Supreme Court dismisses appeal for non-consideration of arguments, ruling no legal interest exists for opponent's claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by company A against the Thessaloniki Court of Appeal's judgment. The appellant argued the lower court failed to consider specific contractual claims and credit notes, while the appellee opposed the appeal. The court rejected these arguments because the appellant lacked legal interest to challenge the lower court's rejection of the opponent's claims and the court had properly addressed the appellant's own submissions.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 8, Art. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on non-consideration of arguments is inadmissible if the appellant lacks legal interest to challenge the opponent's claims, and inadmissible if the lower court properly rejected the appellant's own arguments.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1793 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1793/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Ιωάννης Χαμηλοθώρης, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Α. Α.Ε.Ε.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κωστή και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΒΕΝΚΟ Α.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Γκουτίδη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμό 15229/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12122/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 334/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-6-2009 αίτησή της. Με το δε από 2-2-2011 δικόγραφό της ζητεί την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 25-1-2011 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Δημητρίου Τίγγα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Η επίκληση αυτή μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια, των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ. Η τελευταία αυτή διάταξη, αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου (ΟλΑΠ 23/2008, ΟλΑΠ 14/2005). Εξάλλου η λήψη ή μη λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αναφέρεται σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 911/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την πρωτόδικη απόφαση, η οποία επικυρώθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, υποχρεώθηκε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, στην οποία η εταιρία ΒΕΚΚΑ ΑΕ εκχώρησε απαίτησή της εναντίον της πρώτης ποσού 117.787,34 ευρώ, που αντιπροσωπεύει το ανεξόφλητο υπόλοιπο τιμήματος από διαδοχικές πωλήσεις αλλαντικών προς εκείνη (εναγομένη), το ποσό των 111.983,80 ευρώ από την πιο πάνω εκχωρηθείσα απαίτηση.
Ήδη με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 11β ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη για την απόδειξη της βασιμότητας της αγωγής τα πιο κάτω προσκομισθέντα από την αναιρεσίβλητη έγγραφα, των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου και ειδικότερα: 1) 2101 τιμολόγια της εταιρίας ΒΕΚΚΑ Α.Ε., 2) το από 23-6-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της ΒΕΚΚΑ Α.Ε.
και της αναιρεσίβλητης, 3) την από 4-7-2003 αναγγελία της αναιρεσίβλητης προς την αναιρεσείουσα, 4) την από 14-2-2003 επιστολή της εταιρίας ΒΕΚΚΑ Α.Ε. προς την αναιρεσείουσα και 5) το ισοζύγιο του Δεκεμβρίου 2002 και Ιουνίου 2003 από το καθολικό βιβλίο της εταιρίας ΒΕΚΚΑ Α.Ε. Από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων της αναιρεσίβλητης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) στο Εφετείο προκύπτει, ότι αυτή επικαλείται όλα τα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και τα ως άνω αναφερόμενα, που προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με γενική μεν αναφορά σ' αυτές, που ενσωματώνονται στις προτάσεις στο Εφετείο, αλλά κατά τρόπο ευδιάγνωστο, αφού παρατίθενται ενιαίως τα αποδεικτικά μέσα αμέσως μετά την απάντηση επί του παραδεκτού της εφέσεως.
Επομένως, εφόσον προσδιορίζονται με τις έγγραφες προτάσεις της αναιρεσίβλητης στο Εφετείο, δι' αναφοράς σε συγκεκριμένο μέρος των προτάσεών της στο Πρωτοδικείο, τα ως άνω αποδεικτικά έγγραφα, το Εφετείο νομίμως τα έλαβε υπόψη και ο αντίθετος από το άρθρο 559 αρ. 11 β του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος.
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, για τη συγκρότηση του λόγου αυτού αναίρεσης, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχεται ως (οντολογικό) περιεχόμενο του καταδήλως διαφορετικό από το πραγματικό (ΟλΑΠ 1/1999), ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία πραγματικού γεγονότος και εξαιτίας αυτού του διαγνωστικού λάθους καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα, σχηματίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο αυτό, ως προς τα πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν περιλαμβάνει όμως την περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο με εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αφού τότε πρόκειται για αιτίαση ως προς την εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ούτε επίσης όταν το έγγραφο, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του, σε σχέση με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ 1236/2005, 871/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο κατά το πρώτο μέρος του λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο η μομφή ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 23.6.2003 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας και της εταιρίας ΒΕΚΚΑ Α.Ε., που αναφέρεται στην εκχώρηση προς την πρώτη απαίτησης της τελευταίας κατά της αναιρεσείουσας, ποσού 117.787,34 ευρώ από τις μεταξύ τους υφιστάμενες εμπορικές συναλλαγές, με το να δεχθεί ότι η απαίτηση της εκχωρήτριας κατά της αναιρεσείουσας ήταν 111.983,80 ευρώ, δηλαδή μικρότερη από την αναφερόμενη στο εκχωρητήριο έγγραφο. Όμως η κρίση του Εφετείου για το μικρότερο ύψος της εκχωρηθείσας απαίτησης της εταιρίας ΒΕΚΚΑ Α.Ε. κατά της αναιρεσείουσας από εκείνο που είχε αναγραφεί στο εκχωρητήριο δεν είναι προϊόν εσφαλμένης ανάγνωσης του εκχωρητήριου εγγράφου, αλλά αποτέλεσμα αξιολόγησης του συνολικού αποδεικτικού υλικού. Επομένως ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Από την πιο πάνω διάταξη προκύπτει ότι, αν δεν συντρέχει μία από τις αναφερόμενες σ'αυτή εξαιρετικές περιπτώσεις, ο λόγος αναίρεσης είναι παραδεκτός μόνον εφόσον στηρίζεται σε ισχυρισμό που προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο αυτό(ΑΠ 2062/2007). Στο αναιρετήριο πρέπει να παρατίθεται ο ισχυρισμός, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του και επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 2004/2009). Στους ισχυρισμούς που πρέπει να προτείνονται στο δικαστήριο της ουσίας, περιλαμβάνεται και ο σχετικός με την έλλειψη ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης των διαδίκων, αφού, ναι μεν η ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση των διαδίκων εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη (ΑΠ 1743/2009, ΑΠ 529/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως ενεργητικά ανομιμοποίητη την αγωγή της αναιρεσίβλητης, διότι δεν είχε ληφθεί σχετική απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της και όφειλε αυτεπαγγέλτως το Δικαστήριο να εξετάσει αυτή την έλλειψη εξουσίας για την έγερση της αγωγής και διεξαγωγή της δίκης. Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης, ο οποίος στηρίζεται στον πιο πάνω ισχυρισμό για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας, που, κατά τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο, δεν προτάθηκε στο Εφετείο, είναι απαράδεκτος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 455, 458, 460, 462 και 463 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 200 και 288 του ιδίου Κώδικα, σαφώς συνάγεται, ότι ο εκδοχέας γίνεται, από και δια της αναγγελίας της εκχώρησης, κύριος της εκχωρηθείσας απαίτησης, με όλα τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που συνδέονται αναπόσπαστα με τη φύση της απαίτησης, χωρίς βελτίωση ή χειροτέρευση της προηγούμενης νομικής θέσης του οφειλέτη και ότι ο τελευταίος μπορεί να αντιτάξει κατά του εκδοχέα όλες τις ουσιαστικές ενστάσεις που του ανήκουν από την απαίτηση κατά του εκχωρητή, εφόσον δεν συναρτώνται στενά με το πρόσωπο του τελευταίου (μη προσωπαγείς) και εφόσον η γέννησή τους εντάσσεται σε χρόνο πριν από εκείνο της αναγγελίας (ΑΠ 1147/2011).
Η αναγγελία είναι μονομερής δικαιοπραξία, δεν υποβάλλεται σε πανηγυρικό τύπο, ούτε υπόκειται καθ' εαυτή σε προθεσμία και μπορεί να γίνει εγγράφως και προφορικώς, όπως και με την επίδοση αγωγής από τον εκδοχέα προς καταβολή της απαίτησης που εκχωρήθηκε. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ' αυτόν έννοιας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διάταξης που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, χωρίς να καταλείπονται αμφιβολίες.
Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με το από 23-6-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό καταρτίσθηκε μεταξύ της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας και της ανώνυμης εταιρίας ΒΕΚΚΑ Α.Ε. Βιομηχανία Αλλαντικών, σύμβαση εκχωρήσεως, με την οποία η τελευταία, αφενός μεν αναγνώρισε ότι όφειλε στην αναιρεσίβλητη ποσό 147.000 ευρώ από αγορά εμπορευμάτων (πρώτων υλών παραγωγής αλλαντικών) από αυτή (αναιρεσίβλητη), αφετέρου εκχώρησε στην ενάγουσα απαίτηση ποσού 117.787,34 ευρώ, που δήλωσε ότι είχε κατά της εναγομένης από τις μεταξύ τους υφιστάμενες εμπορικές συναλλαγές και συγκεκριμένα για το τίμημα πωλήσεως εμπορευμάτων (αλλαντικών) που είχε πραγματοποιήσει μέχρι τότε η άνω εκχωρήτρια στην εναγόμενη.
Στις 4.7.2003 η ενάγουσα ανήγγειλε στην εναγομένη την εκχώρηση της απαίτησης που είχε δηλώσει ότι είχε η άνω εταιρία κατά της εναγομένης, κοινοποιώντας στην τελευταία το άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο εμπεριέχονταν και όχληση προς αυτήν για την καταβολή της απαίτησης που εκχωρήθηκε. Η εναγομένη με την από 6.7.2003 εξώδικη απάντηση-δήλωσή της προς την ενάγουσα και την εκχωρήτρια ισχυρίσθηκε ότι στο άνω συμφωνητικό αναγράφονται στοιχεία που δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα, ότι το ακριβές ποσό της οφειλής της προς την εκχωρήτρια ή της τελευταίας προς αυτήν δεν έχει προσδιοριστεί ακόμη, ότι θα μπορεί με ευχέρεια να υπολογισθεί στο τέλος Ιουλίου 2003, οπότε και θα έχουν τιμολογηθεί από το λογιστήριό της όλες οι δοσοληψίες της με την εκχωρήτρια, εν τέλει δε καλούσε την εκχωρήτρια να υπολογίσουν από κοινού στα τέλη Ιουλίου 2003 το μεταξύ τους λογαριασμό, από δε την ενάγουσα ζητούσε να μην προβεί σε καμία ενέργεια σε βάρος της μέχρι τις αρχές Αυγούστου.
Στη συνέχεια με την από 1.8.2003 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση, που κοινοποιήθηκε στις 13.8.2003 στην εκχωρήτρια και στις 3.9.2003 στην ενάγουσα, ανέφερε ότι μετά από ενδελεχή υπολογισμό του συνολικού λογαριασμού αυτής και της εκχωρήτριας δεν προέκυψε ποσό οφειλής της προς την εκχωρήτρια, αντίθετα μάλιστα η τελευταία είναι αυτή που της οφείλει χρήματα, χωρίς όμως να προσδιορίζει συγκεκριμένα ποσά και τρόπο εξαγωγής τους.
Κατόπιν αυτού η ενάγουσα άσκησε εις βάρος της την ένδικη αγωγή, ζητώντας να της καταβληθεί το ποσό της εκχωρηθείσας σ' αυτήν απαίτησης. Από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η άνω εκχωρήτρια διατηρούσε πράγματι απαίτηση κατά της εναγομένης, συνολικού ποσού 111.983,80 ευρώ, αφορώσα πληρωμή υπολοίπου τιμήματος διαδοχικών πωλήσεων εμπορευμάτων και δη αλλαντικών προς την εναγομένη, την οποία και εκχώρησε στην ενάγουσα.
Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι μεταξύ της άνω εκχωρήτριας, η οποία ασχολείτο με την παραγωγή αλλαντικών και της εναγομένης, η οποία ασχολείται με την εκμετάλλευση υπεραγορών τροφίμων (σούπερ μάρκετ), υπήρχε μέχρι τις αρχές Ιουνίου 2003 εμπορική συνεργασία, στα πλαίσια της οποίας η εκχωρήτρια με διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως πωλούσε και παρέδιδε στην εναγομένη διάφορα αλλαντικά, τηρούνταν δε μεταξύ τους και ένας δοσοληπτικός λογαριασμός, στον οποίο καταχωρούνταν οι σχετικές πιστώσεις και χρεώσεις, δεδομένου ότι κάθε μήνα η εκχωρήτρια προέβαινε στη λεγόμενη έκπτωση τζίρου, εκδίδοντας σχετικό πιστωτικό τιμολόγιο για το εκάστοτε ποσό της εκπτώσεως τζίρου.
Κατά το διάστημα από 3.1.2003 έως 9.6.2003 καταρτίστηκαν μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων οι αναφερόμενες στην αγωγή διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως, βάσει των οποίων η άνω εκχωρήτρια πώλησε και παρέδωσε στην εναγομένη, διάφορα είδη αλλαντικών, αντί συνολικού τιμήματος, συμπεριλαμβανομένου και του ΦΠΑ, 118.018,77 ευρώ.
Για κάθε μία από τις πωλήσεις των εμπορευμάτων αυτών, την κατάρτιση και τις ποσότητες των οποίων, αλλά και το συμφωνημένο τίμημα, όπως αυτά περιγράφονται στην αγωγή, δεν αμφισβήτησε ειδικώς η εναγομένη (άρθρο 261 ΚΠολΔ), εκδόθηκαν τα αναφερόμενα στην αγωγή τιμολόγια (συνολικά 2.101 τιμολόγια) ... . Κατά το μήνα Φεβρουάριο του 2003 η άνω εκχωρήτρια με την από 14-3-2003 επιστολή της ενημέρωσε την εναγόμενη ότι, όπως προέκυπτε από τα βιβλία και στοιχεία της, το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού της την 31.12.2002 ανέρχονταν στο ποσό των 72.721,98 ευρώ, ζητούσε δε από την εναγομένη, εφόσον συμφωνεί, να υπογράψει στο σχετικό χώρο της επιστολής της, εάν δε δεν συμφωνεί, να γράψει στην πίσω σελίδα της επιστολής της το αντίστοιχο υπόλοιπο που προκύπτει από τα βιβλία της και τους λόγους της διαφοράς και να υπογράψει αυτήν τη σημείωσή της.
Πράγματι η εναγόμενη απέστειλε στην εκχωρήτρια το από 20.3.2003 έγγραφο σημείωμα, στο οποίο ανέφερε ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού της στις 31.12.2002 ανέρχονταν στο ποσό των 72.300,94 ευρώ, ήταν δηλαδή μικρότερο μόνο κατά 420,98 ευρώ, τη στιγμή που η ίδια ισχυρίζεται τώρα ότι την 31.12.2002 όχι μόνο δεν όφειλε κανένα ποσό στην πωλήτρια εταιρία, αλλά αντίθετα είχε να λάβει από αυτήν ποσό 171.134,13 ευρώ.
Σημειωτέον ότι η εναγομένη απάντησε στην άνω επιστολή της εκχωρήτριας εταιρίας μετά ένα και πλέον μήνα και συνεπώς είχε όλο το χρόνο να ελέγξει τα βιβλία και εν γένει στοιχεία της, μεταξύ των οποίων και οι άνω καρτέλες και να καταλήξει στο κατά τη γνώμη της πραγματικό υπόλοιπο, με βάση πάντα την επικαλούμενη από αυτήν παραπάνω συμφωνία, δεδομένου ότι και μόνο με τον υπολογισμό των ποσών που εδικαιούτο αυτή από τις προβολές των προϊόντων της πωλήτριας και τη λειτουργία νέων καταστημάτων, υπολογισμό στον οποίο ευχερώς μπορούσε να προβεί αυτή ανεξαρτήτως της αποστολής ή μη των σχετικών πιστωτικών τιμολογίων, συνυπολογιζομένου και του καταβληθέντος με επιταγές ποσού των 337.525 ευρώ, υπερκαλύπτονταν η αξία των πωληθέντων αλλαντικών.
Και μετά όμως την αναγγελία της γενόμενης εκχώρησης της απαίτησης της άνω εταιρίας, η εναγομένη ισχυρίζονταν ότι δεν ήταν ακόμη σε θέση να προσδιορίσει το τελικό υπόλοιπο του λογαριασμού της, ούτε και επικαλούνταν την άνω εμπορική συμφωνία. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εκχωρήτρια εταιρία με την 545/2003 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου υπήχθη υπό καθεστώς επιτροπείας κατά τις ρυθμίσεις του άρθρου 45 του ν. 1892/1990 και στη συνέχεια με την 273/2005 απόφαση του ίδιου Εφετείου τέθηκε υπό ειδική εκκαθάριση κατά το άρθρο 46α του ν. 1892/1990.
Από το μηχανογραφικά τηρούμενο Αναλυτικό Καθολικό Βιβλίο της εκχωρήτριας εταιρίας, την ακριβή εκτύπωση του οποίου και ειδικότερα του ισοζυγίου του μηνός Δεκεμβρίου 2002 υπογράφουν οι Α. Σ. και Γ. Σ., εντολοδόχοι εκκαθαριστές αυτής, προκύπτει ότι το υπόλοιπο της οφειλής της εναγομένης για το έτος 2002 ανέρχονταν στο ποσό των 72.266,09 ευρώ, το οποίο συμπίπτει σχεδόν με το ποσό που η ίδια η εναγομένη είχε βεβαιώσει με το από 20.3.2003 σημείωμά της.
Για την εξαγωγή του υπολοίπου αυτού ελήφθησαν υπόψη όλες οι πωλήσεις εμπορευμάτων σε όλα τα καταστήματα της εναγομένης, οι καταβολές και οι πιστώσεις με τη μορφή πιστωτικών τιμολογίων που έλαβαν χώρα το αντίστοιχο διάστημα. Από το ίδιο ως άνω μηχανογραφικά τηρούμενο Αναλυτικό Καθολικό Βιβλίο της εκχωρήτριας εταιρίας, την ακριβή εκτύπωση του οποίου και ειδικότερα του ισοζυγίου του μηνός Ιουνίου 2003 υπογράφουν οι αυτοί ως άνω εντολοδόχοι εκκαθαριστές, προκύπτει ότι το υπόλοιπο της οφειλής της εναγομένης για το έτος 2003 ανέρχονταν στο ποσό των 111.983,80 ευρώ, δεδομένου ότι ο λογαριασμός της εναγομένης εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 239.785,89 ευρώ και πιστωτικό υπόλοιπο ύψους 127.802,09 ευρώ.
Συνεπώς η οφειλή της εναγόμενης προς την εκχωρήτρια εταιρία από τις πωλήσεις που έλαβαν χώρα μεταξύ τους κατά το χρονικό διάστημα από 3.1.2003 έως 9.6.2003 ανερχόταν κατά το χρόνο της εκχώρησης στο ποσό των 111.983,80 ευρώ, στο οποίο και περιόρισε την απαίτησή της η ενάγουσα".
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, που έκανε δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης εκδοχέως για το ποσό των 111.983,80 ευρώ, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 455, 458, 459-462 και 463 του Α.Κ., τις οποίες εφάρμοσε, δεδομένου ότι διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ύπαρξη της εκχωρηθείσας απαίτησης (μέχρι του ποσού των 111.983,80 ευρώ) της εταιρίας με την επωνυμία ΒΕΚΚΑ Α.Ε.
κατά της αναιρεσείουσας και την υποχρέωση της τελευταίας, από την αναγγελία προς αυτή της εκχωρήσεως, να καταβάλει το ως άνω ποσό στην εκδοχέα αναιρεσίβλητη (ενάγουσα). Ειδικότερα αναφέρονται: 1) Η εξακρίβωση του ύψους του χρεωστικού σε βάρος της αναιρεσείουσας υπολοίπου του δοσοληπτικού λογαριασμού της με την προμηθεύτρια των αλλαντικών προϊόντων εκχωρήτρια εταιρία ΒΕΚΚΑ Α.Ε., με βάση τις λογιστικές εγγραφές, τα τιμολόγια πωλήσεως αυτής (ποσού 239.786 ευρώ) με το πιστωτικό μέρος των προς αυτή καταβολών της αναιρεσείουσας (ποσού 127.802 ευρώ), 2) η προς την αναιρεσίβλητη εκχώρηση (με σύμβαση) από την δανείστρια εταιρία ΒΕΚΚΑ Α.Ε.
της ως άνω απαίτησής της, την οποία από εσφαλμένο υπολογισμό εμφάνισε ως μεγαλύτερη (ποσού 117.787 ευρώ) από την πραγματική (111.983 ευρώ), χωρίς να έχει η διαφοροποίηση αυτή χαρακτήρα αντιφατικής αιτιολογίας της απόφασης, 3) η από την αναιρεσίβλητη εκδοχέα, με εξώδικη δήλωσή της, κοινοποιηθείσα στην αναιρεσείουσα, αναγγελία της εκχώρησης και η απόκτηση έτσι του δικαιώματος να αξιώσει από την αναιρεσείουσα οφειλέτιδα την καταβολή της οφειλής.
Επομένως οι αντίθετοι δεύτερος, έκτος και έβδομος κατά το δεύτερο μέρος τους, τρίτος και τέταρτος από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που υπό την επίκληση των λόγων αυτών αναίρεσης πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (αρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (αρθρ. 110 παρ.2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008), δηλαδή ισχυρισμοί που διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήσαν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1998).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1741/2012). (435/09). Τέλος, ο προβαλλόμενος από την παραπάνω διάταξη λόγος αναίρεσης προϋποθέτει την μη λήψη υπόψη πραγμάτων με την προαναφερθείσα έννοια, που έχουν προταθεί από εκείνον ο οποίος ζητεί την αναίρεση της απόφασης και όχι από τον αντίδικό του, διότι στη τελευταία περίπτωση λείπει από τον αναιρεσείοντα το απαιτούμενο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, έννομο συμφέρον (ΑΠ 3/2011, 435/2009).
Με τους έκτο και έβδομο, κατά το πρώτο μέρος τους, λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη, α) το γεγονός ότι, όπως και η αναιρεσείουσα-εναγομένη ισχυρίστηκε με την έφεσή της, η ένδικη αγωγή περιείχε και βάση από αλληλόχρεο λογαριασμό και β) ότι, κατά τη συμβατική σχέση της αναιρεσείουσας με την εκχωρήτρια, έπρεπε να αφαιρεθούν πιστωτικά τιμολόγια ύψους 70.973 ευρώ, για πωλήσεις 174.627,56 ευρώ (έκπτωση τζίρου).
Ο πιο πάνω έκτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, πρέπει, ανεξαρτήτως του ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης (ως απαράδεκτο), να απορριφθεί προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα εναγομένη δεν έχει έννομο συμφέρον να προβάλλει τη μη λήψη υπόψη προταθέντος από την αναιρεσίβλητη ενάγουσα αγωγικού ισχυρισμού.
Ο έβδομος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, κρίνεται αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον προαναφερόμενο δεύτερο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο. Ύστερα από αυτά που προεκτέθηκαν πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1.6.2009 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας "Α. Α.Ε.Ε." για αναίρεση της απόφασης 334/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ