Legislator Case Law & Legislation
1792/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding evidence requirements in labor disputes.

Case Number 1792/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a labor dispute. The appellant argued the lower court accepted facts without evidence, but the court found the appellate court relied on sworn testimonies and documents within the case file. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible because the specific procedural rules for labor cases allowed immediate judgment based on document assessment without mandatory evidence orders.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(10), 568(3), 569(2), 571(4), 670, 674 of the Code of Civil Procedure; The appeal ground alleging acceptance of facts without evidence is inadmissible in labor disputes where the court is not legally bound to order evidence and may decide immediately based on document assessment.

Keywords

AI generated
labor dispute procedure admissibility of appeal evidence without proof document assessment Code of Civil Procedure appellate review standards labor law procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
Article 568(3) of the Code of Civil Procedure
Article 569(2) of the Code of Civil Procedure
Article 571(4) of the Code of Civil Procedure
Article 670 of the Code of Civil Procedure
Article 674(2) of the Code of Civil Procedure
Law 2915/2001, Article 17

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 12/1991
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1792 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1792/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γρηγορία Κορδοπάτη - Πατεράκη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΒΑ FINANCE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" (πρώην "ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΞΑΓΩΓΕΣ Α.Ε."), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Φίλη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 921/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 1252/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-2-2004 αίτησή του και τους από 5-9-2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 8-9-2005 έκθεση του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αμελαδιώτη, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν όλοι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και την από 19-9-2006 έκθεση της ιδίας με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως ως απαραδέκτων. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ. α΄ Κ.Πολ.Δ., οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, ενώ αντίγραφο του δικογράφου αυτού των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.

Από τη διάταξη αυτήν και το συνδυασμό της με τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 3 και 571 παρ. 4 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, όπως η τελευταία διάταξη ισχύει μετά την αντικατάσταση του άρθρου 571 του εν λόγω Κώδικα με το άρθρο 17 παρ. 3 του ν. 2915/2001, με τις οποίες ορίζεται, αντίστοιχα, ότι η δικάσιμος ορίζεται σε χρόνο που παρέχει επαρκή προθεσμία για την επίδοση και την προπαρασκευή της συζητήσεως της υποθέσεως, καθώς και ότι ο εισηγητής της υποθέσεως οφείλει, αν δεν εισηγηθεί την απόρριψη της αναιρέσεως ή δεν εκδοθεί απορριπτική διάταξη του συμβουλίου, σύμφωνα με την παρ. 1 (του άρθρου 571) ή αν ο αναιρεσείων υποβάλει αίτηση να συζητηθεί η υπόθεση στο ακροατήριο, σύμφωνα με την παρ. 2 (του άρθρου 571), να συντάξει συνοπτική έκθεση για το παραδεκτό της αναιρέσεως, καθώς και για το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της και να την καταθέσει στη γραμματεία του Αρείου Πάγου οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, προκύπτει ότι ως ημέρα συζητήσεως, για τον υπολογισμό της προθεσμίας καταθέσεως και επιδόσεως του δικογράφου των πρόσθετων λόγων νοείται εκείνη η οποία ορίστηκε κατά την παρ. 2 του άρθρου 568 Κ.Πολ.Δ από τον Πρόεδρο του οικείου τμήματος του Αρείου Πάγου, όχι δε και εκείνη που ορίστηκε μεταγενεστέρως μετά από αναβολή από αυτήν ή ματαίωση της συζητήσεως (Ολ.

ΑΠ 654/1984). Στην προκειμένη περίπτωση, η συζήτηση της από 10-2-2004 αιτήσεως του ..... για αναίρεση της υπ' αριθ. 1252/2001 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά εργατικών διαφορών (άρθρ. 663 επ. Κ.Πολ.Δ.), ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Β1 Τμήματος του Αρείου Πάγου για τη δικάσιμο της 4-10-2005, οπότε η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 10-10-2006.

Ακολούθως ο αναιρεσείων με το από 5-9-2006 δικόγραφό του, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου την 7-9-2006, όπως αυτό προκύπτει από τη σχετική κάτω από το εν λόγω δικόγραφο συνταχθείσα έκθεση, άσκησε πρόσθετους λόγους για αναίρεση της ίδιας πιο πάνω αποφάσεως. Όμως, εφόσον το δικόγραφο αυτό δεν κατατέθηκε τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την αρχική δικάσιμο της 4-10-2005, που είχε οριστεί για τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, οι υπό κρίση πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, που ασκήθηκαν με το εν λόγω δικόγραφο, είναι σύμφωνα με όσα στην προτασσόμενη σκέψη διαλαμβάνονται, απαράδεκτοι ως εκπροθέσμως ασκηθέντες, και εξαιτίας τούτου πρέπει να απορριφθούν.

2.- Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 648 και 652 του ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, ο οποίος κυρώθηκε με την υπ΄ αριθμ. 324/1946 Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν ο εργαζόμενος, που παρέχει την εργασία του μισθό, και ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο καθορίζεται και καταβάλλεται αυτός, υπόκειται σε εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα αυτού να ασκεί εποπτεία, να ελέγχει την εργασία, που παρέχει ο εργαζόμενος, και να δίνει εντολές και οδηγίες δεσμευτικές ως προς το χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο παροχής της εργασίας, χωρίς περαιτέρω ευθύνη του εργαζομένου προς επίτευξη με αυτήν ορισμένου αποτελέσματος.

Διακρίνεται δε από τη σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών, επί της οποίας δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, διότι σ΄ αυτήν εκείνος που παρέχει την εργασία του δεν υποβάλλεται στον έλεγχο και στην εποπτεία του εργοδότη ως προς το χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο παροχής της εργασίας, που του έχει ανατεθεί, χωρίς όμως και στη σύμβαση αυτή να αποκλείεται κάποια χαλαρή εξάρτηση του εργαζομένου από τον εργοδότη (ΑΠ 926/1999).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :

Ο αναιρεσείων είναι οικονομολόγος και αναλαμβάνει συναφείς εργασίες κυρίως ως ελεύθερος επαγγελματίας, είναι δε μέλος του Οικονομικού Επιμελητηρίου με αριθ. μητρώου 2168 και διατηρεί ιδιωτικό γραφείο στην Αθήνα και επί της οδού Ασκληπιού 76. Με την υπ΄ αριθ. 3977/1992 απόφαση του Εφετείου Αθηνών τέθηκε με βάση το άρθρο 46 του ν. 1892/1990 υπό ειδική εκκαθάριση η εταιρεία με την επωνυμία "ΘΕΡΜΙΣ ΑΒΕ" και διορίστηκε εκκαθαρίστρια η αναιρεσίβλητη εταιρεία.

Με την από 2-8-1983 γραπτή σύμβαση, που φέρει τον τίτλο "ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΟΡΙΣΜΕΝΟΥ ΧΡΟΝΟΥ", που καταρτίστηκε στην Αθήνα μεταξύ της εκκαθαρίστριας - αναιρεσίβλητης, που είναι θυγατρική εταιρεία της "Ε.Τ.Β.Α.", και του αναιρεσείοντος, συμφωνήθηκε η συνεργασία τους για το συντονισμό του έργου εκκαθαρίσεως της άνω υπό εκκαθάριση τελούσας εταιρείας με τους εξής όρους και προϋποθέσεις : "Η πρώτη των συμβαλλομένων......

εξουσιοδοτεί τον δεύτερο (αναιρεσείοντα) να την αντιπροσωπεύει και την εκπροσωπεί στις απαιτούμενες από το νόμο διαδικασίες της ειδικής εκκαθάρισης της.... "ΘΕΡΜΙΣ ΑΒΕ" σε όλα τα επίπεδα και να ενεργεί για λογαριασμό της κάθε πράξη που είναι απαραίτητη για την πορεία της ειδικής εκκαθάρισης. Ο δεύτερος των συμβαλλομένων θα βρίσκεται σε συνεχή επαφή και συνεργασία με τη διοίκηση της εκκαθρίστριας εταιρείας για κάθε ζήτημα που θα προκύπτει και έχει την υποχρέωση να ενημερώνει τη Διοίκηση της εκκαθαρίστριας για όλες τις ενέργειές του και αποφάσεις όταν αυτό του ζητηθεί.

Οι αποφάσεις σε κάθε περίπτωση θα παίρνονται από κοινού μεταξύ των δύο συντονιστών και θα εκτελούνται κατόπιν ομοφώνου συμφωνίας και υπογραφής των δύο ανωτέρω συμβαλλομένων. Η σύμβαση....... έχει διάρκεια (4) μηνών ήτοι από 2-8-93 έως 30-11-93 και λύεται αυτοδικαίως μετά την πάροδο της προθεσμίας, χωρίς άλλη ειδοποίηση.

Η αμοιβή του δευτέρου συμβαλλομένου...... ορίζεται στο ποσό των (220.000) δραχμών μηνιαίως..... (50.000) δραχμών μηνιαίως για έξοδα παραστάσεως και κινήσεως και στα ποσά των νομίμων επιδομάτων εορτών και αδείας..... αναλογικά με το χρόνο της εργασίας του η οποία θα παρέχεται στα γραφεία της εργοδότιδάς του, ή όπου του υποδειχθεί στην Αθήνα.

Η είσπραξη των ποσών θα γίνεται μετά από έκδοση και προσκόμιση δελτίου παροχής υπηρεσιών.......". Σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής ο αναιρεσείων απασχολήθηκε καθόλο το άνω διάστημα με τη διαδικασία της εκκαθάρισης της περιουσίας της παραπάνω εταιρείας, τις σχετικές δε υπηρεσίες του προσέφερε κυρίως μέσα στο χώρο του εργοστασίου της στην περιοχή Ριζούπολης Αττικής, στον οποίο μετέβαινε καθημερινά σχεδόν και παρέμενε όσο χρόνο έκρινε ο ίδιος επαρκή για την έγκαιρη ολοκλήρωση του έργου της εκκαθάρισης, χωρίς να δεσμεύεται από την τήρηση ωραρίου, ή να υπόκειται σε οποιασδήποτε μορφής έλεγχο στον τομέα αυτόν από τους εκπροσώπους της άνω αντισυμβαλλόμενης εταιρείας, για λογαριασμό της οποίας ενεργούσε την εκκαθάριση.

Μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου, ως εκ του ότι οι εργασίες της εκκαθάρισης δεν είχαν ολοκληρωθεί, ο αναιρεσείων συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες του όπως και προηγουμένως μέχρι τις 30-4-1994, οπότε η συνεργασία (όπως χαρακτηρίζεται στη σύμβαση) των συμβαλλομένων διακόπηκε, κατόπιν της από 22-4-1994 έγγραφης δήλωσης της αναιρεσίβλητης προς την υπό εκκαθάριση εταιρεία και μη αποδοχής έκτοτε των υπηρεσιών του αναιρεσείοντος.

Εξάλλου, ο αναιρεσείων, σύμφωνα και με τους παραπάνω συμβατικούς όρους, κατά την εκτέλεση του έργου του είχε την πρωτοβουλία των σχετικών ενεργειών και πράξεων με μόνο γνώμονα την προάσπιση των συμφερόντων της υπό εκκαθάριση εταιρείας και των δανειστών της, υποχρεούμενος μόνο να ενημερώνει, εκ των υστέρων, την αναιρεσίβλητη, αν το ζητούσε, για τις ενέργειές του αυτές, και χωρίς πάντως να τελεί υπό οποιοδήποτε έλεγχο ή εποπτεία της.

Ομοίως οι αποφάσεις, επί θεμάτων οπωσδήποτε μείζονος σημασίας, λαμβάνονταν και εκτελούνταν κατόπιν κοινής συμφωνίας και κατ΄ ανάγκην ο αναιρεσείων για τα θέματα αυτά απευθυνόταν στους εκπροσώπους της αναιρεσίβλητης. Επιπλέον ο αναιρεσείων κατά το χρόνο παροχής των υπηρεσιών του δεν ήταν ασφαλισμένος στο Ι.Κ.Α.

και αμειβόταν ως ελεύθερος επαγγελματίας με δελτία παροχής υπηρεσιών, θεωρημένα από την αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία, ενώ η αμοιβή του καταβαλλόταν, σύμφωνα με τον άνω όρο, ως μηνιαίος μισθός, έξοδα κινήσεως και λοιπές παροχές. Ακολούθως το Εφετείο δέχτηκε ότι, με βάση τα πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα τόσο τον τρόπο που είχαν διατυπωθεί οι όροι της πιο πάνω γραπτής συμβάσεως και εν γένει το περιεχόμενο αυτής, όσο και τον τρόπο εκπληρώσεώς της, δηλαδή τις συνθήκες παροχής εκ μέρους του αναιρεσείοντος της εργασίας αυτού, η μεταξύ του τελευταίου και της αντιδίκου του (αναιρεσίβλητης) υπάρχουσα σύμβαση δεν είχε το χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, από την οποία θα απέρρεε η ένδικη αξίωση του αναιρεσείοντος για καταβολή μισθών υπερημερίας, λόγω ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, με βάση τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και δη εκείνες των ν. 2112/1920 και 3198/1955, αλλ΄ είχε το χαρακτήρα συμβάσεως ανεξάρτητων υπηρεσιών.

Και τούτο γιατί δεν υπήρχε νομική και προσωπική εξάρτηση του αναιρεσείοντος από την αναιρεσίβλητη, αφού ο πρώτος (αναιρεσείων) παρείχε τις υπηρεσίες του ως ελεύθερος επαγγελματίας, αναπτύσσοντας πρωτοβουλία και επιλέγοντας το χρόνο και τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του αυτών, χωρίς να υπόκειται σε έλεγχο και εποπτεία εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, την οποία μόνο να ενημερώνει είχε υποχρέωση, όταν του το ζητούσε, και ζητούσε τη σύμπραξη αυτής στη λήψη και εκτέλεση των αποφάσεων που ήταν αναγκαίες για την ομαλή πορεία της διαδικασίας εκκαθαρίσεως.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε κατ΄ ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ΄ αριθ. 921/2000 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και εξαφάνισε την τελευταία απόφαση, στη συνέχεια, ύστερα από διακράτηση της υποθέσεως, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη από 10-5-1998 αγωγή του αναιρεσείοντος για καταβολή μισθών υπερημερίας με βάση επικληθείσα ακυρότητα της καταγγελίας συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίού το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς : α) Δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 648, 652 και 681 του ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, ο οποίος κυρώθηκε με την υπ΄ αριθμ. 324/1946 Π.Υ.Σ. και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ. Και αυτό γιατί, με βάση τις παραδοχές του εν λόγω δικαστηρίου, πράγματι η σύμβαση που υπήρχε μεταξύ του αναιρεσείοντος αφενός και της αναιρεσίβλητης αφετέρου, είχε, σύμφωνα με όσα στην προτασσόμενη σκέψη διαλαμβάνονται, όχι το χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, αλλά το χαρακτήρα συμβάσεως ανεξάρτητων υπηρεσιών, αφού, πάντοτε κατά τις παραδοχές του Εφετείου, ο αναιρεσείων κατά την παροχή της εργασίας του δεν υποβαλλόταν στον έλεγχο και στην εποπτεία της εργοδότιδάς του αναιρεσίβλητης ως προς το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας, που του είχε ανατεθεί, και συγκεκριμένα δεν ήταν υποχρεωμένος να ακολουθεί και να συμμορφώνεται προς δεσμευτικές οδηγίες και εντολές της αναιρεσίβλητης ως προς το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εν λόγω εργασίας του, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Ο δε χαρακτήρας της συμβάσεως ως τέτοιας ανεξάρτητων υπηρεσιών δεν ανατρέπεται και δεν αλλοιώνεται, ώστε η σύμβαση αυτή να καθίσταται τέτοια εξαρτημένης εργασίας, ούτε από το ότι το Εφετείο δέχεται περαιτέρω ότι ο αναιρεσείων είχε μόνο υποχρέωση να ενημερώνει, εκ των υστέρων, την αναιρεσίβλητη, όταν αυτή του ζητούσε τούτο, και να ζητεί τη σύμπραξή της στη λήψη και την εκτέλεση των αποφάσεων που ήταν αναγκαίες για την ομαλή πορεία της διαδικασίας εκκαθαρίσεως, υποχρέωση όμως η οποία, ως κάποια απλώς χαλαρή εξάρτηση από την εργοδότιδα αναιρεσίβλητη δεν έφθανε μέχρι το σημείο ώστε να καθιστά τη σύμβαση ως τέτοια εξαρτημένης εργασίας, αλλ΄ ούτε, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, και από το ότι ο αναιρεσείων τις σχετικές του υπηρεσίες προσέφερε κυρίως μέσα στο χώρο του εργοστασίου της υπό εκκαθάριση εταιρείας, πολλώ μάλλον εφόσον περαιτέρω γίνεται δεκτό ότι ο αναιρεσείων κατά την παροχή των ως άνω υπηρεσιών του δεν υπέκειτο σε εξάρτηση, νομική και προσωπική, από την αντισυμβαλλόμενή του αναιρεσίβλητη.

Ειδικώς δε αναφορικά με τη διάταξη του άρθρου 681 ΑΚ δεν συνέτρεξε οποιαδήποτε παραβίαση αυτής, αφού το Εφετείο, το οποίο δεν ασχολήθηκε με την εν λόγω διάταξη, ούτε προσέδωσε σ΄ αυτή, με την οποία καθορίζεται η έννοια της συμβάσεως έργου, έννοια διαφορετική από την αληθινή, αλλ΄ ούτε και εφάρμοσε ή παρέλειψε να εφαρμόσει αυτήν, η οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές του, δεν ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση.

Και β) δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, οι αιτιολογίες που έχει διαλάβει στην απόφασή του αυτήν, αναφορικά με το χαρακτήρα της ανωτέρω συμβάσεως ως τέτοιας ανεξάρτητων υπηρεσιών και όχι ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, και πλήρεις και σαφείς είναι και δεν εμφανίζουν οποιαδήποτε αντιφατικότητα.

Οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 648 και 652 του ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την υπ΄ αριθ. 324/1946 Π.Υ.Σ. και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, καθώς και για την ορθή μη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 681 του ΑΚ, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, δεν ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση.

Ενόψει αυτών ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου κατά το από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των ως άνω διατάξεων που αναφέρονται υπό το στοιχείο α΄, όπως εκτιμάται, καθώς και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως επίσης του κυρίου δικογράφου κατά το από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών επί του ζητήματος που αναφέρεται πιο πάνω υπό το στοιχείο β΄, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

ΟΙ ίδιοι (δεύτερος και τέταρτος) λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου κατά τα υπόλοιπα μέρη τους, με τα οποία προβάλλονται αιτιάσεις που αναφέρονται στην εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, γιατί οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

2.- Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο το λόγο αναιρέσεως, ώστε όχι μόνο να εξάγεται από αυτόν σε ποιον από τους περιοριστικά στο άρθρο 559 του ίδιου Κώδικα αναφερόμενους αναιρετικούς λόγους υπάγεται, αλλά και να καθορίζονται σ΄ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με βάση, όπου χρειάζεται, τις παραδοχές της, οι οποίες πρέπει επίσης να καθορίζονται στο αναιρετήριο.

Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 λόγος αναιρέσεως εξαιτίας της παραμορφώσεως του περιεχομένου εγγράφου, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο το συγκεκριμένο έγγραφο, το οποίο φέρεται ότι παραμορφώθηκε κατά το περιεχόμενό του, το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχτηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα να κριθεί από τον ΄Αρειο Πάγο αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα, το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο ως περιεχόμενο του εγγράφου, διαφορετικό από το αληθινό, το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο αναφορικά με τη συνδρομή ή μη κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου προβάλλεται, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια. Και αυτό γιατί με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραμόρφωσε το περιεχόμενο "του εγγράφου της συμβάσεως" με το να αποδώσει στο έγγραφο αυτό περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από αυτό που υπάρχει σ΄ αυτό.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί, ως αόριστος, γιατί δεν αναφέρεται σ΄ αυτόν το κρίσιμο περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, καθώς και το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο, διαφορετικό από το αληθινό, ως περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, ώστε ύστερα από σχετική σύγκριση των δύο κειμένων, δηλαδή του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου και εκείνου που δέχτηκε η απόφαση, να υπάρχει δυνατότητα να κριθεί αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα, δηλαδή απόδοση στο έγγραφο περιεχομένου διαφορετικού από το αληθινό, χωρίς να αρκούν οι όλως περιορισμένες και αποσπασματικές παραθέσεις μέρους αφενός του κειμένου του εγγράφου και αφετέρου των σχετικών παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

3.- Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, όπως αυτή είχε πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, με την οποία οριζόταν ότι επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι΄ αυτά, προκύπτει ότι ο από αυτήν προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, αφενός χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι΄ αυτά (περ.

α΄ της διατάξεως) και αφετέρου χωρίς να έχει διαταχθεί απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά (περ. β΄ της διατάξεως). Όπως όμως περαιτέρω προκύπτει από την τελευταία περίπτωση (β΄) της διατάξεως, ο από αυτήν προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως δεν δημιουργείται όπου, σύμφωνα με το νόμο, το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να διατάξει απόδειξη με παρεμπίπτουσα απόφασή του και μπορεί να αποφαίνεται αμέσως μόνο με εκτίμηση των στοιχείων της δικογραφίας (Ολ.

ΑΠ 12/1991). Τούτο ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 670 ΚΠολΔ, και στις υποθέσεις για τις οποίες τηρείται η ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρ. 663 επ. του ίδιου Κώδικα). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως αληθινά τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, που ειδικότερα αναφέρονται στο λόγο αυτόν αναιρέσεως χωρίς απόδειξη και χωρίς να έχει διαταχθεί απόδειξη γι΄ αυτά.

Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο στην επί της ουσίας της υποθέσεως κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των αναφερόμενων ένορκων μαρτυρικών καταθέσεων, καθώς και όλων των εγγράφων που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους. ΄Ετσι στις σχετικές παραδοχές του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη.

Εξάλλου, ενόψει του ότι τόσο πρωτοδίκως, όσο και στο Εφετείο κατά την εκδίκαση της ένδικης υποθέσεως τηρήθηκε η ως άνω ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, το δικαστήριο εκείνο δεν είχε υποχρέωση, σύμφωνα με το άρθρο 670 ΚΠολΔ, που, κατά το άρθρο 674 παρ. 2 ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην κατ΄ έφεση δίκη, να διατάξει απόδειξη με παρεμπίπτουσα απόφασή του, έχοντας τη δυνατότητα να αποφανθεί αμέσως μόνο με εκτίμηση των στοιχείων της δικογραφία.

Επομένως, ο πιο πάνω (τρίτος) λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, όπως το εδάφιο αυτό ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος κατά το πρώτο μέρος του (από την περ. α΄ της διατάξεως) και ως απαράδεκτος κατά το δεύτερο μέρος του (από την περ. β΄ της ίδιας διατάξεως).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10 Φεβρουαρίου 2004 αίτηση του ..... για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 1252/2001 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Νοεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ