Supreme Court allows appeal against labor contract invalidity due to lack of shareholder approval under Greek Company Law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the Court of Appeal's dismissal of a labor contract invalidity claim. The appellant argued the contract was void due to lack of shareholder approval, while the respondent claimed good faith reliance and waiver of rights. The Court found the lower court erred by accepting a defense that did not constitute a valid legal objection under Article 281 of the Civil Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 23α(2) of Law 2190/1920; Article 281 of the Civil Code: A contract concluded without required shareholder approval is void, and a subsequent defense of invalidity based on such statutory violation constitutes a valid objection, not a mere abuse of rights.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1791 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1791/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας υπό την επωνυμία "ΔΙΑΝΑΤΕΞ ΕΝΔΥΜΑΣΙΑΙ ΑΕ", που εδρεύει στη Ν. Κίο Αργολίδας (επαρχιακή οδός Δαλαμαντήρας Ν. Κίου) και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστράτιο Καρβέλλη.
Του αναιρεσίβλητου: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Μερίκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 26-9-2000 και 6-2-2001 αγωγές του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34/2002 του ίδιου Δικαστηρίου, 25/2004, που διόρθωσε την προηγούμενη και 80/2004 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-5-2004 αίτησή της και τους από 1-9-2005 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 20-9-2005 έκθεση του Αρεοπαγίτη Ιωάννου Δαβίλλα, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, δεύτερου του κυρίου δικογράφου και πρώτου (σκέλη α΄, β΄ και γ΄) των προσθέτων και την απόρριψη όλων των λοιπών λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή με τον έκτο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει την προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 14 αιτίαση, ότι ο αναιρεσίβλητος δεν περιέλαβε στο δικόγραφο της αγωγής του ότι ελλειπούσης της απόφασης της Γ.Σ. της εταιρίας για χορήγηση άδειας σύναψης της επίμαχης σύμβασης, η περίπτωσή του υπάγεται στη συνήθη συναλλαγή κατά την παρ. 2 του άρθρ. 23α Ν. 2190/1920, αλλά τον σχετικό ισχυρισμό προέβαλε το πρώτον με την προσθήκη των πρωτοδίκων προτάσεών του, οπότε η αγωγή είναι αόριστη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, ο ισχυρισμός ότι η επίδικη σύμβαση εντάσσεται στα όρια της τρέχουσας συναλλαγής, δεν αποτελεί στοιχείο της βάσεως της αγωγής, αλλά αντένσταση κατά της προβαλλόμενης ακυρότητας της συμβάσεως λόγω καταρτίσεως με κάποιο από τα πρόσωπα του άρθρου 23α του ν. 2190/1920 χωρίς την έγκριση από τη γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρίας (ΑΠ 452/05).
1. Επειδή, από το συνδυασμό των παρ. 1 και 2 του άρθρου 23α του κωδ. Ν. 2190/1920 "περί Ανωνύμων Εταιριών" συνάγεται ότι η μεταξύ ανώνυμης εταιρίας και μέλους του διοικητικού συμβουλίου (Δ.Σ.) αυτής συναπτόμενη σύμβαση εργασίας, εφόσον εξέρχεται των ορίων της τρέχουσας συναλλαγής της εταιρίας, είναι άκυρη αν έγινε χωρίς την προηγούμενη ειδική έγκρισή της από τη γενική συνέλευση (Γ.Σ.) των μετόχων της εταιρίας.
Η έγκριση αυτή δεν παρέχεται αν στην απόφαση αντιτάχθηκαν μέτοχοι που εκπροσωπούν τουλάχιστον το 1/3 του εκπροσωπούμενου στη συνέλευση μετοχικού κεφαλαίου. Την έλλειψη της ειδικής αυτής άδειας δεν θεραπεύει η εκ των υστέρων έγκριση της Γ.Σ., έστω και αν έγινε ομόφωνα (Ολ. ΑΠ 32/75). Κατά την έννοια και το σκοπό των παραπάνω διατάξεων, που θεσπίστηκαν για την πρόληψη ενδεχόμενων καταχρήσεων από ιθύνοντα πρόσωπα της εταιρίας, μεταξύ των οποίων είναι και τα μέλη του Δ.Σ αυτής και οι διευθυντές, και για την προστασία της μειοψηφίας, η σύμβαση προσλήψεως ως διευθυντή της εταιρίας προσώπου ήδη μέλους του Δ.Σ.
αυτής, καθεαυτή δεν εμπίπτει στην ως άνω εξαίρεση από την απαγόρευση, εφόσον δεν πρόκειται σύμβαση μη εξερχόμενη των ορίων της τρέχουσας συναλλαγής της εταιρίας μετά των πελατών της, αλλά σύμβαση προσλήψεως ορισμένου προσώπου, το οποίο λόγω της ιδιότητάς του ως μέλους του Δ.Σ. και της θέσεώς του εις την εταιρία ως διευθυντή, είναι δυνατόν να συντελέσει αποφασιστικά εις την σύναψη συμβάσεων επιζήμιων για την εταιρία προς ίδιο όφελος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι η αναιρεσείουσα - εναγομένη, που συστήθηκε νόμιμα το έτος 1995, με ολοσχερώς κατατεθειμένο κεφάλαιο 200.000.000 δραχμών, διαιρούμενο σε 20.000 μετοχές ονομαστικής αξίας 10.000 δραχμών εκάστη, και μετόχους τον αναιρεσίβλητο - ενάγοντα που κατείχε 18.000 μετοχές και τη σύζυγό του που κατείχε 2.000 μετοχές, κατά το έτος 1999 αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα.
΄Ετσι οι ως άνω μέτοχοί της αποφάσισαν να μεταβιβάσουν το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών στον επιχειρηματία ....., ανάδοχο του γιού τους ..... Προς τούτο σε πρώτη φάση μεταβίβασαν σ' αυτόν λόγω πώλησης, με τα από 26-2-2000 ιδιωτικά συμφωνητικά, ο μεν αναιρεσίβλητος 8.000 μετοχές, η δε σύζυγός του 2.000 μετοχές. Ακολούθως, μετά από αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου ο εν λόγω .....
απέκτησε το 70 % των μετοχών της εταιρίας, ενώ το υπόλοιπο 30% παρέμεινε στον αναιρεσίβλητο. Στο πλαίσιο αυτής της οικονομικής συμφωνίας μεταβίβασης των μετοχών και ουσιαστικά της αναιρεσείουσας εταιρίας από τον αναιρεσίβλητο και τη σύζυγό του προς το νέο μεγαλομέτοχο ......, μεταξύ του τελευταίου, του αναιρεσίβλητου, της συζύγου του και της .....
υπογράφηκε το από 11-2-2000 συνομολογητικό. Με αυτό ο ....., Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) και Διευθύνων Σύμβουλος της αναιρεσείουσας, ενεργώντας για λογαριασμό αυτής, αλλά και τριτεγγυώμενος υπέρ αυτής ατομικώς, ανέλαβε την υποχρέωση, μεταξύ άλλων, να προσλάβει και απασχολήσει σ' αυτήν (αναιρεσείoυσα), τόσο τον αναιρεσίβλητο όσο και τα παιδιά του ......
Τελικώς η εναγομένη, εκπροσωπούμενη από τον ως άνω Διευθύνοντα Σύμβουλο και Πρόεδρο του Δ.Σ. αυτής, προσέλαβε στις 11-2-2000 τον αναιρεσίβλητο, που είχε τότε και την ιδιότητα του μέλους του Δ.Σ. της αναιρεσείουσας, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως διευθυντή με μηνιαίο μισθό 500.000 δρχ., και έκτοτε με αυτή την ιδιότητα αυτός απασχολήθηκε στο εις Νέα Κίο Αργολίδας εργοστάσιό της.
Η "συναλλαγή" αυτή του αναιρεσίβλητου, δηλαδή η πρόσληψη του αναιρεσίβλητου από την αναιρεσείουσα, έγινε χωρίς την τήρηση της προβλεπόμενης από το άρθρο 23α Ν. 2190/1920 διατυπώσεως, δηλαδή χωρίς προηγούμενη ειδική έγκριση της Γενικής Συνέλευσης (Γ. Σ.) των μετόχων της αναιρεσείουσας. Η τυπική αυτή διαδικασία δεν ακολουθήθηκε, αφ' ενός μεν διότι από τον μεγαλομέτοχο - Πρόεδρο του Δ.Σ.
και Διευθύνοντα Σύμβουλο αυτής - ....., που την εκπροσωσούσε, θεωρήθηκε η επίμαχη "συναλλαγή", ως μη εξερχόμενη των ορίων της τρέχουσας συναλλαγής της εταιρίας, αλλά κυρίως επειδή ο εν λόγω εκπρόσωπός της, αν και γνώριζε την υποχρέωση λήψης τέτοιας απόφασης για το νομότυπο της πρόσληψης προς αποφυγή ακυρότητάς της, εν τούτοις θεώρησε άσκοπο να ακολουθήσει τη διαδικασία αυτή, αφού ο ίδιος που αποφάσισε την πρόσληψη εκπροσωπούσε το 70 % των μετοχών της και ο συναλλασσόμενος (προσλαμβανόμενος) αναιρεσίβλητος το υπόλοιπο 30% και, επομένως, δεν υφίστατο περίπτωση η συγκληθησόμενη Γ.Σ.
να αποφάσιζε διαφορετικά, ενόψει και του ότι ο εκπροσωπών ολόκληρη την μειοψηφία των μετόχων της αναιρεσίβλητος, αφού κατείχε το 30% των μετοχών της, δεν είχε αφενός μεν τη δυνατότητα να επιβάλει αντίθετη απόφαση, αφετέρου δε συμφέρον να την ανατρέψει, αφού απέβλεπε στο εκδηλωθέν ατομικό του συμφέρον. Ο αναιρεσείων από την πρόσληψή του προσέφερε ευσυνείδητα τις υπηρεσίες του ως διευθυντής στο εις Νέα Κίο Αργολίδας εργοστάσιο της αναιρεσείουσας, πολλές φορές και πέραν του συνήθους ωραρίου.
Κατ' εντολή δε και εξουσιοδότηση του Δ.Σ της αναιρεσείουσας μετέβαινε στην Αθήνα για κατάθεση προσφορών συμμετοχής της σε διαγωνισμούς της Επιτροπής Προμηθειών Υπουργείων, Στρατιωτικών Υπηρεσιών κλπ, και εκπροσωπούσε αυτή κατά τη διενέργειά τους. Η αναιρεσείουσα, όμως, δεν ήταν συνεπής στις δικές της υποχρεώσεις και δεν του κατέβαλε τους μισθούς του από 1-5-2000 έως 8-8-2000 χρονικού διαστήματος.
Και αιφνιδίως στις 8-8-2000, με εντολή του προέδρου του Δ.Σ και διευθύνοντα συμβούλου αυτής ......, τον απέλυσε ατύπως, χωρίς δηλαδή έγγραφη προειδοποίηση και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Η ως άνω γενομένη καταγγελία της σύμβασης εργασίας - συνεχίζει το Εφετείο - είναι άκυρη και δεν επέφερε τα σκοπούμενα δι' αυτής αποτελέσματα, με επακόλουθο η σύμβαση εργασίας να παραμένει ενεργός και η αναιρεσείουσα ως εργοδότρια, αρνούμενη να αποδεχθεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του αναιρεσίβλητου μισθωτού, να περιέλθει σε υπερημερία και να υποχρεούται σε καταβολή των μισθών που θα του κατέβαλε αν συνέχιζε ν' αποδέχεται τις υπηρεσίες του.
Βάσει αυτών των παραδοχών και, λαμβάνοντας υπόψη, το ότι ο συμφωνηθείς ως άνω μηνιαίος μισθός του ήταν αντίστοιχος προς την παρεχόμενη εργασία και ειθισμένος σε ομοειδείς επιχειρήσεις, και την κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο οικονομική ευρωστία της αναιρεσείουσας (τον Μάϊο 2000 απασχολούσε 69 μισθωτούς και είχε μεγάλο όγκο συναλλαγών), το Εφετείο έκρινε ότι για την εν λόγω "συναλλαγή" πρόσληψης του αναιρεσίβλητου δεν απαιτείτο προηγουμένη ειδική έγκριση από την Γ.Σ.
των μετόχων της αναιρεσείoυσας, ως υπαγόμενη στην καθιερούμενη από την παρ. 2 του άρθρου 23α Ν. 2190/1920 εξαίρεση. Συνακόλουθα, αφού απέρριψε τον, παραδεκτά προταθέντα και με ίδιο λόγο έφεσης, σχετικό αντίθετο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί ακυρότητας, λόγω της έλλειψης αυτής, της επίδικης συμβάσεως εργασίας, απέρριψε στην ουσία την έφεση κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως που έκρινε όμοια.
Έτσι κρίνοντας, το Εφετείο παραβίασε, ευθέως και εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 669, 174, 180 Α.Κ., 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955 και 23α παρ. 2 Ν. 2190/1920 όπως ισχύει. Αφού, όπως εκτέθηκε, η εν λόγω πρόσληψη του αναιρεσίβλητου δεν εμπίπτει στην καθιερούμενη από τη διάταξη του άρθρου 23α παρ. 2 του Ν. 2190/1920 εξαίρεση.
Επομένως οι σχετικοί πρώτος, δεύτερος και τρίτος του κυρίου δικογράφου και πρώτος (σκέλη α΄, γ΄) του δικογράφου των προσθέτων, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., λόγοι της αναιρέσεως, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Επειδή η διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. δεν εφαρμόζεται επί προτάσεως ισχυρισμού για ακυρότητα συμβάσεως που επήλθε λόγω παραβάσεως του νόμου, διότι η άκυρη σύμβαση δεν καθίσταται έγκυρη, έστω και αν η πρόταση της ακυρότητας είναι καταχρηστική (ΑΠ 349/2004). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με βάση τις ως άνω παραδοχές ως και τις περαιτέρω ότι :
α) ο μεγαλομέτοχος της εταιρίας αυτής (κάτοχος του 70% των μετόχων της) ....., που εκπροσώπησε την αναιρεσείουσα κατά τη σύναψη της συμβάσεως μισθώσεως (εργασίας) και επομένως και η ίδια εταιρία γνώριζε ότι για το νομότυπο της προσλήψεως του ενάγοντος μισθωτού, απαιτείται προηγούμενη έγκριση της γενικής συνελεύσεως και εν τούτοις παρέβλεψε την σύγκλιση της ως μη αναγκαία άλλως ως άσκοπη β) η αναιρεσείουσα για μεγάλο χρονικό διάστημα αποδεχόταν τις υπηρεσίες του αναιρεσίβλητου χωρίς να προβάλλει εναντίωση ή να επικαλεσθεί ακυρότητα γ) ο αναιρεσίβλητος μισθωτός, που πίστευε ότι έχουν τηρηθεί όλες οι διατυπώσεις για τη νομότυπη πρόσληψή του, τελούσε σε καλή πίστη, δέχθηκε ότι έτσι δημιουργήθηκε και βέβαια διατηρήθηκε επί μακρόν κάποια κατάσταση, η οποία με την ενάσκηση του δικαιώματος εκ μέρους της αναιρεσείουσας, δηλαδή με την όψιμη επίκληση της ακυρότητας, τείνει να ανατραπεί, οπότε η ενάσκηση αυτή εξέρχεται των ορίων που θέτει το άρθρο 281 Α.Κ.
και είναι καταχρηστική. Με την κρίση όμως αυτή το Εφετείο, που παρά το νόμο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος δεν συνιστά νόμιμη αντένσταση, από το άρθρο 281 Α.Κ. κατά της προβληθείσας από την αναιρεσείουσα ως άνω ενστάσεως, από το άρθρο 23α του ν. 2190/1920, και δεν είχε ως εκ τούτου ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπέπεσε, κατ΄ ορθότερη εκτίμηση, στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. (και όχι του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19), κατά τους βασίμους τέταρτο του κυρίου δικογράφου και πρώτου (δ σκέλος) των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως.
Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 80/200 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας από επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Νοεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ