Legislator Case Law & Legislation
1790/2024 AI generated

Appeal dismissed for inadmissibility due to vague grounds and failure to prove procedural irregularities in summons.

Case Number 1790/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two companies against a First Instance Court judgment. The appellants argued that the lower court distorted documentary evidence and failed to consider specific documents, but the court found these grounds vague and unsupported by the full text of the documents. Consequently, the court ruled that the appeal was inadmissible and ordered the costs to be borne by the appellant.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 § 2 and 495 § 3 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds are vague and fail to demonstrate specific errors in the lower court's assessment of evidence or procedural conduct.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds distortion of evidence procedural summons code of civil procedure appellant costs documentary evidence

Cited Legislation

AI generated
Article 576 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 § 3 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1790 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1790/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) υπό εκκαθάριση, λόγω λύσεως, τελούσης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "IQ.IA ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", όπως μετονομάστηκε η "PROFI BALKAN ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Ε. Φ. του Δ., συζύγου Μ. Σ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φωτεινή Νικολακέα.

Της αναιρεσιβλήτου: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Β. και Π. Τ. Ο.Ε.", με προηγούμενη επωνυμία "Π. Κ. - Β. Τ. & ΣΙΑ Ο.Ε.", η οποία εδρεύει στο Αργοστόλι Κεφαλληνίας εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: .../2014 του ίδιου Δικαστηρίου και .../2017 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από ...-2018 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. .../2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την υπ' αριθ. .../2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, κατά τα μέρη που αναφέρονται στο αιτιολογικό και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Εφετείο, που θα συγκροτείτο από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθ. .../2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από ...-2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείουσες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, "αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί." Στην προκειμένη περίπτωση, από την ...-2024 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πατρών Α. Β. προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη εταιρία. Εφόσον, συνεπώς, αυτή δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της.

Κατά το άρθρο 416 Α.Κ. η απόσβεση της ενοχής επέρχεται με καταβολή. Η καταβολή, για να έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της ενοχής, πρέπει να είναι προσήκουσα, δηλαδή να λαμβάνει ο δανειστής ό,τι πράγματι δικαιούται σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση (Α.Π. 80/2023, Α.Π. 133/2022, Α.Π. 666/2020). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 422 Α.Κ., "αν ο οφειλέτης έχει περισσότερα χρέη προς τον δανειστή, έχει το δικαίωμα να ορίσει κατά την καταβολή το χρέος που θέλει να εξοφληθεί.

Αν δεν όρισε τίποτε, η παροχή που έγινε καταλογίζεται πρώτα στο ληξιπρόθεσμο χρέος και, αν υπάρχουν περισσότερα, σε εκείνο που περιέχει τη μικρότερη ασφάλεια για τον δανειστή, αν υπάρχουν περισσότερα με ίση ασφάλεια, στο επαχθέστερο για τον οφειλέτη, αν υπάρχουν περισσότερα εξίσου επαχθή στο αρχαιότερο.

Αν όλα τα χρέη είναι σύγχρονα, ο καταλογισμός γίνεται σύμμετρα". Η διάταξη αυτή είναι ενδοτικού δικαίου και γι' αυτό ο καταλογισμός μπορεί να ρυθμιστεί διαφορετικά, με συμφωνία δανειστή και οφειλέτη, ρητή ή σιωπηρή, είτε πριν από την καταβολή, είτε κατά, είτε μετά την καταβολή (Α.Π. 80/2023, Α.Π. 1342/2022). Αν δεν υπάρχει συμφωνία των μερών ως προς τον τρόπο του καταλογισμού, ούτε ο οφειλέτης άσκησε το κατά το εδάφιο α' του άρθρου 422 Α.Κ.

μονομερές προσδιοριστικό του δικαίωμα, το οποίο είναι δεσμευτικό έναντι του δανειστή, η παροχή καταλογίζεται με βάση τα αναφερόμενα στο εδάφιο β' του ίδιου άρθρου κριτήρια, κατά τον επικουρικό προσδιορισμό του εδ. β' του άρθρου 422 Α.Κ. (Α.Π. 80/2023, Α.Π. 1342/2022, Α.Π. 666/2020), το οποίο εφαρμόζεται αναλογικά, όχι μόνο, όταν τα περισσότερα χρέη πηγάζουν από διαφορετικές έννομες σχέσεις, αλλά και όταν πηγάζουν από την ίδια έννομη σχέση (Α.Π. 80/2023, Α.Π. 1147/2020).

Έτσι, ενόψει και της ρύθμισης του άρθρου 338 § 1 ΚΠολΔ, αν ο εναγόμενος οφειλέτης για την πληρωμή ορισμένου χρέους ισχυρισθεί κατ' ένσταση ότι αυτό έχει αποσβεσθεί με καταβολή, αρκεί να αποδείξει αυτήν την καταβολή, χωρίς να είναι ανάγκη να αποδείξει και ότι η καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, γιατί τούτο εξυπακούεται, αφού η δίκη αναφέρεται σε αυτό.

Ο δανειστής, αποδεχόμενος την καταβολή, μπορεί κατ' αντένσταση να ισχυριστεί ότι η προβαλλόμενη από τον οφειλέτη καταβολή δεν αφορά στο επίδικο, αλλά σε άλλο χρέος του οφειλέτη προς αυτόν, στην περίπτωση δε αυτή, εφόσον ο οφειλέτης αρνείται, ο δανειστής είναι υποχρεωμένος να αποδείξει τα παραγωγικά του χρέους αυτού γεγονότα.

Αν αποδειχθεί η ύπαρξη του άλλου χρέους, ο εναγόμενος οφείλει, προτείνοντας σχετική επαντένσταση, να αποδείξει ότι ο καταλογισμός της παροχής στο επίδικο χρέος έγινε είτε βάσει συμφωνίας των μερών, είτε κατόπιν άσκησης από αυτόν του σχετικού μονομερούς δικαιώματος επιλογής, είτε σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 422 εδ.

β' Α.Κ. σειρά (Α.Π. 847/2023, Α.Π. 1600/2022, Α.Π. 559/2022). Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λπ.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ.Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, Α.Π. 1383/2021).

Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ.Α.Π. 2/2001, Α.Π. 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο απαράδεκτο νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ.Α.Π. 2/2001, Α.Π. 480/2020, Α.Π. 175/2019, Α.Π. 1496/2017).

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις επιτευκτικές διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (Α.Π. 927/2019, Α.Π. 357/2018).

Έτσι, με τον ανωτέρω από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο ελέγχονται, μεταξύ άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (Α.Π. 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (Α.Π. 754/2023, Α.Π. 1206/2019, Α.Π. 2081/2018).

Αντιθέτως, το απαράδεκτο της ως άνω διάταξης δεν αφορά αρνητικούς της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από ...-2023 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η .../2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από ...-2011 αγωγή της η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ανέφερε ότι η πρώτη εναγόμενη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα εταιρία εξέδωσε διά της νομίμου εκπροσώπου της δεύτερης εναγόμενης-δεύτερης αναιρεσείουσας, τραπεζική επιταγή ποσού 30.000 ευρώ, η οποία εμφανίσθηκε εμπρόθεσμα, αλλά δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων, γεγονός που γνώριζε η δεύτερη εναγόμενη κατά το χρόνο εκδόσεως και πληρωμής, ζήτησε δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, η πρώτη ευθυνόμενη κατ' άρθρο 71 Α.Κ.

για την παράνομη και υπαίτια πράξη της δεύτερης, να της καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστη το ανωτέρω ποσό των 30.000 ευρώ ως αποζημίωση, νομιμοτόκως, και να απαγγελθεί κατά της δεύτερης εναγόμενης προσωπική κράτηση, λόγω της αδικοπραξίας, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης. Με την .../2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας η αγωγή έγινε δεκτή λόγω ερημοδικίας των εναγόμενων.

Επί εφέσεως των τελευταίων εκδόθηκε η .../2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση κατ' άρθρο 528 ΚΠολΔ, δικάστηκε η αγωγή και έγινε δεκτή, αφού απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη ένσταση των εναγόμενων περί μερικής εξόφλησης της απαίτησης της ενάγουσας με καταβολή ποσού 15.000 ευρώ, με την αιτιολογία ότι το ποσό αυτό δόθηκε προς εξόφληση άλλων οφειλών της πρώτης εναγόμενης προς την ενάγουσα.

Η απόφαση του Εφετείου αναιρέθηκε με την .../2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, μόνο α) κατά το μέρος της, με το οποίο δέχτηκε ως ορισμένη, νόμιμη και βάσιμη την αντένσταση της ενάγουσας ότι η καταβολή αφορούσε άλλα χρέη, η οποία (αντένσταση) ήταν αόριστη, και β) ως προς την απαγγελία προσωπικής κράτησης, και η υπόθεση παραπέμφθηκε στο ίδιο Εφετείο, το οποίο με την ήδη προσβαλλόμενη .../2023 απόφασή του έκρινε ότι η εκ νέου υποβληθείσα ενώπιόν του αντένσταση της ενάγουσας ήταν πλέον ορισμένη, δέχτηκε αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη, απέρριψε την ένσταση μερικής εξόφλησης και δέχτηκε εκ νέου την αγωγή με την ακόλουθη αιτιολογία: "Η δεύτερη εναγομένη και ήδη εκκαλούσα [δεύτερη αναιρεσείουσα], είναι νόμιμη εκπρόσωπος και Πρόεδρος του Δ.Σ.

της πρώτης εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας [πρώτης αναιρεσείουσας], και με την ιδιότητά της αυτή εξέδωσε στο Αργοστόλι στις 28.2.2011 εις διαταγήν της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης [αναιρεσίβλητης] την υπ' αριθ. ... τραπεζική επιταγή, ποσού 30.000 ευρώ, πληρωτέα στο κατάστημα της τράπεζας "ΜΑRFIN ΕGΝΑΤΙΑ ΒΑΝΚ".

Η ανωτέρω επιταγή ήταν μεταχρονολογημένη, καθώς ο πραγματικός χρόνος εκδόσεώς της ήταν η 28.8.2010. Την επιταγή αυτή η ενάγουσα μεταβίβασε νόμιμα δια οπισθογραφήσεως στην εταιρεία "ΠΟΛΥΚΕΜ Α.Ε." η οποία με τη σειρά της την οπισθογράφησε και την παρέδωσε λόγω πληρεξουσιότητας στην εταιρεία "EUROBANK EFG FACTORS Α.Ε.", η οποία και την εμφάνισε προς πληρωμή νόμιμα και εκπρόθεσμα [ορθό:

εμπρόθεσμα] στις 2.9.2011 στην ως άνω πληρώτρια τράπεζα, πλην όμως δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της πρώτης εναγομένης, γεγονός που βεβαιώθηκε στο σώμα της ένδικης επιταγής στις 4.9.2011 από την τράπεζα EUROBANK ERGASIAS Α.Ε. στην οποία εμφανίσθηκε ύστερα από ρητή εξουσιοδότηση της πληρώτριας τράπεζας.

Στη συνέχεια η οπισθογράφος λόγω πληρεξουσιότητας "EUROBANK EFG FACTORS A.Ε.", παρέδωσε την επιταγή στην εταιρεία "ΠΟΛΥΚΕΜ Α.Ε." και έπειτα η ίδια (ενάγουσα) στις 9.3.2011 κατέβαλε στην παραπάνω νόμιμη κομίστρια και δικαιούχο της επιταγής εταιρεία "ΠΟΛΥΚΕΜ Α.Ε." το ποσό των 30.000 ευρώ εξοφλώντας την και παρέλαβε αυτή την επιταγή καθιστάμενη έτσι νόμιμη κομίστρια και δικαιούχος αυτής από αναγωγή.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγομένη, ως νόμιμη εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης γνώριζε τόσο κατά το χρόνο που εξέδωσε την επιταγή, όσο και κατά το χρόνο εμφάνισής της προς πληρωμή, ότι η πρώτη εναγομένη δεν διέθετε αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή αυτής στο λογαριασμό που διατηρούσε στην πληρώτρια τράπεζα, καθόσον ο οικείος τραπεζικός λογαριασμός ανήκε στην πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία και τον διακινούσε η ίδια αφού όπως σαφώς προκύπτει από την ανακοίνωση καταχώρησης στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της ως άνω εταιρείας ...

στην δεύτερη εναγομένη, ως Πρόεδρος και Διευθύνουσα Σύμβουλος [ορθό: Πρόεδρο και Διευθύνουσα Σύμβουλο] της ανωτέρω εταιρείας είχε ανατεθεί η εκπροσώπησή της, κάθε δε ενέργεια αυτής ήταν δεσμευτική για την εταιρεία και με την ανωτέρω ιδιότητά της είχε απολύτως σαφή εικόνα της επιχειρηματικής δραστηριότητας και της οικονομικής της κατάστασης και πλήρη γνώση ότι η εταιρεία αυτή, κατά τη χρονική εκείνη περίοδο, αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει τρέχουσες εμπορικές της οφειλές ...

η δεύτερη εναγομένη εκδίδοντας την επίδικη επιταγή και δη μεταχρονολογημένη, γνώριζε ότι κατά το χρόνο εκδόσεώς της δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή της, επιπλέον δε η πεποίθηση αυτής ότι θα υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της πληρωμής της δεν αποδείχθηκε ότι στηριζόταν επί βασίμων πραγματικών δεδομένων ...

Επομένως, η δεύτερη εναγόμενη, η οποία με την ιδιότητά της αυτή, εξέδωσε στο όνομα και για λογαριασμό της άνω εταιρείας την ένδικη επιταγή εν γνώσει της ανυπαρξίας διαθεσίμων κεφαλαίων, διαπράττοντας το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, ευθύνεται προς αποζημίωση της ενάγουσας σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, δεδομένου ότι ζημίωσε παράνομα και υπαίτια την τελευταία.

Ειδικότερα, η ζημία της ενάγουσας ανήλθε στο ποσό της επιταγής (ήτοι 30.000 ευρώ). Εξάλλου, ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι έχουν εξοφλήσει το ένδικο χρέος ολικά, άλλως κατά ένα μέρος καταβάλλοντας το ποσό των 15.000 ευρώ, κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρχε εμπορική συνεργασία, δυνάμει της οποίας η ενάγουσα πωλούσε και παρέδιδε στην πρώτη εναγομένη εταιρεία διάφορα προϊόντα (υλικά για την ανέγερση κυρίως μεταλλικών κτιρίων και λοιπά οικοδομικά υλικά) και τηρείτο δοσοληπτικός λογαριασμός.

Η ένδικη επιταγή, ποσού 30.000 ευρώ, η οποία ήταν μεταχρονολογημένη καθώς ο πραγματικός χρόνος εκδόσεώς της ήταν η 28-8-2010, καταχωρήθηκε από την ενάγουσα στον δοσοληπτικό λογαριασμό που τηρούσε με την πρώτη εναγομένη εταιρεία στις 11.3.2011 ... Από τον προσκομιζόμενο σε ανωτέρω δοσοληπτικό λογαριασμό, προκύπτει ότι κατά την ανωτέρω ημερομηνία (11.39.2011) η συνολική οφειλή της πρώτης εναγομένης εταιρείας προς την ενάγουσα ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 36.930,56 ευρώ, που αφορούσε την οφειλή των 30.000 ευρώ της πρώτης εναγομένης από την ένδικη επιταγή, το ποσό της οποίας κατέβαλε η ενάγουσα στην εξ οπισθογραφήσεως νόμιμη κομίστρια εταιρεία "ΠΟΛΥΚΕΜ Α.Ε." και έλαβε την επιταγή ως εξ αναγωγής κομίστρια, πλέον του ποσού των 6.930,56 ευρώ, που αφορούσε το τίμημα που αφορούσε αγορά από την τελευταία διαφόρων οικοδομικών υλικών.

Από τις μεταγενέστερες εξάλλου εγγραφές στον ανωτέρω δοσοληπτικό λογαριασμό, προκύπτει ότι συνεχίσθηκε η μεταξύ των διαδίκων εμπορική συνεργασία, στις 21.3.2011 δε, οπότε έγινε και η σχετική καταχώρηση στον ως άνω δοσοληπτικό λογαριασμό, η δεύτερη εναγομένη παρέδωσε στην ενάγουσα την ... μεταχρονολογημένη επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς, ποσού 12.000 ευρώ με ημερομηνία εκδόσεως την 30-8-2011.

Κατά την ανωτέρω ημερομηνία, η συνολική οφειλή της πρώτης εναγομένης εταιρείας ανερχόταν στο ποσό των 45.955 ευρώ ... που αφορούσε το χρέος από την επιταγή των 30.000 ευρώ καθώς και το τίμημα πωλήσεως υλικών ύψους 19.955 ευρώ, από διαδοχικές πωλήσεις που είχαν πραγματοποιηθεί κατά το χρονικό διάστημα από 11.3.2011 έως και την 21.3.2011.

Η ως άνω δεύτερη επιταγή, η οποία πιστώθηκε στον ανωτέρω δοσοληπτικό λογαριασμό, δόθηκε από την δεύτερη εναγομένη προς εξόφληση αφενός του προαναφερόμενου ποσού των 13.955 ευρώ που αποτελούσε το οφειλόμενο τίμημα υλικών που είχαν πωληθεί στην πρώτη εναγομένη εταιρεία κατά το προγενέστερο χρονικό διάστημα και αφετέρου του ποσού των 1.045 ευρώ που αποτελούσε μέρος του συνολικού τιμήματος των 2.949,23 ευρώ, για πώληση υλικών, η παραγγελία των οποίων είχε πραγματοποιηθεί την 21.3.2011, ήτοι την ίδια ημέρα παραδόσεως της ανωτέρω επιταγής και η πώλησή τους πραγματοποιήθηκε την επόμενη ημέρα (22.3.2011).

Το γεγονός ότι η επιταγή των 19.000 ευρώ δόθηκε προς εξόφληση των ανωτέρω ποσών, που αφορούσε το τίμημα των μεταγενεστέρως πωληθέντων προϊόντων καθώς και των προϊόντων που πωλήθηκαν την επόμενη ημέρα της παραδόσεως της εν λόγω επιταγής, επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι σύμφωνα με την καταχωρημένη εγγραφή στις 22.3.2011 του τηρούμενου μεταξύ των διαδίκων δοσοληπτικού λογαριασμού, προκύπτει ότι η συνολική οφειλή της πρώτης εναγομένης ανέρχονταν πλέον στο ποσό των 31.304,20 ευρώ, ήτοι αφορούσε το ποσό των 30.000 ευρώ της αρχικής ένδικης επιταγής και το ποσό των 1.304 ευρώ που αποτελούσε το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό (μετά το έναντι καταβληθέν ποσό των 1.045 ευρώ) του τιμήματος συνολικού ύψους 2.349,29 ευρώ των προϊόντων που πωλήθηκαν στη δεύτερη εναγομένη στις 22.3.2011.

Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι μετά από ρητή συμφωνία με την ενάγουσα προσδιορίστηκε το χρέος που θα εξοφλούνταν, σύμφωνα με την οποία, καταβάλλοντας την επιταγή των 15.000 ευρώ αποσκοπούσαν στην εξόφληση μέρους της αρχικής ένδικης επιταγής των 30.000 ευρώ, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού δεν αποδείχθηκε τέτοια συμφωνία ...

Τα ανωτέρω δε επιβεβαιώνονται και από το γεγονός ότι η συνεργασία των διαδίκων συνεχίστηκε μέχρι και την 6.4.2011, οπότε και διεκόπη οριστικά, σύμφωνα δε με την καταγραφή του δοσοληπτικού τους λογαριασμού κατά την ημερομηνία αυτή προκύπτει ότι η οφειλή της πρώτης εναγομένης εταιρείας ανερχόταν στο ποσό των 38.983,71 ευρώ, το οποίο αναλυόμενο αφορούσε, το ποσό της ένδικης επιταγής των 30.000 ευρώ, καθώς και το τίμημα πωληθέντων προς αυτήν εμπορευμάτων κατά το χρονικό διάστημα από 22.3.2011 και εφεξής, οφειλή την οποία η δεύτερη εναγόμενη αναγνώρισε δυνάμει της από 29.6.2011 έγγραφης δηλώσεώς της.

Αλλά και υπό την αποκρουόμενη εκδοχή των εναγομένων ότι έλαβε χώρα ρητή συμφωνία με την ενάγουσα σύμφωνα με την οποία με την καταβολή της επιταγής των 15.000 ευρώ θα εξοφλείτο μέρος της ένδικης επιταγής των 30.000 ευρώ, εφόσον το καταβληθέν ποσό (15.000 ευρώ) δεν αντιστοιχεί πλήρως με το οφειλόμενο (30.000 ευρώ), ενώ σύμφωνα με τα ανωτέρω αναλυτικά αναφερόμενα αντιστοιχεί στις λοιπές προγενέστερες οφειλές από τιμολόγια πώλησης εμπορευμάτων και σε καταβολή έναντι οφειλής, δεν επήλθε απόσβεση, έστω και μερική, του ως άνω οφειλόμενου ποσού.

Εξάλλου, και αν ακόμη γίνει καταλογισμός του καταβληθέντος ποσού σύμφωνα με τη σειρά που ορίζει η ενδοτικού χαρακτήρα συμπληρωματική διάταξη της ΑΚ 422 εδαφ. β', το καταβληθέν ποσό θα καταλογισθεί στο χρέος που δημιουργήθηκε από την πώληση εμπορευμάτων στην πρώτη εναγομένη κατά το διάστημα από 11.3.2011 έως και τις 21.3.2011, το οποίο παρέχει μικρότερη ασφάλεια για την ενάγουσα δανείστρια σε σχέση με το χρέος που δημιουργήθηκε από την επιταγή των 30.000 ευρώ, διότι για την επίδικη αυτή επιταγή η δεύτερη εναγομένη ευθύνεται εις ολόκληρον με την πρώτη εναγομένη.

Κατόπιν των ανωτέρω, αποδεικνύεται μετά και την απόρριψη του ισχυρισμού περί εξοφλήσεως της ένδικης επιταγής από τις εναγόμενες ως ουσιαστικώς αβασίμου, ότι από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων, η ενάγουσα ζημιώθηκε κατά το ποσό των 30.000 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η αξία της επιταγής." Όπως προκύπτει από το δικόγραφο των από 19-10-2022 προτάσεων της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης ενώπιον του Εφετείου κατά τη μετ' αναίρεση δίκη, που επιτρεπτώς επισκοπείται κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ ως διαδικαστικό έγγραφο, η ενάγουσα παραδεκτώς (μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε εκδοθεί ερήμην των εναγόμενων, και την κατ' ουσία εκδίκαση της αγωγής, αλλά και ως εφεσίβλητη κατ' άρθρο 527 περ. 1 ΚΠολΔ) προέβαλε εκ νέου αντένσταση με τον ισχυρισμό ότι η καταβολή σε αυτήν εκ μέρους της πρώτης εναγόμενης του ποσού των 15.000 ευρώ με πληρωθείσα επιταγή, έγινε προς εξόφληση άλλων χρεών, και συγκεκριμένα μέρους του υπολοίπου, ύψους 44.643,80 ευρώ, του συνολικού τιμήματος εμπορευμάτων (οικοδομικών υλικών), που αγόρασε η πρώτη εναγόμενη από την ενάγουσα κατά το χρονικό διάστημα από 28-8-2010 έως 21-3-2011 και περιγράφονται ειδικότερα κατ' είδος, ποσότητα και επιμέρους τίμημα στα 211 τιμολόγια συνολικής αξίας 107.192,86 ευρώ, που επισύναψε στις προτάσεις της, καθώς και μέρους του τιμήματος των αναλυτικά περιγραφόμενων κατ' είδος, ποσότητα και τιμή υλικών, συνολικής αξίας 2.349,23 ευρώ, που παρήγγειλε η πρώτη εναγόμενη την 21-3-2011 και παρέλαβε την 22-3-2011.

Με το περιεχόμενο αυτό η αντένσταση ήταν πλήρως ορισμένη, χωρίς να απαιτείται επιπλέον α) να προσδιορίζεται ειδικότερα ποια τιμολόγια εξοφλήθηκαν με την καταβολή των 15.000 ευρώ, αφού αρκεί η μνεία ότι το ποσό αυτό καταλογίστηκε σε μέρος του συνολικού χρέους για τις ανωτέρω αιτίες, β) να αναφέρεται ότι το τίμημα των ανωτέρω εμπορευμάτων ήταν ληξιπρόθεσμο, αναφορά που περιέχεται εννοιολογικά στον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι η καταβολή καταλογίστηκε στα ανωτέρω χρέη, και γ) να αναφέρεται ότι τα ποσά των τιμολογίων που εξοφλήθηκαν με την καταβολή ήταν επαχθέστερα του επίδικου χρέους, αφού ο ισχυρισμός ότι ο καταλογισμός έγινε σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 422 εδ.

β' Α.Κ. σειρά δεν είναι στοιχείο της αντένστασης του δανειστή ότι η καταβολή αφορά άλλο χρέος. Επομένως το Εφετείο, που έκρινε την αντένσταση ορισμένη, ορθώς δεν κήρυξε απαράδεκτο και είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες προβάλλουν πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τις ανωτέρω αιτιάσεις.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε, δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων (Ολ.Α.Π. 1/1999, Α.Π. 1127/2021).

Κανόνες ουσιαστικού δικαίου είναι αυτοί, που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρησή τους. Αντίθετα, δεν ιδρύεται η παραπάνω πλημμέλεια, όταν οι κανόνες που φέρονται, ότι έχουν παραβιαστεί, είναι δικονομικού δικαίου, ήτοι κανόνες που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (Α.Π. 1331/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την ένσταση μερικής εξόφλησης των εναγόμενων, δεχόμενο την αντένσταση της ενάγουσας περί του ότι η καταβολή των 15.000 ευρώ αφορά άλλα χρέη της πρώτης εναγόμενης προς αυτήν, και όχι το επίδικο, και απορρίπτοντας την επαντένσταση των εναγόμενων ότι με συμφωνία τους με την ενάγουσα προσδιορίστηκε ότι με το ποσό των 15.000 ευρώ θα εξοφλείτο μερικά η οφειλή των 30.000 ευρώ, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 416 και 422 Α.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές διατυπώσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού τα δεκτά, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα, ενώ δεν αξίωσε για την εφαρμογή τους περισσότερα στοιχεία από όσα προβλέπει ο νόμος.

Ειδικότερα, εφόσον το Εφετείο δέχτηκε ανέλεγκτα ότι το ποσό της επιταγής των 15.000 ευρώ, που εξέδωσε και παρέδωσε στην ενάγουσα η δεύτερη εναγόμενη υπό την ιδιότητά της ως νόμιμης εκπροσώπου της πρώτης, δόθηκε για την εξόφληση άλλων χρεών της πρώτης εναγόμενης και όχι προς μερική εξόφληση της οφειλής των 30.000 ευρώ, και συγκεκριμένα α) για το υπόλοιπο, ύψους 13.955 ευρώ, οφειλής της από το συνολικό τίμημα υλικών που είχαν πωληθεί στην πρώτη εναγομένη κατά το προγενέστερο της παράδοσης της επιταγής χρονικό διάστημα, και β) για το ποσό των 1.045 ευρώ, που αποτελούσε μέρος του τιμήματος υλικών, η συμφωνία για την πώληση των οποίων είχε γίνει την 21-3-2011 και η παράδοση την 22-3-2011, και ότι κατά συνέπεια η σχετική ορισμένη και νόμιμη αντένσταση της ενάγουσας είναι ουσιαστικά βάσιμη, ενώ η επαντένσταση των εναγόμενων περί συμφωνίας με την ενάγουσα ότι το ποσό των 15.000 ευρώ δόθηκε αντιθέτως προς μερική εξόφληση του χρέους των 30.000 ευρώ, για το οποίο εκδόθηκε η ισόποση επιταγή, δεν αποδεικνύεται και είναι αβάσιμη, και απορρίπτοντας για τους λόγους αυτούς την ένσταση εξόφλησης, ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 416 και 422 Α.Κ., αφού, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, και συγκεκριμένα δεν αποδεικνύεται ότι έγινε μερική εξόφληση του χρέους των 30.000 ευρώ (και επομένως ισόποσου περιορισμού της ζημίας της ενάγουσας από την ένδικη αδικοπραξία) κατόπιν καταβολής 15.000 ευρώ και συμφωνίας περί καταλογισμού τους στο ανωτέρω χρέος, όπως ισχυρίστηκαν οι εναγόμενες κατ' επαντένσταση, ούτε δέχτηκε το Εφετείο ότι έγινε μονομερής καθορισμός του εξοφλητέου χρέους εκ μέρους της πρώτης εναγόμενης σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της διάταξης του άρθρου 422, ή ότι συντρέχει περίπτωση καταλογισμού με τη σειρά του δεύτερου εδαφίου του ίδιου άρθρου, περιστατικά που άλλωστε δεν ήταν περιεχόμενο της επαντένστασης.

Κάτι αντίθετο δεν προκύπτει από την αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι, ακόμη και αν γίνει καταλογισμός του καταβληθέντος ποσού με τη σειρά που ορίζει η διάταξη του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 422 Α.Κ., αυτό θα καταλογιστεί στο χρέος που δημιουργήθηκε από την πώληση εμπορευμάτων στην πρώτη εναγομένη κατά το χρονικό διάστημα από 11-3-2011 έως 21-3-2011, επειδή το χρέος αυτό παρέχει μικρότερη ασφάλεια για την ενάγουσα σε σχέση με το χρέος που δημιουργήθηκε από την επιταγή των 30.000 ευρώ, η οποία (αναφορά) γίνεται πλεοναστικά και προς επίρρωση του ήδη εξενεχθέντος αποδεικτικού της πορίσματος περί απόρριψης της επαντένστασης των εναγομένων και την αποδοχή της αντένστασης, και δεν καθιστά την αιτιολογία ενδοιαστική.

Επίσης, η αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης ότι, και υπό την εκδοχή ότι υπήρξε συμφωνία με την ενάγουσα περί καταλογισμού της καταβολής των 15.000 ευρώ στην οφειλή των 30.000 ευρώ, εφόσον το καταβληθέν ποσό δεν αντιστοιχεί πλήρως με το οφειλόμενο, ενώ αντιστοιχεί στις λοιπές οφειλές, δεν επήλθε απόσβεση, έστω και μερική, της οφειλής των 30.000 ευρώ, γίνεται και πάλι πλεοναστικά, προς ενίσχυση της παραδοχής ότι η επικαλούμενη κατ' επαντένσταση συμφωνία των διαδίκων περί καταλογισμού των 15.000 ευρώ στην οφειλή των 30.000 ευρώ δεν προκύπτει από τις αποδείξεις, και δεν καθιστά ελλιπή την αιτιολογία της απόφασης.

Επομένως οι έβδομος και έκτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους οι αναιρεσείουσες προβάλλουν πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, λόγω παράβασης των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, με τις ανωτέρω αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι. Ο έκτος λόγος, κατά το μέρος με το οποίο οι αναιρεσείουσες παραπονούνται για εσφαλμένες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με την απόρριψη του ισχυρισμού τους περί συμφωνίας καταλογισμού της καταβολής των 15.000 ευρώ στην οφειλή των 30.000 ευρώ, είναι απαράδεκτος, αφού με την προβαλλόμενη αιτίαση πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει κενό στη σύμβαση ή ότι γεννάται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται οι κανόνες αυτοί, όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων (Ολ.Α.Π. 26/2004) ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους, ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (Ολ.Α.Π. 26/2004), ή όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, παρόλο που δέχεται ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (Α.Π. 849/2017), ή όταν προβαίνει σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στους ως άνω κανόνες και ιδίως στα αξιολογικά κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και το πόρισμά του δεν είναι σύμφωνο με τις ως άνω αρχές (Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 852/2023, Α.Π. 70/2022, Α.Π. 66/2022, Α.Π. 341/2021).

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν, από όσα δέχεται το δικαστήριο, δεν διευκρινίζεται η θέση του ως προς το αν υπάρχει κενό ή ασάφεια, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις (Α.Π. 630/2021, Α.Π. 1399/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με σκέλος του έβδομου λόγου αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες προβάλλουν πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρόλο που διαπίστωσε την ύπαρξη κενού και αμφίβολων σημείων στη δήλωση βουλήσεως της πρώτης εναγόμενης κατά την καταβολή του ποσού των 15.000 ευρώ σχετικά με καθορισμό ή όχι του χρέους, που ήθελε να εξοφληθεί, δεν εφάρμοσε και συνεπώς παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.

Ο λόγος αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και πρέπει συνεπώς να απορριφθεί ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν έγινε δεκτό ότι η πρώτη εναγόμενη κατά την καταβολή όρισε με μονομερή δήλωση βουλήσεως το χρέος που ήθελε να εξοφληθεί, αλλά η αντένσταση της ενάγουσας έγινε δεκτή επειδή αυτή απέδειξε την ύπαρξη περισσότερων χρεών της πρώτης εναγόμενης, στα οποία έγινε ο καταλογισμός.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 1β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, και μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 § 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρα 559 αρ. 1 και 560 αρ. 1β' ΚΠολΔ).

Ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή, με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε, κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά, ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων, τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τα πραγματικά γεγονότα ή την ερμηνεία της δικαιοπραξίας δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (Ολ.Α.Π. 10/2005, Α.Π. 72/2021, Α.Π. 233/2020).

Αν πάλι το δικαστήριο παραλείψει εντελώς να τα χρησιμοποιήσει, η παράλειψη αυτή δεν ελέγχεται ως πλημμέλεια από το εδάφιο 11 του άρθρου 559, καθόσον, όπως συνάγεται από τα άρθρα 336 § 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα κοινής πείρας δεν καταλέγονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ.Α.Π. 8/2005, Α.Π. 1112/2021, Α.Π. 842/2021). Για την πληρότητα δε και το ορισμένο του λόγου αυτού αναιρέσεως της παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τί συνίσταται η παράβαση, διαφορετικά ο λόγος της αναιρέσεως είναι αόριστος (Α.Π. 305/2021, Α.Π. 2050/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες με σκέλος του έβδομου λόγου αναιρέσεως παραπονούνται περαιτέρω για παράβαση από το Εφετείο των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφάρμοσε. Ο λόγος είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος, επειδή οι αναιρεσείουσες δεν προσδιορίζουν τα συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας, που παραβιάστηκαν, τους κανόνες δικαίου, για την αληθινή έννοια των οποίων αυτά δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα, και τον τρόπο, με τον οποίο παραβιάστηκαν.

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τον νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1001/2020), όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι (που εξομοιώνονται με τους μη προταθέντες, A.Π. 899/2019), αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.Α.Π. 2/1989, Α.Π. 1121/2022, Α.Π. 512/2022), ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων (Ολ.Α.Π. 3/1997) ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.Α.Π. 14/2004, Α.Π. 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσης (Α.Π. 862/2020), ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά.

Πράγμα, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής (Ολ.Α.Π. 3/2008, Α.Π. 674/2020, Α.Π. 1431/2017). Δεν αποτελούν πράγματα, όμως, υπό την ως άνω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.Α.Π. 3/1997, ΑΠ 189/2023, ΑΠ 2070/2022, Α.Π. 1692/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλουν πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη την επαντένσταση, που προέβαλαν ενώπιόν του, με τον ισχυρισμό ότι οι οφειλές της πρώτης εναγόμενης, που αναφέρονται στην αντένσταση και στις οποίες καταλογίστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση η καταβολή των 15.000 ευρώ, δεν ήταν ληξιπρόθεσμες κατά το χρόνο της καταβολής, επειδή σε κάθε μερικότερη οφειλή είχε δοθεί πίστωση τριάντα ημερών.

Ο λόγος είναι απαράδεκτος, επειδή ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν συνιστά επαντένσταση, αλλά αποτελεί άρνηση της αντένστασης της ενάγουσας περί ύπαρξης περισσότερων χρεών, στα οποία καταλογίστηκε η καταβολή, στην οποία (αντένσταση) περιέχεται εννοιολογικά και ο ισχυρισμός περί ληξιπρόθεσμου αυτών, όπως προαναφέρθηκε, και συνεπώς δεν αποτελεί πράγμα με την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 περ. α' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, συνάγεται, ότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει ότι το δικαστήριο ερεύνησε περί της συνδρομής των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και ακολούθως δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού.

Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεδικασμένο παράγεται από την τελεσιδικία της απόφασης, ανεξάρτητα από το είδος της παρεχόμενης έννομης προστασίας. Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενο της αγωγής ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε από αυτό, αφού δεδικασμένο παράγεται και από εσφαλμένη απόφαση (Ολ.Α.Π. 1/2005, Α.Π. 218/2023).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 579 § 1 ΚΠολΔ αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 581 §§ 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση, μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 524 § 1β'.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 § 3 ΚΠολΔ, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο, το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποια από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Ειδικότερα, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα.

Η έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης, κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατύπωσης αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της έκτασης της αναιρέσεως της προσβαλλόμενης απόφασης ως ολικής. Επομένως, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.

Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένο μόνο κεφάλαιο της δίκης, τότε μόνο ως προς αυτό εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της απόφασης, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εκτός από τα κεφάλαια που συνδέονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, τα οποία συναναιρούνται (Α.Π. 745/2024, Α.Π. 1532/2023, Α.Π. 1312/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλουν πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι η υπόθεση πρέπει να ερευνηθεί μόνο ως προς τα κεφάλαια, που αναιρέθηκαν με την .../2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, επειδή ως προς τα υπόλοιπα υπάρχει δεδικασμένο, και δεν ερεύνησε τους λόγους της έφεσής τους, που αφορούσαν τα κεφάλαια αυτά.

Ο λόγος είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι μετά τη μερική αναίρεση της .../2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, διατηρήθηκε το δεδικασμένο από τα κεφάλαια της απόφασης αυτής, που δεν αναιρέθηκαν, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, και συνεπώς με την προσβαλλόμενη απόφαση ορθώς εξετάστηκε η υπόθεση μόνο ως προς τα κεφάλαια, που αναιρέθηκαν.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου το δικαστήριο κατέληξε σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Για το ορισμένο του λόγου, θα πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο, που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) έστω και έμμεσα ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, και, γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (Α.Π. 1004/2020, Α.Π. 867/2019, Α.Π. 1665/2018).

Παραμόρφωση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει και όταν το δικαστήριο κατά την ανάγνωση του εγγράφου παρέλειψε φράσεις ή περικοπές του κειμένου κρίσιμες, δηλαδή που να μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό συμπέρασμα. Δεν υπάρχει όμως παραμόρφωση, όταν το δικαστήριο δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, αλλά το συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 464/2019, Α.Π. 296/2019, Α.Π. 595/2016).

Αν το δικαστήριο εκτίμησε το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει την αποδεικτική του αξία, ο λόγος είναι αβάσιμος (Α.Π. 1416/2017, Α.Π. 595/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο Α) του έγγραφου δοσοληπτικού λογαριασμού μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγόμενης, δεχόμενο εσφαλμένα α) ότι σε αυτόν βεβαιώνεται ότι από το υπόλοιπο των 31.304,24 ευρώ, στο οποίο ανέρχονταν οι οφειλές της πρώτης εναγόμενης την 22-3-2011, ποσό 30.000 ευρώ αφορούσε την επίδικη επιταγή και το υπόλοιπο αφορούσε μέρος, ύψους 1.304 ευρώ, του τιμήματος εμπορευμάτων, που αγόρασε η πρώτη εναγόμενη την ίδια ημέρα, ενώ στην πραγματικότητα στο ποσό των 31.304,24 ευρώ περιλαμβανόταν ολόκληρο το τίμημα των εμπορευμάτων, ύψους 2.349,23 ευρώ, που αγοράστηκαν την 22-3-2011, και β) ότι στον λογαριασμό περιλαμβάνεται και το ...-2011 τιμολόγιο, ποσού 449,72 ευρώ, ενώ δεν περιλαμβάνεται, Β) της από 29-6-2011 έγγραφης δήλωσης της δεύτερης εναγόμενης ως εκπροσώπου της πρώτης, δεχόμενο εσφαλμένα ότι το αναγνωριζόμενο με αυτήν χρεωστικό υπόλοιπο των 38.983,71 ευρώ περιλαμβάνεται και το ποσό των 30.000 ευρώ της ένδικης επιταγής, ενώ στην πραγματικότητα η αναγνώριση δεν αφορά την αιτία της οφειλής, και Γ) του δικογράφου της από 10-5-2014 αγωγής της πρώτης εναγόμενης κατά της Σοφίας Μιζηκάκη, δεχόμενο εσφαλμένα ότι από την αγωγή αυτή δεν προκύπτει πεποίθηση της δεύτερης εναγόμενης, ως εκπροσώπου της πρώτης, ότι κατά την έκδοση και την πληρωμή της ένδικης επιταγής θα υπήρχαν τα αναγκαία κεφάλαια για την πληρωμή της, ενώ στην πραγματικότητα προκύπτει.

Οι λόγοι, καθόσον με αυτούς γίνεται επίκληση παραμόρφωσης του δοσοληπτικού λογαριασμού και της αγωγής της Σ. Μιζηκάκη, είναι αόριστοι και επομένως απαράδεκτοι, επειδή στο αναιρετήριο δεν περιλαμβάνεται αυτούσιο το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων, και μάλιστα λέξη προς λέξη, όπως απαιτείται κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, προκειμένου από τη σύγκριση με το αναφερόμενο στο αναιρετήριο περιεχόμενο, που τους προσέδωσε το Εφετείο, να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα, αλλά εκτίθεται μόνο το περιεχόμενο, που τους αποδίδουν οι αναιρεσείουσες, και μικρό τμήμα του δοσοληπτικού λογαριασμού, που περιλαμβάνει μέρος των εγγραφών της 21-3-2011 και της 22-3-2011, ενώ καθόσον γίνεται με αυτούς επίκληση παραμόρφωσης της από 29-6-2011 έγγραφης δήλωσης της δεύτερης εναγόμενης, οι λόγοι είναι αβάσιμοι, δεδομένου ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί απόρριψης της επαντένστασης των εναγόμενων και περί καταλογισμού της καταβολής των 15.000 ευρώ σε άλλα χρέη της πρώτης εναγόμενης, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε το έγγραφο αυτό μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει την αποδεικτική του αξία.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται υπέρ της αναιρεσίβλητης, η οποία ερημοδικάζεται και συνεπώς δεν υποβλήθηκε σε σχετική δαπάνη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από ...-2023 αίτηση των "IQ.IA Ανώνυμη Τεχνική-Τουριστική Εταιρία" κ.λπ. για αναίρεση της .../2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Και Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ