηξη της απαλλοτρίωσης του πρώτου ακινήτου του, αξίας 160.000 ευρώ, επαρκεί για την ικανοποίηση της ενάγουσας δανείστριας. Έτσι εφάρμοσε σωστά την παραπάνω διάταξη του άρθρου 939 ΑΚ.

Περαιτέρω προβάλλονται οι αιτιάσεις, α) με τον τρίτο πρόσθετο λόγο, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, διότι, ενώ το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απήγγειλε τη διάρρηξη της απαλλοτρίωσης του περιγραφόμενου στην πρώτη αγωγή ακινήτου, αξίας 160.000 ευρώ, μέχρι το ποσό των 105.904,12 ευρώ, που αντιπροσωπεύει την απαίτηση της ενάγουσας, το ίδιο, όπως προκύπτει από τις παραδοχές του, δέχεται ότι η διάρρηξη αυτή αναφέρεται σε ποσοστό εξ αδιαιρέτου του όλου ακινήτου, που προσδιορίζεται από τη σχέση της απαίτησης της ενάγουσας προς την αξία του ακινήτου, με συνέπεια να καταστήσει επιβλαβέστερη τη θέση εκείνης κατά παραβίαση της ορθής ερμηνείας των διατάξεων των άρθρων 939 επ.

ΑΚ και 536 ΚΠολΔ, β) με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η διάρρηξη διατάσσεται μόνο για το μέρος εκείνο της απαλλοτρίωσης που είναι αναγκαίο για την ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή και ότι η απαλλοτριωτική πράξη μένει απρόσβλητη για το επιπλέον ποσό, ως προς το οποίο ο δανειστής στερείται έννομου συμφέροντος για τη διάρρηξη, δηλαδή διάρρηξη κατά ιδανικό μερίδιο ενιαίου πράγματος, έσφαλε διότι παραβίασε την ορθή ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 939 επ.

ΑΚ και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Ο πιο πάνω τρίτος πρόσθετος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του της παραβίασης του άρθρου 536 ΚΠολΔ, ανεξαρτήτως του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν τίθεται ζήτημα επιβλαβέστερης για την ενάγουσα-εκκαλούσα απόφασης, εφόσον το Εφετείο απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, είναι απαράδεκτος, προεχόντως διότι ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν παραβιάζεται κανόνας ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου, όπως είναι εκείνος της διάταξης του άρθρου 536 ΚΠολΔ.

Κατά λοιπά ο λόγος αυτός, καθώς και ο τέταρτος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της ψευδούς ερμηνείας των άρθρων 939 επ. ΑΚ, είναι αβάσιμοι, διότι το Εφετείο δεχόμενο, χωρίς μάλιστα να αφίσταται από τη σχετική σκέψη της πρωτόδικης απόφασης, ότι η διάρρηξη διατάσσεται μόνο για το μέρος εκείνο της απαλλοτρίωσης που είναι αναγκαίο για την ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή και ότι η εξεύρεση του μέρους αυτού εξαρτάται από τη σχέση του ποσού της απαίτησης που πρέπει να ικανοποιηθεί προς το ποσό της αξίας του περιουσιακού στοιχείου, που απαλλοτριώθηκε, κατά την άσκηση της αγωγής, προσέδωσε την ορθή ερμηνεία στις διατάξεις των εν λόγω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 939 επ.

ΑΚ. Ύστερα από αυτά που προεκτέθηκαν πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20.4.2010 αίτηση και τους από 16.1.2012 πρόσθετους λόγους της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος για αναίρεση της απόφασης 1602/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ