Legislator Case Law & Legislation
1794/2010 AI generated

Supreme Court allows appeal against conviction due to insufficient and contradictory reasoning in the lower court's judgment.

Case Number 1794/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeals filed by two defendants against a criminal conviction for negligence causing bodily harm. The lower court's judgment was found to lack sufficient reasoning and contained internal contradictions regarding the nature of the floor coverings and the legal duty to prevent the victim's actions. Consequently, the court annulled the decision and remanded the case for a new trial before a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 15, 28, 314 para. 1 lit. a, and 20 of the Penal Code; Article 510 para. 1 lit. D and E of the Code of Civil Procedure: A criminal judgment is annulled if the reasoning is insufficient, unclear, contradictory, or fails to establish the necessary causal link between the defendant's conduct and the resulting harm.

Keywords

AI generated
insufficient reasoning contradictory judgment negligence crime remand for retrial causal link failure legal duty breach annulment of conviction

Cited Legislation

AI generated
Article 15 of the Penal Code
Article 28 of the Penal Code
Article 314 paragraph 1 letter a of the Penal Code
Article 20 of Presidential Decree 778/1980
Article 510 paragraph 1 letters D and E of the Code of Civil Procedure
Article 519 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1794 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Αριθμός 1794/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη. Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις

των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1)Χ1, κατοίκου ... και 2)Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μάριο Μπαχά, για αναίρεση της υπ'αριθ.7843/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Αλεξανδρίδη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 9 Φεβρουαρίου 2010 δύο αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 320/2010.

Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι ανωτέρω αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου οι από 09-02-2010 αιτήσεις των Χ1, κατοίκου ... και Χ2, κατοίκου ... για αναίρεση της 7843/ 2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που πρέπει να συνεκδικαστούν ως συναφείς.

Κατά τη διάταξη του αρθρ. 314 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών (3) ετών. Κατά δε τη διάταξη του αρθρ. 28 του ιδίου Κώδικα, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση, αφ' ενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφ' ετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη.

Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος.

Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του ΠΔ 778/ 1980 φωταγωγοί, φρέατα ανεκλκυστήρων και εν γένει ανοίγματα επί των δαπέδων, δέον όπως προστατεύωνται είτε περιμετρικώς δι' ανθεκτικών κιγκλιδωμάτων ύψους τουλάχιστον ενός (1,00) μέτρου και θωρακίων ύψους δεκαπέντε εκατοστών (0,15) του μέτρου, είτε διά της πλήρους καλύψεως των δι' αμετακίνητου στερεού σανιδώματος πάχους δύο και ημίσεος εκατοστών (0,025) του μέτρου, ηλουμένου επί ανθεκτικού πλαισίου εκ ξύλινων λατακίων, είτε διά της τοποθετήσεως σιδήρου πλέγματος οπλισμού στερεούμένου εντός της πλακός κατά την κατασκευήν της.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 114 παρ. 3 του ΠΔ 1073/1981, ουδείς πρέπει να παρενοχλή, να μετατοπίζη, να αφαιρή, να προκαλή βλάβας ή να καταστρέφη τας εγκαταστάσεις και τας διατάξεις ασφαλείας, αι οποίαι προδιαγράφοται υπό του παρόντος Π. Δ/τος ή άλλου Κανονισμού, χωρίς να λαμβάνη την άδειαν του εργοδότου ή του υπευθύνου προϊσταμένου του εργοταξίου.

Σε αυτή την περίπτωση πρέπει στην αιτιολογία να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει. Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της δικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σε αυτή με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του περί της συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν.

Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 7843/2009 απόφασης, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται σε αυτήν, δέχθηκε ανελέγκτως ότι "οι κατηγορούμενοι τέλεσαν την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ'υποχρέου για την οποία ασκήθηκε κατ'αυτών ποινική δίωξη και τους απαγγέλθηκε η σχετική κατηγορία και για την οποία καταδικάσθηκαν με την 15078/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.

Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι παθών Ψ εργαζόταν ως εργάτης γενικών καθηκόντων στην κατασκευή κτιρίου εκθέσεων αποθηκών της εταιρείας "SPRIDER A.E." επί της λεωφόρου ... το οποίο είχε αναλάβει η κοινοπραξία "ΤΕΟΔΟΜΗ ΑΚΤΕ-Χ2 .ΑΕ ΕΡΓΟ SPRIDER A.E." της οποίας νόμιμοι εκπρόσωποι είναι οι κατηγορούμενοι. Από την ως άνω κοινοπραξία ανατέθηκε σε αυτόν καθώς και έναν άλλο εργάτη ο καθαρισμός του χώρου του ισογείου του ως άνω κτιρίου στις 12-6-2003.

Στο συγκεκριμένο χώρο ο οποίος είχε συνολική επιφάνεια 8000 τετρ.μ. και ήταν στο στάδιο των ηλεκτρολογικών εργασιών, υπήρχαν σε διάφορα σημεία του δαπέδου ανοίγματα (τρύπες) διαστάσεων 0,40 έως 2 μέτρα η κάθε μία από τις οποίες επρόκειτο να διέλθουν ηλεκτρομηχανογικές εγκαταστάσεις. Οι τρύπες αυτές είχαν καλυφθεί με μπετοσανίδες μεγαλύτερης διάστασης από κάθε τρύπα και είχαν καρφωθεί στο δάπεδο.

Στον παθόντα δεν είχαν δοθεί οδηγίες να μην προβεί σε αφαίρεση των μπετοφόρμ από το δάπεδο, ούτε και ότι αυτά είχαν τοποθετηθεί για να καλύπτουν τις τρύπες που είχαν αφεθεί στο δάπεδο, δεδομένου μάλιστα ότι είχε προσληφθεί πριν από τρείς (3) ημέρες και δεν γνώριζε το κτίριο από την αρχή της κατασκευής του.

Προς το τέλος της εργασίας του βρισκόμενος στο χώρο του ισογείου προσπάθησε να αφαιρέσει ένα μπετοφόρμ που βρισκόταν στην άκρη του κτιρίου με αποτέλεσμα κατά την προσπάθεια απομάκρυνσής του να προσπαθήσει να πατήσει στο καλυμμένο άνοιγμα με το μπετοφόρμ και να πέσει στο κενό καταλήγοντας στο δάπεδο του υπογείου σε βάθος 5,5 μέτρων.

Αποτέλεσμα της πτώσης του αυτής ήταν να τραυματιστεί και να υποστεί κάταγμα αριστερής πτέρνας, θλαστικά τραύματα οσφύος, πιέλου και αριστερού αγκώνα, εκδορές άνω και κάτω άκρων κάκωση κεφαλής και αριστερής ποδοκνήμης άρθρωσης. Το συγκεκριμένο ατύχημα δεν θα συνέβαινε αν οι οπές είχαν καλυφθεί κατά τον τρόπο που ορίζει το άρθρο 20 του π.δ.778/1980 δηλαδή είτε να είχαν καλυφθεί με κιγκλίδωμα ύψους ενός (1) μέτρου ή με αμετακίνητο στερεό σανίδωμα.

Εφόσον συνεπώς οι κατηγορούμενοι είχαν επιλέξει τη δεύτερη δυνατότητα που παρείχε σε αυτούς ο νόμος, έπρεπε τις τσιμεντοσανίδες να τις είχαν στερεώσει με ανθεκτικό υλικό ώστε να είναι αμετακίνητες, πράγμα που δεν συνέβη στην προκειμένη περίπτωση γεγονός που επιβεβαιώνεται και από την αναγνωσθείσα έκθεση αυτοψίας της τεχνικής επιθεωρήτριας του Υπουργείου Εργασίας με αριθμό 301/2003.

Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι ο παθών είχε λάβει από τους κατηγορούμενους συγκεκριμένες οδηγίες αποφυγής αποξήλωσης του μπετοφόρμ που ήσαν στο δάπεδο και κάλυπταν τις τρύπες αυτού χωρίς αυτός να το γνωρίζει ενώ δεν υπήρχε και επιστασία των εργατών ώστε να ελέγχονται και να καθοδηγούνται με συνέπεια να μη γίνει αντιληπτός ο τρόπος εργασίας του παθόντος και ο κίνδυνος που δημιουργήθηκε με την αποξήλωση των μπετοφόρμ από το δάπεδο.

Επομένως οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι όπως στο διατακτικό". Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες της αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης εξ αμελείας από υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή με το ακόλουθο διατακτικό: "

Κηρύσσει τους κατηγορούμενους ένοχους του ότι: Στην ...ς, στις 12-6-2003, όντας υπόχρεοι εκ του επαγγέλματός τους σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, από αμέλειά τους, δηλ. από την έλλειψη της προσοχής που όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, προξένησαν σε άλλον σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του, χωρίς να προβλέψουν το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από τις παρακάτω παραλείψεις τους και συγκεκριμένα υπό την ιδιότητά τους ως νομίμων εκπροσώπων της κοινοπραξίας "ΤΕΟΔΟΜΗ ΑΚΤΕ-Χ2.

Α.Ε-ΕΡΓΟ SPRIDER AE", που είχε αναλάβει ως ανάδοχος την κατασκευή κτιρίου εκθέσεων-αποθηκών της εταιρίας "SPRIDER AE" επί της ..., δεν έλαβαν τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία των εργαζομένων της ως άνω επιχείρησης από τον κίνδυνο πτώσης και ειδικότερα δεν φρόντισαν ώστε τα ανοίγματα επί των δαπέδων στο χώρο του εργοταξίου της ως άνω επιχείρησης να προστατεύονται είτε περιμετρικώς δι'ανθεκτικών κιγκλιδωμάτων ύψους τουλάχιστον ενός μέτρου είτε δια της πλήρους καλύψεώς τους δι'αμετακινήτου στερεού σανιδώματος στερεωμένου επί ανθεκτικού πλαισίου, αν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση για τη λήψη των παραπάνω μέτρων ενόψει τις προαναφερθείσας ιδιότητάς τους, με αποτέλεσμα ο εργαζόμενος στην ως άνω κοινοπραξία ως εργάτης γενικών καθηκόντων Ψ, καθ'ον χρόνο εκτελούσε εργασίας καθαρισμού του χώρου του ισογείου του υπό κατασκευή κτιρίου, να τραβήξει από το δάπεδο ένα πλημμελώς στερεωμένο κομμάτι κόντρα-πλακέ, κάτω από το οποίο υπήρχε άνοιγμα διαστάσεων 0,40 Χ 2,00 μέτρων για τη διέλευση ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων, και να πέσει από το άνοιγμα στο δάπεδο του υπογείου από ύψος 5,50 μέτρων, από την πτώση του δε αυτή, να υποστεί συντριπτικό κάταγμα αριστερής πτέρνας, θλαστικά τραύματα οσφύος πυέλου και αριστερού αγκώνα, εκδορές άνω και κάτω άκρων, κάκωση κεφαλής και αριστερής ποδοκνημικής αρθρώσεως".

Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού δεν εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος τούτου, που προβλέπεται και τιμωρείται από την άνω διάταξη.

Ειδικότερα, η αιτιολογία της προσβαλλομένης δεν είναι επαρκής και διαλαμβάνει κενά και αντιφάσεις, διότι, ενώ δέχεται ότι η νομική υποχρέωση των κατηγορουμένων προς αποτροπή της σωματικής βλάβης του παθόντος απορρέει από τη διάταξη του άρθρου 20 του ΠΔ 778/ 1980 και ειδικότερα ότι οι οπές του δαπέδου είχαν καλυφθεί με τσιμεντοσανίδες που έπρεπε να τις είχαν στερεώσει με ανθεκτικό υλικό ώστε να είναι αμετακίνητες, πράγμα που δεν συνέβη στην περίπτωση αυτή, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από την αναγνωσθείσα 301/ 2003 έκθεση αυτοψίας της Τεχνικής Επιθεωρήτριας του Υπουργείου Εργασίας, ωστόσο σε προηγούμενο σημείο του σκεπτικού αναφέρεται ότι τα ανοίγματα του δαπέδου είχαν καλυφθεί με μπετοσανίδες μεγαλύτερης διάστασης από κάθε οπή και είχαν καρφωθεί στο δάπεδο.

Οι παραδοχές αυτές είναι αντιφατικές, αφού σε ένα σημείο αναφέρεται ότι οι μπετοσανίδες δεν είχαν στερεωθεί με ανθεκτικό υλικό ώστε να είναι αμετακίνητες, σε άλλο σημείο αναφέρεται ότι οι μπετοσανίδες είχαν καρφωθεί στο δάπεδο, γεγονός που υποδηλώνει στερέωση τους. Έτσι υπάρχει η εκ πλαγίου παράβαση των διατάξεων των άρθρων 15, 28, 314 παρ. 1α ΠΚ και 20 του ΠΔ 778/ 1980.

Εξάλλου, στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης δεν προσδιορίζεται βάσει ποιας νομικής υποχρεώσεως προκύπτει υποχρέωση των κατηγορουμένων ότι έπρεπε να είχαν δώσει στον παθόντα ειδικές οδηγίες να μην προβεί σε αφαίρεση των μπετοφόρμ από το δάπεδο ως και ότι αυτά είχαν τοποθετηθεί για να καλύπτουν τις οπές αφού δέχεται η προσβαλλόμενη ότι είχαν στερεωθεί αφού είχαν καρφωθεί στο δάπεδο, ενώ κατά τις παραδοχές είχαν δοθεί στον παθόντα οδηγίες καθαρισμού του δαπέδου άρα όχι αφαιρέσεως των τσιμεντοσανίδων.

Εξάλλου, περαιτέρω η αιτιολογία είναι ελλιπής και διότι δεν εξηγεί γιατί δεν διεκόπη ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς των κατηγορουμένων και της επελθούσης σωματικής βλάβης ενόψει του ότι σαφώς συνάγεται ότι ο παθών παρεβίασε τη διάταξη του άρθρου 114 του ΠΔ 1073/ 1981, αφού κατά τις παραδοχές μετατόπισε μπετοσανίδα χωρίς να λάβει άδεια του εργοδότη ή άλλου προϊσταμένου του εργοταξίου.

Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε'του ΚΠΔ λόγοι αμφοτέρων των αναιρέσεων περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παραβάσεως των άνω διατάξεων, είναι βάσιμοι.

Συνεπώς, παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων αναίρεσης ως αλυσιτελούς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση σε νέα συζήτηση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 7843/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και

Παραπέμπει την υπόθεση και για τους δύο αναιρεσείοντες σε νέα συζήτηση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Οκτωβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ