1792/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2835/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1687/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16 Ιουνίου 2006 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1792/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση η ενάγουσα αναιρεσείουσα στην ένδικη αγωγή της κατά της αναιρεσιβλήτου, υποκείμενη σε επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο (αρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ιστορεί, όπως εδέχθη και το Εφετείο, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις ..... κατάρτισε με τον Ζ1 σύμβαση αντιπροσωπείας, με την οποία του είχε αναθέσει τη μη αποκλειστική διανομή στην περιοχή Αττικής αυτοκινήτων και ανταλλακτικών Mercedes Benz με τους αναγραφόμενους όρους.
Full text
Απόφαση 1792 / 2007 (Α, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1792/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Ελένη Παναγιωτάκη, Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Mercedes Benz Ελλάς Ανώνυμος Εμπορική Εταιρία", που εδρεύει στη Ν. Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη-Διονύσιο Φιλιώτη
Της αναιρεσίβλητης: ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Κωνσταντόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2835/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1687/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16 Ιουνίου 2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης, ανέγνωσε την από 5 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, κατά το άρθρο 847 ΑΚ εγγύηση είναι η σύμβαση δυνάμει της οποίας ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή την ευθύνη ότι θα καταβληθεί η οφειλή. Κατά δε το άρθρο 849 η εγγύηση είναι άκυρη αν δεν δηλωθεί εγγράφως. Η έλλειψη του εγγράφου καλύπτεται, εφόσον ο εγγυητής εκπληρώσει την οφειλή. Ο απαιτούμενος από το νόμο έγγραφος τύπος απαιτείται για τη δήλωση βουλήσεως του εγγυητού και έχει συστατικό χαρακτήρα, αν δε παραλειφθεί τότε η περί εγγυήσεως δήλωση βουλήσεως είναι άκυρη, λογιζομένη σαν να μην έγινε (αρθρ.159 και 180 ΑΚ).
Η σύμβαση εγγυήσεως συναπτομένη μεταξύ εγγυητού και δανειστού διαφέρει από την σύμβαση που καταρτίζεται μεταξύ του οφειλέτου και τρίτου, με την οποία ο τελευταίος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εγγυηθεί το υφιστάμενο ή μελλοντικό χρέος του οφειλέτου. Η σύμβαση αυτή, που είναι ανεξάρτητη της κυρίας συμβάσεως της εγγυήσεως, δεν υπόκειται στον έγγραφο συστατικό τύπο, δημιουργεί ενοχικό δεσμό μόνο μεταξύ του τρίτου και του οφειλέτου, και εν αρνήσει του τρίτου να προβεί στην υποσχεθείσα εγγύηση υπέχει υποχρέωση προς αποκατάσταση της ζημίας του οφειλέτου.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 478 και 411 ΑΚ προκύπτει, ότι η σύμβαση, με την οποία τρίτος υποσχέθηκε στον οφειλέτη να καταβάλει το χρέος του, γεννά ενοχή μόνο μεταξύ αυτού που υποσχέθηκε και του δέκτη της υποσχέσεως οφειλέτη, όχι δε και υπέρ του δανειστού. Για να αποκτήσει ο τελευταίος άμεση αξίωση εναντίον εκείνου που υποσχέθηκε από μια τέτοια σύμβαση, πρέπει από την τελευταία να προκύπτει αυτό σαφώς, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 411 ΑΚ, δηλαδή να προκύπτει τέτοια βούληση των μερών που έχουν συμβληθεί ή αυτό να συνάγεται από τη φύση και το σκοπό της συμβάσεως (ΑΠ 1154/1998).
Περαιτέρω η εγγύηση διαφέρει από την σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους, προβλεπόμενη από το άρθρο 477 ΑΚ. Η σύμβαση αυτή, μη υποκείμενη σε έγγραφο συστατικό τύπο, καταρτίζεται μεταξύ του δανειστού και τρίτου, με την οποία ο τελευταίος υπόσχεται την εκπλήρωση του χρέους, χωρίς να απαλλάσσεται ο οφειλέτης από την υποχρέωση προς εκπλήρωση και έτσι παράγεται πρόσθετη, αυτοτελής ενοχή του τρίτου που υποσχέθηκε την εκπλήρωση.
Στη σύμβαση της σωρευτικής αναδοχής χρέους ο σωρευτικώς αναδεχόμενος το αλλότριο χρέος ενεργώντας και ευθυνόμενος αυτοτελώς, σαν να ήταν δικό του το χρέος και όχι παρεπομένως, ενέχεται εις ολόκληρον προς τον δανειστή, μαζί με τον οφειλέτη, προς εκπλήρωση της παροχής του τελευταίου και διαπλάσσεται έτσι αυτομάτως παθητική εις ολόκληρον ενοχή και των δύο απέναντι στον δανειστή.
Από δε τις διατάξεις των άρθρων 1265, 1274, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 56 Εισ.Ν.ΚΠολΔ, 1276, 1277, 1278, 1291, 1292, 1294, 1323 αριθ. 2 ΑΚ, 29 και 41 Εισ.Ν.ΚΠολΔ, 993§1 εδ.β΄, 706 και 724 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα εξής: α) Η προσημείωση υποθήκης αποτελεί εμπράγματο δικαίωμα υποθήκης υπό αναβλητική αίρεση, πληρουμένη με τη τελεσίδικη επεδίκαση της ασφαλιζομένης απαιτήσεως και της εμπροθέσμου τροπής της σε υποθήκη, που ανατρέχει στο χρόνο εγγραφής της προσημειώσεως με αντίστοιχη προτεραιότητα στην υποθηκική τάξη (ΟλΑΠ 14/2006, ΑΠ137/1997).
β) Τίτλος για την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης είναι η δικαστική απόφαση, ή η διαταγή πληρωμής ως προς την ασφαλιζομένη χρηματική απαίτηση. γ) Η εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης αποτελεί ένα από τα ασφαλιστικά μέτρα, τα οποία μπορεί να διαταχθούν από το δικαστήριο. Παρέχεται δε στον δανειστή, που δεν έχει τίτλο προς εγγραφή υποθήκης, προς ασφάλεια της χρηματικής απαιτήσεώς του και εξασφάλιση της μελλοντικής αναγκαστικής εκτελέσεως πάντοτε κατόπιν αδείας του δικαστηρίου, που ορίζει και το ασφαλιστέο ποσό.
Στη σχετική για τη λήψη του άνω ασφαλιστικού μέτρου δίκη αιτών είναι ο δανειστής και καθού η αίτηση ο οφειλέτης, ο οποίος πρέπει να έχει και την κυριότητα επί του ακινήτου επί του οποίου θα εγγραφεί η προσημείωση. Πλην όμως υφίσταται η δυνατότητα παροχής αδείας εγγραφής προσημειώσεως σε ακίνητο τρίτου, μη οφειλέτου, αν αυτός στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων ρητώς συναινεί προς τούτο. (ΑΠ 1709/1981).
Στην περίπτωση αυτή ο τρίτος που παραχωρεί το δικαίωμα εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης σε δικό του ακίνητο προς εξασφάλιση αλλοτρίου χρέους, στη σχετική δίκη των ασφαλιστικών μέτρων νομιμοποιείται παθητικώς ως μη υπόχρεος διάδικος. δ) Η συναίνεση του τρίτου, στην εγγραφή προσημειώσεως στο ακίνητό του, που δίδεται στα πλαίσια της αυτονομίας της ιδιωτικής βουλήσεως, δεν επάγεται και αυτοδίκαιη αλλοίωση των σχέσεων ιδιωτικού δικαίου, υπό την έννοια ότι ο παραχωρών το δικαίωμα προς εγγραφή προσημειώσεως τρίτος, με την παραχώρηση αυτή δεν μεταβάλλεται και σε οφειλέτη του δανειστού, ώστε να ευθύνεται όχι μόνο εμπραγμάτως, αλλά και ενοχικώς με το σύνολο της περιουσίας του για την καταβολή του χρέους, προς εξασφάλιση του οποίου παραχωρήθηκε η προσημείωση έστω μέχρι την αξία του ακινήτου, επί του οποίου αυτή ενεγράφη, εκτός και αν ο παραχωρών εγγυήθηκε, υπό τους προδιαληφθέντας όρους, την καταβολή του χρέους ή με σύμβαση με τον δανειστή αναδέχθηκε το αλλότριο χρέος, οπότε δεν έχει την ιδιότητα του "τρίτου", αφού είναι ο ίδιος οφειλέτης.
Η υπό του τρίτου παρεχομένη προσημείωση αναφέρεται, αποκλειστικώς, στην παροχή εξουσίας προς τον υπέρ ου η παραχώρηση δανειστή να επισπεύσει και εναντίον του αναγκαστική εκτέλεση προς ικανοποίηση της απαιτήσεώς του από την δια πλειστηριασμού αναγκαστική εκποίηση του ακινήτου, χωρίς η άνω παραχώρηση να τον καθιστά, κατά νομική ή λογική αναγκαιότητα, και υποκείμενο της ενοχικής σχέσεως, ευθυνόμενος, προσωπικώς, για την καταβολή του δια της προσημειώσεως εξασφαλισθέντος χρέους.
Όπως και επί της παραχωρήσεως δικαιώματος εγγραφής υποθήκης από τρίτο, μη οφειλέτη, σε ακίνητό του επέρχεται διάσπαση της ενοχικής από την εμπράγματη ευθύνη, περιοριζομένη μόνο στην υποχρέωση του τρίτου να ανεχθεί την εις βάρος του αναγκαστική εκτέλεση επί του συγκεκριμένου ακινήτου επί του οποίου ενεγράφη η υποθήκη, έτσι και στην εξεταζομένη περίπτωση υφίσταται η εν λόγω διάσπαση, με αποτέλεσμα η έκταση της υποχρεώσεως του τρίτου να περιορίζεται, αυστηρώς, στο όριο της εμπραγμάτου υποθηκικής ευθύνης, μετά την τροπή της προσημειώσεως σε υποθήκη.
ε) Η προσημείωση που ενεγράφη σε ακίνητο του μη ατομικά ενεχομένου τρίτου θα τραπεί σε υποθήκη με βάση την τελεσίδικη επιδίκαση της απαιτήσεως εις βάρος του ατομικά ενεχομένου οφειλέτου. Για την επίσπευση δε της εναντίον του τρίτου αναγκαστικής εκτελέσεως δεν απαιτείται τίτλος εκτελεστός εναντίον του.
Αρκεί ο δανειστής να διαθέτει τίτλο εκτελεστό κατά του ατομικά ενεχομένου οφειλέτου. Η δυνατότητα αυτή, της εγέρσεως δηλαδή της εμπραγμάτου υποθήκης αγωγής και από τον προσημειούχο, ο οποίος έχει τίτλο εκτελεστό για την αξίωση υπέρ της οποίας εγγράφηκε προσημείωση υποθήκης, παρέχεται από τις συνδυασμένες διατάξεις τών άρθρων 993 παρ.1 εδ.β΄ του ΚΠολΔ και 41 του Εισ.Ν.ΚΠολΔ..
ειδικότερα, κατά το πρώτο από αυτά (993 παρ.1 εδ. β΄) ο ενυπόθηκος δανειστής μπορεί να ασκήσει την εμπράγματη αυτή υποθηκική αγωγή κατάσχοντος το ενυπόθηκο κτήμα είτε κατά του οφειλέτου είτε κατά του τρίτου κυρίου, είτε κατ' εκείνου που νέμεται με νόμιμο τίτλο το ενυπόθηκο κτήμα, αφού πρώτα κοινοποιήσει την επιταγή προς εκτέλεση στον οφειλέτη και στον τρίτο.
Κατά δε το δεύτερο (41) οι σχετικές με την υποθήκη διατάξεις του ΚΠολΔ εφαρμόζονται και στην προσημείωση, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά, όπως ορίζεται μόνο στο άρθρο 1007 παρ.1, κατά το οποίο η μεν εμπραγμάτως δι' υποθήκης ασφαλισμένη απαίτηση κατατάσσεται οριστικώς η δε δια προσημειώσεως τυχαίως. Επομένως, ο προσημειούχος δανειστής μπορεί κατ' εφαρμογή των τελευταίων αυτών διατάξεων, να ασκήσει την εμπράγματη αγωγή και κατά του τρίτου, αρκεί να έχει τίτλο εκτελεστό κατά του οφειλέτου του.
Δηλαδή, ο τίτλος αυτός που αφορά την αξίωση, η οποία είναι εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης, μπορεί να εκτελεσθεί και κατά του τρίτου, ήτοι κατά του προσημειωμένου ακινήτου, όχι διότι ο τρίτος ευθύνεται ενοχικώς, πράγμα που δεν συμβαίνει, αλλά διότι είναι κύριος ακινήτου βεβαρημένου με προσημείωση υποθήκης, όπως ακριβώς ευθύνεται και όταν το ακίνητο είναι βεβαρημένο με υποθήκη. (AΠ 14/2006).
στ) Με την άσκηση της εμπραγμάτου υποθηκικής αγωγής, κατά τις σχετικές διατάξεις του ΚΠολΔ, ζητείται κατά του τρίτου να υποστεί αναγκαστική εκτέλεση επί του ενυποθήκου ακινήτου του, το οποίο και μόνο είναι υπέγγυο δια το χρέος, δυναμένου απλώς, για να αποφύγει την εις βάρος του επί του ενυποθήκου κτήματος αναγκαστική εκτέλεση να καταβάλει ολόκληρο το ποσό της εμπραγμάτως ασφαλιζομένης απαιτήσεως. (ΑΠ 58/1983).
Περαιτέρω η μεν νομική αοριστία της αγωγής, η οποία αναφέρεται στην επάρκεια ή μη των επικαλουμένων για την εφαρμογή ορισμένου κανόνα δικαίου περιστατικών ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, εφόσον το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος, η δε ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία αφορά την αναγραφή με πληρότητα στο δικόγραφο των περιστατικών που αποτελούν προϋπόθεση της εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο θεμελιούται το αίτημα της αγωγής, ελέγχεται από το εδάφιο 14 σε συνδυασμό με το εδάφιο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000).
Τέλος, κατά το άρθρο 216§1 ΚΠολΔ για το ορισμένο του δικογράφου της αγωγής πρέπει αυτή να περιέχει, εκτός άλλων, σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα, σε τρόπο ώστε να περιέχεται στον μεν ενάγοντα η ευχέρεια να αμυνθεί, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βασίμου, κατά νόμο, της αγωγής (ΑΠ 365/2000).
Στην προκείμενη περίπτωση η ενάγουσα αναιρεσείουσα στην ένδικη αγωγή της κατά της αναιρεσιβλήτου, υποκείμενη σε επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο (αρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ιστορεί, όπως εδέχθη και το Εφετείο, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις ..... κατάρτισε με τον Ζ1 σύμβαση αντιπροσωπείας, με την οποία του είχε αναθέσει τη μη αποκλειστική διανομή στην περιοχή Αττικής αυτοκινήτων και ανταλλακτικών Mercedes Benz με τους αναγραφόμενους όρους.
Ότι, συγχρόνως, κατάρτισε με τον ανωτέρω Ζ1 σύμβαση αλληλοχρέου λογαριασμού, με την οποία συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, πως στο λογαριασμό αυτό θα καταχωρίζονται όλες οι μεταξύ τους χρεοπιστώσεις, ότι θα δικαιούται (η ενάγουσα) οποτεδήποτε να τον κλείνει και ότι, σε περίπτωση οριστικού κλεισίματος, θα δικαιούται να απαιτήσει το κατάλοιπο εντόκως.
Ότι ο Ζ1 , σε εκτέλεση των συμβατικών υποχρεώσεων του, συνέστησε την εταιρεία ΝΙΚΟΛΟΥΖΟΣ Α.Ε, η οποία υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτού, που απέρρεαν από την ανωτέρω σύμβαση αντιπροσωπείας και τη σύμβαση αλληλοχρέου λογαριασμού. Ότι οι εν λόγω δύο συμβάσεις λειτούργησαν μεταξύ αυτής (ενάγουσας) και της εταιρείας ΝΙΚΟΛΟΥΖΟΣ Α.Ε.
μέχρι τις ....., που λύθηκαν κατόπιν καταγγελίας εκ μέρους της (ενάγουσας) για σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο στις από την πλευρά της εταιρείας ΝΙΚΟΛΟΥΖΟΣ Α. Ε, παραβιάσεις των συμβατικών της υποχρεώσεων. Ότι ο αλληλόχρεος λογαριασμός εμφάνισε κατά το κλείσιμο (23-12-1996) κατάλοιπο υπέρ της ενάγουσας, ανερχόμενο στο ποσό του 1,346.025,605 δραχμών και προς επιδίκαση του προσέφυγε (η ενάγουσα) στη συνομολογηθείσα με τις άνω συμβάσεις διαιτησία, οπότε και εκδόθηκε η επισυναπτόμενη 22/2003 οριστική απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, που επιδίκασε υπέρ αυτής (ενάγουσας) το ποσό των 946,352.015 δραχμών ή 2.777.22 ευρώ, νομιμοτόκως από την κοινοποίηση της προσφυγής της μέχρι την εξόφληση.
Ότι η οφειλέτρια εταιρεία ΝΙΚΟΛΟΥΖΟΣ Α.Ε. με το από 30-5-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό ανεγνώρισε πως το μέρος του χρεωστικού υπολοίπου του ως άνω αλληλοχρέου λογαριασμού, που δεν καλυπτόταν με αξιόγραφα ή εμπράγματες ασφάλειες, ανερχόταν σε 345.000.000 δραχμές, και υποσχέθηκε την εξόφληση του κατά τους αναφερόμενους στο συμφωνητικό όρους, καθώς επίσης ανέλαβε την υποχρέωση να εγγραφεί προσημείωση υποθήκης υπέρ της ενάγουσας για το ποσό των 365.000.000 δρχ.
επί ακινήτου, κειμένου στο Παλαιό Φάληρο προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της. Ότι η εταιρεία ΝΙΚΟΛΟΥΖΟΣ Α. Ε. ήλθε σε συμφωνία με την εναγομένη "με βάση την οποία η τελευταία θα εγγυάτο άλλως θα ανεδέχετο σωρευτικώς μετ' αυτής την καταβολή της ανωτέρω οφειλής της και υποσχέθηκε όπως, προς εξασφάλιση της αναληφθησομένης υποχρεώσεως, χορηγήσει δικαίωμα εγγραφής προσημείωσης επί των περιγραφομένων ακινήτων της στο Παλαιό Φάληρο μέχρι του ποσού των 365.000.000 δρχ.", Οτι αυτή (ενάγουσα εταιρεία) αποδέχθηκε την άνω συμφωνία και άσκησε την από 7-6-1996 αίτηση της κατά της εναγομένης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπου ανέφερε την προς αυτήν (ενάγουσα) οφειλή της εταιρείας ΝΙΚΟΛΟΥΖΟΣ Α.
Ε. ποσού 345.000.000 δρχ. προερχόμενη από τις μεταξύ τους συναλλαγές και ότι προς εξασφάλιση της οφειλής αυτής η εναγομένη υποσχέθηκε την παροχή δικαιώματος για εγγραφή προσημείωσης υποθήκης υπέρ αυτής (ενάγουσας) για το ποσό των 365.000.000 δρχ. επί ακινήτων της. Ότι η εναγομένη, που παρέστη αυτοπροσώπως στις 11-6-1996 ενώπιον του δικάσαντος την αίτηση Δικαστή" συναίνεσε ρητά στην εγγραφή της προσημείωσης αυτής, θέτοντας την υπογραφή της επί της αίτησης κάτω από την φράση "συναινεί η καθ' ης", Ότι εκδόθηκε η 16462/1996 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, που χορήγησε σε αυτήν (ενάγουσα) την άδεια να εγγράψει προσημείωση υποθήκης επί των προαναφερομένων ακινήτων της εναγομένης προς εξασφάλιση των άνω απαιτήσεων της μέχρι του ποσού των 365.000.000 δρχ.
Ότι η εταιρεία ΝΙΚΟΛΟΥΖΟΣ Α.Ε. δεν τήρησε τους όρους του πιο πάνω από 30-5-1996 συμφωνητικού και το χρεωστικό υπόλοιπο του αλληλοχρέου λογαριασμού, που δεν καλυπτόταν με αξιόγραφα ή εμπράγματες ασφάλειες, υπερέβη στις αρχές Οκτωβρίου 1996 τα 700.000.000 δραχμές. Οτι η οφειλέτρια εταιρεία ΝΙΚΟΛΟΥΖΟΣ Α.Ε. συμφώνησε με την εναγομένη να αυξήσει το ποσό, "για το οποίο είχε εγγυηθεί άλλως είχε αναδεχτεί σωρευτικώς μετ' αυτής, και για το οποίο είχε αποδεχθεί και συναινέσει να παράσχει προσημείωση υποθήκης για ποσό 700.000.000 δρχ".
Ότι αποδέχθηκε (η ενάγουσα) τη συμφωνία αυτή και, κατόπιν της από 3-10-1996 αίτησης της κατά της εναγομένης στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εκδόθηκε η 26642/1996 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία διατάχθηκε η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί των προαναφερομένων ακινήτων της εναγομένης μετά από τη συναίνεση της ενώπιον του Δικάσαντος Δικαστή στη δικάσιμο της 4-10-1996, και προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της ενάγουσας κατά της οφειλέτριας εταιρείας ΝΙΚΟΛΟΥΖΟΣ Α.Ε.
μέχρι του ποσού των 335.000.000 οπότε και γράφτηκε προσημείωση υποθήκης επί των αυτών ακινήτων της εναγομένης στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Παλαιού Φαλήρου. Οτι "από τα προλεχθέντα έγινε φανερό ότι η εναγομένη, με την αποδοχή των ως άνω δύο κατ' αυτής αιτήσεων προς παροχή άδειας προσημειώσεων υποθήκης επί των ακινήτων της, με τη συνομολόγηση όλων των περιεχομένων στις αιτήσεις πραγματικών γεγονότων και με τη ρητή έγγραφη συναίνεση της, που έχει υπογραφεί ιδιοχείρως απ' αυτήν επί των δύο αιτήσεων περί παροχής δύο προσημειώσεων υποθήκης επί των άνω ακινήτων της μέχρι του συνολικού ποσού 700.000.000 δρχ.
προς εξασφάλιση των προαναφερθεισών και επιδικασθεισών με την 22/2003 διαιτητική απόφαση απαιτήσεων της (ενάγουσας) κατά της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας ΝΙΚΟΛΟΥΖΟΣ Α.Ε., εγγυήθηκε έναντι αυτής (ενάγουσας), άλλως αναδέχθηκε σωρευτικώς την καταβολή των απαιτήσεων της αυτών μέχρι το ποσό των 700.000.000 δραχμών", και "άρα η εναγομένη της οφείλει το ποσό αυτό, το οποίο, αφού αρνείται να της το καταβάλει, πρέπει να υποχρεωθεί προς τούτο δικαστικώς".
Ότι "σε κάθε περίπτωση η εναγομένη με την πιο πάνω ρητή έγγραφη συναίνεση της για παροχή άδειας εγγραφής δύο προσημειώσεων υποθήκης μέχρι του συνολικού ποσού των 700.000.000 δραχμών, προς εξασφάλιση των ανωτέρω επιδικασθεισών απαιτήσεων της κατά της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας ΝΙΚΟΛΟΥΖΟΣ Α.Ε. και με την εν συνεχεία εγγραφή των δύο προσημειώσεων επί των ακινήτων της, αυτή κατέστη και είναι εμπράγματος (υποθηκική υπό αίρεση) οφειλέτριά της (ενάγουσας), ευθυνόμενη έναντι αυτής εμπραγμάτως μέχρι το ποσό των 700.000.000 δραχμών, και σε κάθε περίπτωση μέχρι την αξία των ακινήτων της" υπόκειται δε στην εμπράγματη υποθηκική αγωγή και δικαιούται να εξοφλήσει την ενυπόθηκη κατ' αυτής απαίτηση της συνολικού ποσού 700.000.000 δραχμών".
Οτι "συντρέχει νόμιμος λόγος να επιδικαστεί η εμπράγματη αυτή απαίτηση της, προκειμένου να αποκτήσει κατά της εναγομένης τελεσίδικη δικαστική απόφαση, που απαιτείται αφενός για την τροπή των δύο προσημειώσεων υποθήκης σε υποθήκη και αφετέρου για την απόκτηση εκτελεστού τίτλου και την άσκηση της κατ' άρθρο 1292 ΑΚ εμπράγματης αγωγής με την εκτέλεση και εκπλειστηρίαση των προσημειωθέντων ακινήτων".
Με βάση δε τα ανωτέρω η αναιρεσείουσα εζήτησε την καταψήφιση της αναιρεσιβλήτου να της καταβάλει το άνω ποσό της οφειλής της άνω εταιρείας για το οποίο συνήνεσε στην εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης στα ακίνητά της. Η αγωγή αυτή υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα είναι αόριστη. Ειδικότερα δεν αναφέρονται περιστατικά με σαφήνεια και πληρότητα, που να καθιστούν την αναιρεσίβλητη εναγόμενη και προσωπικώς υπεύθυνη για το χρέος της εταιρείας που μνημονεύεται στην αγωγή είτε ως εγγυήτριας με την επίκληση του απαιτούμενου συστατικού, για την σύμβαση αυτή, εγγράφου, περιέχοντος την σαφή περί εγγυήσεως δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, είτε ως αναδοχέως του αλλοτρίου χρέους με την επίκληση συμβάσεως περί σωρρευτικής αναδοχής χρέους καταρτισθείσης μεταξύ της αναιρεσειούσης και της αναιρεσιβλήτου.
Η έγγραφη ενώπιον του δικαστηρίου δοθείσα από την αναιρεσίβλητη συναίνεση προς εγγραφή προσημειώσεως σε ακίνητά της, και η αποδοχή της εναντίον της απευθυνθείσης αιτήσεως για την παροχή αδείας προς εγγραφή της προσημειώσεως, δεν εμπεριέχουν κατά νομική ή λογική αναγκαιότητα και ανάληψη προσωπικής της ευθύνης εξ' εγγυήσεως ή σωρρευτικής αναδοχής χρέους, οι δε υπό της αναιρεσειούσης επικαλούμενη προφορική σύμβαση που κατήρτισε η αναιρεσίβλητη με την οφειλέτρια εταιρεία, δια της οποίας υποσχέθηκε στην τελευταία ότι μελλοντικώς θα εγγυηθεί το επίδικο χρέος ή θα το αναδεχθεί σωρρευτικώς, αφορώσα στις ενοχικές σχέσεις της αναιρεσιβλήτου και της οφειλέτριας εταιρείας, δεν παράγει νομική τριτενέργεια και υπέρ της αναιρεσειούσης.
Περαιτέρω η ένδικη αγωγή δεν ευρίσκει έρεισμα στις περί εμπραγμάτου ευθύνης της αναιρεσιβλήτου άνω διατάξεις του ΑΚ αφού η αναιρεσίβλητη με βάση αυτές υποχρεούται να ανεχθεί την εις βάρος της αναγκαστική εκτέλεση, που μπορεί να γίνει με τον στην αγωγή μνημονευόμενο εκτελεστό τίτλο, (απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου), χωρίς να είναι αναγκαία η απόκτηση τίτλου εκτελεστού κατ' αυτής.
Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση, κατ' επικύρωση της πρωτοδίκου αποφάσεως, έκρινε ως αόριστη την ένδικη αγωγή. Με την κρίση του αυτή δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 14 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με το να κηρύξει απαράδεκτο παρά το νόμο, ενώ έλαβε υπόψη του όλους τους αγωγικούς ισχυρισμούς, όπως αναφέρονται ανωτέρω.
Επομένως, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τους λόγους αναιρέσεως για παραβίαση του άρθρου 559 αριθ. 14 και 8 είναι αβάσιμα. Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του ιδίου άρθρου είναι αβάσιμος, ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού το Εφετείο, ορθώς απέρριψε, την ένδικη αγωγή ως ποσοτικά αόριστη και όχι ως μη νόμιμη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16.06.2006 αίτηση για αναίρεση της απόφασης 1687/2006 του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό εβδομήντα (1.170) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση ακροατήριό του στις 20 Ιουλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ