Legislator Case Law & Legislation
1793/2009 AI generated

Appeal dismissed because the lower court accepted the plaintiff's claim due to the defendant's default judgment.

Case Number 1793/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Municipality of Athens's appeal against a default judgment entered in its absence. The lower court had accepted the plaintiffs' claim because the defendant failed to appear, meaning no factual assessment occurred. The Court ruled that an appeal based on insufficient reasoning is inadmissible when the first-instance court already accepted the claim due to default.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 554, 559 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on insufficient reasoning is inadmissible when the first-instance court accepted the claim due to the defendant's default judgment, as no factual assessment occurred.

Keywords

AI generated
default judgment insufficient reasoning appeal admissibility legal basis civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 554 of the Code of Civil Procedure
Article 559, number 19 of the Code of Civil Procedure
Articles 105, 106 of the Introductory Law to the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
OL. AP 24/1992

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1793 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1793/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28-1-2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δήμου Αθηναίων, που εδρεύει στην Αθήνα, και εκπροσωπείται νόμιμα από τη Δήμαρχο Ντόρα Μπακογιάννη, κατοίκου Αθηνών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωνσταντόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, κατοίκου ... και 2. Ψ2, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Όλγα-Θεανώ Ανδρίτσου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3750/1999 του ίδιου Δικαστηρίου. Κατά της ως άνω αποφάσεως ασκήθηκε η από 14-11-2002 ανακοπή ερημοδικίας του ήδη αναιρεσείοντος (Δήμου Αθηναίων) στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2713/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 7781/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της 7781/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και της 3750/1999 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-2-2005 αίτησή του και με τους από 7-2-2006 προσθέτους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 14-1-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της α) της 7781/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και β) της 3750/1999 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 552 Κ.Πολ.Δικ., με αναίρεση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και των πολυμελών πρωτοδικείων, καθώς και των εφετείων. Κατά δε το άρθρο 553 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή.

Και κατά το επόμενο άρθρο 554 ίδιου Κώδικα, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι η αναίρεση απευθύνεται και κατά της ερήμην απόφασης κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν πέρασε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει: α) ότι, αν η υπόθεση εξετασθεί και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και γίνει τυπικά δεκτή η έφεση, που ασκήθηκε κατά της πρωτόδικης απόφασης, με αναίρεση προσβάλλεται μόνο η απόφαση του εφετείου, είτε με αυτήν η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν και έτσι επικυρώθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, είτε έγινε δεκτή κατ' ουσίαν και το εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, έκρινε οριστικά τη διαφορά, γιατί στην πρώτη περίπτωση η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε στην εφετειακή, ενώ στη δεύτερη έπαυσε να υπάρχει (Ολ.ΑΠ 40/1996), β) ότι η ερήμην οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαψε να υπόκειται σε ανακοπή και έφεση, είτε, διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής και της έφεσης, η οποία αρχίζει ταυτόχρονα με την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματος να ασκήσει τα ένδικα αυτά μέσα και γ) αν κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε ερήμην κάποιου από τους διαδίκους ασκηθεί ανακοπή ερημοδικίας και απορριφθεί και κατά της απορριπτικής απόφασης ασκηθεί έφεση και απορριφθεί και αυτή κατ' ουσίαν, η ερήμην οριστική απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, εφόσον έχει παρέλθει άπρακτη η προθεσμία της έφεσης, υπόκειται σε αναίρεση, αφότου εκδοθεί η απόφαση του Εφετείου, που απέρριψε την έφεση κατά της απόφασης που είχε απορρίψει την ανακοπή, η οποία (εφετειακή απόφαση) επίσης υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση. (σχ.

Ολ.ΑΠ 11/1998, ΑΠ 193/2006). Τέλος, κατά το άρθρο 566 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο η περισσότερες αποφάσεις πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Στην προκείμενη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα:

Οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά του αναιρεσείοντος Δήμου και του Ελληνικού Δημοσίου, που δεν είναι διάδικος, την από 15-6-1998 αγωγή περί αναγνωρίσεως της συγκυριότητάς τους στο αναφερόμενο σ' αυτήν ακίνητο (οικόπεδο) και της υποχρεώσεως των εναγομένων, να καταβάλουν σ' αυτούς, ο καθένας εις ολόκληρον, αποζημίωση, ίση προς την αξία αυτού, λόγω αδυναμίας απόδοσης του εν λόγω ακινήτου από υπαιτιότητα των αρμοδίων οργάνων των εναγομένων.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε κατά την πρώτη συζήτηση και δημοσιεύθηκε στις 20-5-1999, ερήμην του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου, η 3750/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως προς αυτόν, λόγω της συναγόμενης από την ερημοδικία του ομολογίας των θεμελιούντων την αγωγή πραγματικών ισχυρισμών των αναιρεσιβλήτων, και διατάχθηκαν αποδείξεις ως προς το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.

Κατά της ερήμην αυτής απόφασης (3750/1999) του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δεν επιδόθηκε σε οποιονδήποτε διάδικο, αφού δεν προκύπτει κάτι τέτοιο από τα στοιχεία της δικογραφίας, ο αναιρεσείων εναγόμενος Δήμος άσκησε α) την από 13-11-2002, με αριθμό εκθ. καταθ. 9804/15-11-2002, έφεση, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, η οποία κατατέθηκε στις 15-11-2002, δηλαδή μετά την πάροδο της κατά το άρθρο 518 παρ.2 του ΚΠολΔ τριετούς προθεσμίας για την άσκηση έφεσης κατά της ανωτέρω ερήμην πρωτόδικης απόφασης και β) την από 14-11-2002, με αριθμό εκθ.

καταθ. 386/14-11-2002, αιτιολογημένη ανακοπή ερημοδικίας. Από το δικόγραφο της ανωτέρω εκπρόθεσμης έφεσής του παραιτήθηκε ακολούθως ο αναιρεσείων με το από 8-2-2005 δικόγραφό του, που επιδόθηκε στους αντιδίκους του στις 11-2-2005. Εξάλλου, επί της άνω ανακοπής ερημοδικίας εκδόθηκε η 2713/2004 απορριπτική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατ' αυτής δε ο αναιρεσείων άσκησε την από 29-9-2004 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 7781/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Με αυτήν το Εφετείο απέρριψε, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 3713/2004 απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την ανακοπή ερημοδικίας. Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η κρινόμενη από 14-2-2005 αίτηση αναίρεσης, τόσο κατά το μέρος που στρέφεται κατά της προσβαλλόμενης 7781/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 2713/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την ανακοπή του ερημοδικίας, όσο και κατά το μέρος που στρέφεται κατά της συμπροσβαλλόμενης 3750/1999 ερήμην απόφασης του ίδιου πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον, από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης 7781/2004 τελεσίδικης απόφασης του εφετείου που εκδόθηκε επί της εφέσεως και από τη δημοσίευσή αυτής (25-11-2004) μέχρι την 14-2-2005, που κατατέθηκε η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, δεν πέρασε τριετία, η δε συμπροσβαλλόμενη με την αίτηση αναίρεσης 3750/1999 ερήμην απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατέστη και αυτή τελεσίδικη στις 25-11-2004, που εκδόθηκε η ως άνω απορριπτική της εφέσεως απόφαση του Εφετείου, και από τότε δεν πέρασε η τριετής προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης και κατά της εν λόγω ερήμην απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Επομένως η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία κατατέθηκε κατά την παραπάνω ημερομηνία τόσο στο Εφετείο Αθηνών, όσο και στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Επειδή, κατά το άρθρο 501 ΚΠολΔ, ανακοπή κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται, αν εκείνος που δικάστηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. Ως ανώτερη βία νοείται οποιοδήποτε ανυπαίτιο γεγονός εξαιρετικής φύσεως, που δεν αναμενόταν και δεν ήταν δυνατόν να αποτραπεί από το διάδικο ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας συνετού ανθρώπου, επομένως και η αιφνίδια ασθένεια του πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου, εξαιτίας της οποίας αυτός δεν μπόρεσε να ενεργήσει δικαστική ή εξώδικη πράξη ή να προβεί στις δέουσες ενέργειες για την ανάθεση σ' άλλο δικηγόρο της εκτέλεσης της εν λόγω πράξεως.

Η πιο πάνω δε διάταξη, ως προς τη νομική έννοια της ανώτερης βίας είναι ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 302/2007, ΑΠ 141/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 7781/2004 απόφασή του, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 2713/2004 απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε απορρίψει την ανακοπή ερημοδικίας, που άσκησε ο αναιρεσείων κατά της ερήμην αυτού εκδοθείσας 3750/1999 απόφασης του ίδιου πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αφού δέχθηκε ότι από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα δεν πιθανολογείται ο προβαλλόμενος με την ανακοπή του αναιρεσείοντος λόγος περί ανώτερης βίας και συγκεκριμένα ότι η μη παράσταση αυτού στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 2-3-1999 και ώρα 19.00, κατά την οποία συζητήθηκε η εναντίον αυτού και του Ελληνικού Δημοσίου από 15-6-1998 αγωγή των καθών η ανακοπή περί αναγνωρίσεως της συγκυριότητάς τους στο αναφερόμενο ακίνητο και της υποχρέωσης των εναγομένων να καταβάλουν σ' αυτούς, ο καθένας εις ολόκληρον, αποζημίωση, ίση προς την αξία του ακινήτου, λόγω αδυναμίας απόδοσης τούτου, οφειλόταν σε ανώτερη βία, συνιστάμενη σε αιφνίδια ασθένεια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Κωνσταντόπουλου και ειδικότερα στο ότι αυτός κατά την ημέρα εκδίκασης της άνω αγωγής (2-3-1999) και περί ώρα 16.30 ασθένησε αιφνιδίως, υποστάς οξύ κολικό, συνεπεία δε τούτου δε μπόρεσε να παραστεί και να εκπροσωπήσει τον αναιρεσείοντα στο πιο πάνω δικαστήριο ή να μεριμνήσει για την αντικατάστασή του, αφού, και αν ακόμη υποτεθεί ότι ο εν λόγω δικηγόρος ασθένησε αιφνιδίως από κολικό της κοιλίας το απόγευμα της 2-3-1999, είχε τη δυνατότητα, όπως κάλεσε τον παραπάνω ιατρό να τον επισκεφθεί στην οικία του, να ειδοποιήσει τηλεφωνικώς τη Νομική Υπηρεσία του Δήμου Αθηναίων (ανακόπτοντος) ή συναδέλφους του της ίδιας ή όχι Νομικής Υπηρεσίας, ώστε να τον αντικαταστήσουν στο δικαστήριο κατά την εκδίκαση της ανωτέρω υπόθεσης, πράγμα το οποίο, όμως, αυτός δεν έπραξε από υπαιτιότητά του.

Ακολούθως, το Εφετείο, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, κρίνοντας ότι δεν συντρέχει η επικαλούμενη ανώτερη βία, έκρινε περαιτέρω ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ανακοπή ερημοδικίας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 501 ΚΠολΔ, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συνέτρεξε ανώτερη βία με την προαναφερθείσα έννοια, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής της εν λόγω διάταξης.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος, κατ' ορθή εκτίμηση, είναι από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και όχι από το άρθρο 14 του ίδιου άρθρου που επικαλείται ο αναιρεσείων, καθώς και ο δεύτερος λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, ήτοι αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο (Ολ.

ΑΠ 42/2002). Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν η παράλειψη του δικαστηρίου αφορά στη μη αξιολόγηση συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπόψη, σε συνδυασμό με τα άλλα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα ή αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη 7781/2004 απόφαση την από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο, κρίνοντας ότι δεν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε και ειδικότερα τα από 15-4-2003 πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στα οποία περιέχεται η κατάθεση της εξετασθείσας στο δικαστήριο εκείνο μάρτυράς του ..., που κατέθεσε για την ασθένεια του δικηγόρου.

Από την περιεχόμενη όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι λήφθηκαν υπόψη τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα και από τη ρητή μνεία σ' αυτήν της ένορκης κατάθεσης της παραπάνω εξετασθείσας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μοναδικής μάρτυρας του αναιρεσείοντος, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που αυτή περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και το πιο πάνω αναφερόμενο έγγραφο.

Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Επειδή, κατά το άρθρο 1094 του ΑΚ, ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος, κατά το άρθρο 1097 του ίδιου Κώδικα, ο νομέας από την επίδοση της αγωγής ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου, αν από υπαιτιότητά του το πράγμα χειροτέρεψε ή καταστράφηκε ή δεν μπορεί να αποδοθεί για κάποιο άλλο λόγο, κατά το άρθρο 1098 εδ.

α'του ΑΚ, αν ο νομέας ήταν κακόπιστος κατά το χρόνο που κατέλαβε το πράγμα ή αν έμαθε αργότερα ότι δεν έχει δικαίωμα νομής, υπέχει, από τότε, ως προς το πράγμα και τα ωφελήματα του πράγματος την ίδια ευθύνη που έχει και για το χρόνο μετά την επίδοση της αγωγής και κατά το άρθρο 1099 του ίδιου Κώδικα, αν ο νομέας απέκτησε τη νομή του πράγματος με παράνομη πράξη, ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου, κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητας αυτού και την απόδοση του πράγματος, και μόνο αν συντρέχουν οι όροι των άρθρων 1097, 1098 ΑΚ, μεταξύ των οποίων είναι και η αδυναμία προς απόδοση του πράγματος, αποζημίωση ίση προς την αξία αυτού ( πράγματος).

Ακολούθως, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 1406/1983, στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, που δεν έχουν υπαχθεί μέχρι σήμερα σ` αυτή και στις οποίες περιλαμβάνονται ιδίως, μεταξύ άλλων, εκείνες που αναφύονται από την εφαρμογή της νομοθεσίας σχετικά με την ευθύνη του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 Εισ.Ν.Α.Κ.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 105 εδ. α` Εισ.Ν.Α.Κ., για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας, που τους έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης, που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος, ενώ κατά το άρθρο 106 Εισ.Ν.Α.Κ., οι διατάξεις του προηγούμενου άρθρου εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων, που βρίσκονται στην υπηρεσία τους.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι κάθε αγωγή αποζημιώσεως κατά του Δημοσίου, των δήμων, των κοινοτήτων και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων τους, που συνδέονται μαζί τους είτε με σχέση δημοσίου δικαίου, είτε με σχέση ιδιωτικού δικαίου, όπως είναι και οι υλικές ενέργειες, οι οποίες τελέσθηκαν σε συνάρτηση προς την οργάνωση και τη λειτουργία της δημόσιας ή δημοτικής ή κοινοτικής υπηρεσίας αντίστοιχα ή εξαιτίας τους και δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του Δημοσίου, των δήμων κλπ., ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου, που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών καθηκόντων του, υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ως αφορώσα διοικητική διαφορά ουσίας (ΑΕΔ 5/1995).

Όταν, όμως, ζητείται η αναγνώριση της κυριότητας ενός ακινήτου και της υποχρέωσης του εναγόμενου Δήμου να καταβάλει στον ενάγοντα αποζημίωση, ίση προς την αξία του ακινήτου, λόγω αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης του ακινήτου τούτου από υπαιτιότητα των αρμοδίων οργάνων του, πρόκειται για ιδιωτική διαφορά που συνδέεται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του Δήμου και αρμόδια είναι τα τακτικά δικαστήρια.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη 3750/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην του αναιρεσείοντος, για υπέρβαση δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, καθόσον η διαφορά η οποία ήχθη ενώπιον του ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αφορά αξίωση αποζημιώσεως των αναιρεσιβλήτων που απορρέει από παράνομες πράξεις των οργάνων του αναιρεσείοντος Δήμου, που βρίσκονταν στην υπηρεσία του, και, ως διοικητική διαφορά ουσίας, υπαγόταν στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων.

Όπως, όμως, προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, αυτή είχε ως αίτημα την αναγνώριση της συγκυριότητάς των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο ακίνητο και της υποχρέωσης του εναγομένου Δήμου να καταβάλει σ' αυτούς αποζημίωση, ίση προς την αξία αυτού, λόγω αδυναμίας απόδοσης του ακινήτου τούτου από υπαιτιότητα των αρμοδίων οργάνων του, και συνεπώς η ένδικη διαφορά είναι κατά τη φύση της ιδιωτικού δικαίου διαφορά περί της κυριότητας του επίδικου ακινήτου, αφού η αιτούμενη αποζημίωση υποκαθιστά την αξία του ακινήτου λόγω αδυναμίας αποδόσεως, όχι λόγω παράνομων ενεργειών των οργάνων του Δήμου, αλλά λόγω της αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης, και ως τέτοια υπάγεται, σύμφωνα με το άρθρο 1 εδ.

α' του ΚΠολΔ, στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Επομένως ο εξεταζόμενος λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 1094 του ΑΚ, ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος, κατά το άρθρο 1097 του ίδιου Κώδικα, ο νομέας από την επίδοση της αγωγής ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου, αν από υπαιτιότητά του το πράγμα χειροτέρεψε ή καταστράφηκε ή δεν μπορεί να αποδοθεί για κάποιο άλλο λόγο, κατά το άρθρο 1098 εδ.

α' του ΑΚ, αν ο νομέας ήταν κακόπιστος κατά το χρόνο που κατέλαβε το πράγμα ή αν έμαθε αργότερα ότι δεν έχει δικαίωμα νομής, υπέχει, από τότε, ως προς το πράγμα και τα ωφελήματα του πράγματος την ίδια ευθύνη που έχει και για το χρόνο μετά την επίδοση της αγωγής και κατά το άρθρο 1099 του ίδιου Κώδικα, αν ο νομέας απέκτησε τη νομή του πράγματος με παράνομη πράξη, ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου, κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 249 του ΑΚ, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια. Κατά δε το άρθρο 91 του ν.δ. 321 της 17-18/10/1969 "Περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν.δ. 31/1968, εφαρμόζεται αναλόγως και για τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοικήσεως (Ο.Τ.Α.), ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου είναι πέντε ετών, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητας αυτού και την απόδοση του πράγματος, και μόνο αν συντρέχουν οι όροι των άρθρων 1097, 1098 ΑΚ, μεταξύ των οποίων είναι και η αδυναμία προς απόδοση του πράγματος, αποζημίωση ίση προς την αξία αυτού (πράγματος), καθώς και ότι η παραγραφή της αξίωσης για αποζημίωση λόγω αδυναμίας προς απόδοση του πράγματος αρχίζει από τότε που γεννιέται η αξίωση αυτή, δηλαδή από τότε που βεβαιώνεται από την απόφαση ή κατά την εκτέλεση ότι δεν είναι δυνατή η αυτούσια απόδοση του διεκδικούμενου πράγματος (ΑΠ 566/2008).

Τέλος, κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που θεμελιώνει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ή ότι συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις.

Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο στο δικαστήριο της ουσίας.

Πρόταση του ισχυρισμού στο δικαστήριο της ουσίας δεν υπάρχει όταν ο διάδικος που παραπονείται δεν εμφανίσθηκε στη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και δικάστηκε ερήμην (Ολ. ΑΠ 16/1990, ΑΠ 111/1999). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 3750/1999 απόφασή του, που εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εκτιμώντας ανελέγκτως το περιεχόμενο της ένδικης από 15-6-1998 αγωγής των αναιρεσιβλήτων, έκρινε ότι αυτοί ζήτησαν με την αγωγή, αφενός να αναγνωρισθεί η συγκυριότητά τους στο επίδικο ακίνητο, κατά το αναφερόμενο σ' αυτήν ποσοστό εξ αδιαιρέτου, και αφετέρου, να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος Δήμος υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτούς αποζημίωση, ίση προς την αξία αυτού, λόγω του ότι, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, από υπαιτιότητα των αρμοδίων οργάνων του το επίδικο ακίνητο έχει μετατραπεί από το έτος 1982 σε τμήμα της οδού ..., που τέθηκε σε κυκλοφορία το έτος 1983, και έτσι δεν είναι δυνατή η απόδοση τούτου στους αναιρεσιβλήτους ενάγοντες.

Ακολούθως δε, αφού έκρινε νόμιμη την αγωγή, ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1000, 1045,1051,1097-1099, 1193, 1710 επ., 1846, 297-298 του ΑΚ, 105, 106 του Εισαγωγικού Νόμου ΑΚ και 70 του ΚΠολΔ, την έκανε δεκτή, ως προς τον αναιρεσείοντα εναγόμενο, ως ουσιαστικά βάσιμη, λόγω της συναγόμενης από την ερημοδικία αυτού ομολογίας των θεμελιούντων την αγωγή πραγματικών ισχυρισμών των αναιρεσιβλήτων.

Ο αναιρεσείων με τους λόγους αναίρεσης, τέταρτο του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και πρώτο πρόσθετο λόγο, προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.1 και 14 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, με το να μη δεχθεί αυτεπαγγέλτως την ένσταση περί πενταετούς παραγραφής της ένδικης αξίωσης των αναιρεσιβλήτων για αποζημίωση, παρότι, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, η κατάληψη του επιδίκου ακινήτου και η μετατροπή αυτού σε κοινόχρηστη οδό έγινε το έτος 1982 και από τότε και μέχρι την άσκηση της αγωγής παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, αφενός παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 91 παρ.1, 93, 96 του ν.δ. 321/1969 και 3 του ν.δ. 31/1968, που προβλέπουν πενταετή παραγραφή για τις εν γένει χρηματικές αξιώσεις κατά των Ο.Τ.Α., και αφετέρου παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος των αναιρεσιβλήτων να αναγνωρισθεί η ένδικη αξίωσή τους, η οποία είχε υποπέσει στην παραπάνω πενταετή παραγραφή.

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, διότι ο ισχυρισμός περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης των αναιρεσιβλήτων, στον οποίο αυτοί στηρίζονται, θεωρείται ότι δεν έχει προβληθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εφόσον ο αναιρεσείων που παραπονείται δεν εμφανίσθηκε στη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 3750/1999 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και δικάστηκε ερήμην.

Οι ίδιοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν, ως απαράδεκτοι, και διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον η αξίωση αποζημιώσεως των αναιρεσιβλήτων, που στηρίζει τη μοναδική βάση της αγωγής η οποία και έγινε δεκτή, δεν παραγράφεται από την παρέλευση πενταετίας από την κατάληψη του επιδίκου ακινήτου, αλλά η παραγραφή αυτής αρχίζει, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, από τη βεβαίωση της απόφασης ή τη διαπίστωση κατά την εκτέλεση, ότι κατέστη αδύνατη η απόδοση του διεκδικούμενου ακινήτου, οπότε και γεννιέται η σχετική αξίωση, τέτοια δε αδυναμία απόδοσης του ακινήτου βεβαιώθηκε με την ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής.

Επειδή, με τον έκτο, μέρος πρώτο, λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη 3750/1999 ερήμην απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α' ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο το που την εξέδωσε παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τον μη προταθέντα από τους αναιρεσιβλήτους ενάγοντες ισχυρισμό, ότι η απόδοση σ' αυτούς του επίδικου ακινήτου είναι αδύνατη.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, σ' αυτήν περιέχεται ο ισχυρισμός ότι κατέστη αδύνατη η απόδοση στους ενάγοντες του διεκδικούμενου ακινήτου τους. Επειδή, οι έβδομος του κυρίου δικογράφου και δεύτερος, μέρος δεύτερο, του δικογράφου προσθέτων λόγων, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη 3750/1999 ερήμην απόφαση, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, λόγω αοριστίας του δικογράφου της, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι, ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής, στον οποίο αυτοί στηρίζονται, θεωρείται ότι δεν έχει προβληθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εφόσον ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε στη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και δικάστηκε ερήμην.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.

ΑΠ 24/1992). Επομένως ο αναιρετικός αυτός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή, λόγω της ερημοδικίας του εναγομένου, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν έχει εκτιμήσει πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατόν να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή αυτών.

Ενόψει αυτών οι έκτος, μέρος δεύτερο, όγδοος του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης και δεύτερος, μέρος πρώτο, του δικογράφου προσθέτων λόγων, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη 3750/1999 ερήμην απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αιτιάσεις για έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών σε σχέση με την αγωγή και για εκ πλαγίου παράβαση των διατάξεων των άρθρων 105, 106 του Εισαγωγικού Νόμου του ΑΚ, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, το δικαστήριο εκείνο δέχθηκε την αγωγή, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος εναγομένου, χωρίς δηλαδή να εκτιμήσει πραγματικά περιστατικά και να διατυπώσει αποδεικτικό πόρισμα.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων Δήμος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, μειωμένα όμως κατά το άρθρο 307, παρ.2 του Π.Δ. 410/1995 (Δημοτικός Κοινοτικός Κώδικας).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-2-2005 αίτηση και το από δικόγραφο προσθέτων λόγων του Δήμου Αθηναίων για αναίρεση α) της 7781/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και β) της 3750/1999 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Δήμο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2009.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 15 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ