Appeal allowed for unfair dismissal due to violation of Article 559(1) of the Code of Civil Procedure.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's dismissal of the employee's contract termination. The appellant argued the dismissal was abusive, while the employer contended the termination was lawful. The court found a direct violation of Article 559(1) of the Code of Civil Procedure regarding the assessment of the probation period's abuse, rendering the dismissal void.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 281 of the Civil Code; The court must set aside a contract termination if the probation period was abused, as such abuse constitutes a direct violation of substantive law provisions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1791 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1791/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Αναστασία Καραμανίδου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, την 24η Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:
Α. του καλούντος - αναιρεσείοντος: Κ. Χ. του Ι., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Καρδαρά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις στις 29-9-2023 και προσθήκη στις 27-9-2024.
Της καθ'ης η κλήση - αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Π. ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΙΓΑΡΕΤΤΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "Π. Α.Β.Ε.Σ.", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Παπασταύρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις στις 29-9-2023 και στις 27-9-2023.
Του καλούντος - προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ του αναιρεσείοντος και κατά της αναιρεσίβλητης: πρωτοβάθμιου σωματείου με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΜΙΣΘΩΤΩΝ ΤΕΧΝΙΚΩΝ" που έχει έδρα στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παλαιολόγο Παλαιολόγου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Και Β.της αναιρεσείουσας - καλούσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Π. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΙΓΑΡΕΤΤΩΝ" που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Παπασταύρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις στις 29-9-2023 και 27-9-2024.
Του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση: Κ. Χ. του Ι., κατοίκου ..., o οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κοινοποιούμενης της κλήσης προς: 1)πρωτοβάθμιο σωματείο με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΜΙΣΘΩΤΩΝ ΤΕΧΝΙΚΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2)δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΕΙΡΑΙΑ" που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, 3)δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "ΕΡΓΑΤΟΫΠΑΛΛΗΛΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΕΛΕΥΣΙΝΑΣ - ΔΥΤΙΚΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ", που εδρεύει στην Ελευσίνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4)δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "ΕΡΓΑΤΟΫΠΑΛΗΛΛΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΘΗΝΑΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, και 5)πρωτοβάθμιο σωματείο με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΡΓΑΤΟΫΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΑΠΝΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ Π.", που εδρεύει στον ...
και εκπροσωπείται νόμιμα, κανένα εκ των οποίων δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-4-2016 αγωγή του Κ. Χ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκε με τις πρόσθετες παρεμβάσεις των: α)πρωτοβάθμιου σωματείου με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΜΙΣΘΩΤΩΝ ΤΕΧΝΙΚΩΝ", δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΕΙΡΑΙΑ" και δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΕΡΓΑΤΟΫΠΑΛΛΗΛΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΕΛΕΥΣΙΝΑΣ - ΔΥΤΙΚΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ", β)δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΕΡΓΑΤΟΫΠΑΛΗΛΛΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΘΗΝΑΣ" και γ)πρωτοβάθμιου επιχειρησιακού σωματείου με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΡΓΑΤΟΫΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΑΠΝΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ Π.".
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: .../2018 του ίδιου Δικαστηρίου και .../2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν: Α. ο αναιρεσείων με την από 19-12-2022 αίτησή του και το προσθέτως παρεμβαίνον σωματείο ζήτησε όσα αναφέρονται στην από 6-3-2023 πρόσθετη παρέμβαση του, επί των οποίων εκδόθηκε η .../2023 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και Β.
η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 9-3-2023 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η .../2023 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 16-2-2024 κλήση του καλούντος - Α. αναιρεσείοντος (με αριθμό κατάθεσης .../2024) και την από 22-5-2024 κλήση επαναφοράς του προσθέτως παρεμβαίνοντος σωματείου (με αριθμό κατάθεσης .../2024) και με την από 28-2-2024 κλήση της καλούσας - Β.
αναιρεσείουσας εταιρείας. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
α) Με την από 16-2-2024 και με αρ. κατάθεσης .../2024 κλήση του αναιρεσείοντος Κ. Χ., β) με την από 22-5-2024 και με αρ. καταθ. ...-2024 κλήση του προσθέτως παρεμβαίνοντος, υπέρ του ανωτέρω αναιρεσείοντος, πρωτοβαθμίου Σωματείου με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΜΙΣΘΩΤΩΝ ΤΕΧΝΙΚΩΝ" και γ) με την από 28-2-2024 και με αρ. καταθ. ...-2024 κλήση της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας "Π.
ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΙΓΑΡΕΤΤΩΝ", νόμιμα επαναφέρονται προς συζήτηση αα) η από 19-12-2022 με αριθμό κατάθεσης ...-2022 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντα Κ. Χ. κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας "Π. ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΙΓΑΡΕΤΤΩΝ", ββ) η από 6-3-2023 και με αρ. καταθ. ...-2023 πρόσθετη, υπέρ του ανωτέρω αναιρεσείοντος, παρέμβαση του σωματείου "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΜΙΣΘΩΤΩΝ ΤΕΧΝΙΚΩΝ" και γγ) η από 9-3-2023 και με αρ.
καταθ. ...-2023 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας "Π. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΙΓΑΡΕΤΤΩΝ" κατά του αναιρεσίβλητου Κ. Χ., με τις οποίες προσβάλλεται η με αριθμό ...-2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση των με αρ. .../2023 και .../2023 αποφάσεων του Δικαστηρίου τούτου, με την πρώτη των οποίων κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της από 9.3.2023 αίτησης αναίρεσης και με τη δεύτερη των οποίων κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της από 19.12.2022 αίτησης αναίρεσης, λόγω μη κλήτευσης των προσθέτως παρεμβαινόντων σωματείων.
Ηδη α) από τις με αρ. ...-2024, ...-2024, ...-2024 και ...-2024 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Β. Ν. Κ., προκύπτει ότι ακριβή αντίγραφα της από 16.2.2024 κλήσης και της από 19.12.2022 αίτησης αναίρεσης του καλούντα-αναιρεσείοντα με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκαν στα προσθέτως παρεμβαίνοντα σωματεία, με την επωνυμία , αντίστοιχα με κάθε έκθεση επίδοσης, "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΡΓΑΤΟΫΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΑΠΝΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ Π.", "ΕΡΓΑΤΟΫΠΑΛΛΗΛΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΘΗΝΑΣ", "ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΕΙΡΑΙΑ" και "ΕΡΓΑΤΟΫΠΑΛΛΗΛΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΕΛΕΥΣΙΝΑΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ", β) από τις με αρ. ...-2024, ...-2024, ...-2024, ...-2024 και ...-2024 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Δ.
Κ., προκύπτει ότι ακριβή αντίγραφα της από 28.2.2024 κλήσης και της από 9.3.2023 αίτησης αναίρεσης της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκαν τα δικόγραφα της αίτησης αναίρεσης (αρ. καταθ. ...-2023 ) της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Π.
ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΙΓΑΡΕΤΤΩΝ" και της κλήσης προς συζήτηση κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 24-9-2024, αντίστοιχα, στα προσθέτως παρεμβαίνοντα σωματεία "ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΕΙΡΑΙΑ", "ΕΡΓΑΤΟΫΠΑΛΛΗΛΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΕΛΕΥΣΙΝΑΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ", "ΕΡΓΑΤΟΥΠΑΛΛΗΛΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΘΗΝΑΣ", το "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΡΓΑΤΟΫΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΑΠΝΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ Π." και το "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΜΙΣΘΩΤΩΝ ΤΕΧΝΙΚΩΝ".
Η ως άνω από 19.12.2002 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντα Κ. Χ. κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας "Π. ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΙΓΑΡΕΤΤΩΝ", η από 6-3-2023 πρόσθετη, υπέρ του ανωτέρω αναιρεσείοντος, παρέμβαση του σωματείου "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΜΙΣΘΩΤΩΝ ΤΕΧΝΙΚΩΝ" και η από 9-3-2023 και με αρ. καταθ. ...-2023 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας "Π.
ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΙΓΑΡΕΤΤΩΝ" κατά του αναιρεσίβλητου Κ. Χ., με τις οποίες προσβάλλεται η με αριθμό ...-2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικασθούν επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης (άρθρο 246 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα κι εμπρόθεσμα και αν η κλήση επιδόθηκε νόμιμα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, όσον αφορά την από 9.3.2023 αναίρεση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Π. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΙΓΑΡΕΤΤΩΝ", που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσής της, από την υπ αρ. ...-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Δ. Κ., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 28-2-2024 κλήσης της ανωτέρω αναιρεσείουσας, με πράξη κατάθεσης, πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας , επιδόθηκε νόμιμα κι εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο Κ.
Χ., ο οποίος είχε παρασταθεί κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο στις 26.9.2023 (με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις), κατά την οποία εκδόθηκε η με αρ. .../2023 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση κατά τα εκτιθέμενα ανωτέρω, πέραν, δε, τούτου, με την ανωτέρω επίδοση της κλήσης προς συζήτηση, συγκοινοποιήθηκε και η αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας.
Ο καθού η κλήση-αναιρεσίβλητος, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά τη σειρά του πινακίου της ως άνω δικασίμου, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επομένως εφόσον κλητεύθηκε νόμιμα κι εμπρόθεσμα για την παραπάνω ορισθείσα δικάσιμο, πρέπει να συζητηθεί η ως άνω ένδικη αναίρεση, παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου, σαν να ήταν κι αυτός παρών.
Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι, αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 68 του ίδιου κώδικα, με την οποία ορίζεται ότι δικαστική προστασία μπορεί να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, προκύπτει ότι αναγκαίος όρος για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος.
Ειδικότερα στην αναιρετική διαδικασία ο προσθέτως παρεμβαίνων περιορίζεται σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων αναίρεσης, στις οποίες εξαντλείται και το δικαίωμα των κυρίων διαδίκων (ΑΠ 1741/2012, ΑΠ 1302/2005). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 622 παρ. 2 αριθ. 2 του ΚΠολΔ, αναγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία εργαζομένων ή εργοδοτών, αναγνωρισμένες ενώσεις τους ή επιμελητήρια έχουν το δικαίωμα να παρέμβουν μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης υπέρ διαδίκου, εφόσον είναι μέλος τους ή μέλος κάποιας από τις οργανώσεις που αποτελούν την ένωση.
Το ίδιο προβλεπόταν και από το πριν το Ν. 4335/2015 ισχύσαν δίκαιο και ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 669 αρ. 2 του ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμοζόταν και στην αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 675 Α του ιδίου Κώδικα, που προστέθηκε με το άρθ. 9 παρ.1 του Ν. 3189/2003. Επομένως το προσθέτως παρεμβάν πρωτοβάθμιο σωματείο με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΜΙΣΘΩΤΩΝ ΤΕΧΝΙΚΩΝ", του οποίου ο αναιρεσείων είναι τακτικό μέλος, επικαλούμενο ως έννομο συμφέρον την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των μελών του, μεταξύ των οποίων και του αναιρεσείοντος και για το λόγο ότι από την κρίση του δικαστηρίου για τα πραγματικά και νομικά ζητήματα, επηρεάζονται και τα συμφέροντα του παρεμβαίνοντος σωματείου προς προάσπιση των συμφερόντων των μελών του, παραδεκτώς παρίσταται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου προς υπεράσπιση της ένδικης αίτησης αναίρεσης του υπέρ ου παρενέβη διαδίκου, καταθέτοντας το από 6-3-2023 και με αριθ.
κατάθεσης ...-2023 ίδιο δικόγραφο, το οποίο εκτιμάται ως δικόγραφο για την ανάπτυξη των ισχυρισμών αυτού προς υπεράσπιση των λόγων αναίρεσης και όχι ως δικόγραφο "πρόσθετης παρέμβασης" ως επιγράφεται, καθότι αυτή θα ήταν χωρίς αντικείμενο, ενόψει του ότι το προσθέτως παρεμβαίνον είχε ήδη παραδεκτώς ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του τότε ενάγοντος, κατόπιν εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά τη διεξαχθείσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αλλά και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου δίκη και κατά συνέπεια την ιδιότητα του προσθέτως παρεμβαίνοντος είχε διατηρήσει στη συνέχεια τόσο κατά την δευτεροβάθμια δίκη, όπου επίσης παρέστη, όσο και ενώπιον του Αρείου Πάγου (ΑΠ 380/2019, ΑΠ 30/2022).
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 144 παρ. 1 και 564 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ (όπως η παρ. 3 του άρθρου 564 ισχύει μετά το άρθρο τρίτο - άρθρο 1 ν. 4335/2015) προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως είναι τριάντα (30) ημέρες και αρχίζει από την επομένη της νόμιμης επίδοσης της απόφασης, εάν δε η απόφαση δεν επιδόθηκε η προθεσμία της αναίρεσης είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης που περατώνει τη δίκη (ΑΠ 999/2022).
Εξάλλου, λόγω της αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού (Covid 19) δεν υπολογίζονται στις προθεσμίες άσκησης των ενδίκων μέσων τα χρονικά διαστήματα από 13.3.2020 ως 31.5.2020 (άρθρο 74 πρ.1 εδ.α του ν. 4690/2020) και από 7.11.2020 έως 6.4.2021 (άρθρο 83 του ν. 4790/2021, σε συνδυασμό με την ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 25 του ν. 4792/2021), στις οποίες (προθεσμίες) συμπεριλαμβάνεται και η διετής καταχρηστική προθεσμία άσκησης έφεσης και αναίρεσης σύμφωνα με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 49 του ν. 4963/2022, και οι οποίες (προθεσμίες), δεν συμπληρώνονται σύμφωνα με το άρθρο 83 παρ.1 του ν. 4790/2021, αν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους (ΑΠ 118/2024, ΑΠ 1338/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται (άρθρα 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) κατά την έρευνα του παραδεκτού των ανωτέρω ενδίκων αιτήσεων αναιρέσεως, η προσβαλλομένη με αρ. .../2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών εκδόθηκε στις 2-12-2020 και δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε.
Επομένως η διετής καταχρηστική προθεσμία του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, με χρόνο έναρξης 3-12-2020 θα έληγε 3-12-2022, λόγω, όμως της αναστολής λειτουργίας των Δικαστηρίων για το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία δημοσίευσης της ως άνω απόφασης (2.12.2020) μέχρι 6-4-2021 ήτοι για 4 μήνες και 3 ημέρες α) η από 19.12.2022 με αρ. κατάθεσης ...-2022 αίτηση του Κ.
Χ. ασκήθηκε στις 19-12-2022 ήτοι εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο (2) ετών και β) η από 9.3.2023 με αρ. καταθ. ...-2023 αίτηση αναίρεσης της εταιρίας "Π. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΙΓΑΡΕΤΤΩΝ", είναι επίσης εμπρόθεσμη καθότι ασκήθηκε εντός της καταχρηστικής διετούς προθεσμίας, η οποία θα έληγε στις 3-12-2022 και λόγω της αναστολής λειτουργίας των Δικαστηρίων και του μη υπολογισμού του χρονικού διαστήματος των 4 μηνών και 3 ημερών από τη δημοσίευσή της (για την συγκεκριμένη περίπτωση) κατά τα εκτιθέμενα, έληγε στις 6-4-2023.
Κατ ακολουθία των ανωτέρω, οι ως άνω αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα κι εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ) και επομένως είναι παραδεκτές (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ.3 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η υπέρβαση των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.
Στην περίπτωση της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω καταχρηστικής άσκησης αυτής, δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και, σε περίπτωση υπερημερίας του, να καταβάλει τις αποδοχές αυτού κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 179/2016, ΑΠ 601/2013).
Προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του οικείου δικαιώματος συντρέχει και όταν η καταγγελία έγινε από εμπάθεια ή για λόγους εκδίκησης ή μίσους, λόγω νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του μισθωτού, όπως στην περίπτωση που ο μισθωτός αξιώνει από τον εργοδότη την τήρηση των συμφωνημένων όρων εργασίας (ΑΠ 179/2016, ΑΠ 1249/2014, ΑΠ 1649/2012, ΑΠ 581/2011, ΑΠ 1318/2000).
Όμως δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι` αυτήν κάποια αιτία, αφού ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής κατά προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι` αυτήν ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Στοιχεία της αγωγής, που έχει ως αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2 και 216 παρ.1 στοιχ. α` ΚΠολΔ, είναι η σύμβαση εργασίας, τα γεγονότα που επέφεραν την ακυρότητα της καταγγελίας και η υπερημερία του εναγομένου εργοδότη περί την αποδοχή της εργασίας που πρόσφερε ο ενάγων εργαζόμενος (ΑΠ 521/2022).
Περαιτέρω αν ο εργαζόμενος περιλάβει στην αγωγή του αυτοτελές αίτημα (κατ' άρθρο 70 ΚΠολΔ) αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας, τότε οφείλει να εκθέσει στο εισαγωγικό δικόγραφο με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ακυρότητα, τα οποία αποτελούν στοιχεία της βάσης της αγωγής του, που στηρίζουν το αντίστοιχο αίτημα (για αναγνώριση της ακυρότητας), χωρίς να είναι δυνατή μεταγενέστερη συμπλήρωση ή βελτίωση του σχετικού ισχυρισμού περί ακυρότητας της καταγγελίας με επίκληση και νέων λόγων ακυρότητας, διότι έτσι μεταβάλλεται ανεπίτρεπτα, κατ' άρθρο 224 ΚΠολΔ, η βάση της αγωγής (ΑΠ 1804/2022, ΑΠ 505/2021, ΑΠ 179/2016) Εξάλλου, η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση, η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 617/2022, ΑΠ 1748/2022, ΑΠ 521/2022, ΑΠ 258/2019).
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 648, 361, 202 ΑΚ και 2 παρ. 3 του νδ της 16/18 Ιουλίου 1920 και 1 του ν. 2112/1920 στη σύμβαση εργασίας είναι δυνατό να περιληφθεί όρος που κατά την κρατούσα άποψη είναι διαλυτική αίρεση, ότι για ορισμένο εύλογο χρόνο από την έναρξη της διάρκειάς της θα έχει δοκιμαστικό χαρακτήρα, με δικαίωμα του εργοδότη να τη καταγγείλει και πριν από τη λήξη του χρόνου της δοκιμασίας αζημίως εάν κρίνει κατ αντικειμενική και δίκαιη κρίση ότι ο εργαζόμενος δεν είναι κατάλληλος για την εργασία του (ΑΠ 1719/2012).
Ακόμη, με διάταξη του άρθρου 74 Α παρ.2 του Ν. 3863/2010 "Νέο ασφαλιστικό σύστημα και συναφείς διατάξεις, ρυθμίσεις στις εργασιακές σχέσεις" (ΦΕΚ Α 115), η οποία προστέθηκε με την διάταξη του άρθρου 17 παρ. 5 εδ. α του Ν. 3899/2010 "Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του προγράμματος στήριξης της ελληνικής οικονομίας" (ΦΕΚ Α 212), όπως ίσχυε κατά το κρίσιμο χρόνο ορίζεται ότι η απασχόληση με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου λογίζεται ως απασχόληση δοκιμαστικής περιόδου για τους πρώτους δώδεκα (12) μήνες από την ημέρα ισχύος της και η οποία μπορεί να καταγγελθεί χωρίς προειδοποίηση και χωρίς αποζημίωση απόλυσης, εκτός αν άλλο συμφωνήσουν τα μέρη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποσκοπεί στο να καταστήσει περισσότερο ευέλικτη την αγορά εργασίας με στόχο την αύξηση της κινητικότητας των εργαζομένων και την συνακόλουθη μείωση της ανεργίας σε σχέση με το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δεν αρκείται στο να επεκτείνει σε ένα έτος από τους δύο μήνες, που προέβλεπε το άρθρο 1 του Ν. 2112/1920, το χρονικό διάστημα από την πρόσληψη του μισθωτού, κατά το οποίο είναι δυνατή η από τον εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου χωρίς προειδοποίηση και χωρίς καταβολή αποζημίωσης, εκτός τυχόν αντίθετης συμφωνίας των μερών, αλλά σε αντίθεση με το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς (άρθ. 1 του Ν. 2112/1920) που δεν προέβλεπε κάτι σχετικό, καθιερώνει νομικό πλάσμα χαρακτηρίζοντας για πρώτη φορά νομοθετικά την ως άνω αρχική δωδεκάμηνη περίοδο της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως απασχόληση δοκιμαστικής περιόδου, ήτοι περιόδου κατά την οποία ο εργοδότης έχει την δυνατότητα να διαπιστώνει τις ικανότητες και την καταλληλότητα του εργαζομένου και σε περίπτωση που κρίνει, κατ` αντικειμενική και δίκαιη κρίση, ότι δεν είναι κατάλληλος για την θέση στην οποία προσλήφθηκε, να καταγγείλει την σύμβαση, χωρίς προειδοποίηση και χωρίς την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης (ΑΠ 258/2019).
Από την παραπάνω διάταξη σαφώς προκύπτει ότι μέσα στους πρώτους δώδεκα μήνες από τη σύναψη της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ο εργοδότης έχει (κατ' αρχήν) το δικαίωμα να απολύσει τον μισθωτό απροειδοποίητα και χωρίς να του καταβάλει αποζημίωση. Η κατά τ` ανωτέρω ευχέρεια του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου εντός της ανωτέρω προθεσμίας χωρίς την καταβολή αποζημίωσης δεν αποκλείει τον υπό τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις έλεγχο της καταγγελίας ως καταχρηστικής, κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ (ΑΠ 617/2022, ΑΠ 258/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά την έρευνα των λόγων των αιτήσεων αναίρεσης, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων-αναιρεσίβλητος με την από 26-4-2016 και με αρ. κατάθεσης ...-2016 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξέθεσε ότι στις 12-6-2015 συνήψε με την εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη-αναιρεσείουσα) σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, με την ιδιότητα του εκπαιδευόμενου υπαλλήλου διοίκησης λειτουργιών, με πενθήμερη οκτάωρη εργασία και μηνιαίο μισθό 1.831 ευρώ και βάσει αυτής παρείχε την εργασία του συνεχώς και προσηκόντως, ανταποκρινόμενος στα καθήκοντά του και προκειμένου να εκπαιδευτεί στο αντικείμενο της εργασίας του .
Ότι πάσχει από σοβαρό αυτοάνοσο νόσημα , γεγονός που δεν έκανε γνωστό στην εναγομένη εταιρία κατά την πρόσληψή του. Ότι τον Σεπτέμβριο του 2015, που η ασθένειά του υποτροπίασε και αναγκάστηκε να νοσηλευτεί από 19-9-2015 έως 23-9-2015, η εναγομένη έλαβε γνώση της ασθένειάς του. Ότι ο ενάγων μετά τη νοσηλεία του, συνέχισε να εργάζεται στην εναγομένη συνεχώς και προσηκόντως, με ευέλικτο ωράριο προσέλευσης, λόγω της κατάστασης της υγείας του, κατόπιν και της σύμφωνης γνώμης της προϊσταμένης του, προσερχόμενος στην εργασία του μεταξύ 9.30 με 10.30 κάθε πρωϊ και απασχολούμενος επί 9-10 ώρες ημερησίως.
Ότι, αιφνίδια η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του στις 29-1-2016 ως σύμβαση ορισμένου χρόνου , όπως ανέγραφε η καταγγελία και με αιτιολογία τη δήθεν ανεπιτυχή δοκιμασία του. Ότι η ασθένειά του δεν επηρέασε σε τίποτε την απόδοσή του στην εργασία του και ισχυριζόμενος, ότι όλοι οι στόχοι του είχαν επιτευχθεί ενώ δεν έλαβε χώρα αξιολόγησή του, η εναγομένη τον απέλυσε λόγω του χρονίου προβλήματος υγείας του και για το λόγο αυτό η ανωτέρω καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι καταχρηστική (281 ΑΚ) και ως εκ τούτου άκυρη.
Με βάση τα ανωτέρω ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η σχέση εργασίας που τον συνδέει με την εναγομένη είναι αορίστου χρόνου, να αναγνωριστεί ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη ως καταχρηστική, να υποχρεωθεί η εναγομένη, να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του, να του καταβάλλει μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 30-1-2016 μέχρι 30-11-2016 και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη, λόγω της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, προσβολή της προσωπικότητάς του από τα όργανα της εναγομένης.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την με αρ. .../2018 οριστική απόφασή του, δέχθηκε ότι η από 12-6-2015 σύμβαση εργασίας, που συνήψε ο ενάγων με την εναγόμενη, ήταν ορισμένου χρόνου, δοκιμαστική σύμβαση εργασίας, στη συνέχεια δε ερευνώντας το έγκυρο της από 29-1-2016 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου για τον σπουδαίο λόγο, δέχθηκε ότι αυτή καταγγέλθηκε για σπουδαίο λόγο και συγκεκριμένα λόγω της ανεπιτυχούς δοκιμής του εργαζομένου, ότι δεν είναι καταχρηστική, και απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ ουσίαν.
Επί της από 25-5-2018 με αρ. καταθ. .../2018 εφέσεως του ενάγοντος, εκδόθηκε η προσβαλλομένη με αρ. ...-2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού περιέλαβε νομική σκέψη περί της συμβάσεως εργασίας υπό δοκιμή και υπό την ισχύ- κατά το χρόνο σύναψης της ένδικης σύμβασης εργασίας- του ν. 3863/2010 όπως το άρθρο 74 παρ. 2 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 του ν. 3899/2010, δέχθηκε ότι η από 15-6-2015 σύμβαση εργασίας που συνήφθη μεταξύ του αναιρεσείοντος και αναιρεσίβλητης είναι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου με δοκιμαστική δωδεκάμηνη περίοδο, έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη, εσφαλμένα δέχτηκε ότι η σύμβαση είναι ορισμένου χρόνου αλλά κατέληξε σε ορθό κατ αποτέλεσμα συμπέρασμα και αντικαθιστώντας τις εσφαλμένες αιτιολογίες της πρωτόδικης απόφασης όσον αφορά τον χαρακτηρισμό της σύμβασης εργασίας (ως αορίστου ή ορισμένου χρόνου υπό δοκιμή) απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη και συνακόλουθα και την έφεση του εκκαλούντος (αναιρεσείοντος).
Ειδικότερα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, τα ακόλουθα: " Ο ενάγων ο οποίος είναι διπλωματούχος μηχανολόγος μηχανικός του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου με κατεύθυνση μηχανικός παραγωγής με μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών από το Granfield University, προσελήφθη με έγγραφη σύμβαση εργασίας στις 12-6-2015, από την εναγομένη εταιρία παραγωγής σιγαρέτων, προκειμένου να εργασθεί ως εκπαιδευόμενος Διοίκησης Λειτουργιών, με βάση τις εγκαταστάσεις της εναγομένης στον Ασπρόπυργο.
Στην προαναφερομένη σύμβαση αναγράφεται στην υπό στοιχ.1 παράγραφο "ότι αυτή αρχίζει την 15η-6-2015 και είναι αόριστης διάρκειας. Το πρώτο έτος από την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνείται δοκιμαστική περίοδος. Με τη συμπλήρωση 6μήνου και 11μήνου από την έναρξη ισχύος της παρούσας, ο προϊστάμενος του μισθωτού θα συντάξει έκθεση αξιολόγησής του.
Με τη συμπλήρωση 12μήνου από την έναρξη ισχύος της παρούσας, αν η εταιρία κατά την ελεύθερη και ανέλεγκτη κρίση της- κρίνει τη δοκιμή του μισθωτού ως ανεπιτυχή, η παρούσα σύμβαση θα λυθεί αυτόματα, χωρίς προειδοποίηση ή αποζημίωση του μισθωτού και ο μισθωτός θα οφείλει χωρίς άλλο να αποχωρήσει από την εργασία.
Αν όμως ο μισθωτός εξακολουθήσει απασχολούμενος και μετά τη συμπλήρωση 12μήνου από την έναρξη ισχύος της παρούσας, τότε η δοκιμή θα θεωρείται ως επιτυχής και η παρούσα σύμβαση θα έχει πλέον μετατραπεί σε αορίστου χρόνου." .Από το περιεχόμενο της ως άνω σύμβασης, προκύπτει με σαφήνεια και χωρίς αμφιβολία, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, ότι αυτή ήταν σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, με το χρονικό διάστημα των δώδεκα πρώτων μηνών να αποτελεί την δοκιμαστική περίοδο και να τελεί υπό τη (διαλυτική) αίρεση ότι θα ισχύει μέχρι να καταγγελθεί από τον εργοδότη για ακαταλληλότητα του μισθωτού ή μετά την πάροδο των δώδεκα μηνών και δεν επρόκειτο περί σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου με δοκιμαστικό χαρακτήρα, διότι σ αυτήν την περίπτωση θα είχε συμφωνηθεί ότι η σύμβαση θα λυνόταν αυτοδικαίως με την πάροδο της δοκιμαστικής περιόδου και η εναγομένη θα έκρινε αν η δοκιμαστική περίοδος υπήρξε ευδόκιμη για τη σύναψη οριστικής συμβάσεως εργασίας.
Η εναγομένη άλλωστε όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την ίδια, από 7-3-2016 επιχειρησιακή ΣΣΕ που συνήφθη μεταξύ αυτής και του σωματείου με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΡΓΑΤΟΫΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΑΠΝΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ Π.", είχε ως πρακτική την κατάρτιση συμβάσεων εργασίας με δοκιμή παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του ενάγοντος.
Ειδικότερα στο άρθρο 5 αυτής ορίζεται ότι "Κάθε πρόσωπο που προσλαμβάνεται από την ΠΑΒΕΣ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, θα υπόκειται σε δοκιμαστική περίοδο απασχόλησης ενός έτους. Εάν αυτή η δοκιμαστική περίοδος περάσει και ο μισθωτός συνεχίσει να εργάζεται χωρίς αντίρρηση από την πλευρά της ΠΑΒΕΣ, η σύμβασή του θα καθίσταται πλέον αορίστου χρόνου.".
Ο ενάγων με βάση την ως άνω σύμβαση άρχισε να παρέχει στην εναγομένη τις υπηρεσίες του, μέχρι την 29-1-2016, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του λόγω ανεπιτυχούς δοκιμής αυτού. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με αυτήν της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ) έκρινε ότι η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος δεν ήταν σύμβαση αορίστου χρόνου με δοκιμαστική περίοδο δώδεκα μηνών, εξ αρχής αλλά εσφαλμένως έκρινε ότι επρόκειτο ότι περί σύμβασης ορισμένου χρόνου με δοκιμαστικό χαρακτήρα, σε ορθό, κατ αποτέλεσμα κατέληξε και απορριπτέος τυγχάνει ο πρώτος λόγος έφεσης του ενάγοντος με τον οποίο παραπονείται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι η σύμβαση εργασίας του ήταν εξ αρχής αορίστου χρόνου.
Περαιτέρω όπως προαναφέρθηκε, η καταγγελία κατά τη διάρκεια της δοκιμαστικής περιόδου ελέγχεται από πλευράς καταχρήσεως δικαιώματος (άρθρα 281,288, 381 ΑΚ) όπως κάθε καταγγελία, όπως επίσης ελέγχεται αν ο εργοδότης εναντίον της καλής πίστης προκάλεσε ή παρεμπόδισε την πλήρωση της αιρέσεως, οπότε τότε έχουν εφαρμογή οι σχετικοί ορισμοί του νόμου (207 ΑΚ) για πλασματική μη πλήρωση ή πλήρωση της αιρέσεως.
Επομένως, μετά την παραδοχή του Δικαστηρίου ότι η σχέση εργασίας που συνέδεε τον ενάγοντα με την εναγομένη, ήταν σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με το πρώτο χρονικό διάστημα των δώδεκα μηνών να αποτελεί δοκιμαστική περίοδο, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι ο ενάγων εκθέτει στην αγωγή του ότι απασχολείτο από την εναγομένη με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και χώρησε, για τους ειδικότερα αναφερόμενους λόγους άκυρη καταγγελία αυτής.
Δεν υφίσταται στην υπό κρίση αγωγή, επικουρική βάση, ότι αν η σύμβαση θεωρηθεί εξαρτημένης εργασίας με δοκιμαστική περίοδο, τότε η καταγγελία ήταν άκυρη ή η εναγομένη ενήργησε καταχρηστικά για να προκαλέσει την πλήρωση της διαλυτικής αιρέσεως ήτοι την ανεπιτυχή προσφορά των υπηρεσιών του ενάγοντος.
Ο ενάγων, πρώτη φορά, αφού με τον πρώτο λόγο έφεσης παραπονείται ότι η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένα έκρινε ότι η σύμβασή του περιελάμβανε δοκιμαστική περίοδο, επικουρικά ισχυρίζεται ότι αν θεωρηθεί ότι στη σύμβασή του υφίστατο διαλυτική αίρεση ως προς τον χρόνο λήξης αυτής, τότε να κριθεί, κατ εφαρμογή του άρθρου 208 ΑΚ, ότι η ως άνω αναίρεση ήταν άκυρη.
Όμως οι προβαλλόμενοι με την έφεση ανωτέρω ισχυρισμοί αποτελούν απαράδεκτη μεταβολή της βάσης της αγωγής. Περαιτέρω το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα προχώρησε σε έρευνα εγκυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος δεχόμενο ότι η σύμβαση που συνέδεε τον ενάγοντα ήταν δοκιμαστικού χαρακτήρα ορισμένου χρόνου, διότι δεν υπήρχε τέτοια αγωγική βάση, όμως δεδομένου ότι κατέληξε σε ορθό αποτέλεσμα, και μετά την αντικατάσταση των αιτιολογιών που αναφέρεται ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση έφεση να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αντικατέστησε τις αιτιολογίες της πρωτοβάθμιας απόφασης μόνο όσον αφορά την κρίση της περί του είδους της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, αποφαινόμενο ότι αυτή είναι αορίστου χρόνου και όχι ορισμένου χρόνου (όπως έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο), απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη και την έφεση.
Α) Ως προς την από 9.3.2023 αναίρεση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Π. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΒΕΣ: Κατά τις διατάξεις των άρθ. 556 παρ. 2 και 578 ΚΠολΔ αναίρεση μπορεί ν’ ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλομένη απόφαση κατά την γενική διάταξη του άρθ. 68 ΚΠολΔ και απαιτείται όχι μόνο γενικά για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικά για κάθε λόγο αυτής, η έλλειψη δε αυτού, που ερευνάται αυτεπάγγελτα σε κάθε στάση της δίκης, κατ` άρθ. 73 ΚΠολΔ, συνεπάγεται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτης.
Έννομο συμφέρον μπορεί να υφίσταται και στην περίπτωση, κατά την οποία ο διάδικος που νίκησε βλάπτεται από τις αιτιολογίες της απόφασης, από τις οποίες δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του για άλλη δίκη, όταν δηλ. η αιτιολογία της απόφασης αναφέρεται σε στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στην δίκη και στηρίζει το διατακτικό της, στην περίπτωση δε αυτή ο νικήσας διάδικος δικαιούται να ζητήσει την αναίρεσή της μόνο κατά την μη ορθή αιτιολογία της (ΑΠ 1496/2021, ΑΠ 677/2019, ΑΠ 640/2015).
Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 του ΚΠολΔ η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί, μεταξύ των ιδίων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δεδικασμένο, το οποίο δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης για το δικαίωμα που κρίθηκε, για τη δικαιολογητική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.
Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου ανακύπτει το δικαίωμα που κρίθηκε εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του, το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή λαμβάνοντας το ως αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη η μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι το δεδικασμένο καλύπτει, όχι μόνο το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την έννομη σχέση που διαγνώσθηκε, αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση, υπό την έννοια των περιστατικών των οποίων ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης, καθώς και τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που το Δικαστήριο προσέδωσε στα πραγματικά περιστατικά, κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη του νόμου.
Τα προαναφερόμενα ισχύουν και όταν η έννομη σχέση, που έχει τελεσιδίκως διαγνωσθεί, αποτελεί προδικαστικό ζήτημα άλλης μεταγενέστερης επίδικης αξίωσης. Επομένως, δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη.
Τούτο συμβαίνει όταν στην νέα δίκη πρόκειται να κριθεί ή ίδια έννομη σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα το οποίο κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση. Δεδικασμένο αποτελεί και η ενδεχομένως άδικη ή εσφαλμένη τελεσίδικη απόφαση (ΟλΑΠ 10/2002, ΑΠ 2047/2022). Τέλος, ειδικότερα, σε διαρκή έννομη σχέση, από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως στη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις, που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, Σ.Σ.Ε., Δ.Α.
κ.λπ. οι τελεσίδικες αποφάσεις που κρίνουν επί μέρους αιτήματα, ως συνέπειες της διαρκούς έννομης σχέσης αποτελούν δεδικασμένο και για απαιτήσεις που γεννώνται στο μέλλον, ως προς τις προϋποθέσεις και το ύψος αυτών, εφόσον παραμένει αμετάβλητο το νομικό καθεστώς (ΟλΑΠ 1/2005). Έτσι, μεταξύ άλλων, καλύπτονται από το δεδικασμένο ο χαρακτήρας της σύμβασης εργασίας, δηλαδή ο νομικός χαρακτηρισμός που δόθηκε από την απόφαση στην έννομη σχέση και το κύρος της σύμβασης εργασίας και της τυχόν καταγγελίας της.
Η κατάφαση ή η άρνηση στην απόφαση εννόμων σχέσεων, που δεν ανάγονται σε στοιχεία του πραγματικού του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, στον οποίο θεμελιώνεται η διαγνωσθείσα από την απόφαση έννομη συνέπεια, αλλά απλώς χρησιμοποιούνται ως επιχειρήματα στη δικαστική απόφαση, δεν περιβάλλονται με ισχύ δεδικασμένου ( ΑΠ 686/2020, ΑΠ 960/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα της από 9.3.2013 αίτησης αναίρεσης προσβάλλει εν μέρει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (με αρ. .../2020), επικαλούμενη έννομο συμφέρον ως νικήσασα διάδικος. Ειδικότερα εκθέτει στο αναιρετήριο ότι η εναντίον της ασκηθείσα αγωγή του ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητου απερρίφθη ως ουσιαστικά αβάσιμη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι η έφεση του ενάγοντα απορρίφθηκε κατ'ουσία με την προσβαλλόμενη απόφαση και ισχυριζόμενη ότι βλάπτεται από την παραδοχή αυτής ότι η σύμβαση εργασίας που συνήψε με τον αναιρεσίβλητο εργαζόμενο είναι αορίστου χρόνου, γεγονός που αποτελεί δυσμενές σε βάρος της δεδικασμένο, στην περίπτωση που αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση δυνάμει της αιτήσεως αναιρέσεως του αντιδίκου της εργαζομένου, ενόψει του ότι με την από 26-4-2016 αγωγή του, αυτός ζήτησε την αναγνώριση της από 12-6-2015 σύμβασης εργασίας ως αορίστου χρόνου, την αναγνώριση της ακυρότητας της από 29-1-2016 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και την επιδίκαση μισθών υπερημερίας λόγω ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης αορίστου χρόνου.
Από το περιεχόμενο της αγωγής του ενάγοντα και από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλομένης απόφασης, που παραδεκτά επισκοπούνται προς έρευνα του ανωτέρω λόγου αναίρεσης (561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι, στην περίπτωση που αναιρεθεί (εν μέρει) η προσβαλλομένη απόφαση κατά παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως του ενάγοντα -αναιρεσείοντα (εργαζομένου), ο οποίος δεν βάλλει κατά των παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης ότι η σύμβαση εργασίας είναι αορίστου χρόνου, και αναπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση στο Εφετείο χωρίς να θιγεί το ζήτημα του χαρακτηρισμού της σύμβασης ως αορίστου χρόνου, γεννάται δεδικασμένο περί του χαρακτηρισμού της σύμβασης εργασίας (ως αορίστου χρόνο) στην περίπτωση δε που ακυρωθεί η καταγγελία της σύμβασης αυτής, γεννάται υποχρέωση της αναιρεσείουσας (εναγομένης-εργοδότριας) για καταβολή μισθών υπερημερίας.
Επομένως η αναιρεσείουσα έχει έννομο συμφέρον προς άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης κατ' άρθρο 556 παρ. 2 ΚΠολΔ, την οποία παραδεκτά ασκεί ως νικήσασα διάδικος, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε.
Από τη διάταξη του άρθρου 648 ΑΚ συνάγεται ότι η σύμβαση εξηρτημένης εργασίας μπορεί να συμφωνηθεί ως αορίστου ή ορισμένου χρόνου, ο χαρακτηρισμός δε της σχέσης αυτής κατά τις ανωτέρω διακρίσεις, δεν εξαρτάται από τα χαρακτηρισμό που δίνουν σ αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 3/2021).
Ακόμη η σύμβαση εργασίας υπό δοκιμή δύναται να συμφωνηθεί ως ορισμένου ή ως αορίστου χρόνου, όπως εκτίθεται στην ανωτέρω νομική σκέψη της παρούσας, γεγονός που ενισχύεται και από τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. του ν. 3863/2010 (όπως αντικ. με άρθρο 17 παρ. 5 ν. 3899/2010), που προβλέπει ότι η σύμβαση αορίστου χρόνου συνάπτεται υπό δωδεκάμηνη δοκιμαστική περίοδο.
Από, δε, το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 του Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 του Α.Κ., παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης (Oλ. Α.Π. 19/2007, ΑΠ 146/2023, Α.Π. 330/2022, Α.Π. 217/2017, Α.Π. 104/2016, Α.Π. 509/2016). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 258/2019, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον μοναδικό λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στη προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι με την παραδοχή της, ότι η μεταξύ των διαδίκων ένδικη σύμβαση εργασίας ήταν αορίστου χρόνου και όχι ορισμένου χρόνου, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 648,649, 669 672, 361, 202 του ΑΚ και 2 παρ. 3 του ν.δ της 16/18 Ιουλίου/1920 και και 1 του ν. 2112/1920.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι το Εφετείο, με το να κρίνει ότι ο ενάγων προσελήφθη με έγγραφη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου στις 12-6-2015, με το χρονικό διάστημα των δώδεκα (12) πρώτων μηνών να αποτελεί την δοκιμαστική περίοδο, από την εναγομένη εταιρία, όπως προκύπτει α) από την υπό στοιχ.1 παράγραφο της έγγραφης σύμβασης στην οποία αναγράφεται ότι "ότι αυτή αρχίζει την 15η-6-2015 και είναι αόριστης διάρκειας.
Το πρώτο έτος από την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνείται δοκιμαστική περίοδος.....", και β) από το άρθρο 5 της 7-3-2016 Επιχειρησιακής ΣΣΕ που συνήφθη μεταξύ της εναγομένης ως εργοδότριας και του σωματείου με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΡΓΑΤΟΫΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΑΠΝΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ Π.", στο οποίο ορίζεται ορίζεται ότι "Κάθε πρόσωπο που προσλαμβάνεται από την ΠΑΒΕΣ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, θα υπόκειται σε δοκιμαστική περίοδο απασχόλησης ενός έτους.
Εάν αυτή η δοκιμαστική περίοδος περάσει και ο μισθωτός συνεχίσει να εργάζεται χωρίς αντίρρηση από την πλευρά της ΠΑΒΕΣ η σύμβασή του θα καθίσταται πλέον αορίστου χρόνου" και ότι ως εκ τούτου ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος συνδεόταν με την εναγόμενη κι ήδη αναιρεσείουσα με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ορθά υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στον κανόνα δικαίου (άρθρα 648 ΑΚ, 74 παρ. 2 ν. 3863/2010), και τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το λόγο αναίρεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Β) Ως προς την από 19.12.2023 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντα :
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 3 ΚΠολΔ κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από τις δικές του πράξεις ή από πράξεις προσώπων που ενεργούν στο όνομά του, εκτός αν πρόκειται για λόγους που αφορούν τη δημόσια τάξη. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της γενικότερης δικονομικής αρχής που διατυπώνεται στο άρθρο 160 παρ. 2 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία δεν έχει δικαίωμα να προτείνει τη (δικονομική) ακυρότητα εκείνος που είχε ενεργήσει την προσβαλλομένη ως άκυρη πράξη ή εκείνος του οποίου η συμπεριφορά προκάλεσε την ακυρότητα, προκύπτει ότι είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε πράξη την οποία είχε ενεργήσει ο αναιρεσείων και, γενικότερα, την οποία προκάλεσε η συμπεριφορά του, εκτός αν πρόκειται για την εξαίρεση που προβλέπεται από την εν λόγω διάταξη (ΑΠ 40/2024, ΑΠ 20/2022).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 502 παρ. 2, 506 παρ. 3, 577 παρ. 3 και 578 του ΚΠολΔ να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο δικονομικός κανόνας που παραβιάστηκε, ο τρόπος με τον οποίο συντελέσθηκε η παραβίαση (ΑΠ 40/2024, 449/2012) αλλά και ότι προβλήθηκε στο Δικαστήριο της ουσίας το απαράδεκτο ή η ακυρότητα (ΑΠ 40/2024, 566/2010), εκτός αν υπάρχει εξαίρεση προβλεπόμενη από το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, πράγμα που πρέπει να αναφέρεται (ΑΠ 40/2024).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο εκ του αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την διάταξη αυτής περί απόρριψης της αγωγής του ως ουσιαστικά αβάσιμης, για το λόγο ότι δεν διαλαμβάνεται σ' αυτήν ιστορική βάση περί δοκιμαστικής περιόδου της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου που συνήψε με την αναιρεσίβλητη, ενώ στην περίπτωση αυτή όφειλε, κατά τους ισχυρισμούς του, να την απορρίψει ως αόριστη και επομένως παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας. Ο ως άνω λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε πράξη την οποία έχει ενεργήσει ο ίδιος ο αναιρεσείων που άσκησε την ένδικη αγωγή. Πέραν τούτου ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος και λόγω αοριστίας, διότι δεν προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα ισχυρισμός ότι το σχετικό απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας ούτε ότι συντρέχει κάποια από τις διαλαμβανόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις. Επομένως ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2024, ΟλΑΠ 5/2023, 3-4/2022, ΑΠ 435/2024).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τη πλημμέλεια, ότι ενώ έκρινε ορθά ότι η σύμβαση που τον συνδέει με την εναγομένη ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με δοκιμαστική δωδεκάμηνη περίοδο, δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ και δε διερεύνησε το αγωγικό του αίτημα για κήρυξη άκυρης της από 29.1.2016 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ως καταχρηστικής, παραβιάζοντας ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 361, 281 ΑΚ, 5 παρ. 3 ν. 3198/1955 και 1 του ν. 2112/1920.
Ο ως άνω εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Και τούτο διότι ενώ το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι η από 12-6-2015 σύμβαση εργασίας του ενάγοντος ήταν αορίστου χρόνου με δοκιμαστική περίοδο των πρώτων δώδεκα μηνών, ακολούθως με το να κρίνει ότι "δεν υφίστατο στην ένδικη αγωγή του ενάγοντος επικουρική βάση, ότι αν η σύμβαση θεωρηθεί εξαρτημένης εργασίας με δοκιμαστική περίοδο, τότε η καταγγελία είναι άκυρη ή η εναγομένη ενήργησε καταχρηστικά για να προκαλέσει την πλήρωση της διαλυτικής αιρέσεως ήτοι την ανεπιτυχή προσφορά των υπηρεσιών του ενάγοντος" και κατόπιν τούτου να απορρίψει την αγωγή ως κατ'ουσία αβάσιμη, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 648 και 669 του ΑΚ του ΑΚ και 1,3 του ν. 2112/1920 και 5 του ν. 3895/1955, τα οποία δεν εφάρμοσε, ενώ όφειλε να τα εφαρμόσει και να ερευνήσει τη βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού περί καταχρηστικότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, ο οποίος επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την έφεσή του ενάγοντος, εφόσον η ένδικη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος λόγω του χρόνου καταρτίσεώς της, είναι εκ του νόμου (ν. 3863/2010) υπό δωδεκάμηνη δοκιμαστική περίοδο και η καταγγελία κατά το χρονικό διάστημα της δοκιμαστικής περιόδου ελέγχεται για καταχρηστικότητα, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε.
Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος αυτού που πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση του άρθρου 559 αριθμός 1, είναι βάσιμος. Η παραδοχή του λόγου αυτού, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου κατά το μέρος που αναφέρεται στην ευθεία παράβαση των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων της αναίρεσης, ήτοι την εξέταση του ιδίου πρώτου εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 λόγου αναίρεσης για εκ πλαγίου παράβαση των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που προβάλλεται με το δεύτερο σκέλος αυτού, του τρίτου εκ των αριθμών 8, 9, 16 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης και του τέταρτου εκ των αριθμών 8, 9 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.
Κατ'ακολουθία των ανωτέρω πρέπει α) να απορριφθεί η από 9.3.2023 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας και να μην επιδικασθούν έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας, που ηττήθηκε, εφόσον ο αναιρεσίβλητος λόγω της ερημοδικίας του δεν υποβλήθηκε σε έξοδα (ΑΠ 1332/2023, ΑΠ1543/2018), β) να γίνει δεκτή η από 19.12.2022 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντα, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος που αφορά το κεφάλαιο της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντα λόγω καταχρηστικότητας αυτής (άρθρο 281 ΑΚ) και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον από εκείνον που την εξέδωσε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος και του υπέρ αυτού προσθέτως παρεμβάντος, που παρέστησαν με διαφορετικό δικηγόρο και ο μεν αναιρεσείων κατέθεσε προτάσεις, το δε προσθέτως παρεμβαίνον δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθ. 176, 182 παρ.1, 183 του ΚΠολΔ), κατά το σχετικό αίτημα αυτών, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει α) την από 19-12-2022 με αριθμό κατάθεσης ...-2022 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντα, β) την από 6-3-2023 και με αρ. καταθ. ...-2023 πρόσθετη, υπέρ του ανωτέρω αναιρεσείοντος, παρέμβαση του προσθέτως παρεμβαίνοντος και γ) την από 9-3-2023 και με αρ. καταθ. ...-2023 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας, κατά της με αρ. ...-2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει την από 9.3.2023 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας.
Δέχεται την από 19.12.2022 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντα.
Αναιρεί την με αρ. ...-2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ και του υπέρ αυτού προσθέτως παρεμβάντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ