Supreme Court dismisses appeal against final judgment for lack of legal interest and procedural violations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by EFG Eurobank against the final judgment of the Larissa Court of Appeal. The appellant argued that the lower court erred in assessing evidence and interest calculations, but the court found these grounds inadmissible. The court ruled that the appeal lacked legal interest regarding interest claims and that the alleged evidence assessment errors did not constitute a procedural violation warranting review.
Legislator headnote
AI generatedArt. 561 para. 1, Art. 559 no. 1, Art. 561 para. 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it lacks legal interest or if the alleged grounds concern the assessment of evidence rather than a direct violation of law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1793 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1793/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της εταιρείας "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΡΗΤΗΣ Α.Ε." λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευανθία Κατσίγιαννη.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού" (Δ.Ε.Η.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χρυσώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 73/2001 μη οριστική και 25/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 253/2005 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-3-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 26-9-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 26/21-3-2006 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 253/14-4-2005 οριστική απόφαση του Εφετείου Λάρισας, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή εκτίμηση, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, με την 223/25-11-1998 αγωγή η ενάγουσα "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ)" και ήδη, κατά μετατροπή της, αναιρεσίβλητης ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΔΕΗ ΑΕ" διετείνετο, ιδία, Ι. ότι στις 21-9-1995 κατάρτισε σύμβαση με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΚΚΟΚΙΣΤΗΡΙΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ Α.Ε." με την οποία ανέλαβε την υποχρέωση επεκτάσεως των γραμμών παροχής ηλεκτρικής ενέργειας στις εργοστασιακές εγκαταστάσεις της και ενισχύσεως των γραμμών ηλεκτροδότησης με συμμετοχή της τελευταίας στη σχετική δαπάνη μέχρι το ποσό των (15.910.000 + 1.980.000) 17.980.000 δρχ.,
ΙΙ. ότι την εκπλήρωση των απορρεουσών από την εν λόγω σύμβαση υποχρεώσεων της εταιρείας "ΕΚΚΟΚΙΣΤΗΡΙΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ ΑΕ" η εναγόμενη "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΡΗΤΗΣ Α.Ε.", στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε στη συνέχεια, ως καθολική αυτής διάδοχος, η ήδη αναιρεσείουσα "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias Α.Ε.", εγγυήθηκε με την έκδοση και παράδοση σε εκείνη της ..... εγγυητικής επιστολής αορίστου χρόνου ποσού 20.230.156 δρχ., καταβλητέου σε πρώτη ζήτηση και
ΙΙΙ. ότι η ανώνυμη εταιρεία "ΕΚΚΟΚΙΣΤΗΡΙΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ" κατέβαλε έναντι της οφειλής της αυτής 9.000.000 δρχ., παραμένοντος εντεύθεν χρεωστικού υπολοίπου, από την κατάπτωση από την αιτία αυτή της εγγυητικής επιστολής ποσού (20.230.156 - 0.000.000) 11.230.156 δρχ., την πληρωμή του οποίου και εδίωκε από την εναγόμενη με το νόμιμο τόκο από της οχλήσεώς της στις 6-2-1998.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η 128/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, με την οποία κηρύχθηκε κατά τόπο αναρμόδιο και παρέπεμψε προς τούτο την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών ή Λαρίσης, και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από έφεση της ενάγουσας, η 761/2000 απόφαση του Εφετείου Λαρίσης, με την οποία κρίθηκε τελεσιδίκως η κατά τόπο αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, στο οποίο και παραπέμφθηκε και επανήλθε προς συζήτηση η υπόθεση.
Επακολούθησε η έκδοση της 73/2001 μη οριστικής αποφάσεώς του, με την οποία τάχθηκε το οικείο θέμα αποδείξεως για τα θεμελιωτικά της αγωγής και της ενστάσεως πραγματικά περιστατικά, με την οποία η εναγομένη υποστήριξε, συνομολογούσα οφειλή ποσού 6.230.156 δρχ., ότι το υπόλοιπο των 5.000.000 δρχ. προέρχεται από τη σύμβαση καταναλώσεως ηλεκτρικού ρεύματος, η οποία δεν καλύπτεται από την εγγυητική επιστολή.
Μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων επανήλθε η υπόθεση προς συζήτηση, της οποίας επακολούθησε η έκδοση της 25/18-3-2003 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, με την οποία, κατά μερική παραδοχή της αγωγής, υποχρέωσε την δι' αυτής εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα στο ποσό των 25.812,82 ευρώ (8.975.720 δρχ.), με το νόμιμο τόκο από 6-2-1998.
Την πρωτοβάθμια αυτή απόφαση προσέβαλε η εναγομένη με την 80/2-6-2003 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 253/14-4-2005 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, με την οποία, κατ' αποδοχή αυτής κατά το περί τόκων κεφάλαιο, υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το αυτό ποσό των 25.812,82 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από της επομένης της επιδόσεως της αγωγής.
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εκκαλούσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι. Ειδικότερα, η δημιουργούμενη με την έκδοση της εγγυητικής επιστολής τριμελής σχέση μεταξύ του οφειλέτη, του εγγυητή και του δανειστή αποτελεί ιδιόμορφη σύμβαση, που καταρτίζεται στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων και διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 847 επ ΑΚ περί εγγυήσεως, εφόσον οι διατάξεις αυτές συμβιβάζονται με την εν λόγω σχέση.
Ειδικότερα, οι εγγυητικές επιστολές, που εκδίδονται από τράπεζες, αποτελούν ιδιαίτερο είδος και τύπο εγγυήσεως, δημιούργημα της συναλλακτικής πρακτικής (ΑΚ 361), χαρακτηριστικό της οποίας είναι ότι με αυτήν οι συναλλασσόμενοι δεν αποβλέπουν στην απόκτηση πρόσθετης φερεγγυότητας, αλλά στην άμεση καταβολή από την τράπεζα στο δανειστή του ποσού που καλύπτει η εγγυητική επιστολή, χωρίς ο τελευταίος να προσφύγει στα δικαστήρια και στη χρονοβόρα διαδικασία τους.
Περαιτέρω, η εγγυητική επιστολή με ρήτρα πληρωμής σε πρώτη ζήτηση, έχει την έννοια, ότι η τράπεζα εγγυάται προς τον δανειστή την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη με την καταβολή του ποσού της εγγυητικής επιστολής, χωρίς δυνατότητα ελέγχου του υπαρκτού έγκυρης οφειλής και του λόγου κατάπτωσης της εγγύησης, καθώς και της προβολής ένστασης διζήσεως. 'Ετσι, επί εγγυητικής επιστολής, όπως και επί εγγυήσεως του ΑΚ, λόγω της εκδοτικού χαρακτήρα των εν λόγω διατάξεων και της θεσπιζόμενης με το άρθρο 361 ΑΚ αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ των ενδιαφερομένων ότι η παρέχουσα την εγγυητική επιστολή τράπεζα υποχρεούται να καταβάλει το αναγραφόμενο στην εγγυητική επιστολή ποσό χωρίς αντιρρήσεις και χωρίς το δικαίωμα προβολής της ενστάσεως διζήσεως, καθώς και κάθε άλλης μη προσωποπαγούς ενστάσεως του πρωτοφειλέτη.
Στην περίπτωση αυτή επέρχεται ευρεία αποσύνδεση της εγγυητικής επιστολής και της εξ αυτής υποχρεώσεως από τη βασική σχέση. Δεν καθίσταται όμως η εγγυητική επιστολή αφηρημένη υπόσχεση χρέους, ούτε αποβάλλει τον χαρακτήρα της ως συμβάσεως εξασφαλιστικής των δικαιωμάτων του οφειλέτη από τη βασική σχέση και με την έννοια αυτή η τράπεζα δεν υποχρεούται να καταβάλει στον δανειστή για αιτία, η οποία δεν καλύπτεται από την εγγυητική επιστολή (ΑΠ 983/1999, 1433/1998, 48/1996).
Κατά τις ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης με την αναίρεση αποφάσεως "Δυνάμει του από 21-9-1995 συμβολαίου παροχής ηλεκτρικού ρεύματος μεγάλης ισχύος και της υπό την αυτή ημεροχρονολογία Συμβάσεως Διακανονισμού Συμμετοχής Ηλεκτροδοτήσεως που καταρτίσθηκαν στην Καρδίτσα μεταξύ της εφεσίβλητης και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΚΚΟΚΚΙΣΤΗΡΙΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ Α.Ε.Ε", η εφεσίβλητη ανέλαβε την υποχρέωση να επεκτείνει τις γραμμές παροχής ηλεκτρικής ενέργειας στις εργοστασιακές εγκαταστάσεις της πιο πάνω ανώνυμης εταιρίας, η τελευταία δε ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει σ' αυτή (εφεσίβλητη), ως συμμετοχή της στις δαπάνες της επεκτάσεως των γραμμών παροχής ηλεκτρικής ενέργειας, πέραν της αξίας της εκάστοτε παρεχόμενης ηλεκτρικής ενέργειας 17.890.000 δραχμές, ήτοι 15.910.000 δραχμές ως συμμετοχή στις δαπάνες ενίσχυσης των γραμμών ηλεκτροδότησης και 1.980.000 δραχμές ως συμμετοχή στις δαπάνες επέκτασης του δικτύου μεταφοράς ενέργειας.
Το ποσό αυτό συμφωνήθηκε να καταβληθεί μετά την έναρξη ρευματοληψίας σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις οι οποίες θα συνυπολογίζονταν στους μηνιαίους λογαριασμούς κατανάλωσης, που θα αποστέλλονταν από την εφεσίβλητη, και θα εξοφλούνταν ταυτόχρονα μ' αυτούς. Η πρώτη δόση, ύψους 745.000 δραχμών θα καταβάλλονταν με την υπογραφή της σύμβασης και το υπόλοιπο μετά την έναρξη της ρευματοληψίας σε 23 ισόποσες δόσεις, έντοκες προς 28%, συνολικά δε 954.112 δραχμές ανά δόση.
Σύμφωνα με το άρθρο 6 της πιο πάνω σύμβασης διακανονισμού συμμετοχής ηλεκτροδοτήσεως και συνεπεία της καταβολής της συμμετοχής της αντισυμβαλλόμενης ανώνυμης εταιρίας "EKKOKKIΣTHPIA ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ Α.Ε." σε δόσεις, προβλέφθηκε η υποχρέωση της τελευταίας όπως εντός δέκα ημερών από της υπογραφής της συμβάσεως προσκομίσει ως εγγύηση, για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της, τραπεζική εγγυητική επιστολή αόριστης διάρκειας, ποσού 20.230.156 δραχμών, δια της οποίας θα παρείχετο στην εφεσίβλητη το δικαίωμα να απαιτήσει από την εγγυήτρια τράπεζα την καταβολή οποιουδήποτε μέχρι του ύψους της εγγυήσεως ποσού οφειλομένου από την υπέρ ης η εγγύηση εταιρίας.
Για το σκοπό αυτό προσκομίσθηκε και παραδόθηκε στο υποκατάστημα της εφεσίβλητης, στην Καρδίτσα, η από 21-9- 1995 εγγυητική επιστολή της εναγόμενης τράπεζας, στη θέση της οποίας υπεισήλθε, ως καθολική διάδοχος η εκκαλούσα τράπεζα. Με την εγγυητική αυτή επιστολή και σύμφωνα με το περιεχόμενό της, η εκκαλούσα εγγυήθηκε μέχρι του ποσού των 20.230.156 δραχμών για την ακριβή, πιστή και εμπρόθεσμη εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων που έχει αναλάβει η εταιρία με την επωνυμία "ΕΚΚΟΚΚΙΣΤΗΡΙΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ Α.Ε." με την πιο πάνω από 21.9.1995 σύμβαση, παραιτήθηκε ρητά και ανεπιφύλακτα από την ένσταση του ευεργετήματος της διζήσεως, από το δικαίωμα προβολής εναντίον της εφεσίβλητης όλων των ενστάσεων του πρωτοφειλέτη ακόμη και των μη προσωποπαγών και ιδιαίτερα οποιασδήποτε άλλης ένστασης των άρθρων 852-856, 862-864 και 866-869 του ΑΚ, όπως και από τα δικαιώματα που τυχόν απορρέουν από τα άρθρα αυτά, ενώ με την αυτή επιστολή δήλωσε ότι σε περίπτωση που η υπέρ ης η εγγύηση εταιρία παραβεί οποιαδήποτε από τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει με την ανωτέρω σύμβαση, η εκκαλούσα αναλαμβάνει τη ρητή υποχρέωση να καταβάλει στην εφεσίβλητη, χωρίς οποιαδήποτε αντίρρηση, ολόκληρο ή μέρος του ποσού της εγγύησης, σύμφωνα με τις οδηγίες αυτής (εφεσίβλητης) και αμέσως;
μόλις της το ζητήσει ("σε πρώτη ζήτηση"). Όμως η συμβαλλόμενη ανώνυμη εταιρία δεν υπήρξε συνεπής στις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει έναντι της εφεσίβλητης, μη εξoφλώντας εμπροθέσμως τους περιοδικώς αποστελλόμενους λογαριασμούς κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας στους οποίους περιλαμβάνονταν και οι δόσεις συμμετοχής στις δαπάνες ενίσχυσης του δικτύου ηλεκτροδότησης και επέκτασης του δικτύου μεταφοράς ενέργειας των εργοστασιακών της εγκαταστάσεων για τις οποίες εγγυήθηκε η εκκαλούσα.
Την 13.6.1996 η εταιρία "ΕΚΚΟΚΚΙΣΤΗΡΙΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ Α.Ε." κατέβαλε στην εφεσίβλητη το ποσό των 9.000.000 δραχμών και η τελευταία κοινοποίησε την 20.6.1996 προς την εκκαλούσα το με ..... έγγραφό της, με το οποίο της γνωστοποιούσε ότι η χορηγηθείσα απ' αυτήν εγγυητική επιστολή, ύψους 20.230.156 δραχμών, θα ισχύει εφεξής για 11.230.156 δραχμές, λόγω της προαναφερόμενης καταβολής (ήτοι 20.230.156 - 9.000.000).
Ακολούθως, την 5.2.1997, κατόπιν λογιστικού σφάλματος της αρμόδιας υπαλλήλου της εφεσίβλητης, που εξετάσθηκε και ως μάρτυρας απόδειξης στην παρούσα δίκη και η οποία εσφαλμένα θεώρησε ως εξοφλημένο, πέραν του προηγούμενου ποσού των 9.000.000 δραχμών, και ποσό 5.000.000 δραχμών, ενώ, πράγματι, στο τελευταίο τούτο ποσό περιλαμβάνονται και τόκοι ύψους 2.434.436 δραχμών που δεν μπορούσαν να απαιτηθούν με τη σύμβαση εγγυήσεως και συνεπώς δεν καλύπτονταν από την εγγυητική επιστολή, η εφεσίβλητη κοινοποίησε στην εκκαλούσα το με .....
έγγραφό της, με το οποίο της γνωστοποιούσε ότι η εγγυητική επιστολή θα ισχύσει για 6.230.156 δραχμές (ήτοι 11.230.156 - 5.000.000). Στο ίδιο σφάλμα υπέπεσε η εφεσίβλητη, στηριζόμενο στο προαναφερόμενο αρχικό σφάλμα της αρμόδιας υπαλλήλου της, και με τα με ..... και ..... έγγραφά της, με τα οποία γνωστοποίησε στην εκκαλούσα την 12.8.1997 και 9.10.1997, αντίστοιχα, σε απάντηση σχετικών αιτήσεών της, ότι το υπόλοιπο της εγγυητικής της επιστολής ανήρχετο στο ποσό των 6.230.156 δραχμών, ποσό και το οποίο της ζήτησε να της καταβάλει εντός προθεσμίας 15 ημερών με την από 24.11.1997 εξώδικη δήλωσή της, η οποία επιδόθηκε την 24.11.1997.
Αργότερον, όμως, έγινε αντιληπτό από την εφεσίβλητη το λάθος της υπαλλήλου της και κοινοποίησε στην εκκαλούσα, την 20.1.1998, το με ..... έγγραφό της, γνωστοποιώντας ότι η εγγυητική επιστολή της ισχύει για το ποσό των 11.230.156 δραχμών και εν συνεχεία με την από 4-2-1998 εξώδικη όχληση της, την οποία της κοινοποίησε την 6.2.1998, την καλούσε να της καταβάλει το παραπάνω ποσό εντός προθεσμίας 15 ημερών.
Το ποσό όμως που πράγματι όφειλε η εκκαλούσα στην εφεσίβλητη με βάση τα προαναφερόμενο ανερχόταν σε 8.795.720 δραχμές (ή 25.812,82 ευρώ), όπως άλλωστε και η εξετασθείσα μάρτυρας της τελευταίας βεβαίωσε κατά .ην κατάθεσή της στον αρμόδιο εισηγητή που διορίσθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, και όχι εκείνο των 11.230.156 δραχμών που αξίωσε η άνω εφεσίβλητη με την αμέσως προαναφερόμενη εξώδικη όχλησή της.
Η εκκαλούσα, μετά την κοινοποίηση σ' αυτήν της από 4.2.1998 εξώδικης όχλησης της αντιδίκου της, κοινοποίησε προς αυτήν το από 26.9.1998 έγγραφό της με το οποίο την καλούσε στο κατάστημά της, προκειμένου να εισπράξει το ποσό της κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής, που κατ' αυτήν ανερχόταν στο ποσό των 6.230.156 δραχμών, με ταυτόχρονη επιστροφή του σώματος της εγγυητικής επιστολής, πρόσκληση την οποία δεν αποδέχθηκε η εφεσίβλητη.
Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά η αξίωση της εφεσίβλητης κατά της εκκαλούσας ανέρχεται στο ποσό των 25.812,82 ευρώ (που αντιστοιχεί σε 8.795.720 δραχμές), ποσό το οποίο υποχρεούται να της καταβάλει με το νόμιμο τόκο από της επομένης της επιδόσεως της αγωγής της και όχι οπό την επομένη της 26.2.1998, όπως ζητεί με την αγωγή της αυτή (εφεσίβλητη), αφού ενόψει των προηγηθεισών επιστολών της προς την εκκαλούσα, υπήρχε αμφιβολία ως προς το πραγματικό ύψος της οφειλής της".
Από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των αιτιολογιών αυτών προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και απέρριψε τον διατυπωθέντα και με τον σχετικό λόγο εφέσεως ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι το ποσό ήδη των (8.795.720 -6.230.156) 2.565.564 δρχ. (7.529,11 €) αφορούσε δαπάνη καταναλώσεως ηλεκτρικού ρεύματος και με την έννοια αυτή δεν εκαλύπτετο κατά τούτο με την εγγυητική επιστολή.
Επομένως ο σχετικός πρώτος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως, με αναφορά στο άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, ελέγχεται ως αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, σε αντιδιαστολή με τις υπάρχουσες ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.
Ως "ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση της, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και ειδικότερα εκείνοι που τείνουν στην θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο (ΑΠ 1255/2004).
Με τους δεύτερο και έκτο κατά σειρά λόγους αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ότι από το αιτιολογικό αυτής δεν προκύπτει κατά τρόπο επαρκή, σαφή και χωρίς αντιφάσεις (α) αν η εγγυητική επιστολή καλύπτει και την δαπάνη καταναλώσεως ρεύματος και στην αρνητική περίπτωση το ποσό που αφορούσε την εν λόγω δαπάνη και εκείνο της επεκτάσεως του δικτύου μεταφοράς ενεργείας και ενισχύσεως του δικτύου ηλεκτροδοτήσεως και (β) ο προσδιορισμός του ποσού της οφειλής της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη.
Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως αξιολογούνται ως αβάσιμοι. Ειδικότερα με τις αιτιολογίες της με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις διαλαμβάνει τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι η εγγυητική επιστολή καλύπτει μόνο την απαίτηση της αναιρεσίβλητης από τη συμμετοχή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΚΚΟΚΙΣΤΗΡΙΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ ΑΕ" στην δαπάνη επεκτάσεως του δικτύου μεταφοράς ενεργείας και ενισχύσεως του δικτύου ηλεκτροδοτήσεως, για την οποία δόθηκε η εγγυητική επιστολή της αναιρεσείουσας, και με την έννοια αυτή δικαιολογούσαν την εφαρμογή των ρυθμιζόντων την έννομη αυτή σχέση κανόνων δικαίου, στους οποίους στηρίχθηκε η επιδικασθείσα σε βάρος της τελευταίας αξίωση της αναιρεσίβλητης.
Περαιτέρω, προκειμένης εγγυητικής επιστολής, με ρήτρα πληρωμής "σε πρώτη ζήτηση", η αναιρεσίβλητη δικαιούται και η αναιρεσείουσα υποχρεούται να καταβάλει το ποσό της εγγυητικής επιστολής, χωρίς να παρέχεται η νομική δυνατότητα στην τελευταία να αμφισβητήσει τον λόγο της καταπτώσεώς της και το υπαρκτό και έγκυρο της οφειλής και επομένως τα θέματα αυτά δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο της δίκης.
Κατά συνέπεια ο προσδιορισμός της απαιτήσεως της αναιρεσίβλητης από την εγγυητική μέχρι του ποσού αυτής δεν αποτελεί ισχυρισμό θεμελιωτικό του δικαιώματος αυτής και "ζήτημα" κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια, ώστε η έλλειψη κατά τούτο αιτιολογίας της αποφάσεως να στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδ. β ΚΠολΔ, ή παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνον αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να εξεύρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει εις αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς.
Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν τα διδάγματα της κοινής πείρας χρησιμεύουν για την εξακρίβωση της υπάρξεως πραγματικών περιστατικών ή της αξιοπιστίας των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη και επομένως ο λόγος αναιρέσεως με τέτοιο περιεχόμενο είναι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ απαράδεκτος (ΑΠ 24/2005).
Με τον τρίτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως υποστηρίζεται, με αναφορά στο άρθρο 559 αριθμ. 1 εδ. β ΚΠολΔ, ότι η παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας ότι η γνωστοποίηση από την αναιρεσίβλητη προς την αναιρεσείουσα με τα από 31-1-1997, 30-7-1997 και 2-10-1997 έγγραφά της ότι η κατά της τελευταίας απαίτησής της από την εγγυητική επιστολή ανέρχεται στο ποσό των 6.230.156 δρχ.
οφείλεται σε λογιστικό λάθος της αρμόδιας υπαλλήλου της, δεν δικαιολογείται για την αναιρεσίβλητη δημόσια επιχείρηση, η οποία διαθέτει πλήρη νομική κάλυψη και άρτια και ειδικά οργανωμένες και στελεχωμένες οικονομικές και λογιστικές υπηρεσίες. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αξιολογείται προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι η επικαλουμένη με τον τρόπο αυτό παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Επιπρόσθετα δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη ευθεία παραβίαση των άρθρων 847, 851, 361 ΑΚ. Με τον επόμενο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως ιστορείται ότι μετά την από 2-10-1997 δήλωση της αναιρεσίβλητης ότι η οφειλή της αναιρεσείουσας από την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής ανέρχεται στο ποσό των 6.230.156 δρχ.
και την αποδοχή της από την τελευταία στις 26-2-1998 αναλώθηκε το περί τούτου δικαίωμά της και επομένως για την διαφοροποίηση του ποσοτικού προσδιορισμού της εν λόγω αξιώσεώς της έπρεπε να ακυρωθεί η αρχική δήλωσή της κατά τις διατάξεις των άρθρων 140, 154 ΑΚ, τις οποίες, ως και εκείνες των άρθρων 847, 851, 361 ΑΚ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι με τον τρόπο αυτό παραβίασε, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός ελέγχεται ως ερειδόμενος επί αναληθούς από νομική άποψη προϋποθέσεως, δοθέντος ότι δεν πρόκειται περί δηλώσεως δικαιοπρακτικής βουλήσεως, ώστε να απαιτείται, για την ανατροπή των εννόμων αποτελεσμάτων της, η λόγω πλάνης ακύρωσή της. Απομένει προς έρευνα ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση, αναφορικά με το κεφάλαιο αυτής περί τόκων, ευθεία παράβαση των άρθρων 349, 351 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αξιολογείται προεχόντως ως απαράδεκτος ελλείψει του απαιτουμένου προς τούτο εννόμου συμφέροντος (ΚΠολΔ 66, 556 ΑΠ 1061/2006), εφόσον η εν λόγω παρεπόμενη περί τόκων αξίωση της αναιρεσίβλητης έγινε δεκτή με την προσβαλλόμενη απόφαση για τον από της επιδόσεως της αγωγής χρόνο, κατά το άρθρο 346 ΑΚ, το οποίο εφαρμόζεται ανεξάρτητα από την υπερημερία ή υπαιτιότητα του οφειλέτη για την καθυστέρηση (Ολ ΑΠ 41/2002).
Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 26/21-3-2006 αίτηση για αναίρεση της 253/14-4-2005 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ