Legislator Case Law & Legislation
1792/2012 AI generated

1792/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1792/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Απριλίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/12/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1691/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4702/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/6/2010 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1792/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1792 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1792/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Απριλίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Βερβεσού και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΡΓΑ ΟΣΕ (ΕΡΓΟΣΕ) Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Χριστοδούλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/12/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1691/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4702/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/6/2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 11/4/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία ) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή του (ΟλΑΠ 44/1990).

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης με ανεπάρκεια (ασάφεια) αιτιολογιών, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, εφόσον στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση, δεν εισήλθε στην κατ' ουσία διερεύνηση της υποθέσεως, (παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα), αλλά εκτιμώντας το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής απέρριψε αυτή ως μη νόμιμη.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 7/2006).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε με ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, καθόσον "τα πραγματικά γεγονότα τα οποία διαπίστωσε ... μετά προηγουμένη ουσιαστική έρευνα των αγωγικών ισχυρισμών (του) και της υποθέσεως εν γένει" κατέληξε σε αντίθετες κρίσεις προς "τα γεγονότα τα οποία συγκροτούσαν τους αγωγικούς ισχυρισμούς (του)".

Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως της αοριστίας του (στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η παραβίαση της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ,), στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δεν ερεύνησε κατ' ουσία την υπόθεση, αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη και ως εκ τούτου δεν διέλαβε στην απόφασή του πραγματικές παραδοχές, δηλαδή πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, αλλά μόνο κρίσεις και επιχειρήματα που συνήγαγε από το περιεχόμενο της αγωγής και τις διατάξεις των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που παρέθεσε και εφάρμοσε.

Σχετικά με την ειδικότερη αιτίαση, ότι τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά μπορούσαν να υπαχθούν στο πραγματικό της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ, και επομένως το Εφετείο με το να απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔικ επισημαίνονται τα εξής:

Ο αναιρεσείων (ενάγων) με την αγωγή του εξέθεσε ότι είχε προσληφθεί από την εναγομένη θυγατρική εταιρεία του Ο.Σ.Ε, που ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, στις 15-4-2002 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ήτοι ενός (1) έτους για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως μηχανικός-μηχανολόγος, ότι κατά τη λήξη της η σύμβασή του ανανεώθηκε για ένα ακόμη έτος και ότι μετά τη λήξη της (15-4-2004) οι εκπρόσωποι της εναγομένης τον προέτρεψαν να μη προσφύγει δικαστικώς προκειμένου να αναγνωριστεί ότι οι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας του συνιστούσαν μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, αλλά να υποβάλλει αίτηση για την υπαγωγή του στο καθεστώς του ΠΔ 164/2004 (που αφορά στο προσωπικό του Δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και ισχύει από 19-7-2004) και ότι στη συνέχεια σε σχετική του αίτηση του απάντησαν ότι δεν υπάγεται στις διατάξεις του εν λόγω Π.

Δ/τος με αποτέλεσμα να απωλέσει τη συγκεκριμένη θέση εργασίας του και να υποστεί ζημία συνιστάμενη στο μισθό που θα εισέπραττε κατά το αναφερόμενο χρονικό διάστημα από το μήνα Αύγουστο 2004 μέχρι και το μήνα Δεκέμβριο 2005. Όμως, ο αναιρεσείων δεν δικαιούνταν να προσφύγει στη ρύθμιση των διατάξεων του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004 και να ζητήσει την αναγνώριση της εργασιακής του συμβάσεως ως αόριστης διάρκειας, διότι η σύμβασή του δεν ήταν ενεργής κατά τον πιο πάνω χρόνο έναρξης ισχύος του Π.Δ. 164/2004 (19-7-2004), ούτε και κατά το χρονικό διάστημα των τριών τελευταίων μηνών πριν από την έναρξη ισχύος του εν λόγω π.

διατ/τος (ΑΠ 264/2011), αφού η σύμβασή του είχε λήξει την 15-4-2004. Επί πλέον μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος το έτος 2001, που ισχύει από 18-4-2001, απαγορεύεται η μονιμοποίηση προσωπικού ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου (άρθρο 103 παρ. 7 και 8 του Συντ/τος).

Συνεπώς οι σχετικές ως άνω αιτιάσεις του αλυσιτελώς προβάλλονται. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-6-2010 αίτηση του Γ. Κ. του Α. για αναίρεση της 4702/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαΐου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ