Supreme Court dismisses appeal against insurance claim rejection due to lack of permanent disability proof.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's rejection of an insurance claim. The appellant argued that the insurer failed to pay benefits despite the insured's temporary total disability, claiming the insurer's conduct was abusive. The court ruled that the insurer's refusal was based on the insured's inability to prove the agreed permanent disability risk, a matter of fact and evidence evaluation not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court correctly evaluated evidence and facts regarding the occurrence of the insured risk, as such factual determinations fall outside the scope of appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1791 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1791/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Αναστασία Παπαδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Χ. του Σ., κατοίκου Ξάνθης, εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρίκα Πουρνάρα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Λύτρα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/10/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 62/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 32/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19/11/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, υπ` αριθ. 32/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, το οποίο, δικάζοντας την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ` αριθμ. 62/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, που είχε δεχθεί μερικά κατ' ουσίαν την από 2-10-2014 αγωγή καταβολής αποζημίωσης από ασφαλιστική σύμβαση, δέχθηκε την έφεση της τελευταίας τυπικά και κατ' ουσίαν και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την ως άνω αγωγή του αναιρεσείοντος απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η τελευταία δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε και δημοσιεύθηκε μετά την 1-1-2016 (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1KΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α` του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση, πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος, από αυτή, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται, καθόλου, πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Για να είναι όμως, ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις, που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1184/2015).
Επομένως, η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ. 19 του KΠολΔ), πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα, προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης, ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση, τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο, σχετικού λόγου αναίρεσης(ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 183/2020, ΑΠ 319/2017).
Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτών των αναιρετικών λόγων, αφού έτσι δεν είναι δυνατή η στοιχειοθέτησή τους με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου (ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 81/2020). Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, κατ' ορθή εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 άρθρου 559 KΠολΔ και ειδικότερα αποδίδεται στο Εφετείο ότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί μη συνδρομής στο πρόσωπό του των προϋποθέσεων επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης και εντεύθεν της απόρριψης της αγωγής του ως ουσιαστικά αβάσιμης, διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, αντιφατικές αιτιολογίες, αναφορικά με το ζήτημα του καθορισμού της έννοιας της μόνιμης ολικής ανικανότητας, συνιστάμενες στο ότι, ενώ δέχεται, αναφορικά με το άρθρο 2 του ασφαλιστηρίου, επί λέξει ότι : "'Ητοι κατά τον τελευταίο αυτό όρο, ο ασφαλιζόμενος κίνδυνος επέρχεται και το ασφαλιζόμενο ποσό στην περίπτωση της μόνιμης ολικής ανικανότητας καταβάλεται, μετά την απόδειξη της μόνιμης ολικής ανικανότητας, εφόσον αυτή είναι συνεχής επί 12 τουλάχιστον μήνες και τα σχετικά δικαιολογητικά προσκομιστούν μέσα σε προθεσμία 15 μηνών από την ημερομηνία απόδειξης της μονιμότητας της ολικής ανικανότητας", ταυτόχρονα και σε αντίθεση με τις ως άνω παραδοχές δέχεται ότι: "Για το λόγο αυτό, απαιτεί επιπλέον της μόνιμης ολικής ανικανότητας, να αποδεικνύεται συνεχής επί 12 μήνες διαπίστωση-διάγνωση αναπηρίας ποσοστού 67% από την ημερομηνία πιστοποίησης της μόνιμης ολικής ανικανότητας".
Με το περιεχόμενο αυτό ο πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, η οποία καθιστά, εν προκειμένω, ανέφικτο τον αναιρετικό του έλεγχο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη. Τούτο δε διότι, για τη θεμελίωση του λόγου αυτού, δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκαν, ούτε διαλαμβάνονται με πληρότητα, όπως είναι αναγκαίο, οι κρίσιμες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για τη μη συνδρομή των προϋποθέσεων αποζημίωσης στο πρόσωπο του ενάγοντος, λόγω έλλειψης μόνιμης και ολικής ανικανότητας, παρά ο αναιρεσείων περιορίζεται στο να διαλάβει στο αναιρετήριο μόνο μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, κατ` επιλογήν του, που δεν αρκούν όμως για το ορισμένο αυτού του αναιρετικού λόγου, αφού έτσι δεν είναι δυνατή η στοιχειοθέτησή του με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει ν` απορριφθεί.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του KΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, ενώ κατά τη διάταξη του εδ.
β', η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά τα άνω μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας, νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 560 παρ. 1β` ΚΠολΔ).
Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες, που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ` αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.
Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση (ΑΠ 616/2020, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 40/2020, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 208/ 2018).
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.1 εδάφ. β` του ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, με την αιτίαση ότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεδομένου ότι τα πραγματικά περιστατικά όπως τα δέχθηκε το Εφετείο, μπορούσαν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι είχε καταστεί μόνιμα και ολικά ανίκανος προς εργασία, ήτοι εάν το δικαστήριο της ουσίας ελάμβανε υπόψη του τα διδάγματα της κοινής πείρας θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι, ενόψει της φύσης της ασθένειάς του (οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου), της ηλικίας του (58 ετών) και του ποσοστού αναπηρίας του (67% για χρονικό διάστημα 12 μηνών), κατέστη ολικά και μόνιμα ανίκανος προς εργασία, και για το υπόλοιπο διάστημα της ζωής του, και δεν θα μπορούσε συνακόλουθα να κρίνει το Εφετείο ότι δεν αποδείχθηκε μόνιμη αναπηρία του, αλλά αναπηρία μόνο για χρονικό διάστημα 12 μηνών, που δεν αρκεί για την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, που προϋποθέτει ολική και μόνιμη αναπηρία.
Ο λόγος αυτός πρέπει ν` απορριφθεί πολλαπλώς ως απαράδεκτος, και ειδικότερα, αφενός μεν λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποια διδάγματα κοινής πείρας εσφαλμένα δεν εφαρμόσθηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ποιος είναι ο αντίστοιχος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας για την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας στον κανόνα αυτό, ούτε παρατίθενται οι σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση, παρά μόνο μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές κατ` επιλογήν του αναιρεσείοντος, που δεν αρκούν όμως για το ορισμένο αυτού των αναιρετικού λόγου, αφετέρου δε διότι οι επικαλούμενες αιτιάσεις κατά τον οικείο αναιρετικό λόγο αναφέρονται ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).
ΙV. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 KΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 429/ 2019).
Δεν συνιστούν όμως "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ή από το νόμο, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 258/2019, ΑΠ 1148/2019, ΑΠ 1486/2018, ΑΠ 927/2017, ΑΠ 120/2013, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κλπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008).
Ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης, η οποία περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 488/2020, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1150/2011).
Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αιτίαση, με την επίκληση ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τον πρωτοδίκως προταθέντα και με τις προτάσεις του στο Εφετείο επαναφερθέντα ισχυρισμό του, περί καταχρηστικότητας του υπ' αριθμ. 2 όρου της σύμβασης ασφάλισης ως αντικειμένου στο ν. 2496/1997 περί προστασίας καταναλωτών, απορρέουσας από το γεγονός ότι ενώ είχε επέλθει ο ασφαλιστικός κίνδυνος και η εναγομένη είχε εγκαίρως λάβει γνώση όλων των εγγράφων που απεδείκνυαν τη συνδρομή στο πρόσωπό του όλων των απαιτούμενων από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο προϋποθέσεων, δεν προέβη στην καταβολή του ασφαλίσματος, με την επίκληση της μη προσκομιδής εκ μέρους του εγγράφων αποδεικτικών στοιχείων για την επικαλούμενη από αυτόν μόνιμη ολική αναπηρία του, απαίτηση όμως που συνιστά αθέμιτη εμπορική πρακτική με σκοπό την αποθάρρυνση του καταναλωτή από την άσκηση των συμβατικών του δικαιωμάτων.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε τα παρακάτω, αναφορικά με τον ως άνω προβαλλόμενο ισχυρισμό του ενάγοντος : "...Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι, ο προεχόντως ως απαράδεκτος προβαλλόμενος όψιμος, (το πρώτον δια των προτάσεων της εφέσεως) ισχυρισμός του ενάγοντος, περί καταχρηστικότητας του ως άνω υπ' αρ. 2 όρου της σύμβασης ασφάλισης, ως αντικείμενος στο ν. 2496/1997 περί προστασίας καταναλωτών, είναι και μη νόμιμος διότι σε τίποτε δεν προσκρούει στις αρχές της καλής πίστης ούτε αποτελεί αθέμιτη εμπορική πρακτική, η απαίτηση απόδειξης της επικαλούμενης μόνιμης ολικής αναπηρίας με έγγραφα δικαιολογητικά, που ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσε να αποδειχθεί με άλλο τρόπο.
Εξ όλων λοιπών των παραπάνω αποδεικνύεται ότι ο ενάγων κατέστη ολικά ανίκανος προς εργασία μόνο για ένα έτος και συγκεκριμένα για το χρονικό διάστημα από 18-7-2012 μέχρι 17-7-2013 και δεν αποδείχθηκε ότι επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος που συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων μερών, ήτοι μόνιμη (ισοβίως), ολική (κατά ποσοστό 67%) ανικανότητα προς εργασία λόγω ασθένειας και συνεπώς ορθά η εναγομένη δεν προέβη στην καταβολή του ασφαλίσματος. ...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα πλημμέλεια (αρθ. 559 αρ. 8 ΚΠολΔ), της μη λήψης, δηλαδή, υπόψη πραγμάτων προταθέντων και εχόντων ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, από τις προεκτεθείσες παραδοχές προκύπτει ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον εν λόγω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε για τους παραπάνω λόγους.
Εξάλλου, οι επικαλούμενες με το λόγο αυτό αιτιάσεις περί αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εναγομένης συνιστάμενης στο γεγονός ότι ενώ είχε επέλθει ο ασφαλιστικός κίνδυνος και είχε λάβει εγκαίρως γνώση όλων των εγγράφων που απεδείκνυαν το γεγονός αυτό, παρόλα αυτά δεν κατέβαλε το ασφάλισμα αλλά αντιθέτως απαιτούσε την προσκομιδή επί πλέον εγγράφων ως δήθεν απαραίτητων, αναφέρονται ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ ως ισχύει). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 106, 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19-11-2018 αίτηση του Α. Χ. του Σ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 32/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Οκτωβρίου 2022.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ