Legislator Case Law & Legislation
1791/2008 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of third-party objection to enforcement action.

Case Number 1791/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision to dismiss the plaintiff's claim. The plaintiff argued that a forced seizure of property was invalid because the property was already under judicial mortgage and the seizure was abusive. The lower court incorrectly declared these pre-existing objection grounds inadmissible under Article 935 of the Code of Civil Procedure. The Court ruled that Article 935 does not apply to third-party objections and that the grounds were properly generated and should have been examined, leading to the remittal of the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 933, 935, 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The grounds of objection generated during a prior objection procedure remain admissible in subsequent enforcement proceedings even if previously rejected, as Article 935 does not apply to third-party objections.

Keywords

AI generated
third party objection enforcement proceedings admissibility of grounds judicial mortgage forced seizure Code of Civil Procedure remittal for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 933 of the Code of Civil Procedure
Article 935 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 74 of the Code of Enforcement and Execution

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1791 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1791/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Δημήτριος Λοβέρδος), Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "Η υπό εκκαθάριση παλαιά Τράπεζα Κρήτης ν.2330/1995" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον εκκαθαριστή, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ορφανίδη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα Υπουργό των Οικονομικών και τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ Κηφισιάς, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ευθύμιο Τσάκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, 2) Ψ, κατοίκου ......, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/11/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1424/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1503/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/4/2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες, ανέγνωσε την από 14/4/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθέσμα, σε καταφατική δε περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην κρινόμενη υπόθεση ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο, καίτοι αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού της παραπάνω δικασίμου καθώς και κλήσεως για εμφάνιση κατ' αυτή, του επιδόθηκε νομίμως, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη ...... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...... . Επομένως πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου αυτού.

Το άρθρο 935 ΚΠολΔ, κατά το οποίο λόγοι ανακοπής που είναι ήδη γεννημένοι και μπορούν να προταθούν στη δίκη της ανακοπής σύμφωνα με το άρθρο 933, είναι απαράδεκτοι, όταν προταθούν σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη δίκη όπου ανακύπτει ζήτημα κύρους της εκτελέσεως, έχει εφαρμογή επί της ανακοπής του άρθρου 933, στο οποίο και ρητώς παραπέμπει, όχι όμως και επί της ανακοπής τρίτου του άρθρου 936.

Εξάλλου, με το ως άνω άρθρο 935 ΚΠολΔ, εφαρμοζόμενο και στην διοικητική εκτέλεση (άρθρο 89 ΚΕΔΕ), θεσπίζεται το απαράδεκτο προβολής λόγων που βάλλουν κατά του κύρους της αναγκαστικής εκτελέσεως, οι οποίοι ήταν γεννημένοι και μπορούσαν να προταθούν, αν δεν προβλήθηκαν με ήδη ασκηθείσα ανακοπή. Δεν εμποδίζεται επομένως η προβολή λόγων που είχαν μεν γεννηθεί κατά την άσκηση της προγενέστερης ανακοπής αλλά, για οποιαδήποτε αιτία, δεν μπορούσαν τότε να προταθούν.

Από τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 1 εδ. α' του ΚΕΔΕ (ν. δ. 356/1974), που ορίζει ότι η ανακοπή κατά της διοικητικής εκτελέσεως δικαιούται να ασκήσει κάθε τρίτος, εφόσον προσβάλλεται το δικαίωμα κυριότητας αυτού επί του αντικειμένου της εκτελέσεως, σε συνδυασμό με τα όσα σχετικώς αναφέρονται στην εισηγητική έκθεση του ΚΕΔΕ, σαφώς προκύπτει ότι με διάταξη αυτή, κατ' απόκλιση των όσων ορίζονται στο άρθρο 936 παρ. 1 Κ.

Πολ. Δ., παρέχεται στον τρίτο δικαίωμα ανακοπής κατά της διοικητικής εκτελέσεως και μετά την περάτωσή της (άρθρο 74 παρ. 2 ΚΕΔΕ) μόνον όταν προσβάλλεται δικαίωμα κυριότητάς του επί του αντικειμένου της εκτελέσεως (κινητού ή ακινήτου), όχι δε και όταν συντρέχουν οι λοιπές περιπτώσεις του άρθρου 936 Κ. Πολ. Δ.

Επομένως, δεν έχει εδώ συμπληρωματική εφαρμογή η τελευταία διάταξη και τα όσα γίνονται δεκτά κατά την ερμηνεία και εφαρμογή αυτής, ειδικότερα δε δεν μπορεί να αποτελέσει βάση (λόγο) ανακοπής από το άρθρο 74 παρ. 1 του ΚΕΔΕ η απαγόρευση διαθέσεως που έχει ταχθεί υπέρ του τρίτου και συνεπάγεται σύμφωνα με τον νόμο την ακυρότητα αυτής, ούτε η από μέρους του καθού η εκτέλεση οφειλέτη, συνακόλουθα δε και του ασκούντος τα δικαιώματα αυτού επισπεύδοντος δανειστή, καταχρηστική άσκηση του ουσιαστικού δικαιώματός του κατά του τρίτου.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, η ενάγουσα, ήδη αναιρεσείουσα, ιστορεί με αυτήν ότι ο δεύτερος των εναγομένων και ήδη δεύτερος των αναιρεσιβλήτων απέκτησε, κατόπιν αγοράς, οικία, με χρήματα που αφαίρεσε παρανόμως από την αντίδικό του. Ότι με την 1131/1998 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών καταδικάστηκε σε δήλωση βουλήσεως περί μεταβιβάσεως σε αυτήν (αναιρεσείουσα) της κυριότητας του εν λόγω ακινήτου καθώς και στην απόδοσή του, ενώ προηγουμένως με την 17492/1991 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είχε διαταχθεί η δικαστική μεσεγγύηση του ακινήτου και είχε ορισθεί μεσεγγυούχος η αναιρεσείουσα, η οποία έκτοτε προβαίνει σε δήλωση φόρου μεγάλης ακίνητης περιουσίας και σε καταβολή του φόρου για λογαριασμό του δεύτερου των καθών.

Ότι το πρώτο των εναγομένων και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο την 22/3/2001 προέβη σε αναγκαστική κατάσχεση του ακινήτου προς ικανοποίηση απαιτήσεώς του κατά του δευτέρου των εναγομένων. Ότι η επιβολή της αναγκαστικής κατασχέσεως αποτελεί έναντι της ενάγουσας πράξη μη αντιτάξιμη και άκυρη α) λόγω της θέσεως του ακινήτου υπό δικαστική μεσεγγύηση, εγγραφείσα μάλιστα στο οικεία βιβλία υποθηκών πριν από την επιβολή κατασχέσως, η οποία (μεσεγγύηση) ως συνέπεια έχει την απαγόρευση διαθέσεως, σύμφωνα με τα άρθρα 725, 727 σε συνδ.

με 715 § 1 ΚΠολΔ, και β) διότι, υπό τις εκτιθέμενες περιστάσεις, η άσκηση του δικαιώματος του πρώτου εναγομένου είναι καταχρηστική. Κατόπιν αυτών, η αναιρεσείουσα ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η αναγκαστική κατάσχεση αποτελεί έναντί της πράξη μη αντιτάξιμη και άκυρη, ότι το δικαίωμα κυριότητας του δεύτερου των εναγομένων και του ταυτιζόξμενου με αυτόν πρώτου εναγομένου καθώς και του μέλλοντος να αναδειχθεί υπερθεματιστή ή κατέστη ανενεργό και ότι το δεδικασμένο που απορρέει από την 1131/1998 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών δεσμεύει τους εναγομένους.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεχόμενο ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται από την ενάγουσα προς στήριξη της αγωγής της είχαν ήδη προβληθεί, ως λόγοι ανακοπής κατά της αναφερόμενης στην αγωγή και διενεργούμενης κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ αναγκαστικής εκτελέσεως, και απορριφθεί και, συνεπώς, είναι απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 935 ΚΠολΔ, απέρριψε την αγωγή.

Κρίνοντας όμως έτσι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Διότι, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, αφενός μεν το άρθρο 935 ΚΠολΔ δεν έχει εφαρμογή στην ανακοπή τρίτου, όπως στο προκείμενο, αφετέρου δε δεν εμποδίζεται η προβολή των ισχυρισμών (λόγων) που ήταν μεν γεννημένοι κατά την άσκηση προηγηθείσας ανακοπής, απορρίφθηκαν όμως για το λόγο ότι, κατά νόμο, δεν μπορούσαν να προβληθούν τότε, όπως συμβαίνει στην ένδικη περίπτωση, στην οποία οι ισχυρισμοί για τους οποίους πρόκειται απορρίφθηκαν, ως μη δυνάμενοι να προβληθούν κατά το άρθρο 74 § 1 εδ.

α' ΚΕΔΕ. Υπέπεσε επομένως το Εφετείο στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ οι δε σχετικοί πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως είναι βάσιμοι. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1503/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει για μεν τον δεύτερο από τους αναιρεσιβλήτους στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, εκ του οποίου (ποσού) μέρος τριακοσίων (300) ευρώ εις ολόκληρον με το πρώτο αναιρεσίβλητο (Ελληνικό Δημόσιο), το δε τελευταίο στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ, εις ολόκληρο με τον δεύτερο από τους αναιρεσιβλήτους, κατά τα ανωτέρω.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Σεπτεμβρίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ