Supreme Court dismisses appeal against family law judgment due to defendant's absence and vague grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by the mother and daughter against a first-instance judgment regarding child support and custody. The defendant, the father, failed to appear at the hearing, and the appellants' arguments regarding unproven facts were deemed inadmissible due to vagueness and lack of specificity. Consequently, the court upheld the lower court's decision on the merits while ordering the return of the security deposit.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576, 568, 498 of the Code of Civil Procedure; Article 226, Article 575; Article 559, Article 561 of the Code of Civil Procedure: If a party fails to appear or participates improperly, the Supreme Court examines the legality of the summons and declares the hearing inadmissible if procedural requirements are not met; appeals based on vague allegations of unproven facts without specifying their impact on the judgment are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1792 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1792/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Αναστασία Παπαδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Σ. Κ. του Δ., κατοίκου ... Αττικής, ως ασκούσας την επιμέλεια της ανήλικης θυγατέρας της Δ. Γ. του Κ., και ήδη Δ. Γ. του Κ., που συνεχίζει πλέον ατομικά τη δίκη στο όνομά της, μετά την ενηλικίωσή της, 2) Ε. Γ. του Κ., κατοίκου ... Αττικής, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μαρίνα Γαρυφαλάκη και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Γ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια των ως άνω αναιρεσειουσών, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η Δ. Γ. του Κ., ενηλικιώθηκε, παρίσταται ατομικά και εκπροσωπείται από την ίδια.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 1/3/2010 και 1/11/2012 αγωγές της αρχικά πρώτης αναιρεσείουσας και την από 4/12/2013 ανταγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 812/2012 και 2110/2014 οριστικές του ίδιου Δικαστηρίου και 436/2017 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 23/7/2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1, 2 και 3, 568 παρ. 1 και 498 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει εάν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση ή, όταν την επισπεύδει άλλος, εάν αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ` και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατά το άρθρο 575 εδ. β` του ιδίου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, υπό την προϋπόθεση ότι ο απολειπόμενος κατά την μετ` αναβολή δικάσιμο διάδικος, είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο ή είχε νόμιμα παραστεί κατά την ίδια δικάσιμο, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του, καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο (ΚΠολΔ 573, ΑΠ 151/2021, ΑΠ 61/2020, ΑΠ 110/2020, ΑΠ 251/2020, ΑΠ 801/2017, ΑΠ 593/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στη αρχική δικάσιμο της 24-5-2021, με αριθμό πινακίου 35, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (άρθρο 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ) και ορίσθηκε προθεσμία κοινοποίησης αυτής προ εξήντα (60) ημερών.
Εξάλλου, από την υπ` αριθ. 2044/2-3-2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Κέρκυρας, Χριστίνας Μανιάκη, την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείουσες, που επισπεύδουν τη συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω αρχικά ορισθείσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε εκ του πινακίου (άρθρο 226 παρ. 4 ΚΠολΔ) για τη σημερινή δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με παραγγελία της πληρεξούσιας δικηγόρου των αναιρεσειουσών, Μ.
Γ., προς τον αναιρεσίβλητο. Επομένως και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η αναβολή εκ του πινακίου επέχει θέση κλήτευσης, εφόσον ο απολειπόμενος αναιρεσίβλητος είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αρχική δικάσιμο Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, δεν εμφανίστηκε ο αναιρεσίβλητος ούτε κατέθεσε δήλωση μη παράστασης κατ` αρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ (που εφαρμόζεται και κατά την αναιρετική δίκη, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως οι επισπεύδουσες τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείουσες.
Επομένως, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 περ. γ` σε συνδυασμό με 226 παρ. 4 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία του, σα να ήταν και αυτός παρών.
ΙΙ. Από το συνδυασμό των άρθρων 127 ΑΚ και 63 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι αυτός που συμπλήρωσε το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία και μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Επομένως, μετά την ενηλικίωση του μέχρι τότε ανίκανου παράστασης στο δικαστήριο με το δικό του όνομα διαδίκου, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νομίμου αντιπροσώπου του (ήτοι των ασκούντων, κατ` άρθρο 1510 ΑΚ, τη γονική μέριμνα αυτού γονέων του, κλπ) και χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης, κατ` άρθρο 286 ΚΠολΔ, συνεχίζεται η διαδικασία με τη συμμετοχή του ενήλικου διαδίκου.
Αν δε η ενηλικίωση αυτού έλαβε χώρα μετά την έκδοση της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η αναίρεση κατά της απόφασης αυτής πρέπει να ασκείται από αυτόν ή κατ` αυτού (αν ο αναιρεσείων έλαβε γνώση της ενηλικίωσής του μέχρι την άσκηση της αναίρεσης), στο δικό του όνομα και όχι στο όνομα του τέως αντιπροσώπου του.
Τυχόν ασκηθείσα στο όνομα του τελευταίου (αντιπροσώπου του) είναι απαράδεκτη, εκτός αν εγκριθεί εκ των υστέρων από τον ήδη ενήλικο ως δικαιούχο διάδικο (ΑΠ 36/2021, ΑΠ 1136/2021, ΑΠ 363/2018, ΑΠ 804/2017). Η ικανότητα του διαδίκου να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα, αναγόμενη σε διαδικαστική προϋπόθεση, κατ` άρθρο 63 ΚΠολΔ, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, κατ` άρθρο 73 ΚΠολΔ, εφόσον από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους στοιχεία προκύπτουν οι προϋποθέσεις αυτής, δηλαδή η προηγηθείσα της άσκησης της αναίρεσης ενηλικίωση του διαδίκου και η κατά την άσκηση αυτής γνώση του γεγονότος τούτου από τον αναιρεσείοντα (ΑΠ 1136/2021, ΑΠ 1695/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, η 1η αναιρεσείουσα, Δ. Γ. του Κ., της οποίας την επιμέλεια κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης, στις 30-7-2019, ασκούσε η μητέρα της, Σ. Κ. του Δ., δήλωσε στο ακροατήριο ότι ενηλικιώθηκε το έτος 2020 και ότι συνεχίζει πλέον ατομικά τη δίκη στο όνομά της.
Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης συνεχίζεται παραδεκτά από την 1η αναιρεσείουσα, ατομικά κατ' άρθρ. 127 και 63 ΑΚ, χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης κατ' άρθρ. 286 ΚΠολΔ. Επίσης, παραδεκτά η 2η αναιρεσείουσα Ε. Γ. του Κ., άσκησε ατομικά στο όνομά της την ένδικη αίτηση αναίρεσης, διότι αυτή ενηλικιώθηκε στις 24-2-2019, δηλαδή πριν από την άσκηση της αναίρεσης με την κατάθεσή της (30-7-2019) και μετά από τη συζήτηση της έφεσης στις 12-1-2017, κατά την οποία είχε εκπροσωπηθεί από τη μητέρα της, που ασκούσε την επιμέλειά της δυνάμει δικαστικής απόφασης λόγω διάστασης των γονέων.
ΙΙΙ. Με την κρινόμενη από από 23-7-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 801/62/30-7-2019 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών περί διατροφής υπ' αριθμ. 436/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, το οποίο, συνεκδικάζοντας τις εφέσεις του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου κατά των υπ' αριθμ. 812/2010 και 2110/2014 οριστικών αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που είχαν δεχθεί μερικά τις από 1-3-2010 και 1-11-2012 αγωγές των αναιρεσειουσών περί καταβολής διατροφής, επιδικάζοντας στις τελευταίες τα ποσά των 250,00 και 380,00 ευρώ αντίστοιχα, απέρριψε την 912/24-10-2014 έφεση του εναγομένου κατά της 2110/2014 απόφασης, και αφού έκανε δεκτή την 762/26-7-2012 έφεση του εναγομένου κατά της υπ' αριθ. 812/2012 απόφασης και εξαφάνισε την εκκαλουμένη, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και έκανε δεκτή μερικά την αγωγή ως κατ` ουσίαν βάσιμη, επιδικάζοντας ως διατροφή για τα έτη 2010, 2011 και 2012 τα αναφερόμενα μικρότερα ποσά.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η τελευταία δεν επιδόθηκε και δημοσιεύθηκε μετά την 1-1-2016 (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1KΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ), ενώ για την άσκησή της δεν απαιτείται καταβολή παραβόλου, εφόσον πρόκειται για διαφορά του άρθρου 592 αριθμ. 3 ΚΠολΔ (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, διατροφή λόγω συγγένειας).
ΙV. Α'. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του KΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 KΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 81/2020).
Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).
Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 παρ 1 του KΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσίαν, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 183/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017).
Β'. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α` του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση, πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος, από αυτή, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται, καθόλου, πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Για να είναι όμως, ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις, που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1184/2015).
Επομένως, η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ. 19 του KΠολΔ), πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα, προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης, ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση, τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο, σχετικού λόγου αναίρεσης(ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 183/2020, ΑΠ 319/2017).
Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτών των αναιρετικών λόγων, αφού έτσι δεν είναι δυνατή η στοιχειοθέτησή τους με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου (ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 81/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο αναιρετικό λόγο κατά τα δύο σκέλη αυτού, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι προβλεπόμενες από τους αριθ 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αντίστοιχα, πλημμέλειες, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του αναφορικά με τις οικονομικές δυνατότητες των διαδίκων συζύγων προς συνεισφορά στη διατροφή των ανήλικων τέκνων τους και τον προσδιορισμό του μέτριου διατροφής των τελευταίων:
α) αφενός κατά παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1489 παρ.2 και 1493 ΑΚ, διότι καθ' α διατείνονται, προσδιόρισε την υποχρέωση συνεισφοράς της μητέρας τους για το έτος 2010 σε 430,00 ευρώ και για τα δύο τέκνα έναντι 470,00 του πατέρα τους, και για το έτος 2011 σε 420,00 ευρώ έναντι 330,00 του πατέρα τους, παρόλο που ο τελευταίος είχε υψηλότερο μισθό και ακίνητη περιουσία και χωρίς λάβει υπόψη την παροχή στέγης της μητέρας προς τα ανήλικα και β) αφετέρου, διότι στην απόφασή του διαλαμβάνει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αφού, δεν προσδιορίζει τις καθαρές αποδοχές της μητέρας τους για τον υπολογισμό των οικονομικών δυνατοτήτων της στη διατροφή των ανήλικων τέκνων τους για το έτος 2011, δεν προσδιορίζει τα έξοδα μετάβασης του εναγομένου πατέρα τους στην Αθήνα για να επικοινωνεί με τις ανήλικες και τα έξοδα μετάβασης των τελευταίων στην Κέρκυρα, τα οποία ωστόσο λαμβάνει υπόψη κατά τον προσδιορισμό των βιοτικών του αναγκών, αλλά δεν είναι σαφές ότι λαμβάνονται υπόψη και κατά τον προσδιορισμό των οικονομικών του δυνατοτήτων, δεν αιτιολογείται πώς προκύπτει το άθροισμα των εισοδημάτων των διαδίκων, δεν είναι σαφές εάν κατά τον προσδιορισμό της οικονομικής δυνατότητας του εναγομένου υπολογίστηκε η ακίνητη περιουσία του και δεν αιτιολογεί γιατί τα έξοδα των ανηλίκων έβαιναν μειούμενα τα έτη 2011 και 2012 σε σχέση με το 2010 (που είχαν προσδιοριστεί σε 900,00 ευρώ) ενώ από τις αποδείξεις προέκυψε ότι αυτά αυξανόταν κατ' έτος.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πρώτος λόγος αναίρεσης και κατά τα δύο σκέλη του είναι αόριστος και συνακόλουθα απαράδεκτος, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, διότι στην ένδικη αίτηση αναίρεσης δεν διαλαμβάνονται με πληρότητα, όπως είναι αναγκαίο, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για τον προσδιορισμό των οικονομικών δυνατοτήτων των διαδίκων συζύγων προς συνεισφορά στη διατροφή των ανήλικων τέκνων τους και για τον προσδιορισμό του μέτριου διατροφής των τελευταίων, υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη των εκ των αριθ 1 και 19 του άρθρου 559 του KΠολΔ λόγων αναίρεσης.
Ειδικότερα οι αναιρεσείουσες περιορίζονται στο να διαλάβουν στο αναιρετήριο μόνο το συμπέρασμα της ουσιαστικής κρίσης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα που ανάγεται στην εσφαλμένη εφαρμογή των πιο πάνω επικαλουμένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, χωρίς να αναφερθούν, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, στις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που οδήγησαν το δικαστήριο της ουσίας στο ανωτέρω συμπέρασμα.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης και κατά τα δύο σκέλη του πρέπει ν` απορριφθεί. Σε κάθε δε περίπτωση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του λόγου, προβάλλονται αιτιάσεις για την, κατ` άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και συνεπώς ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και εκ του λόγου ότι υπό το πρόσχημα της παραβίασης των ως άνω διατάξεων πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου περί τα πράγματα.
IV. Κατά το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, δηλαδή χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν δεν εκθέτει στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι` αυτά.
Ο λόγος, όμως, αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ουσία της υπόθεσης με βάση τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται σε αυτήν (ΑΠ 138/2020, ΑΠ 76/2013). Εξάλλου, ο όρος "πράγματα", στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, ήτοι ως "πράγματα", κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση και όχι οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής ή της ένστασης, ούτε εκείνοι που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 247/2012).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιο "πράγμα", υπό την προαναφερθείσα έννοια, λήφθηκε υπόψη χωρίς απόδειξη και ποια η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό (ΑΠ 138/2020). Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.11 KΠολΔ, στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο:
α)ποιες είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν και τις οποίες έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, β) ο ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που είχε αυτός στο διατακτικό της απόφασης. Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, κατά το σχετικό σκέλος αυτού από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, και ειδικότερα δέχθηκε ότι:
α) Ο εναγόμενος-αναιρεσίβλητος για όλο το επίδικο διάστημα, ήτοι από 9-3-2010 έως 8-3-2012, κατέβαλε ενοίκιο 380,00 ευρώ και β) Ότι ο εναγόμενος καλύπτει τα έξοδα μετάβασής του στην Αθήνα για να επικοινωνεί με τις ανήλικες κόρες του, όπως και τα έξοδα μετάβασης αυτών στην Κέρκυρα τους θερινούς μήνες, χωρίς ωστόσο να έχουν αποδειχθεί τα ανωτέρω από τα αποδεικτικά στοιχεία της υπόθεσης.
Ο λόγος είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν επικαλούνται οι αναιρεσείουσες την επίδραση του λόγου αυτού στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση, το Εφετείο διαμόρφωσε την ουσιαστική του κρίση και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, τις αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, και τα έγγραφα που προσκομίστηκαν νόμιμα και, επομένως, δεν δέχθηκε, παρά το νόμο, "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Οι αναιρεσείουσες απλώς, με το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσης του λόγου αυτού στο παραπάνω άρθρο, πλήττουν την, αναιρετικά, ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 KΠολΔ), με επαναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη για τα πράγματα κρίση.
Ο ίδιος ως άνω λόγος αναίρεσης προβαλλόμενος ως παραβίαση από τον αρ. 11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι με τις ως άνω παραδοχές του το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, είναι αόριστος και απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον δεν προσδιορίζεται με το αναιρετήριο ποιες ήταν οι αποδείξεις, τις οποίες το Δικαστήριο έλαβε υπόψη χωρίς να προσκομισθούν νόμιμα και η επίδρασή τους στο διατακτικό της απόφασης.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, διατασσομένης όμως της επιστροφής του αχρεωστήτως καταβληθέντος παραβόλου στις αναιρεσείουσες καθόσον επί των διαφορών από διατροφή, όπως η ένδικη, δεν υφίσταται υποχρέωση καταβολής του (άρθρ. 495 παρ. 3 σε συνδ.
με 592 §3 ΚΠολΔ). Τέλος, δεν γίνεται λόγος, στην προκειμένη περίπτωση, περί δικαστικών εξόδων, αφού ο αναιρεσίβλητος, που νίκησε δεν υποβλήθηκε σε τέτοια έξοδα, λόγω της ερημοδικίας του (άρθρα 106 εδ. α` και 191 παρ. 2 KΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23-07-2019 αίτηση των: 1) Δ. Γ. του Κ. και 2) Ε. Γ. του Κ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 436/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στις αναιρεσείουσες του καταβληθέντος παραβόλου. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Οκτωβρίου 2022.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ