Legislator Case Law & Legislation
1792/2009 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of easement claim due to procedural error in reviewing property rights.

Case Number 1792/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Patras Court of Appeal's decision, remanding the case for retrial. The appellants argued the lower court erred by failing to examine whether the respondent's property was enclosed before dismissing their claim for a right of way. The court held that the lower court violated substantive law by not assessing the enclosure status and the validity of the easement claim after a temporary court order was issued.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1108 and 1012 of the Civil Code; When a temporary court order grants a right of way and sets compensation, the main court must first determine if the property is enclosed and if the right of way exists before dismissing the claim, allowing for a subsequent determination of final compensation.

Keywords

AI generated
Right of Way Easement Claim Enclosed Property Temporary Court Order Civil Code Articles Appeal Remand Property Rights

Cited Legislation

AI generated
Articles 1108 and 1012 of the Civil Code
Article 559, paragraph 1, items 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 576, paragraph 2, items a and c of the Code of Civil Procedure
Articles 558 and 566 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1792 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1792/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.... και ..., ως ασκούντων τη γονική μέριμνα και επιμέλεια του ανήλικου παιδιού τους ..., 2. ... και 3. ... . Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λεωνίδα Υφαντή, ο οποίος δήλωσε ότι ο γιός των ... και ... που ασκούσαν την γονική μέριμνα, ενηλικιώθηκε, συνεχίζει ατομικώς την δίκη και εκπροσωπείται από αυτόν.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ... , κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Ζιάκα και 2. ...., κατοίκου ... η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-10-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 357/2000 του ίδιου Δικαστηρίου, που παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου λόγω αρμοδιότητας, 165/2001 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου και 1012/2004 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-9-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 25-11-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από την έκθεση επίδοσης ... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αγρινίου ..., την οποία προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπό κρίση από 7-9-2007 αίτησης αναίρεσης κατά της 1012/2004 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αυτής, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης, με κλήση προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη ..., για να παραστεί κατά τη συζήτησή της, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σ' αυτήν.

Όμως ο αναιρεσίβλητη αυτή δεν εμφανίστηκε κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 εδ.

α' και γ' ίδιου Κώδικα). Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντα, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνο εναντίον εκείνων από αυτούς ως προς τους οποίους επιδιώκεται με αυτήν και, με βάση τις επικαλούμενες αναιρετικές πλημμέλειες, είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Έτσι, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη κατά το μέρος της που στρέφεται κατ' εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος στους οποίους δεν αφορά η αποδιδομένη με αυτή πλημμέλεια και ως προς τους οποίους, συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμη ευδοκιμήσει ο λόγος αυτός (ΑΠ 1778/2008, ΑΠ 544/2006).

Επομένως η κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της 1012/2004 απόφασης του Εφετείου Πατρών, το οποίο, μετά επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, απέρριψε την από 11-10-1999 αρνητική αναγνωριστική αγωγή των αναιρεσειόντων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης ..., διότι δεν την αφορούν οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες, ούτε περιέχεται ως προς αυτήν στην αίτηση αναίρεσης αιτίαση με την οποία να επιδιώκεται και να είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την εν λόγω αναιρεσίβλητη.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 1108 Α.Κ., αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλο τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που προσέβαλε την κυριότητα να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αρνητική αγωγή ασκείται στην περίπτωση μερικής και όχι ολικής προσβολής της κυριότητας, δηλαδή όταν ο κύριος διαταράσσεται στη νομή του που ασκεί επί του πράγματος και όχι όταν προσβάλλεται με άλλο τρόπο, όπως με την αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, οπότε προστατεύεται με τη διεκδικητική αγωγή κατ' αυτού που κατέχει το πράγμα.

Διατάραξη της κυριότητας (ή συγκυριότητας) αποτελεί κάθε έμπρακτη εναντίωση στο θετικό ή αποθετικό περιεχόμενο της κυριότητας, δηλαδή όταν ο εναγόμενος ενεργεί στο πράγμα πράξεις, τις οποίες μόνο ο κύριος δικαιούται να ενεργήσει ή όταν εμποδίζει τον κύριο να ενεργήσει στο δικό του πράγμα, η δε διατάραξη αυτή έχει ως συνέπεια την μη ελεύθερη και ανενόχλητη χρησιμοποίηση, εκμετάλλευση και απόλαυση ορισμένων μόνο εξουσιών εκ της κυριότητας επί του πράγματος (ΑΠ 1062/2006).

Όμως, κατά την δεύτερη παράγραφο του ιδίου άρθρου το ως άνω δικαίωμα δεν παρέχεται στον κύριο του πράγματος, όταν εκείνος που προσβάλλει την κυριότητα ενεργεί ασκώντας δικαίωμα, το οποίο του παρέχει την εξουσία να παρεμβαίνει στην ιδιοκτησία του άλλου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1012 ΑΚ, αν ακίνητο στερείται την αναγκαία δίοδο προς το δρόμο, έχει δικαίωμα ο κύριός του να απαιτήσει δίοδο από τους γείτονες έναντι ανάλογης αποζημίωσης, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1013 ίδιου Κώδικα η κατεύθυνση της διόδου και η έκταση του δικαιώματος για τη χρήση της, καθώς και η αποζημίωση που πρέπει να καταβληθεί καθορίζονται με δικαστική απόφαση.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, ως ακίνητο περίκλειστο θεωρείται εκείνο που στερείται από κάθε επικοινωνία με δημόσια, δημοτική ή κοινοτική οδό, αναγκαία για την εκμετάλλευση ή χρησιμοποίησή του κατά τον προορισμό του, καθώς και εκείνο που έχει μεν δίοδο, αλλά οι ανάγκες του εξυπηρετούνται ατελώς από αυτή, ανεξάρτητα αν πρόκειται για ακίνητα αγροτικά ή αστικά, οικοδομημένα εν μέρει ή για ασκεπείς χώρους εντός ή εκτός σχεδίου.

Η έκταση του δικαιώματος για τη χρήση της διόδου, η οποία πρέπει να ανταποκρίνεται προς την οικονομική χρησιμότητά του, καθώς και η επάρκεια της διόδου κρίνονται αντικειμενικά, σύμφωνα με τις συγκεκριμένες εκάστοτε συνθήκες, κατά τον χρόνο εγέρσεως της αγωγής, ενόψει των αναγκών του ακινήτου, του προορισμού και της θέσης ή περιοχής του.

Στο δικαστήριο της ουσίας παρέχεται η εξουσία να καθορίζει, εκτιμώντας τις περιστάσεις, τις διαστάσεις και την κατεύθυνση της διόδου, επιλέγοντας την προσφορότερη δίοδο με κριτήριο την όσο το δυνατό μικρότερη ζημιά των γειτονικών ακινήτων (ΑΠ 298/1996). Η υποχρέωση για την παροχή διόδου αποτελεί περιορισμό της κυριότητας εκ του νόμου, με την έννοια ότι περιορίζει την έκταση των εξουσιών του κυρίου επί του τμήματος του ακινήτου του που οριοθετείται ως δίοδος του άλλου ακινήτου και αντισταθμίζεται με την καταβολή ανάλογης αποζημίωσης που καταβάλλεται πριν τη χρήση της διόδου.

Ανάλογη αποζημίωση είναι εκείνη που καλύπτει κάθε ζημία του κυρίου του γειτονικού ακινήτου που βαρύνεται με την παροχή της διόδου. Ο καθορισμός της ανάλογης αποζημίωσης περιλαμβάνει όχι μόνο τη μείωση της αξίας του γειτονικού ακινήτου από τη σύσταση της δουλείας ή τη μείωση της προσόδου του, αλλά και κάθε άλλη από την παροχή της διόδου ζημία.

Η αποζημίωση είναι χρηματική, οφείλεται πάντοτε και καταβάλλεται εφάπαξ, μόνο δε μετά την καταβολή της αποζημίωσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί η δίοδος (ΑΠ 1984/2003, ΑΠ 896/2001). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 695 του ΚΠολΔ, η απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων ισχύει προσωρινά και δεν επηρεάζει την κύρια υπόθεση.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνη του άρθρου 322 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η απόφαση που εκδίδεται σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων έχει προσωρινή ισχύ και παράγει προσωρινό δεδικασμένο, υπό την έννοια ότι εμποδίζεται καταρχήν η κατά την ίδια διαδικασία εκ νέου εξέταση του θέματος που κρίθηκε, από το οποίο όμως δεν κωλύεται η κατά την κύρια δίκη εκ νέου εξέταση και διαφορετική κρίση ως προς τα ζητήματα που προσωρινά κρίθηκαν με την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων.

Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδάφ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, τούτο δε συμβαίνει αν δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόστηκε εσφαλμένα (Ολ.

ΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006). Στην προκείμενη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με την ένδικη από 11-10-1999 αγωγή τους ισχυρίστηκαν ότι οι δύο πρώτοι από αυτούς είναι συγκύριοι κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας του αναφερομένου σ' αυτήν ακινήτου, η δε τρίτη είναι κυρία του συνεχόμενου προς νότο ακινήτου που περιγράφεται στην αγωγή, ότι η πρώτη εναγόμενη, η οποία είναι κυρία του περιγραφομένου ακινήτου που συνορεύει προς δυσμάς με το ακίνητο των δύο πρώτων εναγόντων, άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βάλτου, αίτηση περί παροχής διόδου, επί της οποίας εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων η 27/1998 απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου που αναγνώρισε ότι το ακίνητό της είναι περίκλειστο και της παραχώρησε προσωρινά την περιγραφόμενη στην αγωγή δίοδο δια μέσου των ακινήτων των εναγόντων, ότι η ίδια απόφαση καθόρισε την καταβλητέα στους ενάγοντες ανάλογη αποζημίωση σε 327.550 δραχμές για τους δύο πρώτους και σε 131.000 δραχμές για την τρίτη, ότι το ακίνητο της πρώτης εναγόμενης δεν είναι περίκλειστο, άλλως ότι η παραχωρηθείσα δίοδος δεν είναι η προσφορότερη, αλλά προσφορότερες είναι οι δύο προτεινόμενες από αυτούς δίοδοι μέσω ακινήτων τρίτων και ότι η πρώτη εναγόμενη τους κοινοποίησε την εν λόγω απόφαση με την από 29-1-1999 επιταγή προς εκτέλεση, προσβάλλοντας έτσι την κυριότητά τους επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας των ακινήτων τους.

Ζήτησαν δε να αναγνωριστεί ότι είναι κύριοι της επίδικης λωρίδας, να απαγορευθεί στην πρώτη εναγόμενη να διέρχεται από αυτήν και να υποχρεωθεί η ίδια να παραλείπει την προσβολή (διέλευσή της) στο μέλλον και επικουρικά, αν ήθελε κριθεί ότι η πρώτη εναγόμενη έχει δικαίωμα διέλευσης, διότι το ακίνητό της είναι περίκλειστο και ότι η προσφορότερη δίοδος είναι η περιγραφόμενη εδαφική λωρίδα των ακινήτων τους, να καθοριστεί ως ανάλογη οριστική αποζημίωση το ποσό των 7.663.000 δραχμών, για τη μείωση της αξίας του ακινήτου τους από τη σύσταση της δουλείας, τη μείωση της προσόδου του και κάθε άλλη ζημία που προκύπτει από τη δίοδο αυτή, μεταξύ των οποίων η αξία της δαπάνης για την τοποθέτηση περιφράξεως και θυρών στη δίοδο.

Η ένδικη αγωγή απορρίφθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο. Από δε την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι η κυρία βάση της αγωγής, δηλαδή η αρνητική κυριότητας αγωγή, είναι μη νόμιμη, διότι η διέλευση της πρώτης εναγόμενης από την επίδικη εδαφική λωρίδα των ακινήτων τους δεν γίνεται χωρίς δικαίωμα, αλλά βάσει της αναφερόμενης αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία χορηγήθηκε προσωρινώς στην εναγόμενη το δικαίωμα να διέρχεται από την επίμαχη δίοδο για την επικοινωνία του αναγνωρισθέντος ως περίκλειστου ακινήτου της με δημόσια οδό, έναντι καταβολής αποζημιώσεως η οποία ορίστηκε προσωρινώς με την ίδια απόφαση και η οποία καταβλήθηκε ήδη στους ενάγοντες, καθώς δεν αμφισβητείται από αυτούς, και ότι το επικουρικό αίτημα του καθορισμού ανάλογης οριστικής αποζημίωσης είναι επίσης μη νόμιμο και απορριπτέο, επειδή έχει ήδη καθοριστεί η ανάλογη αποζημίωση με την παραχωρήσασα τη δίοδο απόφαση ασφαλιστικών μέτρων 27/1998 του Ειρηνοδικείου Βάλτου.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, όμως, η ένδικη αγωγή ως αρνητική της κυριότητας αγωγή, είναι νόμιμη, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, το ακίνητο της πρώτης εναγομένης δεν είναι περίκλειστο και η διέλευση της πρώτης εναγομένης από την επίδικη εδαφική λωρίδα των ακινήτων των εναγόντων γίνεται χωρίς δικαίωμα και διαταράσσει αυτούς στην άσκηση της νομής τους, ενώ και το επικουρικό αίτημα του καθορισμού της οριστικής αποζημίωσης είναι επίσης νόμιμο, αφού προσωρινώς έχει καθοριστεί η παραπάνω αποζημίωση.

Άρα έπρεπε το Εφετείο, αφού έκρινε κατ' αρχάς νόμιμη την αγωγή να εξετάσει, αν το ακίνητο της εναγομένης είναι περίκλειστο και αν έτσι η πρώτη εναγόμενη έχει δικαίωμα διέλευσης, και εν καταφατική περιπτώσει να απορρίψει την αγωγή κατά την κύρια βάσης της ως αβάσιμη, όπως επίσης να εξετάσει και το πιο πάνω επικουρικό αίτημα του καθορισμού της οριστικής αποζημίωσης.

Έτσι, με την ως άνω κρίση του το Εφετείο, σύμφωνα με τα εκτεθέντα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1108 και 1012 ΑΚ, αφού σε περίπτωση προσωρινής παροχής διόδου και προσωρινού καθορισμού αποζημίωσης με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, μπορεί να ζητηθεί από το δικαστήριο της κύριας δίκης, αφού διαγνωστεί η μη ύπαρξη δικαιώματος διέλευσης λόγω του ότι το ακίνητο της πρώτης εναγόμενης δεν είναι περίκλειστο, η παύση της διέλευσης και εξακολούθησης της διατάραξης των εναγόντων στην άσκηση της νομής τους και επικουρικώς να καθοριστεί η οριστική ανάλογη αποζημίωση, οπότε δεν κωλύεται η κατά την κύρια δίκη εκ νέου εξέταση και διαφορετική κρίση ως προς τα ζητήματα του κατά πόσο είναι περίκλειστο το επίδικο ακίνητο και του καθορισμού της οριστικής αποζημίωσης, που προσωρινά κρίθηκαν με την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων.

Επομένως, οι από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης είναι βάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς έρευνα από το Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη αυτή στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1012/2004 απόφαση του Εφετείου Πατρών, μόνο ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη...

Παραπέμπει την υπόθεση προς έρευνα, κατά το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη αυτή στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

Απορρίπτει την από 7-9-2007 αίτηση των ...κλπ. κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης ... .

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2009.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 15 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ