Supreme Court dismisses appeal on grounds of insufficient reasoning regarding forest land classification and failure to consider prior precedent.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding a disputed property. The appellant argued the lower court failed to provide sufficient reasoning for classifying the land as forest and ignored a binding precedent from 1872. The court found the lower court's reasoning complete and consistent, noting it had considered all relevant documents and columns of the cadastral sheet.
Legislator headnote
AI generatedArticles 8 and 19 of Article 559 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court's reasoning is complete and consistent, or if the alleged error does not affect the outcome or lacks specific legal citation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1794 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1794/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σταμολέκα.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκροσωπουμένου από τον Υπουργό των Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά Βασιλική Παπαθεοδώρου Πάρεδρο Ν.Σ.Κ με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-2-1994 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 566/1995 1804/1999 μη οριστικές, 591/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1573/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-7-2006 αίτησή του και με τους από 24-9-2007 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 10-2-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι προβλεπόμενοι στους αριθμούς 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως ιδρύονται, ο μεν πρώτος, όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάχθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ως "πραγμάτων" νοουμένων των αυτοτελών πραγματικών ισχυρισμών που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως οι αντενστάσεως, ο δε δεύτερος, όταν στη δεύτερη (ελάσσονα) πρόταση του νομικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν περιέχονται καθόλου η δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν η όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου η αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρισίμων πραγματικών γεγονότων.
Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, σε σχέση με τον αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί αποκτήσεως από αυτόν κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου- με έκτακτη χρησικτησία, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων για πρώτη φορά από το τέλος του έτους 1974 άρχισε "προσπάθειες κατάληψης" του ακινήτου (εκχέρσωση, επιχωμάτωση, φύτευση 32 οπωροφόρων και δενδρυλλίων) και ότι οι δικαιοπάροχοι του δεν άσκησαν σ' αυτό πράξεις νομής με καλή πίστη επί τριάντα τουλάχιστον έτη αναδρομικώς από της 11-9-1915, ούτε ο ίδιος το κατείχε πριν από την 1-1-1967, ακολούθως δε αυτό (Εφετείο) απέρριψε την έφεσή του κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία η αγωγή του είχε απορριφθεί ως κατ ουσίαν αβάσιμη.
Από τις εκτεθείσες παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε τον ανωτέρω αγωγικό ισχυρισμό, ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, κρίναν εκ του πράγματος ότι δεν απεδείχθη άσκηση των προς θεμελίωση αυτού του ισχυρισμού αναφερόμενων στην αγωγή πράξεων νομής, δεν ήταν δε αναγκαίο, για την πληρότητα της σχετικής αιτιολογίας, να μνημονεύσει τις εν λόγω πράξεις στην προσβαλλόμενη απόφασή του.
Επομένως, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίον, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.8 και 19 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τις αναφερόμενες στην αγωγή συγκεκριμένες πράξεις νομής και ότι διέλαβε στην απόφαση του ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την κρίση του περί μη διενέργειας αυτών των πράξεων, είναι αβάσιμος.
Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγει το Εφετείο, αφενός μεν, ότι με ανεπαρκή και ασαφή αιτιολογία περιγράφει στην απόφασή του τα όρια του επιδίκου ακινήτου, το οποίο κατά τον ίδιο, περιβάλλεται από ιδιωτικές και ήδη πυκνοδομημένες εκτάσεις των αυτοχθόνων κατοίκων της ..., αφετέρου δε, ότι δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό για το χαρακτηρισμό και τα όρια του ακινήτου.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις, διότι, υπό το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσης αυτών των αιτιάσεων, πλήττει τη μη δεκτική αναιρετικου έλεγχου εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο ( άρθρο 561§1 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.17 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Για να ιδρυθεί δε ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης, πρέπει η αντίφαση των διατάξεων της προσβαλλομένης απόφασης να εντοπίζεται στο διατακτικό της, ώστε να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου και, κατ'επέκταση, να είναι αδύνατη η εκτέλεσή της.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον ίδιο ως άνω λόγο (δεύτερο) αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση και ότι περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Ο λόγος αυτός (δεύτερος) αναίρεσης, ως προς την εκ του άρθρου 17 του άνω άρθρου αιτίαση, είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι στο αναιρετήριο γίνεται ενάριθμη μόνο επίκληση της εν λόγω αιτίασης χωρίς να αναφέρονται τα απαιτούμενα για την θεμελίωσή της στοιχεία.
Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 του Δ/τος 17/29-11-1836 (ΦΕΚ 69/1-12-1836 ) "περί ιδιωτικών δασών" 1 του ν. ΑΧΝ/1888 " περί διακρίσεως και οριοθεσίας δασών", 57 του ν. 3077/1924 "περί δασικού Κώδικος", 1 § 1 του Ν.Δ. 86/1969 και 3 §§1 και 2 του ν. 998/1979 συνάγεται ότι ως "δασική έκταση" νοείται η θαμνώδης ξυλώδης βλάστηση οιασδήποτε διαπλάσεως, αποτελούσα μία οργανική ενότητα.
Επομένως, μοναδικό (και απαραίτητο) στοιχείο για την εξειδίκευση της έννοιας της δασικής εκτάσεως είναι η οργανική ενότητα της υπάρχουσας στην εν λόγω έκταση βλαστήσεως. Η κρίση του δικαστηρίου περί συνδρομής ή μή του άνω στοιχείου είναι οντολογική, εκφεύγουσα, ως εκ τούτου, του αναιρετικού έλεγχου, αφού η οργανική αυτή ενότητα συνάγεται από τα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης άγριας ξυλώδους βλαστήσεως (σχετ.
ΑΕΔ 27/1999-ΑΠ 162/2004)). Για την πληρότητα, συνεπώς, της σχετικής αιτιολογίας της δικαστικής αποφάσεως αρκεί η περιγραφή του είδους και της συνθέσεως της καλύπτουσας την έκταση βλαστήσεως.
Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η επίδικη έκταση είχε ανέκαθεν και πάντως από 26/11/1836 τον χαρακτήρα δασικής εκτάσεως, αφού εκαλύπτετο έως το έτος 1974 με δασική βλάστηση και συγκεκριμένως με σχίνα, πουρνάρια, αγριελιές και αφάνες, καθώς και ότι η οργανική ενότητα της εν λόγω δασικής βλαστήσεως αποδεικνύεται από την ερμηνεία των αναφερόμενων στην απόφαση του αεροφωτογραφιών. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα του δασικού χαρακτήρα της επίδικης εδαφικής εκτάσεως, έτσι ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα η μη της εφαρμογής των αναφερομένων πιο πάνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου. Κατ' ακολουθίαν, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ απορρέων, τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, παρέλειψε να λάβει υπόψη του αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς προσκομίσαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων, ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως του.
Εν προκειμένω, στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώνεται ότι την αποδεικτική του κρίση το Εφετείο σχημάτισε - πλην άλλων - και από τις μαρτυρικές καταθέσεις που περιέχονται στις υπ' αριθμ. 449/1995 και 729/1999 εκθέσεις του διορισθέντος συναφώς εισηγητή Δικαστή, ρητώς δε μνημονεύονται και αξιολογούνται ως "πολύ λίγο πειστικές" οι μαρτυρικές καταθέσεις των ...
και ... . Ως εκ τούτου, λαμβανομένου υπόψη και του όλου περιεχόμενου της αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία για την εκ μέρους του Εφετείου συνεκτίμηση των άνω μαρτυρικών καταθέσεων. Επομένως ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ απορρέων, τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε μεταξύ άλλων τα εξής: η επίδικη έκταση εμβαδού 4852 τμ, ευρισκόμενη στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ... και οριοθετούμενη νοτίως και δυτικώς με δημόσια δασική έκταση, ανατολικώς με αγροτικό δρόμο και πέραν αυτού με χέρσα έκταση, το έδαφος της οποίας είναι μετρίως βαθύ, ημιβραχώδες και με κλίση 10-15%, είχε ανέκαθεν και πάντως από 26-11-1836 χαρακτήρα δασικής εκτάσεως, αφού καλύπτετο έως το έτος 1974 με δασική βλάστηση και δη με σχίνα, πουρνάρια, αγριελιές και αφάνες, οπότε (δηλ.
το έτος 1974) για πρώτη φορά ο αναιρεσείων άρχισε προσπάθειες καταλήψεώς της, οι οποίες δεν ευοδώθηκαν. Έτσι, προέβη σε επιχωματώσεις για να καταστήσει το έδαφος καλλιεργήσιμο και σε δενδροφυτεύσεις. Ακόμη με το ... Πρωτόκολλο του Δασάρχη Πεντέλης απεβλήθη από τμήμα εμβαδού 2.580 μ² της άνω εκτάσεως, οριοθετούμενο βορείως με χέρσα έκταση και από τις άλλες τρεις πλευρές με δημόσια δασική έκταση.
Κατά το πρώτο δεκαήμερο του Ιανουαρίου του έτους 1977 προέβη και πάλι σε κατάληψη μέρους εμβαδού 1.560 μ² της ίδιας εκτάσεως, το οποίο όργωσε με μηχάνημα και έσπειρε με βρώμη, με συνέπεια να εκδοθεί το περί διοικητικής του αποβολής ... πρωτόκολλο του ίδιου Δασάρχη. Η οργανική ενότητα της υφιστάμενης στην έκταση αυτή, τουλάχιστον από το έτος 1836, δασικής βλαστήσεως αποδεικνύεται και από την ερμηνεία των αναφερομένων έξι (6) αεροφωτογραφιών του Δασολόγου ... .
Εξάλλου, ουδόλως απεδείχθη ότι δικαιοπάροχοί του ασκούσαν καλόπιστη τριακονταετή νομή επί της επίδικης εκτάσεως, πριν από τις 11-9-1915. Δεν απεδείχθη επίσης ότι στο πρόσωπο του συντρέχουν οι όροι του άρθρου19 του ν. 719/1977, αφού η επίδικη έκταση εκαλύπτετο από δασική βλάστηση και ο αναιρεσείων δεν την κατείχε πριν από την 1/1/1967.
Ακολούθως, το Εφετείο, αφού προέβη σε ειδική αξιολόγηση ορισμένων αποδεικτικών μέσων, απέρριψε την έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί, ως κατ'ουσίαν αβάσιμη, η σχετική διεκδικητική κυριότητας αγωγή του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο α) δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις αναφερόμενες πιο πάνω, κατά τη διερεύνηση του τρίτου λόγου, διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, β) δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη "πράγματα" προταθέντα ούτε έλαβε υπόψη "πράγματα" μη προταθέντα και γ) διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων.
Επομένως, ο πρώτος λόγος του πρόσθετου αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1, 8 και 19 ΚΠολΔ, καταλογίζονται στο Εφετείο οι ανωτέρω πλημμέλειες, είναι αβάσιμος. Ως προς την εκ του άρθρου11 του ίδιου άρθρου απορρέουσα αιτίαση, ο λόγος αυτός ενέχει αοριστία και άρα είναι απαράδεκτος, διότι δεν μνημονεύεται στον αναιρετήριο αυτό τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα.
Με τον δεύτερο λόγο του πρόσθετου αναιρετηρίου ψέγεται το Εφετείο ότι υπέπεσε στις προβλεπόμενες από τους αριθμούς 1, 8, 11, 12, 16, 17 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες και ειδικότερα ότι α) αντιφατικώς δέχθηκε την παράλληλη εφαρμογή των άρθρων 1 και 3 δ/τος της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" και του άρθρου 19§1 του ν. 719/1977, την παράγραφο 3 του οποίου άλλωστε δεν έλαβε υπόψη, β) δεν αναφέρει στην απόφαση του με πληρότητα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την επίδικη έκταση ως δασική, γ) κατά "παράβαση" δεδικασμένου της 1151/1872 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την οποία "υπό διαφορετικάς κατά χρόνον και τρόπον περιστάσεις εκρίθη αμετακλήτως το νομικό και πραγματικό καθεστώς της περιφέρειας του Δήμου ...
και της ευρύτερης περιοχής ...", δέχθηκε ότι η επίδικη εδαφική έκταση είχε δασικό χαρακτήρα από τις 26-11-1836, δ) έλαβε υπόψη ανεπίτρεπτα εκ του νόμου αποδεικτικά μέσα, ήτοι τα καταρτισθέντα σύμφωνα με το άρθρο 3§§1 και 2 του ν. 248/1976 προσωρινά φύλλα καταγραφής (χάρτες), καθώς και πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής, φωτοερμηνείες και εκθέσεις αυτοψίας, ε) δεν έλαβε υπόψη "τα συγκεκριμένα στοιχεία τα πληρούντα τις έννοιες της εκτάσεως ως δάσους, δασικής ή μη ...", στ) δεν προσδιορίζει πότε έγινε η κατάρτιση των προσωρινών κτηματολογικών χαρτών, ποιοί συγκροτούσαν τα σχετικά συνεργεία, ποία μέσα αυτοί χρησιμοποίησαν για τη συναγωγή των συμπερασμάτων τους, πότε και που έγινε η ανάρτηση αυτών των χαρτών και αν ο αναιρεσείων εκλήθη για να καταθέσει αντιρρήσεις κατά των χαρτών και ζ) λαβόν υπόψη τα ανωτέρω (υπό δ') αποδεικτικά μέσα, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου "σχετικώς με την τυπικήν δύναμιν των αποδεικτικών μέσων".
Ο λόγος αυτός, ως προς την πρώτη (υπό α') αιτίαση είναι αβάσιμος, διότι δεν παραβιάστηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του δ/τος της 17/29-11-1836, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αλλ' ούτε και οι διατάξεις του άρθρου 19§§1 και 3του ν. 719/1977. Ως προς τη δεύτερη (υπό β') αιτίαση, είναι αβάσιμος, διότι τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση περιστατικά ανταποκρίνονται πλήρως στο εννοιολογικό περιεχόμενο της "δασικής εκτάσεως".
Ως προς την τρίτη (υπό γ') αιτίαση, είναι αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν γίνεται μνεία ούτε περί προβολής του σχετικού ισχυρισμού στο Εφετείο ούτε περί συνδρομής των προϋποθέσεων του δεδικασμένου (ταυτότητα διαδίκων, αντικειμένου δίκης και ιστορικής και νομικής αιτίας). Ως προς την τετάρτη (υπό δ) αιτίαση, είναι αόριστος , διότι δεν αναφέρεται στον αναιρετήριο ότι το ανεπίτρεπτο των αποδεικτικών μέσων προεβλήθη στο Εφετείο.
Ως προς την πέμπτη (υπό ε) αιτίαση, είναι αβάσιμος, διότι τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση ως άνω στοιχεία αρκούν για τον χαρακτηρισμό της επίδικης εκτάσεως ως δασικής. Ως προς την έκτη (υπό στ') αιτίαση, είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το ουσιώδες ζήτημα στο οποίο αφορούν οι εν λόγω ελλείψεις της αιτιολογίας.
Ως προς την έβδομη (υπό ζ') αιτίαση, είναι αόριστος , διότι στο αναιρετήριο δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η προβαλλόμενη παραβίαση. Με τον τρίτο λόγο του πρόσθετου αναιρετηρίου αποδίδονται στο Εφετείο οι εκ των αριθμών 1, 8, 11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ απορρέουσες αιτιάσεις, αναφορικώς με την παραδοχή του, ότι "περαιτέρω η επίδικη δασική έκταση έχει χαρακτηριστεί ως δημόσια δασική έκταση στους προσωρινούς κτηματολογικούς χάρτες του πρώτου συνεργείου κτηματογράφησης".
Ο λόγος αυτός προβάλλεται αλυσιτελώς, αφού οι παραδοχές του Εφετείου, περί του δασικού χαρακτήρα της επίδικης έκτασης από τις 26-11-1836 και περί επιχειρήσεως καταλήψεώς της από τον αναιρεσείοντα για πρώτη φορά κατά το έτος 1974, αρκούν για τη θεμελίωση της σχετικής απορριπτικής κρίσεως ως προς αμφότερες τις βάσεις (κύρια και επικουρική) της αγωγής.
Με τον τέταρτο λόγο του ίδιου αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1, 16 και 19 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο α) ότι, κατά παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 1,3 του δ/τος της 17/29-11-1836, 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", καθώς και των διατάξεων του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, δέχθηκε το χαρακτήρα της επίδικης εκτάσεως ως δασικής, καθόσον η έννοια της δασικής εκτάσεως δεν αναφέρεται σε κανένα νομοθέτημα πριν από τις 11-9-1915, β) ότι στην προσβαλλόμενη απόφασή του διέλαβε ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες σχετικώς με την κρίση του, περί του δασικού χαρακτήρα της επίμαχης εκτάσεως και γ) ότι παρά το νόμο αρνήθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από την 1151/1872 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, σχετικώς με την υπαγωγή της επίμαχης εκτάσεως στην εν λόγω απόφαση.
Ο λόγος αυτός, ως προς όλες τις αιτιάσεις, ταυτίζεται με τους πρώτο ( υπό α' και γ' αιτιάσεις) και δεύτερο (υπό γ' αιτίαση) λόγους του πρόσθετου αναιρετηρίου, και άρα παρέλκει η εκ νέου εξέταση του. Με τον πέμπτο (τελευταίο) λόγο του πρόσθετου αναιρετηρίου καταλογίζονται στο Εφετείο οι προβλεπόμενες από τους αριθμούς 1, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες και ειδικότερα ότι αυτό (Εφετείο) α) εσφαλμένως υπήγαγε την εκδίκαση των κατά του προσωρινού φύλλου καταγραφής ασκούμενων αντιρρήσεων στα άρθρα 12 και 13 του ν. 998/1979 αντί των σχετικών διατάξεων του ν. 248/1976, β) δεχθέν ότι στο προσωρινό φύλλο καταγραφής του πρώτου συνεργείου κτηματογραφήσεως η επίμαχη έκταση χαρακτηρίζεται ως δημόσια δασική έκταση, διέλαβε στην απόφαση του ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που συνθέτουν τον δασικό χαρακτήρα της επίδικης εκτάσεως και γ) δεν έλαβε υπόψη το σύνολο των στηλών του άνω φύλλου καταγραφής, παρά μόνο την τελευταία στήλη.
Ο λόγος αυτός, ως προς την πρώτη (υπό α') αιτίαση είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται η παραβιασθείσα διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, ούτε προσδιορίζεται η επιρροή που άσκησε στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως το αποδιδόμενο ως άνω σφάλμα. Ως προς τη δεύτερη (υπό β') αιτίαση, είναι αβάσιμος, διότι, όπως έχει ήδη εκτεθεί κατά την εξέταση προηγούμενων λόγων του κύριου και του πρόσθετου αναιρετηρίου, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες ως προς τον χαρακτηρισμό της επίδικης εκτάσεως ως δασικής.
Ως προς την τρίτη (υπό γ') αιτίαση, είναι αβάσιμος, διότι, από τη βεβαίωση του Εφετείου περί λήψεως υπόψη όλων ανεξαιρέτως των μετ' επικλήσεως προσκομισθέντων από τους διαδίκους εγγράφων, από τη ρητή μνεία του ειρημένου φύλλου καταγραφής και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία για την εκ μέρους του Εφετείου συνεκτίμηση όλων των στηλών του εν λόγω φύλλου.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (μειωμένα) του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26 Ιουλίου 2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της 1573/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία καθορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 15 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ