Legislator Case Law & Legislation
1794/2007 AI generated

1794/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1794/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 30 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-12-1991 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν : η 1637/1992 πράξη και οι αποφάσεις 340/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 899/2005 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13 Ιουνίου 2006 αίτησή του και τους από 21 Μαρτίου 2007 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 17 Απριλίου 2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος από τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της αιτήσεως και του δικογράφου των προσθέτων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1794/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όμως από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι κατέληξε στο αποδεικτό του πόρισμα αφού έλαβε υπόψη "και όλα τα μετ' επικλήσεως νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα, εκτιμώμενα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", σε συνδυασμό και με τις αιτιολογίες της αποφάσεως για την υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος, και ειδικότερα από την σχετική με τον εν λόγω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος αιτιολογία ότι "...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1794 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1794/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 30 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Βρέλλο.

Της αναιρεσίβλητης : Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...... Ο.Ε.", που εδρεύει στον ..... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Καραντάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-12-1991 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν : η 1637/1992 πράξη και οι αποφάσεις 340/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 899/2005 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13 Ιουνίου 2006 αίτησή του και τους από 21 Μαρτίου 2007 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 17 Απριλίου 2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος από τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της αιτήσεως και του δικογράφου των προσθέτων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι-. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340, και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται και τα δικαστικά τεκμήρια, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά.

Η παράβαση της υποχρεώσεώς του αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενo από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση - με την οποία ο αναιρεσείων πολιτικός μηχανικός, ως επιβλέπων κατά τη διενέργεια εκσκαφών, και ο ....., ως εργολάβος των εκσκαφών, κρίθηκαν συνυπαίτιοι για την κατάρρευση μισθωμένου από την αναιρεσίβλητη κτιρίου - πλημμέλεια από την παραπάνω διάταξη.

Τούτο δε διότι, κατά τον αναιρεσείοντα, δεν προκύπτει αδιστάκτως από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο την 3642/02 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημιώσεως που είχε ασκήσει εναντίον του το ".........", στην ιδιοκτησία του οποίου ανήκε το κτίριο που κατέρρευσε, με την οποία έγινε δεκτό ότι αποκλειστικά υπαίτιος ήταν μόνο ο εργολάβος των εκσκαφών διότι "όταν ο εναγόμενος [αναιρεσείων] έφυγε για λίγο από το χώρο εκσκαφής ο τρίτος εναγόμενος [εργολάβος εκσκαφών] δεν προχώρησε στη διάνοιξη ράμπας όπως είχε συμφωνηθεί, αλλά έσκαψε με τα μηχανήματα του όλο το οικόπεδο, ακόμη και σύρριζα στα θεμέλια του διπλανού...".

Όμως από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι κατέληξε στο αποδεικτό του πόρισμα αφού έλαβε υπόψη "και όλα τα μετ' επικλήσεως νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα, εκτιμώμενα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", σε συνδυασμό και με τις αιτιολογίες της αποφάσεως για την υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος, και ειδικότερα από την σχετική με τον εν λόγω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος αιτιολογία ότι "...

από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα απεδείχθη ότι ο ισχυρισμός του πρώτου εκκαλούντος ότι διαπίστωσε την επικινδυνότητα της εκσκαφής και έδωσε ρητή εντολή στο δεύτερο εκκαλούντα να απόσχει, προκειμένου να γίνει αντιστήριξη του μεσότοιχου, ο τελευταίος όμως, κατά τη διάρκεια βραχείας απουσίας του πρώτου εκκαλούντος, συνέχισε την εκτέλεση των χωματουργικών εργασιών δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα..", προκύπτει αναμφίβολα ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της κρίσεώς του επί της ουσίας, ως δικαστικό τεκμήριο και την ανωτέρω 3642/02 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να την μνημονεύσει ούτε να την αξιολογήσει χωριστά.

Συνεπώς ο παραπάνω λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.-

ΙΙ.- Τα άρθρα 483-485 Α.Κ. καθιερώνουν την αρχή της αντικειμενικής ενέργειας των σ' αυτά αναφερομένων γεγονότων. Η διάταξη είναι αναγκαστικού δικαίου, και συνεπώς συμφωνία του δανειστή με τον καταβάλλοντα οφειλέτη για υποκειμενική μόνο ενέργεια της καταβολής είναι χωρίς σημασία. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 483 παρ. 1 εδ. 1 ΑΚ "Η καταβολή που έγινε από ένα συνοφειλέτη απαλλάσσει και τους λοιπούς".

Στην περίπτωση συμβιβασμού [ΑΚ 871] μεταξύ του δανειστή και ενός από τους πολλούς συνοφειλέτες, αυτός ενεργεί υποκειμενικά, δηλαδή μόνο για τον οφειλέτη που έκανε τον συμβιβασμό. Αν όμως ο συμβιβασμός περιέχει καταβολή από τον ανωτέρω συνοφειλέτη, τότε, ο συμβιβασμός, κατά το μέρος αυτό, ενεργεί αντικειμενικά, δηλαδή απαλλάσσει και τους λοιπούς συνοφειλέτες, οι οποίοι επομένως, εφεξής, υποχρεούνται αλληλεγγύως σε καταβολή μόνο της υπόλοιπης παροχής [ΑΠ 1220/01].

Στην προκείμενη υπόθεση ο αναιρεσείων με πρόσθετο λόγο εφέσεως ισχυρίστηκε ότι η ένδικη αγωγή από αδικοπραξία είχε στραφεί και κατά της κυρίας του ακινήτου, επί του οποίου διενεργούντο οι εργασίες εκσκαφής, εταιρείας "Νικόλαος Μερίδης & Σια ΑΕΒΕ", ότι κατά τη μετ' απόδειξη συζήτηση της υπόθεσης στο Πρωτοδικείο η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής αυτής ως προς την ανωτέρω, συνοφειλέτρια εις ολόκληρο, και η αγωγή θεωρήθηκε ότι δεν ασκήθηκε ως προς τη διάδικο αυτή.

Ότι η παραίτηση έγινε λόγω εξώδικου συμβιβασμού για τον οποίο είχε συνταχθεί το από 28.9.2000 ιδιωτικό συμφωνητικό, έλαβε δε αυτός γνώση τούτου για πρώτη φορά μετά την άσκηση της έφεσής του. Ότι ο δεύτερος όρος του ιδιωτικού αυτού συμφωνητικού προέβλεπε ότι "τα συμβαλλόμενα μέρη αποφάσισαν προς αποφυγή της περαιτέρω συνεχίσεως του δικαστικού αγώνα, ο οποίος είναι πολυδάπανος και αβέβαιος, να συμβιβασθούν ως εξής.

Η ενάγουσα περιορίζει τις πάσης φύσεως αξιώσεις της έναντι της εναγομένης (κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα) από την αιτία για την οποία άσκησε την πιο πάνω αγωγή... στο ποσό των δραχμών εξήντα δύο εκατομμυρίων, η δε εναγομένη αναλαμβάνει την υποχρέωση να της καταβάλλει το ποσό αυτό μέχρι και την 6 Οκτωβρίου 2000 με τραπεζική επιταγή παραδοτέα στον πληρεξούσιο δικηγόρο της.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και πάντοτε υπό τον όρο της προηγούμενης προσήκουσας και εμπρόθεσμης καταβολής του πιο πάνω ποσού, η ενάγουσα παραιτείται από το δικόγραφο και το δικαίωμα της προαναφερθείσας αγωγής της έναντι της εναγομένης και μόνον (επιφυλασσομένων όλων των νομίμων δικαιωμάτων της κατά των λοιπών προσώπων εναντίον των οποίων στρέφεται η εν λόγω αγωγή).....".

Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ο αναιρεσείων ότι ο εξώδικος συμβιβασμός υλοποιήθηκε εμπρόθεσμα και προσηκόντως στις 6 Οκτωβρίου 2000 δια της παραδόσεως στον πληρεξούσιο της ενάγουσας [ήδη αναιρεσίβλητης] τριών επιταγών, με οπισθογράφηση της εναγόμενης εταιρείας, ποσού 62.000.000 δρχ. ή 181.951,58 ευρώ, το οποίο εισπράχθηκε, και ότι με τον τρόπο αυτό είχε επέλθει μερική απόσβεση - κατά το αντίστοιχο ποσό - και της δικής του οφειλόμενης παροχής.

Tο Εφετείο απέρριψε την ένσταση αυτή ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, και συγκεκριμένα λόγω μη αναφοράς του ακριβούς χρόνου πληρωμής των επιταγών, και των επί μέρους ποσών, από το συνολικό των 181.951,58 ευρώ που καταβλήθηκε σε πλήρη εξόφληση της εκ κεφαλαίου, τόκων και εξόδων απαίτησης της αναιρεσίβλητης κατά της εις ολοκλήρον συνοφειλέτριας εταιρείας, τα οποία αντιστοιχούσαν στο κεφάλαιο, τους τόκους και τα έξοδα, και έτσι δεν ήταν δυνατός ο καταλογισμός.

Η ένσταση όμως αυτή [μερικής εξοφλήσεως] ήταν ορισμένη, αφού ο αναιρεσείων επικαλείτο συμβιβασμό με την καταβολή ποσού 62.000.000 δρχ. στις 6.10.2000, η πληρωμή του οποίου συμφωνήθηκε να γίνει με επιταγές, οι οποίες και πληρώθηκαν. Δηλαδή ο αναιρεσείων επικαλέστηκε, κατ' ορθή εκτίμηση, αφενός μεν έγκαιρη (στις 6.10.2000) καταβολή της οφειλόμενης παροχής, δεδομένου ότι επακολούθησε είσπραξη των επιταγών αυτών, και απόσβεση της αντίστοιχης απαίτησης, αφετέρου δε γενική εξόφληση, κατά τη συμφωνία των συμβληθέντων, του συνόλου των αξιώσεών της αναιρεσίβλητης ως προς την άνω συνοφειλέτρια εταιρεία δια του ποσού των 62.000.000 δρχ., χωρίς ειδικότερο καθορισμό του αντιστοιχούντος σε κάθε επί μέρους αξίωσή της ποσού.

Έτσι οι έννομες συνέπειες που συνάπτονται με την καταβολή αυτή, ανάγονται στην 6.10.2000, και συνεπώς, είναι δυνατόν να γίνει από το Δικαστήριο, κατά τον κανόνα του άρθρου 423 ΑΚ, καταλογισμός. Κατ' ακολουθία είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αναιρέσεως.

ΙΙΙ.- Κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως πού στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, και επομένως με λόγο εφέσεως, εφόσον ο αναιρεσείων είναι ο εναγόμενος και έγινε δεκτή πρωτοδίκως η εναντίον του αγωγή. Εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση πού δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα πού προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό πού αφορά την δημόσια τάξη.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 1047 ΚΠολΔ, επί αδικοπραξίας επιτρέπεται να διαταχθεί προσωπική κράτηση, έως ένα έτος, εφόσον πρόκειται για απαίτηση άνω των 880 ευρώ. Η αναιρεσίβλητη εταιρεία με την ένδικη από 13.12.1991 αγωγή της κατά του αναιρεσείοντος ζήτησε την αποκατάσταση της ζημίας της από αδικοπραξία και την απαγγελία κατ' αυτού, με βάση το άρθρο 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ, προσωπικής κρατήσεως.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 340/2003 απόφασή του, δέχθηκε την αγωγή για το ποσό των 430.420,961 ευρώ, και κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, απήγγειλε κατά του αναιρεσείοντος προσωπική κράτηση διάρκειας οκτώ μηνών, ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως της αποφάσεως. Η έφεση που άσκησε ο αναιρεσείων κατά της άνω απόφασης απορρίφθηκε και επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση.

Στην ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα έφεση και το δικόγραφο πρόσθετων λόγων δεν διατυπώνεται παράπονο κατά της πρωτόδικης απόφασης ως προς το τμήμα, που αφορά την απαγγελθείσα προσωπική κράτηση.

Συνεπώς, κατά το άνω μέρος της η πρωτόδικη απόφαση δεν μεταβιβάστηκε με την έφεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (άρθρο 522 ΚΠολΔ), αφού το τελευταίο δεν είχε πλέον εξουσία να ερευνήσει το θέμα αυτό, και έτσι δεν μπορεί να γίνει λόγος, ότι το Εφετείο το οποίο δεν ερεύνησε "εάν το μέτρο αυτό καθ' αυτό αλλά και ο συγκεκριμένος χρόνος διάρκειάς του ήταν αναγκαίο και πρόσφορο για την ικανοποίηση των αξιώσεων της αναιρεσίβλητης" παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1047, 951 παρ. 2 ΚΠολΔ, 2 παρ. 1, 5 παρ. 3 και 25 του Συντάγματος. Γι' αυτό και δεδομένου ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο μοναδικός πρόσθετος λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρο 559 ΚΠολΔ με τον οποίο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απαράδεκτος.

ΙV.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ.2 ΚΠολΔ, αναποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελείς δικόγραφο, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Από τηδιάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς τη διάταξη της πρώτης παραγράφου του ίδιου άρθρου, που ορίζει ότι "αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση πουαναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση", προκύπτει ότι:

α] μπορεί να ζητηθεί από τον αναιρεσείοντα και να διαταχθεί με την αναιρετική απόφαση, ως συνέπεια της επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της αναιρεθείσης αποφάσεως και της εκούσιας ή αναγκαστικής εκτελέσεως αυτής κατάσταση, και η ακύρωση των πράξεων της τελευταίας, υπό την προϋπόθεση όμως ότι οι πράξεις αυτές αφορούν το αντικείμενο που αποτέλεσε περιεχόμενο της απόφασης που εκτελέστηκε, και β] για να διατάξει ο Άρειος Πάγος, με την αναιρετική απόφασή του, την επαναφορά των πραγμάτων, πρέπει η εκτέλεση, εκούσια ή αναγκαστική, να έγινε με βάση την αναιρουμένη απόφαση.

Εάν η εκτέλεση έγινε με βάση προσωρινώς εκτελεστή απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και αναιρείται η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η οποία επικύρωσε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ο Άρειος Πάγος, αναιρώντας την απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, δεν δικαιούται να διατάξει την επαναφορά των πραγμάτων, διότι η εκτέλεση έγινε με τίτλο την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και όχι την αναιρουμένη του δευτεροβάθμιου.

Στην περίπτωση αυτή, την επαναφορά των πραγμάτων διατάσσει το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της παραπομπής στο οποίο, μετά την αναίρεση της αποφάσεώς του, αναβιώνει η εκκρεμοδικία της εφέσεως και εξετάζεται κατ' ουσίαν η υπόθεση. Στην προκείμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την αναιρούμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή αγωγή της αναιρεσίβλητης κατ' αυτού και υποχρεώθηκε να της καταβάλει το ποσό των 430.420,96 ευρώ, εντόκως από την επίδοση της αγωγής, για μέρος του οποίου, ήτοι για το ποσό των 200.000 ευρώ κηρύχθηκε η απόφαση αυτή προσωρινά εκτελεστή.

Περαιτέρω από τα προαποδεικτικώς προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη κατέσχε και εξέθεσε σε αναγκαστικό πλειστηριασμό ακίνητο του αναιρεσείοντος, το οποίο κατακυρώθηκε σε τρίτο υπερθεματιστή, κατετάγη δε αυτή οριστικά και προνομιακά για μέρος του προσωρινά εκτελεστού ποσού, ήτοι για το ποσό των 101.633,36 ευρώ.

Η εκτέλεση αυτή διενεργήθηκε με τίτλο την πρωτόδικη απόφαση, σύμφωνα με την προσωρινά εκτελεστή διάταξή της, Ενόψει των προεκτεθέντων το υπό του αναιρεσείοντος υποβαλλόμενο με τις εμπρόθεσμες προτάσεις του αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης α) κυρίως, δια της ακυρώσεως των πράξεων της αναγκαστικής εκτελέσεως (της επιταγής προς εκτέλεση, της εκθέσεως κατασχέσεως, της περιλήψεώς της, της εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού και της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως) και β) επικουρικώς, δια της υποχρεώσεως της αναιρεσίβλητης να του αποδώσει το καταβληθέν ποσό των 101.633,36 ευρώ, είναι απορριπτέο, το μεν κύριο ως μη νόμιμο διότι αναφέρεται σε πράξεις εκτελέσεως, δηλαδή σε αντικείμενο διαφορετικό από εκείνο που αποτέλεσε αντικείμενο του περιεχομένου της εκτελεσθείσης αποφάσεως, το δε επικουρικό ως ουσιαστικά αβάσιμο διότι, και με την εκδοχή ότι καταβλήθηκε στην αναιρεσίβλητη το ποσό για το οποίο κατετάγη (δεν προσκομίζεται εξοφλητική απόδειξη ούτε προκύπτει εκτελεστότητα του πίνακα κατάταξης), η εκτέλεση έγινε βάσει της πρωτόδικης απόφασης, προσωρινώς κατά τούτο εκτελεστής, και όχι βάσει της εφετειακής.

Μετά από τα παραπάνω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που αφορά τον αναιρεσείοντα, εν μέρει, και δη ως προς το προσβαλλόμενο με την αίτηση αναιρέσεως κεφάλαιό της σε σχέση με την ένσταση μερικής εξοφλήσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 899/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, ως προς τον αναιρεσείοντα ....., κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, στη σύνθεση του οποίου θα μετάσχουν άλλοι δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Απορρίπτει την αίτηση του αναιρεσείοντος για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγουμένη κατάσταση. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος εκ χιλίων πεντακοσίων [1.500] ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 20 Ιουλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ