1791/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2836/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1688/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16 Ιουνίου 2006 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1791/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση η ενάγουσα αναιρεσείουσα στην ένδικη αγωγή της κατά του αναιρεσιβλήτου, υποκείμενη σε επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο (αρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ιστορεί, όπως εδέχθη και το Εφετείο, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 17-12-1993 κατάρτισε με τον Ζ1 σύμβαση αντιπροσωπείας, με την οποία του είχε αναθέσει τη μη αποκλειστική διανομή στην περιοχή ...
Full text
Απόφαση 1791 / 2007 (Α, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1791/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Ελένη Παναγιωτάκη, Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Mercedes Benz Ελλάς Ανώνυμος Εμπορική Εταιρία", που εδρεύει στη Ν. Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη-Διονύσιο Φιλιώτη Του αναιρεσιβλήτου: ..... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Κωνσταντόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2836/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1688/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16 Ιουνίου 2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης, ανέγνωσε την από 5 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, κατά το άρθρο 847 ΑΚ εγγύηση είναι η σύμβαση δυνάμει της οποίας ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή την ευθύνη ότι θα καταβληθεί η οφειλή. Κατά δε το άρθρο 849 η εγγύηση είναι άκυρη αν δεν δηλωθεί εγγράφως. Η έλλειψη του εγγράφου καλύπτεται, εφόσον ο εγγυητής εκπληρώσει την οφειλή. Ο απαιτούμενος από το νόμο έγγραφος τύπος απαιτείται για τη δήλωση βουλήσεως του εγγυητού και έχει συστατικό χαρακτήρα, αν δε παραλειφθεί τότε η περί εγγυήσεως δήλωση βουλήσεως είναι άκυρη, λογιζομένη σαν να μην έγινε (αρθρ.159 και 180 ΑΚ).
Η σύμβαση εγγυήσεως συναπτομένη μεταξύ εγγυητού και δανειστού διαφέρει από την σύμβαση που καταρτίζεται μεταξύ του οφειλέτου και τρίτου, με την οποία ο τελευταίος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εγγυηθεί το υφιστάμενο ή μελλοντικό χρέος του οφειλέτου. Η σύμβαση αυτή, που είναι ανεξάρτητη της κυρίας συμβάσεως της εγγυήσεως, δεν υπόκειται στον έγγραφο συστατικό τύπο, δημιουργεί ενοχικό δεσμό μόνο μεταξύ του τρίτου και του οφειλέτου, και εν αρνήσει του τρίτου να προβεί στην υποσχεθείσα εγγύηση υπέχει υποχρέωση προς αποκατάσταση της ζημίας του οφειλέτου.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 478 και 411 ΑΚ προκύπτει, ότι η σύμβαση, με την οποία τρίτος υποσχέθηκε στον οφειλέτη να καταβάλει το χρέος του, γεννά ενοχή μόνο μεταξύ αυτού που υποσχέθηκε και του δέκτη της υποσχέσεως οφειλέτη, όχι δε και υπέρ του δανειστού. Για να αποκτήσει ο τελευταίος άμεση αξίωση εναντίον εκείνου που υποσχέθηκε από μια τέτοια σύμβαση, πρέπει από την τελευταία να προκύπτει αυτό σαφώς, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 411 ΑΚ, δηλαδή να προκύπτει τέτοια βούληση των μερών που έχουν συμβληθεί ή αυτό να συνάγεται από τη φύση και το σκοπό της συμβάσεως.
Περαιτέρω η εγγύηση διαφέρει από την σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους, προβλεπόμενη από το άρθρο 477 ΑΚ. Η σύμβαση αυτή, μη υποκείμενη σε έγγραφο συστατικό τύπο, καταρτίζεται μεταξύ του δανειστού και τρίτου, με την οποία ο τελευταίος υπόσχεται την εκπλήρωση του χρέους, χωρίς να απαλλάσσεται ο οφειλέτης από την υποχρέωση προς εκπλήρωση και έτσι παράγεται πρόσθετη, αυτοτελής ενοχή του τρίτου που υποσχέθηκε την εκπλήρωση.
Στη σύμβαση της σωρευτικής αναδοχής χρέους ο σωρευτικώς αναδεχόμενος το αλλότριο χρέος ενεργώντας και ευθυνόμενος αυτοτελώς, σαν να ήταν δικό του το χρέος και όχι παρεπομένως, ενέχεται εις ολόκληρον προς τον δανειστή, μαζί με τον οφειλέτη, προς εκπλήρωση της παροχής του τελευταίου και διαπλάσσεται έτσι αυτομάτως παθητική εις ολόκληρον ενοχή και των δύο απέναντι στον δανειστή.
Από δε τις διατάξεις των άρθρων 1265, 1274, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 56 Εισ.Ν.ΚΠολΔ, 1276, 1277, 1278, 1291, 1292, 1294, 1323 αριθ. 2 ΑΚ, 29 και 41 Εισ.Ν.ΚΠολΔ, 993§1 εδ.β΄, 706 και 724 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα εξής: α) Η προσημείωση υποθήκης αποτελεί εμπράγματο δικαίωμα υποθήκης υπό αναβλητική αίρεση, πληρουμένη με τη τελεσίδικη επεδίκαση της ασφαλιζομένης απαιτήσεως και της εμπροθέσμου τροπής της σε υποθήκη, που ανατρέχει στο χρόνο εγγραφής της προσημειώσεως με αντίστοιχη προτεραιότητα στην υποθηκική τάξη (ΟλΑΠ 14/2006).
β) Τίτλος για την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης είναι η δικαστική απόφαση, ή η διαταγή πληρωμής ως προς την ασφαλιζομένη χρηματική απαίτηση. γ) Η εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης αποτελεί ένα από τα ασφαλιστικά μέτρα, τα οποία μπορεί να διαταχθούν από το δικαστήριο. Παρέχεται δε στον δανειστή, που δεν έχει τίτλο προς εγγραφή υποθήκης, προς ασφάλεια της χρηματικής απαιτήσεώς του και εξασφάλιση της μελλοντικής αναγκαστικής εκτελέσεως πάντοτε κατόπιν αδείας του δικαστηρίου, που ορίζει και το ασφαλιστέο ποσό.
Στη σχετική για τη λήψη του άνω ασφαλιστικού μέτρου δίκη αιτών είναι ο δανειστής και καθού η αίτηση ο οφειλέτης, ο οποίος πρέπει να έχει και την κυριότητα επί του ακινήτου επί του οποίου θα εγγραφεί η προσημείωση. Πλην όμως υφίσταται η δυνατότητα παροχής αδείας εγγραφής προσημειώσεως σε ακίνητο τρίτου, μη οφειλέτου, αν αυτός στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων ρητώς συναινεί προς τούτο.
Στην περίπτωση αυτή ο τρίτος που παραχωρεί το δικαίωμα εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης σε δικό του ακίνητο προς εξασφάλιση αλλοτρίου χρέους, στη σχετική δίκη των ασφαλιστικών μέτρων νομιμοποιείται παθητικώς ως μη υπόχρεος διάδικος. δ) Η συναίνεση του τρίτου, στην εγγραφή προσημειώσεως στο ακίνητό του, που δίδεται στα πλαίσια της αυτονομίας της ιδιωτικής βουλήσεως, δεν επάγεται και αυτοδίκαιη αλλοίωση των σχέσεων ιδιωτικού δικαίου, υπό την έννοια ότι ο παραχωρών το δικαίωμα προς εγγραφή προσημειώσεως τρίτος, με την παραχώρηση αυτή δεν μεταβάλλεται και σε οφειλέτη του δανειστού, ώστε να ευθύνεται όχι μόνο εμπραγμάτως, αλλά και ενοχικώς με το σύνολο της περιουσίας του για την καταβολή του χρέους, προς εξασφάλιση του οποίου παραχωρήθηκε η προσημείωση έστω μέχρι την αξία του ακινήτου, επί του οποίου αυτή ενεγράφη, εκτός και αν ο παραχωρών εγγυήθηκε, υπό τους προδιαληφθέντας όρους, την καταβολή του χρέους ή με σύμβαση με τον δανειστή αναδέχθηκε το αλλότριο χρέος, οπότε δεν έχει την ιδιότητα του "τρίτου", αφού είναι ο ίδιος οφειλέτης.
Η υπό του τρίτου παρεχομένη προσημείωση αναφέρεται, αποκλειστικώς, στην παροχή εξουσίας προς τον υπέρ ου η παραχώρηση δανειστή να επισπεύσει και εναντίον του αναγκαστική εκτέλεση προς ικανοποίηση της απαιτήσεώς του από την δια πλειστηριασμού αναγκαστική εκποίηση του ακινήτου, χωρίς η άνω παραχώρηση να τον καθιστά, κατά νομική ή λογική αναγκαιότητα, και υποκείμενο της ενοχικής σχέσεως, ευθυνόμενος, προσωπικώς, για την καταβολή του δια της προσημειώσεως εξασφαλισθέντος χρέους.
Όπως και επί της παραχωρήσεως δικαιώματος εγγραφής υποθήκης από τρίτο, μη οφειλέτη, σε ακίνητό του επέρχεται διάσπαση της ενοχικής από την εμπράγματη ευθύνη, περιοριζομένη μόνο στην υποχρέωση του τρίτου να ανεχθεί την εις βάρος του αναγκαστική εκτέλεση επί του συγκεκριμένου ακινήτου επί του οποίου ενεγράφη η υποθήκη, έτσι και στην εξεταζομένη περίπτωση υφίσταται η εν λόγω διάσπαση, με αποτέλεσμα η έκταση της υποχρεώσεως του τρίτου να περιορίζεται, αυστηρώς, στο όριο της εμπραγμάτου υποθηκικής ευθύνης, μετά την τροπή της προσημειώσεως σε υποθήκη.
ε) Η προσημείωση που ενεγράφη σε ακίνητο του μη ατομικά ενεχομένου τρίτου θα τραπεί σε υποθήκη με βάση την τελεσίδικη επιδίκαση της απαιτήσεως εις βάρος του ατομικά ενεχομένου οφειλέτου. Για την επίσπευση δε της εναντίον του τρίτου αναγκαστικής εκτελέσεως δεν απαιτείται τίτλος εκτελεστός εναντίον του.
Αρκεί ο δανειστής να διαθέτει τίτλο εκτελεστό κατά του ατομικά ενεχομένου οφειλέτου. Η δυνατότητα αυτή, της εγέρσεως δηλαδή της εμπραγμάτου εκ της υποθήκης αγωγής και από τον προσημειούχο, ο οποίος έχει τίτλο εκτελεστό για την αξίωση υπέρ της οποίας εγγράφηκε προσημείωση υποθήκης, παρέχεται από τις συνδυασμένες διατάξεις τών άρθρων 993 παρ.1 εδ.β΄ του ΚΠολΔ και 41 του Εισ.Ν.ΚΠολΔ..
Ειδικότερα, κατά το πρώτο από αυτά (993 παρ.1 εδ. β΄) ο ενυπόθηκος δανειστής μπορεί να ασκήσει την εμπράγματη αυτή υποθηκική αγωγή κατάσχοντος το ενυπόθηκο κτήμα είτε κατά του οφειλέτου είτε κατά του τρίτου κυρίου, είτε κατ' εκείνου που νέμεται με νόμιμο τίτλο το ενυπόθηκο κτήμα, αφού πρώτα κοινοποιήσει την επιταγή προς εκτέλεση στον οφειλέτη και στον τρίτο.
Κατά δε το δεύτερο (41) οι σχετικές με την υποθήκη διατάξεις του ΚΠολΔ εφαρμόζονται και στην προσημείωση, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά, όπως ορίζεται μόνο στο άρθρο 1007 παρ.1, κατά το οποίο η μεν εμπραγμάτως δι' υποθήκης ασφαλισμένη απαίτηση κατατάσσεται οριστικώς η δε δια προσημειώσεως τυχαίως. Επομένως, ο προσημειούχος δανειστής μπορεί κατ' εφαρμογή των τελευταίων αυτών διατάξεων, να ασκήσει την εμπράγματη αγωγή και κατά του τρίτου, αρκεί να έχει τίτλο εκτελεστό κατά του οφειλέτου του.
Δηλαδή, ο τίτλος αυτός που αφορά την αξίωση, η οποία είναι εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης, μπορεί να εκτελεσθεί και κατά του τρίτου, ήτοι κατά του προσημειωμένου ακινήτου, όχι διότι ο τρίτος ευθύνεται ενοχικώς, πράγμα που δεν συμβαίνει, αλλά διότι είναι κύριος ακινήτου βεβαρημένου με προσημείωση υποθήκης, όπως ακριβώς ευθύνεται και όταν το ακίνητο είναι βεβαρημένο με υποθήκη. (ΟλΑΠ 14/2006) στ) Με την άσκηση της εμπραγμάτου υποθηκικής αγωγής, κατά τις σχετικές διατάξεις του ΚΠολΔ, ζητείται κατά του τρίτου να υποστεί αναγκαστική εκτέλεση επί του ενυποθήκου ακινήτου του, το οποίο και μόνο είναι υπέγγυο δια το χρέος, δυναμένου απλώς, για να αποφύγει την εις βάρος του επί του ενυποθήκου κτήματος αναγκαστική εκτέλεση να καταβάλει ολόκληρο το ποσό της εμπραγμάτως ασφαλιζομένης απαιτήσεως.
Περαιτέρω η μεν νομική αοριστία της αγωγής, η οποία αναφέρεται στην επάρκεια ή μη των επικαλουμένων για την εφαρμογή ορισμένου κανόνα δικαίου περιστατικών ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, εφόσον το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος, η δε ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία αφορά την αναγραφή με πληρότητα στο δικόγραφο των περιστατικών που αποτελούν προϋπόθεση της εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο θεμελιούται το αίτημα της αγωγής, ελέγχεται από το εδάφιο 14 σε συνδυασμό με το εδάφιο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000).
Τέλος, κατά το άρθρο 216§1 ΚΠολΔ για το ορισμένο του δικογράφου της αγωγής πρέπει αυτή να περιέχει, εκτός άλλων, σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα, σε τρόπο ώστε να περιέχεται στον μεν ενάγοντα η ευχέρεια να αμυνθεί, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βασίμου, κατά νόμο, της αγωγής.
Στην προκείμενη περίπτωση η ενάγουσα αναιρεσείουσα στην ένδικη αγωγή της κατά του αναιρεσιβλήτου, υποκείμενη σε επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο (αρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ιστορεί, όπως εδέχθη και το Εφετείο, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 17-12-1993 κατάρτισε με τον Ζ1 σύμβαση αντιπροσωπείας, με την οποία του είχε αναθέσει τη μη αποκλειστική διανομή στην περιοχή ...
αυτοκινήτων και ανταλλακτικών Mercedes Benz με τους αναγραφόμενους όρους. Ότι, συγχρόνως, κατάρτισε με τον ανωτέρω Ζ1 σύμβαση αλληλοχρεου λογαριασμού, με την οποία συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, πως στο λογαριασμό αυτό θα καταχωρίζονται όλες οι μεταξύ τους χρεοπιστώσεις, ότι θα δικαιούται (η ενάγουσα) οποτεδήποτε να τον κλείνει και ότι, σε περίπτιοση οριστικού κλεισίματος, θα δικαιούται να απαιτήσει το κατάλοιπο εντόκως.
Ότι ο Ζ1 , σε εκτέλεση των συμβατικών υποχρεώσεων του, συνέστησε την εταιρεία ΝΙΚΟΛΟΥΖΟΣ Α.Ε., η οποία υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτού, που απέρρεαν από την ανωτέρω σύμβαση αντιπροσωπείας και τη σύμβαση αλληλοχρεου λογαριασυου. Ότι οι ενλόγω δύο συμβάσεις λειτούργησαν μεταξύ αυτής (ενάγουσας) και της εταιρείας ΝΙΚΟΛΟΥΖΟΣ Α.Ε.
μέχρι τις 23-12-1996, που λύθηκαν κατόπιν καταγγελίας εκ μέρους της (ενάγουσας) για σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο στις από την πλευρά της εταιρείας ΝΙΚΟΥΛΟΥΖΟΣ Α.Ε. παραβιάσεις των συμβατικών της υποχρεώσεων. Ότι ο αλληλόχρεος λογαριασμός εμφάνισε κατά το κλείσιμο (23-12-1996) κατάλοιπο υπέρ της ενάγουσας, ανερχόμενο στο ποσό του 1.346.025.605 δραχμών και προς επιδίκαση του προσέφυγε (η ενάγουσα) στη συνομολογηθείσα με τις άνω συμβάσεις διαιτησία, οπότε και εκδόθηκε η επισυναπτόμενη 22/2003 οριστική απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, που επιδίκασε υπέρ αυτής (ενάγουσας) το ποσό των 946.352.015 δραχμών ή 2.777.22 ευρώ, νομιμοτόκως από την κοινοποίηση της προσφυγής της μέχρι την εξόφληση.
Ότι η οφειλέτρια εταιρεία ΝΙΚΟΛΟΥΖΟΣ Α.Ε. με το από 30-5-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό ανεγνώρισε πως το μέρος του χρεωστικού υπολοίπου του ως άνω αλληλοχρέου λογαριασμού, που δεν καλυπτόταν με αξιόγραφα ή εμπράγματες ασφάλειες, ανερχόταν σε 345.000.000 δραχμές, και υποσχέθηκε την εξόφληση του κατά τους αναφερόμενους στο συμφωνητικό όρους.
Ότι η εταιρεία ΝΙΚΟΛΟΥΖΟΣ Α.Ε. δεν τήρησε τους όρους του πιο πάνω συμφωνητικού και το χρεωστικό υπόλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού, που δεν καλυπτόταν με αξιόγραφα ή εμπράγματες ασφάλειες, υπερέβη κατά τα μέσα Οκτωβρίου 1996 το ποσό του 1.100.000.000 δραχμών. Ότι η οφειλέτρια εταιρεία ΝΙΚΟΛΟΥΖΟΣ Α,Ε. και λοιποί υπόχρεοι - που δεν κατονομάζονται στην αγωγή - κατάρτισαν με τηνενάγουσα τα από 24-10-1996 και 25-10-1996 ιδιωτικά συμφωνητικά με τα οποία ανέλαβαν να εξοφλήσουν το ακάλυπτο, κατά τα άνω, μέρος του εμφανισθέντος χρεωστικού υπολοίπου και υποσχέθηκαν προς εξασφάλιση της (ενάγουσας) να εγγραφούν προσημειώσεις υποθήκης επί ακινήτων, μεταξύ των οποίων και επί του λεπτομερώς περιγραφομένου ακινήτου του εναγομένου ......, που βρίσκεται στη .....
μέχρι του ποσού των 100.000.000 δραχμών. Ότι η οφειλέτρια εταιρεία ΝίΚΟΛΟΥΖΟΣ Α.Ε., σε εκτέλεση της ως άνω συμβατικής της υποχρεώσεως, ήλθε σε συμφωνία με τον εναγόμενο ..... , με βάση την οποία ο τελευταίος "θα εγγυάτο άλλως θα ανεδέχετο σωρευτικώς μετ' αυτής την καταβολή της ανωτέρω οφειλής της και υποσχέθηκε όπως προς εξασφάλιση της αναληφθησομένης υποχρεώσεως χορηγήσει δικαίωμα εγγραφής προσημείωσης υποθήκης επί του άνω ακινήτου του μέχρι του ποσού 100.000.000 δραχμών".
Ότι τη συμφωνία αυτή η ενάγουσα την αποδέχθηκε και άσκησε την από 27-10-1996 αίτηση της κατά του εναγομένου προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την οποία, αφού ανέφερε σ: αυτήν ότι η οφειλέτρια εταιρεία της οφείλει και το ποσό του 1.000.000.000 δραχμών, που προέρχεται από τις μεταξύ τους συναλλαγές, και ότι προς μερική εξόφληση αυτού του ποσού, πλέον τόκων και εξόδων, ο εναγόμενος "της υποσχέθηκε (της ενάγουσας) την παροχή δικαιώματος προς εγγραφή προσημείωσης υποθήκης υπέρ αυτής για το ποσό των 100.000.000 δραχμών επί του ακινήτου του", ζήτησε να της παρασχεθεί η αδεία εγγραφής προσημείωσης υποθήκης στο ακίνητο αυτό του εναγομένου μέχρι το ποσό των 100.000.000 δραχμών.
Ότι την αίτηση αυτή αποδέχθηκε ο εναγόμενος, που παρέστη αυτοπροσώπως κατά τη συζήτηση της στις 31-10-1996, συναίνεσε ρητά στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί του ακινήτου του έως το ανωτέρω ποσό, και ενώπιον του δικάσαντος δικαστή έθεσε την υπογραφή του επί της αίτησης κάτω από τη φράση "συναινεί ο καθ' ου".
Ότι επί της αίτησης εκδόθηκε η 29306/1996 απόφαση του προαναφερομένου Δικαστηρίου, που επέτρεψε στην ενάγουσα την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί του άνω ακινήτου του εναγομένου, προς εξασφάλιση "των άνω απαιτήσεων της κατά της εταιρείας ΝίΚΟΛΟΥΖΟΣ Α.Ε. που προέρχονταναπό τη μεταξύ τους προυπάρξασα σύμβαση εμπορικής συνεργασίας και τον τηρηθέντα μεταξύ τους αλληλόχρεο λογαριασμό" και μέχρι του ποσού των100.000.000 δραχμών, γράφτηκε δε η διαταχθείσα αυτή προσημείωση υποθήκης στο Υποθηκοφυλακείο Βουλιαγμένης υπέρ αυτής και σε βάρος του εναγομένου.
Ότι "από τα προλεχθέντα έγινε φανερό ότι ο εναγόμενος, με την αποδοχή της κατ' αυτού άνω αιτήσεως προς παροχή άδειας προσημείωσης υποθήκης επί του ακινήτου του, με τη συνομολόγηση όλων των περιεχομένων στην αίτηση πραγματικών γεγονότων και με τη ρητή έγγραφη συναίνεση του, που έχει υπογραφεί ιδιοχείρως απ' αυτόν επί της αίτησης περί παροχής προσημείωσης υποθήκης επί του άνω ακινήτου του μέχρι του ποσού 100.000.000 δρχ.
προς εξασφάλιση των προαναφερθεισών και επιδικασθεισών με την 22/2003 διαιτητική απόφαση απαιτήσεων της (ενάγουσας) κατά της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας ΝΙΚΟΛΟΥΖΟΣ Α.Ε. εγγυήθηκε έναντι αυτής (ενάγουσας), άλλως αναδέχθηκε. σωρευτικώς την καταβολή των απαιτήσεων της αυτών μέχρι το ποσό των 100.000.000 δραχμών", και "άρα ο εναγόμενος της οφείλει το ποσό αυτό, το οποίο, αφού αρνείται να της το καταβάλει, πρέπει να υποχρεωθεί προς τούτο δικαστικώς".
Ότι "σε κάθε περίπτωση ο εναγόμενος με την πιο πάνω ρητή έγγραφη συναίνεση του για παροχή άδειας εγγραφής προσημείωσης υποθήκης μέχρι του ποσού των 100.000.000 δραχμών, προς εξασφάλιση των ανωτέρω επιδικασθεισών απαιτήσεων της κατά της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας ΝΙΚΟΛΟΥΖΟΣ Α.Ε., και με την εν συνεχεία εγγραφή της προσημείωσης επί του ακινήτου του, αυτός κατέστη και είναι εμπράγματος (υποθηκικός υπό αίρεση) οφειλέτης της (ενάγουσας), ευθυνόμενος έναντι αυτής εμπραγμάτως μέχρι το ποσό των 100.000.000 δραχμών, και σε κάθε περίπτωση μέχρι την αξία του ακινήτου του, υπόκειται δε στην εμπράγματη υποθηκική αγωγή και δικαιούται να εξοφλήσει την ενυπόθηκη κατ' αυτού απαίτηση της ττοσού 100.000.000 δραχμών".
Ότι "συντρέχει νόμιμος λόγος να επιδικαστεί η εμπράγματη αυτή απαίτηση της, προκειμένου να αποκτήσει κατά του εναγομένου τελεσίδικη δικαστική απόφαση, που απαιτείται αφενός για την τροπή της προσημείωσης υποθήκης σε υποθήκη και αφετέρου για την απόκτηση εκτελεστού τίτλου και την άσκηση της κατ' άρθρο 1292 ΑΚ εμπράγματης αγωγής με την εκτέλεση και εκπλειστηρίαση του προσημειωθέντος ακινήτου".
Με βάση δε τα ανωτέρω η αναιρεσείουσα εζήτησε την καταψήφιση του αναιρεσιβλήτου να της καταβάλει το άνω ποσό της οφειλής της άνω εταιρείας για το οποίο συνήνεσε στην εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης στα ακίνητά του. Η αγωγή αυτή υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα είναι αόριστη. Ειδικότερα δεν αναφέρονται περιστατικά με σαφήνεια και πληρότητα, που να καθιστούν τoν αναιρεσίβλητο εναγόμενο και προσωπικώς υπεύθυνο για το χρέος της εταιρείας που μνημονεύεται στην αγωγή είτε ως εγγυητής με την επίκληση του απαιτούμενου συστατικού, για την σύμβαση αυτή, εγγράφου, περιέχοντος την σαφή περί εγγυήσεως δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, είτε ως αναδοχέως του αλλοτρίου χρέους με την επίκληση συμβάσεως περί σωρρευτικής αναδοχής χρέους καταρτισθείσης μεταξύ της αναιρεσειούσης και του αναιρεσιβλήτου.
Η έγγραφη ενώπιον του δικαστηρίου δοθείσα από τον αναιρεσίβλητο συναίνεση προς εγγραφή προσημειώσεως σε ακίνητά του, και η αποδοχή της εναντίον του απευθυνθείσης αιτήσεως για την παροχή αδείας προς εγγραφή της προσημειώσεως, δεν εμπεριέχουν κατά νομική ή λογική αναγκαιότητα και ανάληψη προσωπικής του ευθύνης εξ' εγγυήσεως ή σωρρευτικής αναδοχής χρέους, η δε υπό της αναιρεσειούσης επικαλούμενη προφορική σύμβαση που κατήρτισε ο αναιρεσίβλητος με την οφειλέτρια εταιρεία, δια της οποίας υποσχέθηκε στην τελευταία ότι μελλοντικώς θα εγγυηθεί το επίδικο χρέος ή θα το αναδεχθεί σωρρευτικώς, αφορώσα στις ενοχικές σχέσεις του αναιρεσιβλήτου και της οφειλέτριας εταιρείας, δεν παράγει νομική τριτενέργεια και υπέρ της αναιρεσειούσης.
Περαιτέρω η ένδικη αγωγή δεν ευρίσκει έρεισμα στις περί εμπραγμάτου ευθύνης του αναιρεσιβλήτου διατάξεις του ΑΚ αφού ο αναιρεσίβλητος με βάση αυτές υποχρεούται να ανεχθεί την εις βάρος του αναγκαστική εκτέλεση, που μπορεί να γίνει με τον στην αγωγή μνημονευόμενο εκτελεστό τίτλο, (απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου), χωρίς να είναι αναγκαία η απόκτηση τίτλου εκτελεστού κατ' αυτού.
Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση, κατ' επικύρωση της πρωτοδίκου αποφάσεως, έκρινε ως αόριστη την ένδικη αγωγή. Με την κρίση του αυτή δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 14 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με το να κηρύξει απαράδεκτο παρά το νόμο, ενώ έλαβε υπόψη του όλους τους αγωγικούς ισχυρισμούς, όπως αναφέρονται ανωτέρω.
Επομένως, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τους λόγους αναιρέσεως για παραβίαση του άρθρου 559 αριθ. 14 και 8 είναι αβάσιμα. Οι λόγοι αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του ιδίου άρθρου είναι αβάσιμοι, ερειδόμενοι επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού το Εφετείο, ορθώς απέρριψε, την ένδικη αγωγή ως ποσοτικά αόριστη και όχι ως μη νόμιμη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16.06.2006 αίτηση για αναίρεση της απόφασης 1688/2006 του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων πενήντα (650) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση ακροατήριό του στις 20 Ιουλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ