Supreme Court allows co-owner's claim for rent share from exclusive user of common property.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece overturned the Court of Appeal's dismissal of a co-owner's lawsuit seeking a share of the rental value derived from exclusive use of a shared residence. The lower court had rejected the claim because the plaintiff failed to prove the defendant exclusively occupied the entire property, noting she was confined to spaces proportional to her one-quarter share. The Supreme Court ruled that the right to use common property is independent of share size and that the defendant's confinement to specific rooms constituted an exclusive use that legally entitled the plaintiff to a corresponding rent share.
Legislator headnote
AI generatedArticles 786, 787, 792, 782, 1113 of the Civil Code; The right of a co-owner to use common property is independent of their share, and if one co-owner exercises exclusive use, the others are entitled to claim a share of the benefit equivalent to the rental value of their portion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1793 / 2006 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1793/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας : ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Δημόπουλο. Της αναιρεσίβλητης : ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Παπαγεωργίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-4-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 3811/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 5932/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30 Νοεμβρίου 2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 18 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 786, 787, 792 παρ. 1, 961, 962 και 1113 Α.Κ. προκύπτει, ότι σε περίπτωση αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν από τους κοινωνούς, δικαιούνται οι άλλοι, και αν ακόμη δεν πρόβαλαν αξίωση για σύγχρηση, να απαιτήσουν από εκείνον που έκανε αποκλειστική χρήση, ανάλογη μερίδα από το όφελος, το οποίο από την αιτία αυτήν αποκόμισε και συνίσταται, προκειμένου περί αστικού ακινήτου, το οποίο εκ κατασκευής προορίζεται ως κατοικία, στην, κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσεως, μισθωτική αξία της μερίδας των άλλων κοινωνών, η οποία αποτελεί και την, κατά τις πιο πάνω διατάξεις, αποδοτέα ωφέλεια.
Εξάλλου, το δικαίωμα του καθενός από τους κοινωνούς, για χρήση του κοινού αντικειμένου, είναι ανεξάρτητο από τη μερίδα του σ΄ αυτό και τούτο διότι η εξουσία του κοινωνού πάνω στο κοινό αντικείμενο διακρίνεται μεν θεωρητικά σε ιδανική μερίδα, όχι όμως και πρακτικά, γιατί οι υλικές πράξεις με τις οποίες ασκείται αυτή η άμεση εξουσία, δεν επιδέχονται επιμερισμό, ώστε ο καθένας να ασκεί τόσο ποσοστό εξουσίας, όσο αντιστοιχεί στο μερίδιό του.
΄Ετσι, αν το κοινό αντικείμενο βρίσκεται υπό την κατοχή ενός από τους κοινωνούς, αυτός δικαιούται στη συνολική χρήση του και όχι μόνο τόσου μέρους από αυτό, όσο αντιστοιχεί στη μερίδα του, υπό την προϋπόθεση όμως ότι δεν κωλύεται η σύγχρηση των λοιπών κοινωνών, ήτοι εκείνη η οποία ασκείται πράγματι ή αξιώνεται από αυτούς και όχι εκείνη, η οποία θα μπορούσε ενδεχομένως και αφηρημένα να αξιωθεί, διότι έτσι καθορίζεται η έκταση του δικαιώματος της Α.Κ. 787, αλλά δεν υπάρχει παρακώλυση της συγχρήσεως, όταν δεν ασκείται ή δεν αξιώνεται καμιά σύγχρηση ή δεν καθορίζεται από τους λοιπούς κοινωνούς το περιεχόμενό της.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε ανελέγκτως, ύστερα από εκτίμηση αποδείξεων, τα ακόλουθα : Στις 30-7-2001 αποβίωσε ο ...., πατέρας της ενάγουσας (ήδη αναιρεσείουσας) και σύζυγος της εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης) αντίστοιχα και κληρονομήθηκε από αυτές κατά τα 3/4 και 1/4 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα.
Στην κληρονομιαία περιουσία του δικαιοπαρόχου των διαδίκων περιλαμβάνεται και ένα οικόπεδο, εμβαδού 1.445,70 τ.μ., που βρίσκεται στη ...., πάνω στο οποίο από το έτος 1974 έχει ανεγερθεί οικοδομή. Η οικοδομή αυτή αποτελείται από μεζονέτα που περιλαμβάνει ισόγειο, επιφάνειας 142,41 τ.μ., πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο, επιφάνειας 96,41 τ.μ.
και υπόγειο επιφάνειας 26,10 τ.μ.. Επίσης στο ίδιο οικόπεδο έχουν ανεγερθεί, για την εξυπηρέτηση της κύριας οικοδομής, ισόγειος κλειστός χώρος στάθμευσης (γκαράζ), επιφάνειας 59,54 τ.μ. και ισόγεια αποθήκη επιφάνειας 12 τ.μ.. Το ισόγειο της κύριας οικοδομής αποτελείται από κουζίνα, λουτρό, τραπεζαρία, μεγάλο σαλόνι και κλιμακοστάσιο και ο πρώτος πάνω από το ισόγειο όροφο της ίδιας οικοδομής αποτελείται από πρόχειρο καθιστικό, δύο μεγάλα υπνοδωμάτια, ένα λουτρό και δύο εξώστες.
Το ακίνητο αυτό με τους βοηθητικούς του χώρους χρησιμοποιήθηκε ως παραθεριστική κατοικία της οικογένειας ...... για είκοσι περίπου χρόνια, ενώ τα τελευταία δέκα χρόνια πριν από τον θάνατο του Ιωάννη Μοίρα, η οικοδομή αυτή χρησιμοποιήθηκε ως μόνιμη κατοικία τoυ .... και της εναγόμενης συζύγου του. Εξάλλoυ η ενάγουσα, μετά τον γάμο της, διαμένει με την οικογένειά της στο Παλαιό Φάληρο, ενώ ο σύζυγος της είναι ναυτικός.
Η εναγομένη, με μηνιαία εισοδήματα συνολικά 700 Ευρώ περίπου, από σύνταξη και από μισθώματα δύο μικρών διαμερισμάτων, που βρίσκονται σε πολυκατοικία απέναντι από την επίδικη οικία, μετά το θάνατο του συζύγου της, συνέχισε μεν να διαμένει στη μέχρι τότε επίδικη συζυγική κατοικία, κατά κύριο λόγο για συναισθηματικούς και ψυχολογικούς λόγους, αλλά περιορίσθηκε με την οικοσκευή της σε ένα δωμάτιο, το λουτρό και την κουζίνα, δηλαδή σε χώρους ανάλογους προς την εξ αδιαιρέτου μερίδα της, χωρίς να έχει ανάγκη από πραγματικούς αλλά και οικονομικούς λόγους να χρησιμοποιεί όλη την οικοδομή των 280 τ.μ..
Μεταξύ των διαδίκων αντηλλάγησαν εξώδικες δηλώσεις, όπως η από 27-9-2001 της ενάγουσας, η από 8-10-2001 της εναγομένης, η από 15-3-2002 της εναγομένης, η από 31-3-2002 της εναγομένης και η από 29-5-2002 της ενάγουσας, ενώ στις 10-5-2002 ασκήθηκε η κρινόμενη αγωγή. Αιτία της διαφωνίας των διαδίκων ήταν η επιθυμία της ενάγουσας για χρήση της κοινής επίδικης οικίας, με την έννοια της εκμισθώσεως σε τρίτο και εγκατάσταση της εναγόμενης μητέρας της σε ένα από τα δύο δυάρια διαμερίσματά της που προαναφέρθηκαν.
Από την άλλη πλευρά η εναγόμενη μητέρα, εύλογα τότε, επικαλούμενη συναισθηματικούς και ψυχολογικούς λόγους για τον πρόσφατο τότε θάνατο του συζύγου της (1-7-2001), καθ' όλο το αμέσως επίδικο μεταθανάτιο χρονικό διάστημα των 17 μηνών από 1-8-2001 έως 31-12-2002, προσέφερε στην ενάγουσα κόρη της τα κλειδιά του επιδίκου και προσφέρθηκε σε σύγχρησή του με την ενάγουσα κόρη της, την οποία ποτέ δεν απέκλεισε από τη σύγχρηση, αφού συνέχισε να χρησιμοποιεί μόνο το ανάλογο προς την μερίδα της κατά τα προαναφερθέντα μέρη του κοινού ακινήτου και την πρoσκάλεσε σπουδαίως να εγκατασταθεί σε διακεκριμένα τμήματα του ακινήτου, ανάλογα με την εξ αδιαίρετου μερίδα της.
Πέρα δε από αυτά, η εναγομένη, πάντοτε αναγνωρίζουσα τα εξ αδιαιρέτου δικαιώματα της κόρης της ενάγουσας, υπέδειξε και πρότεινε προς αυτήν οικονομικά πρόσφορους τρόπους διανομής του ακινήτου και ανοικοδόμησή του με αντιπαροχή. Με τα πιο πάνω περιστατικά, είπε το Εφετείο, ναι μεν συνέτρεχε πάντοτε περίπτωση δικαστικού καθορισμού της χρήσεως της κοινής επίδικης οικίας, λόγω της υπάρχουσας διαφωνίας των διάδικων κοινωνών, ενδεχόμενα σύμφωνα και με τις επιθυμίες της ενάγουσας, που διέθετε και την πλειοψηφία των μερίδων της κοινωνίας (3/4 προς 1/4).
Όμως δεν αποδείχθηκε, στο στάδιο της προκείμενης αντιδικίας, η ύπαρξη της ένδικης αξιώσεως στο πρόσωπο της ενάγουσας από τις διατάξεις των άρθρων 785, 787, 792, 782 και 1113 Α.Κ. για την απόληψη των ένδικων ωφελημάτων σε βάρος τής εναγόμενης μητέρας της αφού, δεν αποδείχθηκε η εκ μέρους της τελευταίας αποκλειστική χρήση της επίδικης οικίας σε ποσοστό πλέον της εξ αδιαιρέτου μερίδας της του 1/4.
Και με τις σκέψεις αυτές απέρριψε ως αβάσιμη κατ΄ ουσίαν την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή, επικαλούμενη αποκλειστική χρήση από την αναιρεσίβλητη της κοινής οικίας τους, ζητούσε την ανάλογη προς τη μερίδα της ωφέλεια που η τελευταία αποκόμισε από τη χρήση αυτή. ΄Ετσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 787 Α.Κ., διότι, αφού δέχτηκε ότι η αναιρεσίβλητη διέμενε μόνη "στη μέχρι τότε επίδικη συζυγική οικία", έχοντας έτσι αυτήν στην κατοχή της και παρακωλύοντας την αναιρεσείουσα στη σύγχρηση της οικίας, με την έννοια, όπως η τελευταία αξίωνε, κατά τις παραδοχές της απόφασης, της εκμίσθωσής της σε τρίτο, εκ του πράγματος δέχτηκε αποκλειστική χρήση της επίδικης οικίας από την αναιρεσίβλητη, ότι δηλαδή πληρούται το πραγματικό του πιο πάνω κανόνα δικαίου, κατ΄ εφαρμογή του οποίου έπρεπε να γίνει δεκτή η αγωγή, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή το γεγονός ότι, κατά τις παραδοχές επίσης της απόφασης, η αναιρεσίβλητη "περιορίστηκε με την οικοσκευή της σε ένα δωμάτιο, το λουτρό και την κουζίνα, δηλαδή σε χώρους ανάλογους προς την εξ αδιαιρέτου μερίδα της" και προσκάλεσε την αναιρεσείουσα "να εγκατασταθεί σε διακεκριμένα τμήματα του ακινήτου ανάλογα με την εξ αδιαιρέτου μερίδα της", αφού, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, τα όρια της χρήσεως του κοινού αντικειμένου από έναν από τους κοινωνούς προσδιορίζονται από την πραγματικά ασκούμενη σύγχρηση από τους λοιπούς κοινωνούς ή με εκείνη που αξιώνεται από αυτούς.
Επομένως ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος.
ΙΙ. Κατ΄ ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ.), να καταδικαστεί δε η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 183, 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5932/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Νοεμβρίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ