1791/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/6/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 8/11/2006 προσεπίκληση-αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 8/1/2007 πρόσθετη παρέμβαση νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2455/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 506/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4/1/2011 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1791/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι αποσπάσεις είναι υποχρεωτικές για τους αποσπώμενους υπαλλήλους, καθώς και για τις υπηρεσίες που ανήκουν. Ο χρόνος της απόσπασης θεωρείται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στην οργανική τους θέση για κάθε συνέπεια. Η απόσπαση υπαλλήλων από τους Ο.Τ.Α., τη ΔΕΗ, τον ΟΤΕ και τις Τράπεζες, που ελέγχονται από το κράτος, γίνεται μόνο με αίτηση των υπαλλήλων.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1791 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1791/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αβραάμ Ιορδανίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ Α.Ε." (Δ.Ε.Η. Α.Ε.), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/6/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 8/11/2006 προσεπίκληση-αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 8/1/2007 πρόσθετη παρέμβαση νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2455/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 506/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4/1/2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Αλειφεροπούλου ανέγνωσε την από 17/1/2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Γρηγορίου Κουτσόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο αναιρετικός λόγος, που προβλέπεται από το αρθρ. 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Εξάλλου, με το άρθρο 58 παρ.1 του Ν. 1943/1991, με το οποίο αντικαταστάθηκαν οι σχετικές διατάξεις του άρθρου 150 του Υπαλληλικού Κώδικα (Π.Δ. 611/1977), ορίζονται τα εξής: "Με απόφαση των οικείων Υπουργών επιτρέπεται η απόσπαση υπαλλήλων υπουργείων, Ν.Π.Δ.Δ., Ο.Τ.Α., επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, Τραπεζών ελεγχομένων από το κράτος, καθώς και λοιπών εποπτευομένων από το κράτος νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου ή επιχειρήσεων των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης σε άλλα υπουργεία ή Ν.Π.Δ.Δ, για αντιμετώπιση υπηρεσιακών αναγκών, κατά παρέκκλιση τυχόν ειδικών διατάξεων, μετά από σύμφωνη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου της υπηρεσίας, στην οποία αποσπάται ο υπάλληλος.
Οι αποσπάσεις είναι υποχρεωτικές για τους αποσπώμενους υπαλλήλους, καθώς και για τις υπηρεσίες που ανήκουν. Ο χρόνος της απόσπασης θεωρείται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στην οργανική τους θέση για κάθε συνέπεια. Η απόσπαση υπαλλήλων από τους Ο.Τ.Α., τη ΔΕΗ, τον ΟΤΕ και τις Τράπεζες, που ελέγχονται από το κράτος, γίνεται μόνο με αίτηση των υπαλλήλων.
Η χρονική διάρκεια της απόσπασης ορίζεται σε ένα έτος με δυνατότητα παράτασης έως ένα έτος ακόμη, με τη συμπλήρωση των οποίων η απόσπαση λήγει αυτοδικαίως και ο υπάλληλος επανέρχεται στην υπηρεσία του, εκτός αν με αίτησή του παρατάθηκε η απόσπασή του. Η μισθοδοσία εν γένει των αποσπώμενων βαρύνει τις υπηρεσίες και τους φορείς από τους οποίους αποσπώνται".
Με τις ανωτέρω διατάξεις, που ίσχυσαν μέχρι 31-12-2000, αφού έκτοτε άρχισε να ισχύει το άρθρο 17 παρ. 4 του Ν. 2527/1997 (κατ' αρθρ. 20 παρ. 3 του Ν. 2592/1998, όπως τροποποιήθηκε με το αρθρ. 47 του Ν. 2648/1998), με τις διατάξεις του οποίου αντικαταστάθηκαν αυτές, ρυθμιζόταν υποχρεωτικά η απόσπαση υπαλλήλων του ευρύτερου δημόσιου τομέα σε υπηρεσίες του Δημοσίου για εξυπηρέτηση δημοσίων αναγκών κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης που ίσχυε.
Το Δημόσιο είχε δικαίωμα να απασχολεί τον υπάλληλο για κάθε νόμιμη υπηρεσία και για όσες ώρες ήταν από το νόμο επιτρεπτό χωρίς να βαρύνεται να καταβάλει και αντίστοιχο μισθό στον τελευταίο ούτε για το βασικό χρόνο εργασίας του ούτε για την πρόσθετη νόμιμη απασχόλησή του, για την καταβολή των οποίων, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη, ήταν υπόχρεος ο φορέας από τον οποίο είχε αποσπασθεί.
Πρόκειται, δηλαδή, για προβλεπόμενο από το νόμο δανεισμό μισθωτού, κατά τον οποίο, όπως και επί συμβατικού, κατά τα άρθρα 361, 648, 651 Α.Κ., εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία, ο αρχικός εργοδότης, με τον οποίο εξακολουθεί να υπάρχει η σύμβαση εργασίας, είναι ο μόνος υπόχρεος για την καταβολή του μισθού. Περαιτέρω, με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 4 του Ν. 2527/1997, η οποία, τελικά, ίσχυσε, κατά τα άνω, από 1-1-2001, ορίζεται ότι "Από 1ης Ιανουαρίου 1998 οι αποδοχές της οργανικής θέσης των αποσπώμενων σε δημόσιες υπηρεσίες ή Ν.Π.Δ.Δ.
υπαλλήλων βαρύνουν τους φορείς στους οποίους αποσπώνται. Εξαιρούνται από τη ρύθμιση αυτή οι αποσπώμενοι στην Προεδρία της Δημοκρατίας και τη Βουλή των Ελλήνων, σε γραφεία μελών της Κυβέρνησης και γενικών ή ειδικών γραμματέων, στο Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης για διάθεσή τους σε γραφεία κομμάτων που εκπροσωπούνται στη Βουλή, βουλευτών ή Ελλήνων βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, στο Α.Σ.Ε.Π., στη Γενική Γραμματεία του Υπουργικού Συμβουλίου, στο Συνήγορο του Πολίτη, στο Σώμα Ελεγκτών - Επιθεωρητών του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών και στο Σώμα Επιθεωρητών - Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης, καθώς και οι περιπτώσεις για τις οποίες ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα των αποδοχών των αποσπώμενων από ισχύουσες κατά τη δημοσίευση του παρόντος διατάξεις.
Στις διατάξεις της παραγράφου αυτής υπάγονται και οι ήδη αποσπασμένοι κατά την ανωτέρω ημερομηνία υπάλληλοι. Βραχυχρόνιες αποσπάσεις έως τριών (3) μηνών κατ' έτος, καθώς και αποσπάσεις σε υπηρεσίες παραμεθόριων περιοχών δεν υπάγονται στις διατάξεις της παρούσας παραγράφου".
- Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη στις 13-9-1993 ως έκτακτος υπάλληλος με την ιδιότητα του προσωπικού ασφαλείας της Διεύθυνσης Προσωπικού και απασχολήθηκε στον τομέα ασφάλειας εγκαταστάσεων της ΔΕΗ.
Από το 1997 εντάχθηκε στο, τακτικό προσωπικό της εναγομένης με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου, στην κατηγορία/ειδικότητα ΓΥ/3 και στο μισθολογικό κλιμάκιο 10 της βαθμίδας δ' σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του έχοντος ισχύ νόμου Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της ΔΕΗ (ΚΚΠ/ΔΕΗ).
Η εναγόμενη, η οποία είναι επιχείρηση κοινής ωφελείας συνεχούς λειτουργίας, εφαρμόζει από τις αρχές του έτους 1981 την πενθήμερη εβδομάδα εργασίας σύμφωνα με την Ε.Γ.Σ.Σ.Ε προσωπικού της ΔΕΗ και την υπ' αρ. 121167/81 κοινή απόφαση των Υπ. Προεδρίας της Κυβερνήσεως, Οικ. και Βιομηχ. Ενέργειας, αλλά για την απρόσκοπτη παροχή ηλεκτρικής ενέργειας στο κοινωνικό σύνολο, επετράπη η παροχή υπερωριακής απασχολήσεως των εργαζομένων σ' αυτή, καθώς και η απασχόλησή τους κατά τις Κυριακές, αργίες και ημέρες αναπαύσεως μετ' αποδοχών.
Σε περίπτωση όμως μη χορηγήσεως σ' αυτούς αναπληρωματικής ημέρας αναπαύσεως, η εναγόμενη υποχρεούται να τους καταβάλει συμπληρωματική αμοιβή, βάσει της κειμένης νομοθεσίας (άρθρο 10 παρ. 2 του ΚΚΠ/ΔΕΗ). Με την υπ' αρ. Δ13/Φ 6.13/15382/2000 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης από 26-6-2000 αποσπάστηκε, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 58 του Ν. 1943/91, στην κεντρική υπηρεσία του Υπουργείου Ανάπτυξης, όπου και απασχολείται μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής με διαδοχικές συνεχείς αποσπάσεις ως προσωπικό φύλαξης (βλ.
το υπ' αρ. πρωτ. 15990 (ΔΚΗ/Α) 867/3-10-2006 έγγραφο της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας του Υπουργείου Ανάπτυξης). Πρόκειται για προβλεπόμενο από το νόμο δανεισμό μισθωτού και, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, η μισθοδοσία του αποσπώμενου ενάγοντος στο Υπουργείο Ανάπτυξης (τούτο προέκυψε από τη συγχώνευση των Υπουργείων Τουρισμού, Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας και Εμπορίου με βάση το ΠΔ 27/96) μέχρι 31-12-2000 για κάθε νόμιμη υπηρεσία και για κάθε πρόσθετη νόμιμη απασχόλησή του στο εν λόγω Υπουργείο βάρυνε την εναγόμενη ΔΕΗ από την οποία αποσπάστηκε ο ενάγων.
Από 01-01-2001 όμως, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 4 του Ν. 2527/1997, οι αποδοχές του αποσπώμενου ενάγοντος στο εν λόγω Υπουργείο για κάθε νόμιμη υπηρεσία του και για κάθε πρόσθετη νόμιμη απασχόλησή του σ' αυτό βαρύνουν τον φορέα στον οποίο αποσπάται, ήτοι το Ελληνικό Δημόσιο, υπηρεσία του οποίου αποτελεί το άνω Υπουργείο, αφού ο ενάγων δεν υπάγεται σε κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρέσεις της ρύθμισης του άρθρου 17 παρ. 4 του Ν. 2527/1997 και στις διατάξεις της παραγράφου αυτής του εν λόγω άρθρου υπάγονται και οι ήδη αποσπασμένοι κατά την ανωτέρω ημερομηνία υπάλληλοι.
Ύπαρξη ειδικότερης συμφωνίας μεταξύ της αρχικής εργοδότριας εναγομένης, του ενάγοντος και του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία να ρυθμίζει κατά τρόπο διαφορετικό τα εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρεώσεις δεν αποδείχθηκε. Κατ' ακολουθία όλων αυτών ο ενάγων δεν νομιμοποιείται να στραφεί κατά της εναγομένης ΔΕΗ ΑΕ, αλλά κατά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο και κατάρτισε τα προγράμματα εργασίας του ενάγοντος στα πλαίσια της άσκησης του διευθυντικού του δικαιώματος.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής του αναιρεσείοντος περί ενδοσυμβατικής ευθύνης της αναιρεσίβλητης, καθώς και τις επικουρικές βάσεις της ίδιας αγωγής από αδικοπραξία της τελευταίας και αδικαιολόγητο πλουτισμό αυτής, που αφορούσαν α) την καταβολή αμοιβής σ' αυτόν για εργασία που παρείχε κατά τις ημέρες του Σαββάτου και της Κυριακής του χρονικού διαστήματος από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2002 μέχρι και το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2006 χωρίς τη χορήγηση άλλων ημερών αναπαύσεως συνεπεία της εν λόγω πρόσθετης απασχολήσεώς του και β) τη χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας προσβολής της προσωπικότητάς του από την παράλειψη καταβολής των άνω αποδοχών, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποιήσεως της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή σχετικής ενστάσεως αυτής, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος, ως προς τα κεφάλαια αυτά και επικυρώνοντας έτσι την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε απορρίψει σε σχέση με εκείνα την αγωγή για τον ίδιο λόγο.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 17 παρ.4 Ν. 2527/1997, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε ούτε τις επίσης ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 648 και 651 Α.Κ., τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι από 1-1-2001 και μάλιστα κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-9-2002 μέχρι 28-2-2006, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ.4 του Ν. 2527/1997, οι αποδοχές του αναιρεσείοντος για την παραπάνω αιτία βαρύνουν το Ελληνικό Δημόσιο, σε υπηρεσία του οποίου υπηρετούσε αυτός με απόσπαση, ως υπάλληλος της αναιρεσίβλητης, που ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και όχι την τελευταία (αναιρεσίβλητη), υπαγόμενος στο ανωτέρω ειδικό νομοθετικό καθεστώς και όχι στα άρθρα 361, 648 και 651 Α.Κ., τα οποία αφορούν το συμβατικό δανεισμό μισθωτών του ιδιωτικού τομέα.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., περί παραβιάσεως των ανωτέρω διατάξεων, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Ομοίως απορριπτέος, ως αβάσιμος, είναι ο λόγος αυτός κατά το ίδιο σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβιάσεως και των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α., που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 (περί του δικαιώματος δικαστικής προστασίας), 2 παρ.1, 4 παρ.1, 5 παρ.1, 22 και 25 παρ.1 του Συντάγματος (περί σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, ισότητας, σεβασμού της προσωπικότητας, προστασίας της εργασίας και κοινωνικής ασφάλισης, καθώς και των ατομικών δικαιωμάτων και αρχής της αναλογικότητας), 17 παρ.1 του Συντάγματος και 1 παρ.1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., που επίσης κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 (περί προστασίας και σεβασμού της περιουσίας), 288 και 281 Α.Κ. (περί εκπληρώσεως της παροχής κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη χωρίς καταχρηστική άσκηση δικαιώματος), των από 14-3-1982, 27-9-1983, 7-3-1984, 7-5-1984 Ε.Σ.Σ.Ε.
του προσωπικού της Δ.Ε.Η., των άρθρων 10 παρ.2 και 15 Κ.Κ.Π./Δ.Ε.Η., του Π.Δ. 27/1932, του Ν.Δ. 4020/1959 και της από 26-2-1975 Ε. Γ. Σ. Σ. Ε. (περί δυνατότητας επιλογής χρονικής ανάπαυσης αντί υπερωριακής αμοιβής, περί πενθήμερης εβδομάδας, ωραρίου εργασίας στη Δ.Ε.Η. και συμπληρωματικής αμοιβής επί υπερβάσεως του ωραρίου), καθόσον η απόρριψη αγωγής λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποιήσεως δεν συνιστά παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Τέτοιοι κανόνες είναι και οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., οι οποίοι αφορούν στην αναζήτηση, κατά την ερμηνεία των συμβάσεων και των δικαιοπραξιών, γενικώς, της αληθινής βουλήσεως των συμβαλλομένων χωρίς προσήλωση στις λέξεις που αυτοί χρησιμοποίησαν και όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Οι κανόνες, όμως, αυτοί εφαρμόζονται τότε μόνο, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων. Επομένως, τότε μόνο ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο εκείνο διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως ότι υπάρχει κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων και, παρόλα αυτά, δεν τις εφάρμοσε. Το στοιχείο τούτο, ότι το δικαστήριο διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων, πρέπει να το επικαλείται ο αναιρεσείων στο αναιρετήριο, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αναιρέσεως (κατά το οικείο πρώτο σκέλος του), δια του οποίου επιχειρείται να θεμελιωθεί πλημμέλεια, που προβλέπονται από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο παρέλειψε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. σε σχέση με την εργασιακή του σύμβαση, ως προς το κρίσιμο θέμα της μισθοδοσίας του, χωρίς, όμως, να επικαλείται ότι εκείνο (Εφετείο) διαπίστωσε, ευθέως ή εμμέσως, ότι υπάρχει κενό ή αμφιβολία σχετικά με τα ανωτέρω ζητήματα, προϋπόθεση απαραίτητη για την προσφυγή του Δικαστηρίου στην εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. Εξαιτίας της εν λόγω ελλείψεως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως (κατά το οικείο μέρος του) είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αόριστος.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ,Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου, δεν ιδρύεται δε, όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποιήσεως, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, τόσο για την κύρια, όσο και για τις επικουρικές βάσεις της από την αδικοπραξία και τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, χωρίς το Δικαστήριο της ουσίας να υπεισέλθει στην ουσιαστική έρευνα των επίδικων αγωγικών αξιώσεων και χωρίς να διατυπώσει αποδεικτικό πόρισμα γι' αυτές.
Συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος τους, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της απόρριψης της αγωγής, κατά τις άνω βάσεις της, είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του ΚΠολ.Δ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της διαφοράς, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλ' απέρριψε την αγωγή, ως απαράδεκτη, όπως στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά τα προεκτεθέντα. Γι' αυτό ο τρίτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων παραπονείται, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στην αίτηση προσκομισθέντα ενώπιον του και επικληθέντα από αυτόν, προς απόδειξη των επίδικων αξιώσεών του, έγγραφα, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος.
Με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης, που απορρέει, τόσο από το άρθρο 288 ΑΚ, όσο και από το άρθρο 22 παρ. 1β του Συντάγματος και το άρθρο 119 της Συνθήκης της Ε.Ο.Κ., κάθε μισθωτός δικαιούται να έχει την ίδια μεταχείριση με άλλους συναδέλφους του, εφόσον παρέχει την εργασία του κάτω από τις ίδιες συνθήκες και όρους.
Έτσι, όταν ένας εργοδότης χορηγεί οικειοθελώς, χωρίς νομική υποχρέωση, κάποια παροχή σε ορισμένη κατηγορία ή ειδικότητα μισθωτών, δεν μπορεί να εξαιρέσει από την παροχή μισθωτούς της ίδιας κατηγορίας ή ειδικότητας, που παρέχουν εργασία με τους ίδιους όρους, εκτός αν σοβαρός λόγος δικαιολογεί την εξαίρεση με αντικειμενικά κριτήρια.
Η αρχή όμως αυτή δεν έχει εφαρμογή προκειμένου περί εργαζομένων, που ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία και δεν έχουν τα ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, έστω και αν παρέχουν εργασία ανάλογη ή ίσης αξίας, που τείνει στην εξυπηρέτηση των ίδιων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του εργοδότη. Εξάλλου, αναγκαία στοιχεία της αγωγής, με την οποία ζητείται η επιδίκαση μισθολογικών διαφορών με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης, αποτελούν ο προσδιορισμός των συγκεκριμένων μισθωτών, προς τους οποίους εκδηλώθηκε η ευνοϊκή μεταχείριση, τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα αυτών και του ενάγοντος, η εργασία που παρείχαν, τόσο αυτοί, όσο και ο ενάγων και οι συνθήκες, υπό τις οποίες παρεχόταν, ώστε να καταστεί δυνατή η σύγκριση και ακολούθως η κρίση, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση παραβιάσθηκε ή μη η προαναφερόμενη αρχή.
Επί του προκειμένου, ο αναιρεσείων ζήτησε με την αγωγή του την επιδίκαση των αναφερόμενων σ' αυτήν ποσών, για την απασχόλησή του κατά τις ημέρες Σαββάτου και Κυριακής, επικαλούμενος, μεταξύ άλλων, την αρχή της ίσης μεταχείρισης, εκ του ότι η αναιρεσίβλητη έχει καταβάλει και σε άλλους συναδέλφους του παρόμοια ποσά για την απασχόλησή τους κατά τις ανωτέρω ημέρες. Η αγωγή αυτή σε σχέση με την εν λόγω επικουρική της βάση είναι αόριστη, καθόσον, εκτός των προσώπων, δεν προσδιορίζονται σ' αυτήν τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα των συναδέλφων του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, προς τους οποίους φέρεται ότι εκείνη επέδειξε ευνοϊκή μεταχείριση, το είδος της εργασίας που παρείχαν, οι συνθήκες, υπό τις οποίες παρεχόταν αυτή και αν τελούσαν σε όμοια με αυτόν κατάσταση. Με βάση αυτά, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον δεύτερο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε δεχθεί τα ίδια, επικυρώνοντας και κατά τούτο την απόφαση του Δικαστηρίου εκείνου. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτη την αγωγή, ως αόριστη, κατά τη σχετική επικουρική βάση της και, συνεπώς, ο υποστηρίζων τα αντίθετα τέταρτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, κατ' ορθή υπαγωγή από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. (και όχι από το αρθρ. 559 αριθ. 1 και 19 του ίδιου Κώδικα), είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-1-2011 αίτηση του Κ. Γ., για αναίρεση της 506/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ