Supreme Court dismisses State's appeal against land ownership judgment due to flawed reasoning in lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Third Athenian Court of Appeal's decision confirming the plaintiff's land ownership. The State argued the lower court erred in rejecting its claims of exclusive ownership, but the Supreme Court found the appellate court's reasoning sound despite correcting minor procedural flaws. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the plaintiff's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may correct erroneous reasoning in a lower court decision without overturning the result, provided the final judgment remains legally sound and based on clear grounds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1793 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1793/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Μερόπη Τζουγκαράκη, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Νικόλαο Πρίτσινα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που ανακάλεσε την από 19-3-2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "FORESIGHT ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με δ.τ. FORESIGHT Α.Ε., που εδρεύει στον Δήμο Αγίου Ιωάννη Ρέντη και επί της οδού ... και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ ... και αριθμό ΓΕΜΗ ... [πρώην Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία ΚΤΗΜΑΤΙΚΕΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ (ΦΟΡΕΣΑΪΤ)" και το δ.τ. "FORESIGHT Ε.Π.Ε.", έπειτα από μετατροπή της σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.2166/1993 και του Κ.Ν. 2190/20 με έδρα τον Δήμο Αγίου Ιωάννη Ρέντη, οδός ..., με ΑΦΜ ...], που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σπανό, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-11-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1342/2014, 1496/2017 μη οριστικές, 1342/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3446/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-12-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 21-12-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 3446/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης:
Η αναιρεσίβλητη, άσκησε κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 18-11-2011 αγωγή, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά της σε ακίνητο εμβαδού 3.490 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση Φυτώρια ή Φυταριά της κτηματικής περιφέρειας Μαραθώνα Αττικής. Επί της αγωγής εκδόθηκε αρχικά η με αριθμό 1342/2014 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής διότι η ενάγουσα δεν είχε προσκομίσει πιστοποιητικό υποβολής της σχετικής δήλωσης του ακινήτου στο Εθνικό Κτηματολόγιο.
Στη συνέχεια κατόπιν της από 01-09-2014 κλήσης της ενάγουσας η αγωγή επαναπροσδιορίστηκε και εκδόθηκε επ' αυτής η με αριθμό 1496/2017 απόφαση του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί αν το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στους τίτλους της ενάγουσας και επί πλέον, ενόψει των ισχυρισμών του εναγομένου, αν αποτελεί έλος και αν το έδαφος αυτού ήταν πρόσφορο προς καλλιέργεια και από πότε.
Μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης εκδόθηκε η με αριθμό 1342/2021 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης το εναγόμενο άσκησε την από 15-09-2021 έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη με αριθμό 3446/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή η αίτηση (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠοΛΔ, αν το Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (ΟλΑΠ 18/1998).
Η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή, η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14, αντιστοίχως, του άρθρου 559 ΚΠοΛΔ (ΟλΑΠ 15/2000), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ` αυτή ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα.
Ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής, για να είναι παραδεκτός, πρέπει να προτείνεται νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠοΛΔ και, ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων έχει ηττηθεί στον πρώτο βαθμό η νόμιμη επαναφορά του ισχυρισμού του στο Εφετείο με λόγο έφεσης (κύριο ή πρόσθετο) μπορεί να γίνει (ΑΠ 1597/2018).
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, αν, δε, συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ α-γ της παρ 2 του άρθρου 562 ΚΠοΛΔ, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή (ΑΠ791/2018).
Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Έτσι η νομική, ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, που εξετάζονται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας και ελέγχονται αναιρετικά η πρώτη από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και οι λοιπές από τους αριθμ. 14 ή 8 του ίδιου άρθρου, για να στηρίζουν επαρκώς τους προβλεπόμενους από τις διατάξεις λόγους αναίρεσης, πρέπει να έχουν προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα νόμιμα σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΠολΔ.
Για το ορισμένο της αγωγής πρέπει το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, με τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου της νομικής της βασιμότητας.
Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκηση της αγωγής, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.
Η αοριστία αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων.(ΑΠ 1597/2018, 165/2018, ΑΠ 1274/2017, ΑΠ 862/2015). Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1094 ΑΚ και 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για την πληρότητα και το ορισμένο της διεκδικητικής αλλά και της αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου (άρθρ 1094 ΑΚ, 70 ΚΠολΔ) αγωγής, ο ενάγων πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει το δικαίωμα της κυριότητάς του πάνω σε αυτό, το οποίο απέκτησε με κάποιο προβλεπόμενο από το νόμο (παράγωγο ή πρωτότυπο) τρόπο και ότι ο εναγόμενος νέμεται ή κατέχει το επίδικο ακίνητο ή αμφισβητεί το δικαίωμα κυριότητάς του επ' αυτού, ως και ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς.
Επί αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής, που στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας, για το ορισμένο αυτής αρκεί να γίνει επίκληση της σύμβασης, που καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και του άμεσου δικαιοπαρόχου του, κυρίου του μεταβιβαζόμενου ακινήτου, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που μεταγράφηκε, χωρίς να είναι αναγκαίο να καθορίζεται στο δικόγραφο της αγωγής και ο τρόπος με τον οποίο κατέστη κύριος ο δικαιοπάροχος αυτός του ενάγοντος.
Αν ο εναγόμενος με τις προτάσεις του της πρωτοβάθμιας δίκης αμφισβητήσει όχι μόνο την κυριότητα του ενάγοντος, αλλά ειδικά και την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του (άμεσου ή και απωτέρων) επί του επιδίκου, τότε ο ενάγων, αν δεν το έχει κάνει καθ' υποφοράν με το δικόγραφο της αγωγής, είναι υποχρεωμένος, με τις προτάσεις της ίδιας πρωτοβάθμιας δίκης, να καθορίσει, με σαφή έκθεση γεγονότων, τον τρόπο κτήσης κυριότητας από τον άμεσο δικαιοπάροχό του και, αν είναι ανάγκη, και των απώτερων δικαιοπαρόχων του, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ, φθάνοντας μέχρι πρωτότυπου τρόπου κτήσης κυριότητας, όπως είναι η τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, να επικαλεστεί δε τη νομή και να καθορίσει συνάμα και τις μερικότερες, υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το ακίνητο σαν δικό του (ΑΠ 1589/2008).
Η παράλειψη του ενάγοντος να συμπληρώσει την αγωγή με τον άνω τρόπο ή καθ' υποφοράν στην αγωγή των άνω στοιχείων, επιφέρει την απόρριψη της αγωγής ως αόριστης (ΑΠ 1214/2020).
Στην περίπτωση, όμως, που στο αγωγικό δικόγραφο ο ενάγων ιστορεί ότι κατέστη κύριος του επιδίκου και πρωτοτύπως, με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, με την παράθεση εκ μέρους του διακατοχικών επ` αυτού (επιδίκου) πράξεων επιδηλωτικών της νομής του και αν συντρέχει περίπτωση προσμέτρησης νομής και εκείνης των δικαιοπαρόχων του επί διάστημα μείζον του απαιτούμενου κατά νόμο χρόνου της δεκαετίας και εικοσαετίας αντίστοιχα (άρθρα 1041 και 1045 ΑΚ), παρέλκει η ανωτέρω συμπλήρωση (ΑΠ 441/2021, ΑΠ 432/2019, ΑΠ 949/2018) υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι στην αγωγή εκτίθεται ο τρόπος κτήσης κυριότητας τόσο του άμεσου δικαιοπαρόχου του, όσο και των απωτέρων καθώς και οι πράξεις νομής που άσκησαν αυτοί επί του επιδίκου ακινήτου.
Από, δε, το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 1041 και 1044 ΑΚ προκύπτει, ότι επί αναγνωριστικής ή διεκδικητικής κυριότητας αγωγής που αφορά τμήμα μείζονος ενιαίας έκτασης και στηρίζεται σε χρησικτησία, για τη θεμελίωση της τελευταίας αρκεί η παράθεση και απόδειξη διακατοχικών πράξεων εκ μέρους του ενάγοντος και των τυχόν δικαιοπαρόχων του, επιδηλωτικών της νομής τους στη μείζονα έκταση για όσο χρόνο απαιτείται κατά περίπτωση από το νόμο (τακτική ή έκτακτη χρησικτησία), χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση επί μέρους πράξεων νομής και στο επίδικο τμήμα, αφού πρόκειται για ενιαία έκταση, η δε φυσική εξουσία τους και το πνευματικό στοιχείο (διάνοια κυρίου) τούτων εκτείνεται σε ολόκληρο το μείζον ακίνητο, εντός του οποίου εμπίπτει και το επίδικο τμήμα (ΑΠ 982/2021, 358/2016).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α` και β` Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που ανάγονται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου.
Διαφορετικά, το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.
Προκειμένου δε, περί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα προβλεπόμενα κατά το άρθρο 1094 ΑΚ, 70, 118 και 216 ΚΠολΔ στοιχεία και ακριβής περιγραφή του επίδικου ακινήτου, δηλαδή, ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια και, μάλιστα τόσο λεπτομερής, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του.
Δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται οι όμοροι ιδιοκτήτες, οι πλευρικές διαστάσεις, το σχήμα και ο ακριβής προσανατολισμός του ακινήτου, ούτε να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα (ΑΠ 301/2017). Όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση του διεκδικούμενού αυτού τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, του οποίου έχει γίνει ακριβής περιγραφή και τα όριά του, ώστε να είναι δυνατόν στον εναγόμενο μεν να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου και όχι ασαφούς επιδίκου αντικειμένου, στο δικαστήριο δε να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτέλεσης (ΑΠ 1597/2018).
Η ανωτέρω αοριστία δεν μπορεί να θεραπευθεί με τις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή σχεδιαγράμματα, εάν δεν προσαρτώνται στην αγωγή. Η περιγραφή όμως του ακινήτου μπορεί να γίνει και με την αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα (ΑΠ 9/2020).
Περαιτέρω, σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, ήταν δυνατόν να αποκτηθεί κυριότητα από ιδιώτες σύμφωνα με το ισχύσαν μέχρι την εισαγωγή του Α.Κ. (23-2-1946) β.ρ.δ., με έκτακτη χρησικτησία [βλ. ν. 8 παρ. 8 κωδ.(7-39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ (50-4) ν. 9 παρ. 20 Πανδ. (41-4) ν. 6 παρ. 1 Πανδ. (44-3) ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18-1) και ν. 7 παρ. 3 Πανδ.(23-3)], προϋποθέσεις της οποίας ήταν η άσκηση νομής, έστω και χωρίς νόμιμο τίτλο, επί τριάντα (30) τουλάχιστον έτη, με καλή πίστη, με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίζει στον χρόνο της νομής του και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.
Ως καλή πίστη νοείται η ειλικρινής πεποίθηση ότι, με την άσκηση της νομής πράγματος, δεν προσβάλλεται κατ' ουσία το δικαίωμα κυριότητας άλλου επ' αυτού [βλ. ν. 27 Παν.(18.1), ν. 15 παρ.3, 48 Πανδ. (41.3), 11 Πανδ.(51.4), 5 παρ. 5, 1 (41.10) και 109 Πανδ.(50.16)]. Την ύπαρξη δε της καλής πίστης, ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής συμπερασματικά από τα περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα.
Η ύπαρξη "ταπί", "χοτζέτι" ή άλλου οθωμανικού τίτλου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή η υποβολή των τίτλων αυτών στη διαδικασία του άρθρου 3 του β.δ. της 17-11/29-11-1836 δεν αποτελεί προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστης, αλλά έχει σημασία για την κρίση ότι η νομή ήταν ανεπίληπτη, κατά την συνείδηση του νομέα (Α.Π. 102/2010, Α.Π. 178/2004, Α.Π. 546/2003).
Ο τριακονταετής χρόνος χρησικτησίας θα πρέπει να έχει συμπληρωθεί το αργότερο μέχρι και τις 11-9-1915, όπως συνάγεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", καθώς και από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ71912 "περί δικαιοστασίου", σε συνδυασμό με τα εκτελεστικά αυτού διατάγματα και με το άρθρο 21 του ν.δ.
της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της αεροπορικής αμύνης" και 60 του ν. ΣΟΖ/1855 (Α.Π. 1359/2002 ΑΠ 1281/2002). Ειδικότερα δε επί δημοσίων κτημάτων, όταν ενάγεται το Ελληνικό Δημόσιο από ιδιώτη, ο τελευταίος, εφόσον αμφισβητηθεί η κυριότητα των δικαιοπαρόχων του, πρέπει να συμπληρώσει την αγωγή του καθορίζοντας τον τρόπο κτήσης κυριότητας από το δικαιοπάροχό του με έκτακτη χρησικτησία και συγκεκριμένα με συνεχή τριακονταετή νομή μέχρι και την 11.9.1915 (ΑΠ 2192/2013, ΑΠ 1203/2012).
Το τελευταίο, όμως, δεν είναι απαραίτητο, όταν ο ενάγων καθ' υποφορά με την αγωγή του ή με τις προτάσεις του, συμπληρώνοντας επιτρεπτώς αυτήν, εκθέτει ότι ο ίδιος ή οι απώτεροι δικαιοπάροχοί του έχουν αποκτήσει την κυριότητα του ακινήτου από το Ελληνικό Δημόσιο, με τρόπο που νόμιμα θεμελιώνει κτήση κυριότητας (ΑΠ 482/2014).
Τα αυτά ισχύουν και επί ελών και βαλτωδών γαιών, που σύμφωνα με το ΒΔ 18 της 30.11.1933 "περί ενοικιάσεως ελών και βαλτωδών γαιών", ανήκαν μεν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου και διοικούνταν και διαχειρίζονταν από το Υπουργείο Οικονομικών, δεν αποτελούσαν όμως πράγματα εκτός συναλλαγής και ήταν συνεπώς επιτρεπτή, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα και σ`αυτά η κτήση της κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία (ΑΠ 2191/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της από 18-11-2011 (201625/10836/21-11-2011) αγωγής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, εξέθετε ότι δυνάμει του υπ` αριθ. .../2003 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Πειραιώς, Μ. Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα, κατέστη κυρία του περιγραφόμενου στην αγωγή αγροτεμαχίου, επιφάνειας 8.904,50 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση Φυτώρια ή Φυταριά της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Μαραθώνα Αττικής.
Ότι οι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοί της είχαν αποκτήσει την κυριότητα αυτού, με τον αναφερόμενο στην αγωγή παράγωγο τρόπο. Ότι ειδικότερα, το ως άνω αγροτεμάχιο περιήλθε κατά κυριότητα στην άμεση δικαιοπάροχό της, εταιρία με την επωνυμία "FORESIGHT INVESTMENT LTD", από αγορά δυνάμει του υπ' αριθμ. .../2001 συμβολαίου αγοραπωλησίας της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, κατόπιν αγοράς από την εταιρία με την επωνυμία "ΦΑΙΔΡΑ- ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ, ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ, ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΤΗΜΑΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ-ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ".
Ότι η ως άνω ανώνυμη εταιρία απόκτησε το εν λόγω ακίνητο, που αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερου αγρού εκτάσεως 11.435 τμ., δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-1989 συμβολαίου αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα. Ότι στους δικαιοπαρόχους της εταιρίας "ΦΑΙΔΡΑ", Τ. Δ., Ε. Δ., Ι. Μ. και Δ. Μ. το εν λόγω αγροτεμάχιο περιήλθε κατά κυριότητα στους μεν δύο πρώτους, κατ' ιδανικό μερίδιο 1/8 σε έκαστο εξ αυτών, από αγορά από τον Ι.
Μ., δυνάμει του υπ'αριθμ. .../1938 συμβολαίου αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, στους δε δύο τελευταίους, από κληρονομιά του ως άνω Ι. Μ. δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-1951 δημόσιας, νόμιμα δημοσιευθείσας, διαθήκης, κατ' ιδανικό μερίδιο 3/8 σε έκαστο εξ αυτών, την οποία αποδέχτηκαν με την υπ' αριθμ. ...-1966 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Μαραθώνα Γ.
Λ. που μεταγράφηκε νόμιμα, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. .../1989 πράξη του συμβολαιογράφου Π. Α. που μεταγράφηκε νόμιμα. Ότι ο δικαιοπάροχος των ανωτέρω Ι. Μ. απέκτησε την κυριότητα ευρύτερης έκτασης στην οποία περιλαμβάνεται το ως άνω αγροτεμάχιο δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-1922 συμβολαίου αγοραπωλησίας του τελούντος χρέη συμβολαιογράφου Ειρηνοδίκη Μαραθώνα Π.
Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, κατόπιν αγοράς τμήματος κτήματος μεγαλύτερης επιφάνειας από τους Χ. Κ., Σ. Ζ. και Ν. Ζ. Ότι οι ως άνω δικαιοπάροχοι του Ι. Μ.υ απέκτησαν την κυριότητα έκτασης 181.300 τμ (μεταξύ άλλων 68 αγρών) στην οποία περιλαμβάνεται το προαναφερθέν αγροτεμάχιο, δυνάμει του υπ'αριθμ. .../1918 συμβολαίου αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Αθηνών Η.
Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα κατόπιν αγοράς από τους Α. Μ., Δ. Β., Ο. Β., Ε. Β. και Φ. Β. Ότι στους συμβαλλόμενους στο τελευταίο ως άνω συμβόλαιο πωλητές περιήλθε το αυτό αγροτεμάχιο ως τμήμα μεγαλύτερου αγρού, στη μεν Α. Μ., κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου κατόπιν του υπ' αριθμ. ...-1867 προικοσυμφώνου σε συνδυασμό και με την από ...-1901 διαθήκη του συζύγου της Λ.
Μ., στους δε Δ. και Ο. Β. σε έκαστο εξ αυτών κατά το 1/4 των 2/3 εξ αδιαιρέτου δυνάμει εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής στην κληρονομιά του πατέρα τους Μ. Β. και στις Ε. και Φ. Β., σε έκαστη εξ αυτών κατά το 1/4 των 2/3 εξ αδιαιρέτου δυνάμει εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής στην κληρονομιά του πατέρα τους Γ. Β. Ότι ο Μ.
και Γ. Β. κατέστησαν συγκύριοι των 2/3 εξ αδιαιρέτου του όλου κτήματος στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο ως εξής: α) Κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου λόγω δωρεάς από τον Σ. Β. δυνάμει του υπ αριθ. .../1867 συμβολαίου δωρεάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Π. που μεταγράφηκε νόμιμα και β) κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου λόγω αγοράς από τον Α.
Β. δυνάμει του υπ' αριθ. .../1858 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Π. που μεταγράφηκε νόμιμα, ο δε Α. Β. κατέστη κύριος του ποσοστού 1/3 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του υπ' αριθ. .../1843 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Κ. από το θείο του Δ. Β. Ότι, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. .../2001 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Πειραιώς Μ.
Σ. το εν λόγω ακίνητο χαρακτηρίζεται αγρόκτημα, ενώ σύμφωνα με το αυτό συμβόλαιο συνορεύει νότια με τη θάλασσα. Ότι περαιτέρω, από το έτος 1843 οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας ασκούσαν επ' αυτού τις αναφερόμενες υλικές πράξεις νομής, από το έτος δε 2003, η ίδια ασκεί τις αναφερόμενες στο δικόγραφο υλικές πράξεις νομής.
Ότι ειδικότερα από το έτος 1843 τουλάχιστον και εντεύθεν, οι απώτεροι δικαιοπάροχοί της ενάγουσας, εκδήλωσαν τη βούληση εξουσίασης του επίδικου αγρού, αφού προέβαιναν σε εκτεταμένη αμπελοκαλλιέργεια για την παραγωγή σταφίδας, εωσότου η φυλλοξήρα κατέστρεψε τις αμπελοκαλλιέργειες του Μαραθώνα και ο ως άνω δικαιοπάροχος της Ι.
Μ. ξερίζωσε τα αμπέλια και επιδόθηκε στην καλλιέργεια του φυτού ρουβίας. Ότι και οι διάδοχοι του Ι. Μ. καλλιεργούσαν το ακίνητο κυρίως δι' αμειψισποράς, ενώ η εταιρία "ΦΑΙΔΡΑ" περιέφραξε το επίδικο, προέβη σε τακτικούς καθαρισμούς του από αγριόχορτα και από οβίδες, καθόσον αυτό επιτάχθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο και χρησιμοποιήθηκε ως πεδίο βολής, παρομοίως δε και η ενάγουσα, αφού αποκατέστησε την περίφραξη, προέβη σε καθαρισμούς του εν λόγω ακινήτου από οβίδες.
Ότι επομένως η ίδια έχει αποκτήσει το εν λόγω αγροτεμάχιο με παράγωγο άλλως με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας στο χρόνο νομής της το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων της. Ότι, ενώ το Ελληνικό Δημόσιο με ενέργειες του, ιδίως με την υπ' αριθμ. 2015/1959 απόφαση του Υφυπουργού Εθνικής Αμύνης περί επίταξης, είχε επανειλημμένα αναγνωρίσει το, συνορεύον με τη θάλασσα, ακίνητο που περιλαμβάνεται στους ως άνω τίτλους των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας ως αγρό, μέσω της Κτηματικής Υπηρεσίας Ανατολικής Αττικής, αμφισβήτησε την κυριότητα της ενάγουσας στο εμφαινόμενο στο από Ιουλίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Κ.
Μ. με στοιχεία ΚΙΚΙΘΗΖΕ επίδικο τμήμα του μεγαλύτερου αγρού, επιφάνειας 3.490 τμ, καθόσον με την υπ' αριθμ. 1521/13-03-2001 πράξη της, απευθυνόμενη προς την Πολεοδομία Ανατολικής Αττικής και προς το πρακτορείο ΔΕΗ της Νέας Μάκρης, ζήτησε από τις εν λόγω υπηρεσίες να απέχουν από την έκδοση οικοδομικών αδειών, ηλεκτροδοτήσεων ή άλλων εγκρίσεων της αρμοδιότητάς τους, καθόσον πρόκειται για πρώην ελώδη και νυν δημόσια έκταση.
Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, η ενάγουσα, ζήτησε να ανακληθεί ολικά, άλλως μερικά, η υπ' αριθμ. 1521/2001 πράξη της Κτηματικής Υπηρεσίας Ανατολικής Αττικής και να εξαιρεθεί το επίδικο, επιφάνειας 3.490 τμ, τμήμα του αγροτεμαχίου από την απαγόρευση χορήγησης αδειών, να αναγνωρισθεί ότι το, με στοιχεία 94-95-97- 156-158-94 με τις πλευρικές διαστάσεις 158-94=104μ, 94-95=31,40 μ, 95- 156=106μ, 156-158=31 μ., τμήμα του ακινήτου που εμφαίνεται στο από 22.09.2009 τοπογραφικό διάγραμμα της Κτηματικής Υπηρεσίας Ανατολικής Αττικής που συνέταξε ο τοπογράφος μηχανικός Δ.
Β. αποτελεί ιδιωτική έκταση, καθώς επίσης να αναγνωριστεί το δικαίωμα κυριότητας αυτής (ενάγουσας) επί του επιδίκου τμήματος του αγροτεμαχίου. Υπό τα δεδομένα αυτά η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, τόσο ως προς τον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας της ενάγουσας, αφού ρητά εκτίθενται οι νομίμως μεταγραφείσες συμβολαιογραφικές πράξεις, δυνάμει των οποίων απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου τόσον η ενάγουσα όσο και οι δικαιοπάροχοί της, όσο και ως τον πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας.
Ειδικότερα εκτίθενται οι ασκούμενες στην ευρύτερη έκταση και συνεκδοχικά και στο επίδικο ακίνητο συγκεκριμένες εμφανείς υλικές πράξεις νομής της ενάγουσας και των δικαιοπαρόχων της, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, οι οποίες μάλιστα, ανάγονται χρονικά πλέον των τριάντα ετών πριν την 11.9.1915, ενόψει του ότι ο αναφερόμενος στην αγωγή απώτατος δικαιοπάροχος της ενάγουσας Α.
Β. νεμόταν το επίδικο από το έτος 1843, οι δε Μ. και Γ. Β. από το 1858.
Εξάλλου, εφόσον η αγωγή αφορά ακίνητο που αποτελούσε, πριν την περιέλευσή του, κατά κυριότητα στην ενάγουσα, τμήμα μείζονος έκτασης, δεν απαιτείται για το ορισμένο αυτής η εξειδίκευση επί μέρους πράξεων νομής και στο επίδικο τμήμα από τους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας, νομείς του μείζονος ακινήτου, αφού επρόκειτο για ενιαία έκταση, η δε φυσική εξουσία και το πνευματικό στοιχείο (διάνοια κυρίου) των δικαιοπαρόχων εκτείνεται σε ολόκληρο το μείζον ακίνητο, εντός του οποίου ενέπιπτε και το επίδικο τμήμα.
Περαιτέρω στην αγωγή περιέχεται η περιγραφή της ευρύτερης έκτασης που φέρεται ότι ανήκε εξ ολοκλήρου στον απώτερο δικαιοπάροχο της ενάγουσας, καθώς και του τμήματος του ακινήτου, που φέρεται ότι αποκτήθηκε από τους άμεσους δικαιοπάροχους αυτής και περαιτέρω προσδιορίζεται το επίδικο, κατά θέση έκταση και όρια, ενώ ενσωματώνεται στην αγωγή και το από 22-09-2009 τοπογραφικό διάγραμμα της Κτηματικής Υπηρεσίας Ανατολικής Αττικής που συνέταξε ο τοπογράφος μηχανικός Δ.
Β., στο οποίο απεικονίζεται το επίδικο και συνεπώς καμία αμφιβολία δεν γεννάται ως προς την ταυτότητά του. Κατά συνέπεια η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε ότι η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη και απέρριψε τον προβαλλόμενο ενώπιόν του με λόγο έφεσης σχετικό ισχυρισμό του εναγομένου - αναιρεσείοντος περί αοριστίας αυτής λόγω μη επίκλησης των προϋποθέσεων κτήσης κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου με την αναφορά συγκεκριμένων πράξεων νομής των απώτερων δικαιοπαρόχων της ενάγουσας αναιρεσίβλητης επί τριάντα έτη μέχρι 11.9.1915, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ 1α και 14 ΚΠολΔ και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης είναι αβάσιμα.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή, ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 110/2023, ΑΠ 1551/2021, ΑΠ 1304/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι έγιναν δεκτά από το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος της για την έρευνα του δεύτερου αναιρετικού λόγου: "....Δυνάμει του υπ' αριθ. .../2003 συμβολαίου αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Πειραιώς Μ.
Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνα στον τόμο 440 με αριθμό 282, η ενάγουσα εταιρεία απέκτησε την κυριότητα, ενός αγροτεμαχίου, επιφάνειας 8.904,50 τμ. κείμενου στη θέση ΦΥΤΏΡΙΑ ή ΦΥΤΑΡΙΑ (επί της οδού ... και του αιγιαλού) της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Μαραθώνα Αττικής, κατόπιν αγοράς από την εταιρία με την επωνυμία "FORESIGHT INVESTEMENT LTD".
To εν λόγω ακίνητο, βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλης, εκτός οικισμού και εκτός ζώνης, είναι διαμπερές και περικλείεται με τα κεφαλαία γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Ε- Α αντίστοιχα στο από Ιουλίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα- μηχανικού Κ. Μ., συνορεύει δε ανατολικά επί πλευράς Β-Γ-Δ μήκους 270 μ, με ιδιοκτησίες άγνωστων, δυτικά επί πλευράς ΑΕ μήκους 270,12 μ με ιδιοκτησίες αγνώστων, βόρεια επί πλευράς ΑΒ μήκους 34,40 μ., με την οδό ...
και νότια επί πλευράς ΕΔ μήκους 31,58 μ., με αιγιαλό. Η δικαιοπάροχος εταιρία με την επωνυμία "FORESIGHT INVESTEMENT LTD", απέκτησε την κυριότητα του εν λόγω αγροτεμαχίου, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../2001 συμβολαίου αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Πειραιώς Μ. Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνα στον τόμο 232 με αριθμό 639, κατόπιν αγοράς από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΦΑΙΔΡΑ - ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ, ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ, ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΤΗΜΑΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", Στο συμβόλαιο αυτό, επισυνάφθηκε και το προαναφερόμενο από Ιουλίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα- μηχανικού Κ.
Μ. Η αμέσως προαναφερόμενη ανώνυμη εταιρεία, απέκτησε την κυριότητα του ως άνω αγροτεμαχίου, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-1989 συμβολαίου αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνα στον τόμο 173 με αριθμό 965 κατόπιν αγοράς από τους Τ.
Δ., Ε. Δ., Ι. Μ. και Δ. Μ. Σύμφωνα με τον προαναφερόμενο τίτλο ιδιοκτησίας και το εκεί επισυναπτόμενο από Οκτωβρίου 1988 τοπογραφικό διάγραμμα του τυπογραφικού μηχανικού Κ. Τ., το επίδικο αγροτεμάχιο έχει εμβαδόν 8.950 τμ., και συνορεύει βόρεια επί προσώπου 34,50 μέτρων με νομαρχιακή οδό ..., νότια επί πλευράς μήκους 31,69 με παραλία (αιγιαλό), ανατολικά επί πλευράς μήκους 278 μέτρων με ιδιοκτησία πρώην κληρονόμων Π.
Κ. και ήδη αγνώστων και δυτικά επί πλευράς 270 μέτρων με ιδιοκτησία Ε. Α. Στους εν λόγω δικαιοπαρόχους της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΦΑΙΔΡΑ - ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ, ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ, ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΤΗΜΑΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", το εν λόγω αγροτεμάχιο περιήλθε κατά κυριότητα, στους μεν δύο πρώτους εξ αυτών (Τ.
Δ. και Ε. Δ.), κατ' ιδανικό μερίδιο 1/8 σε έκαστο εξ αυτών, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1938 συμβολαίου αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνα στον τόμο 54 με αριθμό 51, κατόπιν αγοράς από τον Ι. Μ. και περιγράφεται στο ως άνω συμβόλαιο ως ευρισκόμενο στη θέση "Ριζάρι Πηγάδι" με τον αριθμό 5 με επιφάνεια 16.000 τμ, και ως συνορεύον νότια με θάλασσα, βόρεια με ιδιοκτησία Ε.
Μ. ανατολικά με ιδιοκτησία Β. Π. και δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Β. Π. και Ν. Δ., στους δε δύο τελευταίους (Ι. και Δ. Μ.) κατ' ιδανικό μερίδιο 3/8 σε έκαστο εξ αυτών από κληρονομιά του Ι. Μ. δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-1951 δημόσιας νόμιμα δημοσιευθείσας διαθήκης, με την υπ' αριθμ. ...-1966 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου Μαραθώνα Γ.
Λ. του Κ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνα στον τόμο 96 με αριθμό 102, όπου το επίδικο περιγράφεται ως αγρός συνολικής έκτασης 11 στρεμμάτων. Η πράξη αυτή αποδοχής κληρονομιάς διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. .../1989 πράξη του Συμβολαιογράφου Π. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 173 με αριθμό 72.
Με την προαναφερόμενη πράξη διόρθωσης, οι ανωτέρω κληρονόμοι διόρθωσαν το ποσοστό εξ αδιαιρέτου του ακινήτου που ανήκε στον κληρονομούμενο από το αναγραφόμενο στην αποδοχή 1/2 σε 3/4. Ειδικότερα με τη διόρθωση αυτή, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην υπ' αριθ. 260/2019 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, του διορισθέντος δυνάμει της υπ' αριθ. 1496/2017 μη οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών τοπογράφου μηχανικού Π.
Α., "διορθώνεται πρακτικά το ποσοστό ιδιοκτησίας επί του ακινήτου από 25% σε 100% για τον απώτερο δικαιοπάροχο Ι. Μ.", λαμβανομένου υπόψη ότι ήδη από το έτος 1938 ο ως άνω κληρονομούμενος είχε πωλήσει το υπόλοιπο 1/4 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου στους Τ. και Ε. Δ. Στο συμβόλαιο της υπ' αριθ. .../1989 διορθωτικής πράξης αποδοχής κληρονομιάς του προαναφερόμενου συμβολαιογράφου το εν λόγω ακίνητο αναφέρεται ως ευρισκόμενο στη θέση "Φυταριά", έχει εμβαδόν 8.950 τμ, συνορεύει βόρεια με νομαρχιακή οδό ...
επί προσώπου 34.50 μ., νότια με αιγιαλό επί πλευράς 31,60 μ., ανατολικά με ιδιοκτησία πρώην κληρονόμων Π. Κ. και ήδη αγνώστων επί πλευράς 278 μ. και δυτικά με ιδιοκτησία Ε. Α. επί πλευράς 270 μ, ενώ εκεί επισυνάφθηκε και το προαναφερόμενο από Οκτωβρίου 1988 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογραφικού μηχανικού Κ. Τ. Όπως αναφέρεται στην υπ' αριθ. 260/2019 ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, "η συνολική έκταση του αγροτεμαχίου ήταν 11.435 τ.μ.
όπως φαίνεται στο από Ιουλίου 1972 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Σ. Σ. που προσαρτάται στην υπ' αριθ. .../1972 Πράξη Καθορισμού Ορίων του συμβολαιογράφου Μαραθώνα Κ. Π. Η διαφορά στην επιφάνεια 2.485 τμ, (11.435 - 8,950) ανάμεσα στους μεταγενέστερους τίτλους και το από Ιουλίου 1972 τοπογραφικό οφείλεται: α) σε τμήμα της ιδιοκτησίας βόρειας της οδού με την οποία συνορεύει προς βορρά το αγροτεμάχιο και στην οδό τμήματα, τα οποία έχουν συμπεριληφθεί στην εμβαδομέτρηση των 11.435 τ,μ.
βάσει της πράξης καθορισμού ορίων, β) σε τμήμα του ακινήτου προς τη θάλασσα που με τον μεταγενέστερο τίτλο δεν περιλαμβάνεται στα όρια της ιδιοκτησίας. Σύμφωνα με την υπ' αριθ. .../1972 Πράξη Καθορισμού Ορίων του συμβολαιογράφου Μαραθώνα Κ. Π., καθορίστηκαν τα όρια μεταξύ δύο αγροτεμαχίων ιδιοκτησίας αφενός των α) Δ.
Μ., β) Ε. Δ. γ) Τ. Δ. και δ) Β. Σ. και αφετέρου των α) Ι. Κ. β) Φ. Π.-Κ. και γ) Μ. Ρ. οι οποίοι ήταν συγκύριοι ενός αγρού εμβαδού 14.888 τ,μ. ..." έπειτα από την έκδοση της υπ' αριθ 12.482/1972 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Στην απόφαση αυτή αλλά και στις υπ' αριθ. 16/1972 και 18/1972 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Μαραθώνα το σύνολο του ακινήτου αναφέρεται ως αγρός και όχι ως έλος ή τμήμα έλους.
Επομένως σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης δικαιολογείται κατά τον ανωτέρω τρόπο η διαφορά στην έκταση του ακινήτου από 11.435 τμ. σε 8.950 τμ που αναφέρεται στους μεταγενέστερους τίτλους Περαιτέρω, στον Ι. Μ. του Δ., άμεσο δικαυοπάροχο των Τ. Δ., Ε. Δ., Ι. Μ. και Δ. Μ., το επίδικο περιήλθε κατά το 1/4 του ως άνω ακινήτου που είχε έκταση 13.800 τμ., δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-1922 συμβολαίου αγοραπωλησίας, του τελούντος χρέη συμβολαιογράφου, Ειρηνοδίκη Μαραθώνα, Π.
Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνα, στον τόμο 44 με αριθμό 174, με το οποίο πωλήθηκε και μεταβιβάστηκε σε αυτόν ένας αγρός, έκτασης 13.800 τμ, από τους Χ. Κ., Σ. Ζ. και Ν. Ζ. Όπως αναφέρεται στην προαναφερόμενη υπ' αριθ. 260/2019 έκθεση πραγματογνωμοσύνης στο προαναφερόμενο ...-1922 συμβόλαιο αγοραπωλησίας, το εν λόγω ακίνητο περιγράφεται με τον αριθμό 22 ως "έτερος αγρός κείμενος στην ίδια θέση "Ριζάρι", έκτασης 13 στρεμμάτων και οκτακόσιων (800) μέτρων, συνορευόμενος αρκτικώς με άμπελον I.
Δ. και μεσημβρινώς με θάλασσα". Σύμφωνα με το προαναφερθέν συμβόλαιο (...-1922) το ως άνω αγροτεμάχιο, είχε αγοραστεί κατά ποσοστό 50%, από τον Β. Π., κατά ποσοστό 25% από τον Ι. Μ. και κατά ποσοστό 25% από τον Α. Κ., όπως όμως αναφέρεται στην άνω υπ' αριθ. 5586/1989 πράξη διόρθωσης αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου Αθηνών Π.
Α. το ακίνητο αυτό περιήλθε στον Ι. Μ. αρχικώς δυνάμει, του υπ' αριθ' 326/1922 ως άνω συμβολαίου και εν συνεχεία λόγω γενομένης προφορικής διανομής μεταξύ αυτού και των αναφερόμενων συναγοραστών Β. Π. και Α. Κ. και για αυτό εκ των υστέρων διορθώθηκε (πρακτικά) και το ποσοστό του Ι. Μ. από 25% σε 100% όπως αναφέρεται και στην ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης κατά τα προεκτεθέντα.
Στους ως άνω δικαιοπαρόχους Χ. Κ., Σ. Ζ. και Ν. Ζ. είχε περιέλθει κατά κυριότητα ως τμήμα ακινήτου μεγαλύτερης έκτασης 181.300 τμ. μεταξύ άλλων 68 αγρών δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1918 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Η. Κ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνα στον τόμο 43 με αριθμό 29.
Στους δικαιοπαρόχους των Χ. Κ., Σ. Ζ. και Ν. Ζ. ήτοι στους Α. χήρα Λ. Μ., Δ. Β. του Μ., Ο. Β. του Μ., Ε. Β. του Γ. και Φ. Β. του Γ., το ανωτέρω ακίνητο ως τμήμα μεγαλύτερου αγρού περιήλθε ως εξής: α) στην Α. χήρα Λ. Μ. θυγατέρα Α. Β. κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-1867 προικοσυμφώνου του συμβολαιογράφου Αθηνών Β.
Κ., σε συνδυασμό με την από ....1901 διαθήκη του αποβιώσαντος συζύγου της Λ. Μ. ως μία γαία "ζευγαριά ενός ή ημίσεος" κατά το υπ'αριθ. .../1845 πωλητήριο συμβόλαιο, με ελάχιστο εμβαδόν σύμφωνα με την προαναφερθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης 150 στρέμματα β) στους Δ. Β. του Μιλτιάδη και Ουρανία Βενιζέλου του Μιλτιάδη κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστος των 2/3 του κτήματος ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος πατρός τους Μ.
Β. γ) στις Ε. Β. του Γ. και Φ. Β. του Γ. κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου εκάστη των 2/3 του κτήματος ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος πατρός τους Γ. Β.
Περαιτέρω, οι Μ. Β. και Γ. Β. κατέστησαν συγκύριοι των 2/3 του όλου κτήματος στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο ως εξής: α) κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του υπ' αριθ. .../1867 συμβολαίου δωρεάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνα στον τόμο 23 και με αριθμό 114, με δωρεά του Σ.
Β. του Σ. και β) κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του υπ' αριθ. .../1858 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Π. που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαραθώνα στον τόμο 15 με αριθμό 89, ο δε Α. Β., πατέρας της Α. Μ. κατέστη κύριος του ποσοστού 1/3 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του υπ' αριθ. .../1845 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ.
Κ. από τον θείο του Δ. Β., ο οποίος κατέστη κύριος του εν λόγω ποσοστού κατόπιν κληρονομιάς με συγκληρονόμους κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος τα αδέλφια του Π. και Σ. Β. -όπως αναγράφεται στο ως άνω .../1845 συμβόλαιο- σύμφωνα μάλιστα με το οποίο το ακίνητο έχει έκταση τεσσάρων και ημίσεως ζευγαριών με ελάχιστο εμβαδόν αυτού σύμφωνα με την προαναφερθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης 450 στρέμματα.
Σε όλα τα προαναφερόμενα συμβόλαιο το επίδικο περιγράφεται ως καλλιεργήσιμη έκταση. Ειδικότερα, στο υπ' αριθμ, ...-1867 προικοσύμφωνο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Κ. το ακίνητο περιγράφεται ως "γαία ζευγαριού ενός ή ημίσεος" γεγονός που σημαίνει ότι έκταση αυτή ήταν καλλιεργήσιμη, στο υπ' αριθ. .../1845 προαναφερόμενο συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου περιγράφεται ως έκταση τεσσάρων και ημίσεως ζευγαριών, που υποδηλώνει καλλιεργήσιμη έκταση, στο υπ' αριθμ. .../1918 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Αθηνών Η.
Κ., το ακίνητο περιγράφεται ως άμπελος και χέρσα έκταση, στο υπ' αριθμ. ...-1922 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του τελούντος χρέη συμβολαιογράφου Ειρηνοδίκη Μαραθώνα Π. Κ. το ακίνητο περιγράφεται ως αγρός, στο υπ' αριθμ. .../1938 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Π. το ακίνητο περιγράφεται επίσης ως αγρός και στο υπ' αριθμ. ...-1989 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Αθηνών Π.
Α. περιγράφεται ως αγροτικό ακίνητο...
Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι το έτος 2001 η Κτηματική Υπηρεσία Ανατολικής Αττικής, με το υπ' αριθμ. 1521/13.03.2001 έγγραφό της, ζήτησε από την Πολεοδομία Ανατολικής Αττικής και το Πρακτορείο Δ.Ε.Η. της Νέας Μάκρης να απέχουν από την έκδοση οικοδομικών αδειών, ηλεκτροδοτήσεων ή άλλων εγκρίσεων της αρμοδιότητας τους, σε σχέση με έκταση που είναι πρώην ελώδης και νυν δημόσιο κτήμα, η οποία απεικονιζόταν με κίτρινο χρώμα στη συνημμένη στο έγγραφο πινακίδα.
Κατά τους ισχυρισμούς της ως άνω υπηρεσίας, στην έκταση αυτή που αποτελεί πρώην έλος και νυν δημόσιο κτήμα περιλαμβάνεται και τμήμα του αγροτεμαχίου που απέκτησε η ενάγουσα εταιρεία, επιφάνειας 3.490 τ.μ, όπως αυτό εμφαίνεται με στοιχεία 94-95-97- 156-158-94 με τις πλευρικές διαστάσεις 158,94=104μ, 94-95=31,40 μ, 95- 15δ=106μ, 156-158=31 μ., στο από 22.09.2009 τοπογραφικό διάγραμμα της Κτηματικής Υπηρεσίας Ανατολικής Αττικής, Ουδόλως όμως αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι η ως άνω έκταση των 3,490 τ.μ.
ήταν ελώδης και νυν δημόσιο κτήμα, Ειδικότερα, στην υπ' αριθ. 260/2019 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος δυνάμει της υπ' αριθ. 1496/2017 μη οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών τοπογράφου μηχανικού Π. Α. ρητά και κατηγορηματικά αναφέρεται ότι το επίδικο τμήμα δεν αποτελεί έλος σε κανένα τμήμα του.
Πιο συγκεκριμένα σύμφωνα με το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης αυτής, το επίδικο τμήμα βάσει της μελέτης φωτοερμηνειών, δεν αποτέλεσε και δεν αποτελεί έλος σε κανένα τμήμα του...
Περαιτέρω, σύμφωνα με την ίδια έκθεση επισημάνθηκε ότι το έδαφος του επιδίκου ήταν ελαφρό αμμώδες κατάλληλο να καλλιεργηθεί, χωρίς να ασκεί επιρροή στην ως άνω κρίση το τυχόν υψηλό κόστος των μεθόδων καλλιέργειας που θα έπρεπε να ακολουθηθούν. Στο ίδιο συμπέρασμα ήτοι ότι το επίδικο δεν αποτελεί έλος ή ελώδη έκταση καταλήγει και ο αγρονόμος - τοπογράφος μηχανικός Ι.
Σ. στην τεχνική έκθεση του, που διενεργήθηκε κατόπιν εντολής της ενάγουσας εταιρείας. Τα ανωτέρω δεν αντικρούονται από την από 28.2.2020 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Γ. Χ., που προσκομίζει το εκκαλούν -εναγόμενο. Στην έκθεση αυτή, αναφέρεται ότι το επιφανειακό έδαφος της ζώνης, στην οποία βρίσκεται το επίδικο χαρακτηρίζεται ως "παράκτιοι σχηματισμοί από άμμους, χαλίκια και κροκάλες (θίνες και άμμοι ακτών και συνεκτικούς ψαμμίτες (beach rocks)", στοιχείο που υποδηλώνει έκταση που περιοδικά κατακλυζόταν ή και κατακλύζεται από επιφανειακά νερά", πλην όμως όπως προεκτέθηκε τα επιφανειακά νερά δεν δύνανται να προσδώσουν το χαρακτήρα του έλους στο επίδικο, ενόψει του ότι αυτά δεν αναφέρονται ως μόνιμα λιμνάζοντα, λαμβανομένης υπόψη και της ύπαρξης της υψομετρικής διαφοράς μεταξύ της στάθμης της θάλασσας και του ορίου που καθορίζει το κτήμα ΑΒΚ 128 περίπου ενός μέτρου, η οποία συνηγορεί στο ότι η εν λόγω περιοχή δεν αποτελεί έλος...Επομένως, εφόσον στο επίδικο τμήμα δεν υπήρξε έλος, ο σχετικός ισχυρισμός του εκκαλούντος - εναγόμενου περί ότι το επίδικο τμήμα ως πρώην ελώδης έκταση και επομένως δημόσιο κτήμα, τμήμα του δημόσιου κτήματος με ΑΒΚ είναι ουσιαστικά αβάσιμος.
Εξάλλου, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης ο ελώδης χαρακτήρας του ακινήτου δεν αποκλείει την κτήση επ' αυτού κυριότητας εκ μέρους ιδιωτών με χρησικτησία συμπληρωθείσα μέχρι την 11.9.1915 παρά τα όσα - αλυσιτελώς- επικαλείται το εκκαλούν. Αντιθέτως το επίδικο ήταν ανέκαθεν καλλιεργήσιμη έκταση, και επομένως δεν καταπατήθηκε ως δημόσιο κτήμα από τους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας...Πρέπει δε να σημειωθεί ότι με την υπ' αριθμ.
ΑΤΤ39/ΚΤ09/361/21 απόφαση του Εθνικού Κτηματολογίου, η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της υποβληθείσας από την ενάγουσα ένστασης κρίθηκε αυτολεξεί "από τους τίτλους ιδιοκτησίας κατά αδιάκοπη σειρά διαδοχής αποδεικνύεται ότι την ευρύτερη έκταση νέμονταν και κατείχαν ιδιώτες (άμεσοι, απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοί τους) με καλή πίστη, αδιαλείπτως και συνεχώς από το 1845, ήτοι πριν από το 1885 και μέχρι σήμερα, με διάνοια κυρίου, με αποτέλεσμα η έκταση αυτή ουδέποτε να έχει καταστεί δημόσια, αλλά ανήκε σε ιδιώτες β) σε κάθε περίπτωση, οι απώτατοι δικαιοπάροχοί (της ενάγουσας) νέμονταν και κατείχαν ευρύτερη έκταση, διανοία κυρίου και καλή πίστη συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1858, ώστε να έχει συμπληρωθεί 30ετής νομή μέχρι την 11-09-1915 με συνυπολογισμό του χρόνου νομής των προκτητόρων (της ενάγουσας).
Συνεπώς, με βάση όσα προεκτέθηκαν ενόψει του, ότι από το έτος 1845 και εφεξής, υπάρχει αδιάκοπη σειρά νομίμων τίτλων κυριότητας του επίδικου ακινήτου στο πρόσωπο των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας όσο και της τελευταίας, χωρί ποτένα υπάρξει κάποια όχληση ή αμφισβήτηση αυτής από τρίτο πρόσωπο ή το εναγόμενο, η ενάγουσα έχει αποκτήσει κατά πλήρη κυριότητα το επίδικο ακίνητο κατά παράγωγο τρόπο σε κάθε δε περίπτωση και με πρωτότυπο, παρά τα όσα αβασίμως επικαλείται με το δεύτερο λόγο της ένδικης έφεσης, ενώ από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο άσκησε οιαδήποτε πράξη νομής επί του επιδίκου, το οποίο νεμόταν η ενάγουσα και οι ως άνω δικαιοπάροχοί της, με αποτέλεσμα και ο ισχυρισμός περί απόκτησης ιδίας κυριότητας εκ μέρους του εκκαλούντος λόγω έκτακτης χρησικτησίας να είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που αναγνώρισε την ενάγουσα κυρία του επιδίκου ακινήτου απορρίπτοντας κατά τα προαναφερθέντα σκέλη την ένσταση ιδίας κυριότητας που προέβαλε το εναγόμενο, ορθώς το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, απορριττομένων των όσων περί του αντιθέτου ισχυρίζεται το εκκαλούν με το σχετικό σκέλος του δεύτερου λόγου της ένδικης έφεσης.
Αναφορικά δε με το σκέλος του δεύτερου λόγου της ένδικης έφεσης με τον οποίο το εκκαλούν παραπονείται για την κατ' ουσίαν απόρριψη της ένστασης ιδίας κυριότητας η οποία ερείδεται στην κτήση κυριότητας του ελληνικού δημοσίου: α) "δικαιώματι πολέμου" λόγω διαδοχής από το τουρκικό δημόσιο και β) ως αδέσποτο δυνάμει των ρυθμίσεων των άρθρων 18:6 του ν.
της 21-6/10-7-1837 "Περί διακρίσεως κτημάτων", των άρθρων 2 § 1 του Ν. 1539/1938 και 972 του ΑΚ, δέον να λεχθούν τα ακόλουθα: Το εκκαλούν πρωτοδίκως προέβαλλε τον ακόλουθο ισχυρισμό: "σε κάθε περίπτωση η προαναφερθείσα επίδικη έκταση περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με διαδοχή από το τουρκικό δημόσιο δυνάμει της από 9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης μεταξύ της Ελλάδος και Τουρκίας "Περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδας και των από 6 Ιουνίου 1830 και 7 Ιουλίου 1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου δια των οποίων η Ελλάδα απέκτησε δικαιώματι πολέμου τις γαίες του Τουρκικού Δημοσίου και των Τούρκων ιδιωτών".
Ο ισχυρισμός αυτός, περί περιέλευσης της κυριότητας του επιδίκου στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Δημοσίου είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, με δεδομένο ότι η Αττική δεν κατακτήθηκε με τα όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος την 31η Μαρτίου 1833 βάσει της από 27-6/9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των Ελληνικών και Τουρκικών Αρχών ώστε δεν περιήλθε σ' αυτό "δια δημεύσεως πολεμικό δικαιώματι" (ΑΠ 385/2021 ΑΠ 279/2019, ΑΠ 7/2019, ΑΠ 73/2018, ΑΠ 222/2017, ΑΠ 638/2016).
Περαιτέρω, ο έτερος ισχυρισμός που προέβαλε πρωτοδίκως το εναγόμενο περί κτήσης της κυριότητας του επιδίκου, αφενός κατ' εφαρμογή του άρθρου 16 του Ν. της 21-6/10-7-1837 "Περί διακρίσεως κτημάτων", είναι αόριστος διότι το εναγόμενο αρκείται σε απλή επανάληψη του πραγματικού της παραπάνω διάταξης, χωρίς να επικαλείται ότι χώρησε εγκατάλειψη της νομής του επιδίκου από τον μέχρι τότε κύριο και ότι αυτή έγινε με πρόθεση παραίτησης από το δικαίωμα της κυριότητας, και χωρίς να προσδιορίζει ποιο πρόσωπο προέβη στην κατά τα άνω εγκατάλειψη, αφετέρου ως αδέσποτου, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, άλλως των άρθρων 2 § 1 του Ν. 1539/1938 και 972 του ΑΚ, καθόσον δεν γίνεται σαφής επίκληση περιστατικών που θα επέτρεπαν την κρίση ότι στην προκειμένη περίπτωση εφαρμόζονται οι ανωτέρω διατάξεις (ΑΠ 23/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2191/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 121/2021 ΤρΝομΠλΔΣΑ) ....Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας κατά τα προαναφερόμενα σκέλη της ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ αυτή ήταν μη νόμιμη (ως προς το υπό στοιχείο α' σκέλος) και αόριστη (ως προς το στοιχείο β' σκέλος) δεν έσφαλε μεν κατ' αποτέλεσμα, πλην όμως περιέλαβε εσφαλμένες αιτιολογίες στην πιο πάνω απορριπτική κρίση του.
Συνεπώς αφού αντικατασταθούν οι αιτιολογίες της εκκαλουμένης με αυτές της παρούσας απόφασης ως προς την απόρριψη των εν λόγω ενστάσεων πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της έφεσης κατά το προαναφερθέν σκέλος του ως αβάσιμος. Μετά ταύτα και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα πρέπει η ένδικη έφεση να απορριφθεί στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη....".
Κατόπιν τούτου, το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης ως βάσιμη κατ'ουσίαν και αναγνώρισε αυτήν κυρία του επιδίκου, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Υπό τα δεδομένα αυτά το Εφετείο που δέχθηκε ότι το επίδικο ουδέποτε υπήρξε έλος, ότι η ενάγουσα κατέστη κυρία του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, δυνάμει αδιάκοπης σειράς νομίμων τίτλων, νόμιμα μεταγεγραμμένων, από το έτος 1845 και εφεξής, άλλως με πρωτότυπο ως νεμόμενη αυτό τόσο η ίδια όσο και οι δικαιοπάροχοί της με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας από το 1845 και εντεύθεν και ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν απέδειξε τους καταλυτικούς της αγωγής της αναιρεσίβλητης ισχυρισμούς - ενστάσεις του, ιδίας κυριότητας του επιδίκου, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ` αυτές σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εκ πλαγίου ερμηνεία των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων τις οποίες εφάρμοσε, απορριπτομμένου του δευτέρου λόγου αναίρεσης για παραβίαση της διάταξης 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ.
Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3446/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και να καταδικαστεί το αναιρεσείον ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό αίτημά της (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένη όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της 134423/28.12.1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'/11/20.1.1993) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-12-2022 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3446/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Νοεμβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ