Legislator Case Law & Legislation
1794/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on limitation period exceeding one year under Carriage of Goods by Sea Law.

Case Number 1794/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment regarding a cargo loss claim. The court found that the limitation period for the claim expired because more than one year passed between the delivery of the cargo and the filing of the lawsuit. Consequently, the court ruled that the claim was time-barred and ordered the appellant to pay the legal costs of the respondents.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1 and 2 of the Carriage of Goods by Sea Law; The limitation period for a claim under the Carriage of Goods by Sea Law is one year from the date of delivery, and a claim filed after this period is inadmissible.

Keywords

AI generated
Carriage of Goods by Sea Law limitation period one year rule time bar cargo loss claim delivery date legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 1 of the Carriage of Goods by Sea Law
Article 2 of the Carriage of Goods by Sea Law
Article 4 paragraph 5e of the Convention
Article 3 paragraph 6e of the Hague-Visby Rules
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1794 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1794/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΓΕΩΛΟΓΙΚΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ", που εδρεύει στο Ολυμπιακό Χωριό Αχαρνών και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γρηγορίου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης ναυτιλιακής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΑΣ ΦΛΑΪΝΓΚ ΝΤΟΛΦΙΝΣ (HELLAS FLYING DOLPHINS) ΑΝΕ, που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπακαμήτσο, που δεν κατέθεσε προτάσεις και 2) ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "THE WEST OF ENGLAND SHIP OWNERS MUTUAL INSURANCE ASSOCIATION", που εδρεύει στο Λουξεμβούργο και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δευκαλίωνα Ρεδιάδη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-11-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5025/2004 του ιδίου Δικαστηρίου και 281/2006 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-12-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 12-9-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 154/15-12-2006 αιτήσεως για αναίρεση της 281/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 154/15-12-2006 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 281/23-3-2006 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, με το 1063/26.11.2001 δικόγραφο αγωγών, με ενάγον το ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "Ινστιτούτο Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών (ΙΓΜΕ)" και εναγομένους (α) την ανώνυμη ναυτιλιακή εταιρεία με την επωνυμία "HELLAS FLYING DOLPHINS ANE" και (β) την ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "The West of England Ship Owners Mutual Insurance Association", ιστορείτο, κατά την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση του περιεχομένου αυτού, "Την 26.02.2000 επί του υπό Ελληνική σημαία Ε/Γ - Ο/Γ πλοίου "....." πλοιοκτησίας της πρώτης των εναγομένων και ήδη εφεσιβλήτων, εφορτώθη μηχανικός εξοπλισμός, ανήκων κατά κυριότητα στον ενάγον και αποτελούμενος εξ ενός φορτηγού αυτοκινήτου, επί του οποίου ευρίσκετο πλήρες αντλητικό συγκρότημα, και ενός γερανού φορτώσεως, προσηρμοσμένου επί του ανωτέρω αυτοκινήτου, κατά το ειδικώτερον στην αγωγή εκτιθέμενα.

Περί ώρα 22.00 και ενώ το πλοίο ευρίσκετο εις απόστασιν δύο(2) περίπου ναυτικών μιλίων από τον λιμένα της ..... προσέκρουσε, υπό τις αυτόθι αναφερόμενες ναυάγιο συνθήκες στις βραχονησίδες "....." με αποτέλεσμα τούτο να βυθισθή και απολεσθή άπαν το ως άνω φορτίο. Το ναυάγιο του πλοίου οφείλεται σε υπαίτιες παράνομες πράξεις και παραλείψεις της πρώτης των εναγομένων και των διοικητικών αυτής οργάνων, ως και των υπό αυτής προστηθέντων πλοιάρχου και αξιωματικών του πλοίου, οι οποίες συνιστούν παραβάσεις διατάξεων νόμων, διαταγμάτων και κανονισμών, κατά τα ειδικώτερον στην αγωγή εκτιθέμενα και καθιστούσαν το πλοίο αναξιόπλοο.

Το ενάγον υπέστη θετική ζημία 181.190, 94 ευρώ, ποσόν το οποίο παριστά την αξία του προαναφερθέντος μηχανικού εξοπλισμού στον λιμένα των ..... κατά τον αναφερόμενον χρόνον εκφορτώσεως, ως επίσης 1.995, 58 ευρώ, ποσόν το οποίον είχε παραδοθεί στον υπάλληλο του ενάγοντος Α και το οποίον απωλέσθη. Το πλοίο ήτο σφαλισμένο στην δευτέρα των εναγομένων(ήδη εφεσίβλητων) αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρεία, η οποία ευθύνεται κατά τις διατάξεις περί ασφαλίσεως της αστικής ευθύνης έναντι τρίτων ως και εκ της σχετικής ασφαλιστικής συμβάσεως".

Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά εφέρετο προς διάγνωση η εντεύθεν προκύπτουσα αξίωση αποζημιώσεως του ενάγοντος συνολικού ποσού 183.186,54 ευρώ, με θεμελίωσή της αντίστοιχα στις διατάξεις (α) περί αδικοπραξιών και (β) ασφαλιστικής ευθύνης. Επί των εν λόγω υποκειμενικώς σωρευομένων (ΚΠολΔ 74) και με στοιχ. (α) και (β) χαρακτηριζομένων αγωγών εκδόθηκε η 5025/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία η με στοιχ. (α) αγωγή, απορρίφθηκε κατά παραδοχή της περί παραγραφής ενστάσεως της δι' αυτής πρώτης των εναγομένων, και η με στοιχ. (β) αγωγή αξιολογήθηκε ως μη νόμιμη, εκτιμώμενη ως ευθεία, και ως πρόωρη, ως πλαγιαστική αγωγή.

Την εν λόγω πρωτοβάθμια απόφαση προσέβαλε το ενάγον με την 300/16.3.2005 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 281/2006 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με απορριπτική επ' αυτής, με βάση τις αυτές αιτιολογίες, κατ' ουσίαν κρίση. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται το ηττηθέν εκκαλούν με την ένδικη αίτηση, με προβαλλόμενη δι' αυτής μοναδική αναιρετική αιτίαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, εκείνη της ευθείας παραβιάσεως των περί παραγραφής διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 6 εδ.

δ' της Διεθνούς Συμβάσεως των Βρυξελλών του 1924, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου της 23-2-1968 (Κανόνες Χάγης - Βίσμπυ), 937 ΑΚ, 289, 291 Κ.Ι.Ν.Δ., έννοια και με την οποία και ερευνάται στη συνέχεια. Ειδικότερα: Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στην δίκη στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση και ήταν αντίδικοι του αναιρεσείοντος, και ειδικότερα εναντίον εκείνων από αυτούς από τους οποίους επιδιώκεται δι' αυτής και, με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειες, είναι δυνατή η αναίρεση της αποφάσεως.

Επομένως η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη κατά την απεύθυνσή της κατ' εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, τους οποίους δεν αφορά η αποδιδομένη δι' αυτής πλημμέλεια και ως προς τους οποίους, συνεπώς, δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμη ευδοκιμήσει ο λόγος αυτός. Όπως προαναφέρθηκε, ο διατυπούμενος μοναδικός λόγος αναιρέσεως συνδέεται αποκλειστικά με τη με στοιχ. (α) αγωγή και το αντίστοιχο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης δι' αυτής αποφάσεως, με άμεση δικονομική συνέπεια η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να αξιολογείται προεχόντως ως απαράδεκτη κατά την κατεύθυνσή της κατά της εναγομένης με τη με στοιχ. (β) αγωγή και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Εξάλλου, με το πρώτο άρθρο του ν.2107/1992 κυρώθηκαν από την Ελλάδα και αποτελούν, κατ' άρθρο 28 του Συντάγματος, εσωτερικό κανόνα δικαίου με υπερνομοθετική ισχύ, η Διεθνής Σύμβαση των Βρυξελλών της 25-8-1924 "για την ενοποίηση ορισμένων νομικών κανόνων σχετικά με τις φορτωτικές" και τα τροποποιητικά αυτής πρωτόκολλα της 23-2-1968 και της 26-12-1979 (Κανόνες Χάγης -Βίσμπυ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου δεύτερου του πιο πάνω νόμου και των άρθρων 1 περ. β, 2, 3 παρ. 1, 5 παρ. 2 και 10 παρ. 2 και 3 της προαναφερόμενης Διεθνούς Σύμβασης προκύπτει, ότι η εν λόγω Σύμβαση έχει εφαρμογή στην Ελλάδα, α) σε κάθε σύμβαση θαλάσσιας μεταφοράς πραγμάτων, στην οποία τα λιμάνια φόρτωσης και εκφόρτωσης βρίσκονται σε διαφορετικά κράτη, εφόσον η μεταφορά αυτή καλύπτεται από φορτωτική ή άλλο παρόμοιο έγγραφο, που αποτελεί τίτλο για τη θαλάσσια μεταφορά πραγμάτων και β) σε κάθε θαλάσσια μεταφορά μεταξύ ελληνικών λιμένων, είτε εκδόθηκε φορτωτική είτε όχι.

Τούτο επιτρεπτώς έπραξε ο νομοθέτης, επεκτείνοντας δηλαδή την ισχύ της Σύμβασης και στις εσωτερικές θαλάσσιες μεταφορές, σύμφωνα με την ευχέρεια που του είχε παράσχει η τρίτη παράγραφος του άρθρου 10 της Σύμβασης, όπως αυτό είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 3 του Πρωτοκόλλου του 1968, η οποία ορίζει ότι "το άρθρο αυτό δεν εμποδίζει ένα Συμβαλλόμενο Κράτος από του να εφαρμόζει τις διατάξεις της Σύμβασης αυτής για φορτωτικές που δεν συμπεριλαμβάνονται στις προηγούμενες παραγράφους".

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 148 του Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου (ΚΙΝΔ, ν. 3816/1958), το δικαίωμα προς αποζημίωση για μερική απώλεια ή ζημία των φορτωθέντων πραγμάτων αποσβέννυται μετά παρέλευση έτους από την παραλαβή τους. Κατά το άρθρο δε 289 αριθ. 4 του ΚΙΝΔ, σε ετήσια παραγραφή, αρχόμενη σύμφωνα με το άρθρο 291 του ίδιου Κώδικα, από τη λήξη του έτους, κατά το οποίο συμπίπτει η αφετηρία αυτής, υπόκεινται οι αξιώσεις από τη σύμβαση ναύλωσης, μεταφοράς επιβατών ή πραγμάτων καθώς και από τη μη προσήκουσα εκτέλεση της σύμβασης.

Αλλ' εφόσον με την αξίωση από τη σύμβαση συρρέει και αξίωση από αδικοπραξία (άρθρο 914 ΑΚ), η αξίωση αυτή υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ. Όμως, κατά το άρθρο 187 του ΚΙΝΔ, ως προς τη φόρτωση, μεταφορά και εκφόρτωση των αποσκευών και την ευθύνη του εκναυλωτή, εφαρμόζονται αναλόγως οι περί συμβάσεως ναυλώσεως διατάξεις και ειδικότερα οι περί μεταφοράς πραγμάτων διατάξεις.

Αλλά τέτοιες διατάξεις "περί μεταφοράς πραγμάτων" περιέχει η πιο πάνω Διεθνής Σύμβαση των Βρυξελλών (κανόνες Χάγης - Βίσμπυ) που διέπουν, κατά τα προεκτιθέμενα και τις εσωτερικές θαλάσσιες μεταφορές πραγμάτων, ανεξάρτητα από την έκδοση ή μη φορτωτικής. Επομένως, η πιο πάνω Διεθνής Σύμβαση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 187 του ΚΙΝΔ (δηλαδή μέσω του άρθρου αυτού) ρυθμίζει πλέον, μεταξύ άλλων, τις αξιώσεις των επιβατών κατά του μεταφορέα για αποζημίωση, λόγω απώλειας, βλάβης ή καθυστερημένης παράδοσης των αποσκευών και συνακόλουθα τα της παραγραφής των αξιώσεων αυτών, ως προς τις οποίες έτσι οι πιο πάνω διατάξεις του ΚΙΝΔ, που αφορούν μεταφορές πραγμάτων μεταξύ ελληνικών λιμένων, θεωρούνται ως καταργημένες από την έναρξη της ισχύος της προαναφερόμενης Διεθνούς Σύμβασης των Βρυξελλών.

Μια τέτοια ερμηνεία ανταποκρίνεται και στην πρόθεση του αρχικού έλληνα νομοθέτη (του συντάκτη του ΚΙΝΔ), που ήταν να καταστήσει εσωτερικό δίκαιο για όλες τις εθνικές θαλάσσιες μεταφορές, το δίκαιο των κανόνων της Χάγης. Ορίζει δε η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 6 εδ. 4 της Σύμβασης, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 1 παρ. 2 του Πρωτοκόλλου της 23-2-1968, ότι "ο μεταφορέας και το πλοίο θα απαλλάσσονται σε κάθε περίπτωση από οποιαδήποτε ευθύνη σχετικά με τα εμπορεύματα, εφόσον δεν έχει εγερθεί αγωγή εντός ενός έτους από την παράδοση τους ή από την ημερομηνία που θα έπρεπε να είχαν παραδοθεί".

Καθιερώνεται δηλαδή με την εν λόγω διάταξη βραχυχρόνια ετήσια παραγραφή, η οποία αρχίζει από την παράδοση των πραγμάτων ή από την ημερομηνία που θα έπρεπε να είχαν παραδοθεί. Ότι πρόκειται για παραγραφή και όχι για αποσβεστική προθεσμία, προκύπτει από την ίδια διάταξη, που ορίζει στη συνέχεια ότι "ωστόσο, αυτή η περίοδος μπορεί να παραταθεί, αν τα μέρη έτσι συμφωνήσουν μεταγενέστερα από το γεγονός που προκάλεσε την αγωγή", αλλά παράταση αποσβεστικής προθεσμίας, για άσκηση δικαιώματος που έχει αποσβεστεί, δεν νοείται.

Η πιο πάνω δε ετήσια παραγραφή, η θέσπιση της οποίας οφείλεται στη φύση της δραστηριότητας του μεταφορέα, ο οποίος, απασχολούμενος με πολλές υποχρεώσεις, που δίνουν λαβή σε πλείστες όσες διενέξεις, πρέπει να είναι σε θέση να κάνει τους υπολογισμούς του σε ένα εύλογο χρόνο παραγραφής, ισχύει ανεξάρτητα από τη θεμελίωση του δικαιώματος στη σύμβαση θαλάσσιας μεταφοράς ή σε αδικοπραξία, σύμφωνα με το άρθρο 4β παρ. 1 της Σύμβασης, που προστέθηκε με το Πρωτόκολλο της 23-2-1968, το οποίο ορίζει ότι "οι ενστάσεις και τα όρια ευθύνης που προβλέπονται σ' αυτή τη Σύμβαση θα ισχύουν για κάθε αξίωση κατά του μεταφορέα σχετικά με απώλεια ή ζημία σε εμπορεύματα που καλύπτονται από σύμβαση μεταφοράς, είτε η αγωγή θεμελιώνεται σε συμβατική ευθύνη είτε σε εξωσυμβατική ευθύνη".

Περαιτέρω, ως αποσκευές νοούνται, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, τα συσκευασμένα (σε σάκκους ταξιδιωτικούς, βαλίτσες κλπ) αντικείμενα, που συνοδεύουν τον επιβάτη και προορίζονται για την προσωπική του χρήση. Σ' αυτά περιλαμβάνονται, ενδεικτικά, είδη ρουχισμού, αμφιέσεως, καλλωπισμού και συναφή.

Τέλος, ενόψει του ότι ο ΚΙΝΔ και η παραπάνω Διεθνής Σύμβαση των Βρυξελλών δεν περιέχουν νύξη για την ευθύνη του θαλάσσιου μεταφορέα, ως προς τα χρήματα, τα τιμαλφή και τα συναφή, πολύτιμα αντικείμενα που φέρει μαζί του ο επιβάτης, ισχύουν και ως προς αυτά οι προαναφερόμενες διατάξεις για τις λοιπές αποσκευές (Α.Π. 376/2008).

Η νομική αυτή παραδοχή δεν διαφοροποιείται από την διάταξη του άρθρου 4 παρ.5ε της Συμβάσεως, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο του πρωτοκόλλου της 23.2.1968, κατά τους ορισμούς της οποίας το δικαίωμα του θαλάσσιου μεταφορέως να περιορίσει την ευθύνη του δεν υφίσταται αν αποδειχθεί ότι η προκληθείσα ζημία υπήρξε αποτέλεσμα πράξεως ή παραλείψεως αυτού, η οποία έγινε με σκοπό προκλήσεως ζημιάς ή απερίσκεπτα και με γνώση ότι η ζημιά πιθανόν θα προκαλείτο.

Και τούτο για τον λόγο ότι η εν λόγω διάταξη αναφέρεται και αφορά τον κατά την αυτή παράγραφο περιορισμό της ευθύνης του μεταφορέως και θέτεις τις προϋποθέσεις για την ευθύνη αυτού προς πλήρη αποζημίωση, χωρίς να επεκτείνεται και στις λοιπές διατάξεις των κανόνων Χάγης - Βίσμπυ, μεταξύ των οποίων και εκείνη περί παραγραφής του άρθρου 3 παρ. 6 εδ.

δ'. Σε περίπτωση αντίθετης βουλήσεως του διεθνούς νομοθέτη θα διελάμβανε ρητή περί του τούτου διάταξη, ο οποίος, αντιθέτως, την εξαιρετική αυτή διάταξη ενέταξε στο άρθρο 4 της Συμβάσεως, που ρυθμίζει τον περιορισμό της ευθύνης του θαλάσσιου μεταφορέα ως προς τον προσδιορισμό της αποζημιώσεως. Επομένως, κατ' ορθή εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, σε συνέπεια με την παραδοχή της ότι από τον προβλεπόμενο χρόνο παραδόσεως στο ήδη αναιρεσείον του απολεσθέντος φορτίου (27.9.2000) μέχρι ολοκληρώσεως της ασκήσεως της με στοιχ. (α) αγωγής με την επίδοσή της στις 26.11.2001, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους, ότι η δι' αυτής φερόμενη προς διάγνωση αξίωση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, υπέκυψε στην προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές ενιαύσια παραγραφή, κατ' αποδοχή της περί τούτου σχετικής ενστάσεως της τελευταίας.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα των αυτοτελώς παρισταμένων αναιρεσίβλητων, χωρίς να καταθέσουν προτάσεις, τα οποία ορίζει δι' εκάστη τούτων στο ποσό των 1.200,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 154/15-12-2006 αίτηση για αναίρεση της 281/23-3-2006 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ