Supreme Court dismisses appeal inadmissibility claims due to late submission and rejects partial refund request for lack of specificity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's arguments regarding the inadmissibility of the appeal and the lack of specificity in the restitution claim. The respondent argued the appeal was inadmissible due to late submission of briefs and that the appellant had implicitly waived rights by executing the lower court decision. The court rejected these claims because the briefs were filed after the hearing and the restitution request failed to specify the exact amount corresponding to the partial annulment period. Consequently, the appeal was allowed only in part to remand the case for further proceedings on the restitution claim.
Legislator headnote
AI generatedArticles 570(1) and 570(3) of the Code of Civil Procedure; Articles 111(2), 118(4) and 216(1) of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if inadmissibility arguments are not submitted at least twenty days before the hearing, and restitution claims must specify the exact amount corresponding to the annulled portion to be definite.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1790 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1790/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Μαρία Χασιρτζόγλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 3 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Χρήστου Παππά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Γ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Μακρίνας Μωυσιάδου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-12-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν η 131/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1536/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά ο αναιρεσείων με την από 18-10-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία Χασιρτζόγλου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 3 του άρθρου 570 ΚΠολΔ προκύπτει ότι είναι απαράδεκτοι οι περιεχόμενοι στις προτάσεις του αναιρεσιβλήτου ισχυρισμοί που βάλλουν κατά του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως, αν δεν έχουν κατατεθεί τουλάχιστον είκοσι ημέρες πριν από τη συζήτηση οι προτάσεις αυτές και τα προς υποστήριξη του ισχυρισμού περί απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως έγγραφα (ΑΠ 307/2007, 1857/2006, 1562/2005). Τέτοιος ισχυρισμός, μεταξύ άλλων, είναι και ο περί απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως, λόγω σιωπηρής αποδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης και συνακολούθως της παραίτησης από το δικαίωμα για την άσκηση αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 413/2017, 175/2011). Στην προκείμενη περίπτωση προβάλλεται εκ μέρους της αναιρεσίβλητης το απαράδεκτο της υπό κρίση αιτήσεως που συνεπάγεται τη σιωπηρή παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δικαίωμα της άσκησής της, για το λόγο ότι ο αναιρεσείων, πριν ασκήσει την κρινόμενη αίτηση, υποβλήθηκε εκουσίως στην εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης που επικυρώθηκε από την αναιρεσιβαλλομένη. Οι προτάσεις όμως της αναιρεσίβλητης, οι οποίες περιέχουν τον ισχυρισμό για το απαράδεκτο της αίτησης, κατατέθηκαν μετά την συζήτηση της αίτησης και ειδικότερα την 5.5.2022, όπως προκύπτει από την σχετική πράξη του αρμόδιου γραμματέα. Επομένως ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 εδ. 4 και 216 παρ 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής (ή ανταγωγής), πρέπει το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά νόμο αυτής.
Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.
Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Για να είναι ορισμένη, κατά το άρθρο 216 παρ.1 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648, 651,653 και 655 του ΑΚ η αγωγή, με την οποία ζητείται η επιδίκαση διαφορών από τη μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του μισθωτού, περιλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας και αποδοχών για τη παροχή υπερεργασίας ή τη μη παροχή αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης (ρεπό), αρκεί να αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής η κατάρτιση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των διαδίκων, η ειδικότητα του ενάγοντος, η εκ μέρους αυτού παροχή της εργασίας του, ο συμβατικός ή ο κατά τις οικείες συλλογικές συμβάσεις νόμιμος μισθός του ενάγοντος, ήτοι ο βασικός μισθός και τα επιδόματα που αντιστοιχούσαν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα της απασχόλησης του μισθωτού στην ειδικότητα αυτή, το χρονικό διάστημα στο οποίο αφορούν οι επίδικες διαφορές, η χρονική διάρκεια της εβδομαδιαίας απασχόλησης του ενάγοντος με αναφορά στις ημέρες απασχόλησης αυτού, από όπου προκύπτει ο αριθμός των ωρών υπερεργασίας και ο αριθμός των ημερών αναπληρωματικής ανάπαυσης, καθώς και τα αξιούμενα για κάθε αιτία ποσά.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 338 παρ.1 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 416 και 422 εδ α του ΑΚ, από τις οποίες η πρώτη ορίζει ότι η ενοχή αποσβήνεται με την καταβολή και η δεύτερη ότι, αν ο οφειλέτης έχει περισσότερα χρέη προς το δανειστή, έχει το δικαίωμα να ορίσει κατά τη καταβολή το χρέος που θέλει να εξοφληθεί, προκύπτει ότι ο οφειλέτης, εναγόμενος προς πληρωμή ορισμένου χρέους, φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης της καταβολής που επάγεται την απόσβεση της οφειλής του, χωρίς να είναι αναγκαίο να αποδείξει και ότι η καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, καθόσον αυτό εξυπακούεται, αφού γι' αυτό μόνον είναι η διαφορά.
Κατά συνέπεια δεν απαιτείται να αναφέρονται στην αγωγή για το ορισμένο αυτής και τα ποσά που καταβλήθηκαν στον ενάγοντα μισθωτό από τον εναγόμενο εργοδότη του και μάλιστα χωριστά για κάθε επί μέρους αγωγικό κονδύλιο (αποδοχές, επιδόματα, προσαυξήσεις για παροχή υπερεργασιακής εργασίας κλπ), διότι οι καταβολές αυτές θεμελιώνουν κατά το άρθρο 416 του ΑΚ ένσταση εξόφλησης εκ μέρους του εναγομένου εργοδότη.
Αν παρά ταύτα στο δικόγραφο της αγωγής διαλαμβάνεται συνολικά και το ποσό που για τις αιτίες αυτές καταβλήθηκε στον ενάγοντα, η ως άνω αναφορά ενέχει καθ' υποφοράν άρνηση του ισχυρισμού (ένστασης) του εναγομένου εργοδότη περί περαιτέρω καταβολών και δεν καθιστά αόριστη και ως εκ τούτου απαράδεκτη την αγωγή, κατά τα ως άνω κεφάλαια, αφού οι καταβολές αυτές αποτελούν μέρος του συνόλου των αξιώσεων του μισθωτού από διάφορες αιτίες που θεμελιώνουν και την ιστορική βάση της αγωγής, από το άθροισμα δε όλων των επίδικων απαιτήσεων του ενάγοντος που θα προκύψουν από την αποδεικτική διαδικασία και αποτελούν το αντικείμενο της διαφοράς, θα αφαιρεθεί το συνολικό ποσό που στην αγωγή αναγράφεται ως καταβληθέν.
Κατά συνέπεια η παράλειψη της μνείας του ύψους των εν λόγω καταβολών χωριστά για κάθε κονδύλιο, δεν επάγεται αδυναμία άμυνας του εναγομένου εργοδότη, αφού οι καταβολές αυτές στηρίζουν ισχυρισμό αυτού περί ολικής ή μερικής εξόφλησης (άρθρ. 416 και 422 εδ.α του ΑΚ) και όχι ισχυρισμό του ενάγοντος, ούτε καθιστά ανέφικτο τον έλεγχο του είδους και ποσού της διαφοράς που κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου σε τυχόν νέα δίκη μεταξύ των αυτών διαδίκων που προφανώς αφορά τις αυτές κατ' είδος αξιώσεις της ιδίας χρονικής περιόδου, αφού το δεδικασμένο καλύπτει και την ύπαρξη του σχετικού δικαιώματος που καταλύθηκε με την καταβολή, οπότε η σχετική σύγκριση θα γίνει με βάση το είδος και το ύψος των επί μέρους απαιτήσεων, πριν από την πιο πάνω αφαίρεση.
Η ως άνω αναφορά όμως στο συνολικώς καταβληθέν ποσό καθιστά αόριστο το παρεπόμενο αίτημα περί καταβολής τόκων από τότε που κάθε επί μέρους οφειλή κατέστη απαιτητή κατ' άρθρο 341 του ΑΚ, αφού μετά την αφαίρεση του συνολικά καταβληθέντος ποσού από το άθροισμα των επί μέρους διαφορετικών αξιώσεων του μισθωτού, δεν είναι πλέον εφικτός ο προσδιορισμός του ύψους της κάθε επί μέρους οφειλής κατά κεφάλαιο, αναλόγως της αιτίας αυτής, επί της οποίας γεννώνται τόκοι από τότε που αυτή κατέστη απαιτητή, χωρίς βεβαίως τούτο να αποκλείει την σε κάθε περίπτωση εμπεριεχομένη στο ως άνω παρεπόμενο αίτημα επιδίκαση τόκων από την επίδοση της αγωγής (άρθρ. 346 του ΑΚ) ή από την τυχόν προηγηθείσα αυτής όχληση για την καταβολή των διαφορών (άρθρ. 340 του ΑΚ) ή από το τέλος κάποιου χρονικού σημείου (πχ.
από το τέλος του έτους εντός του οποίου γεννήθηκαν οι διαφορές αποδοχών), εφόσον τούτο καθίσταται εφικτό στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 1004/2017). Περαιτέρω η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο κρίνοντας αυτήν ως αόριστη ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη.
Πρόκειται δηλαδή και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής (ή της ένστασης) (σχετ. ΟλΑΠ 16/1998, ΑΠ 1004/2017, 991/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση διότι απέρριψε την ένστασή του περί αοριστίας της αγωγής, την οποία είχε νομοτύπως υποβάλει στο πρωτόδικο δικαστήριο και επαναφέρει στο εφετείο με λόγο έφεσης, συνισταμένη στο ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, η οποία ιστορεί στην αγωγή της ότι παρείχε την εργασία της στην επιχείρηση υπεραγοράς ("σούπερ μάρκετ") του αναιρεσείοντος και διεκδικεί αμοιβή για δεδουλευμένες αποδοχές, υπερεργασία, εργασία κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας και ημέρες αργιών, συναθροίζει τα ποσά που της οφείλονται για κάθε μήνα από τις παραπάνω αιτίες υπό τον τίτλο "διαφορές αποδοχών" και στη συνέχεια αφαιρεί το ποσό που τής καταβλήθηκε ανά μήνα και υπολείπεται των συνολικώς οφειλομένων, χωρίς να καταλογίζει το ποσό που της καταβλήθηκε σε συγκεκριμένο κονδύλιο ή να περιορίζει ανάλογα τα μερικότερα κονδύλια.
Από την επισκόπηση της από 31.12.2018 αγωγής στο Πρωτοδικείο Χαλκιδικής προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη ζητεί για το επίδικο διάστημα τα ποσά που τής οφείλονται ανά μήνα για τις ανωτέρω αιτίες τα οποία συναθροίζει σε ένα συνολικό ποσό και στη συνέχεια αφαιρεί το ποσό που τής καταβαλλόταν για την εργασία της τον συγκεκριμένο μήνα χωρίς να το καταλογίζει ρητά είτε στα οφειλόμενα από δεδουλευμένες αποδοχές, είτε στην αμοιβή για την υπερεργασία ή για την έκτη ημέρα της εβδομάδος ή τις Κυριακές και τις αργίες, πλην όμως, έκτος από τους μήνες που αναφέρονται στη συνέχεια, το ποσό που καταβάλλεται είναι αυτό που κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή αφορά στην συμφωνηθείσα ανά μήνα αμοιβή της αναιρεσίβλητης, η οποία τής καταβάλλεται στο ακέραιο και, ως εκ τούτου, από την εκτίμηση της αγωγής καθίσταται σαφές και αναμφίβολο ότι εκθέτει πως παραμένουν ανεξόφλητες μόνον οι αξιώσεις της από τις υπόλοιπες αιτίες (υπερεργασία κλπ).
Εξάλλου από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, που απέρριψε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 131/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, καθώς και την επισκόπηση της τελευταίας, προκύπτει ότι επιδικάστηκαν στην αναιρεσίβλητη τα ποσά που αντιστοιχούν στις διαφορές αποδοχών, στην αμοιβή της από την παρασχεθείσα υπερεργασία και την εργασία της έκτης ημέρας της εβδομάδος και τις Κυριακές, με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής.
Εξαίρεση προκύπτει για τους μήνες Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο του 2016, Μάρτιο, Απρίλιο και Μάιο του 2017, κατά τους οποίους δεν προκύπτει ο καταλογισμός των καταβληθέντων ανά μήνα σε κάποια από τις απαιτήσεις της. Έτσι όμως καθιστά την αγωγή αόριστη μόνο ως προς το κεφάλαιο των τόκων των επιμέρους κονδυλίων και όχι ως προς τα ίδια τα μερικότερα κονδύλια.
Η αναιρεσιβαλλομένη η οποία δεν διέκρινε την αοριστία του κεφαλαίου των αιτούμενων με την αγωγή τόκων και επιδίκασε τα μερικότερα ποσά δεχόμενη ότι οι διαφορές αποδοχών τοκοφορούν από την πρώτη του επόμενου μήνα και συγκεκριμένα την πρώτη ημέρα των μηνών Ιουλίου, Αυγούστου και Σεπτεμβρίου 2016 για τις αποδοχές των μηνών Ιουνίου, Ιουλίου και Αυγούστου, αντίστοιχα, όπως και την πρώτη ημέρα των μηνών Απριλίου, Μαΐου και Ιουνίου 2017 για τις αποδοχές των μηνών Μαρτίου, Απριλίου και Μαΐου, αντίστοιχα, ενώ θα έπρεπε να δεχθεί ότι και οι δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών αυτών τοκοφορούν από την επίδοση της αγωγής παραβίασε, ως προς αυτές τις μερικότερες αξιώσεις, τις διατάξεις των άρθρων 341, 346, 416, 422 και 655 ΑΚ, και, κατά το μέρος αυτό, είναι βάσιμος ο λόγος αναίρεσης.
Καλύπτεται, ωστόσο, από την αναιρετική εμβέλεια του τέταρτου λόγου αναίρεσης, όπως θα εκτεθεί στη συνέχεια.
Από τις διατάξεις των άρθρων 643, 649 και 653 του ΑΚ, 3 παρ. 2 του ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του ν. 3193/1955 και 1 της υπ' αριθ. 95/1945 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία οφείλει ο εργοδότης κατά το νόμο ή τη σύμβαση στο μισθωτά ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία του, δηλαδή όχι μόνο η κύρια παροχή (βασικός μισθός), αλλά και κάθε άλλη πρόσθετη παροχή, που οφείλεται ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία του.
Έτσι μισθό υπό την έννοια των ως άνω διατάξεων αποτελούν και οι αμοιβές, που οφείλονται κατά νόμο στο μισθωτό ως αντάλλαγμα για υπερεργασία του, νόμιμη υπερωριακή εργασία του και επιτρεπόμενη απασχόληση του σε ημέρα αργίας, αφού συνιστούν νόμιμα ανταλλάγματα εγκύρως παρεχόμενης εργασίας του μισθωτού (ΟλΑΠ 39-40/2002).
Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 3 της υπ' αριθ. 19040/1931 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, 3 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966, τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, οι αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας υπολογίζονται με βάση τις τακτικές ή συνήθεις αποδοχές του εργαζομένου, στις οποίες περιλαμβάνονται ο νόμιμος μισθός και τα επιδόματα.
Περιλαμβάνονται όμως ακόμη πρόσθετες παροχές ή προσαυξήσεις στο μισθό, μεταξύ των οποίων και η κατά 75% προσαύξηση του ημερομισθίου ή του 1/25 του μηνιαίου μισθού, με βάση τις υπ' αριθ. 8900/1946 και 25825/1951 κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας για εργασία κατά τις Κυριακές και από το νόμο καθιερωμένες ως μη εργάσιμες εορτές του έτους, εφόσον η εργασία αυτή παρέχεται σταθερά και μόνιμα.
Δεν περιλαμβάνονται όμως η αμοιβή για την εργασία κατά Κυριακές ή Σάββατα. Και αυτό γιατί, όπως από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 10 του β.δ. 748/1966, 8 παρ. 1 ν. 3846/2010 και 904 του ΑΚ προκύπτει, η εκουσία ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά την ημέρα της εβδομαδιαίας αναπαύσεως ή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, (και) κατά την ημέρα της υποχρεωτικής αναπαύσεως λόγω εξαντλήσεως της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, όπου ισχύει η τελευταία, απαγορευόμενη από κανόνες δημόσιας τάξεως, είναι άκυρη και γεννά αξίωση για απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (βλ.
σχ. ΑΠ 74/2009, 1253/2002, 1331/2001). Έτσι και η αμοιβή αυτή, ακόμη και αν η εργασία κατά τις Κυριακές ή Σάββατα παρέχεται σταθερώς και μονίμως, δεν αποτελεί τακτικό μισθό, ακριβώς διότι δεν φέρει το χαρακτήρα νόμιμου ή συμβατικού ανταλλάγματος για την εργασία του μισθωτού (πρβλ. ως άνω ΟλΑΠ 39-40/ 2002), με εξαίρεση βέβαια την ως άνω κατά 75% προσαύξηση του ημερομισθίου ή του 1/25 του μηνιαίου μισθού για την εργασία κατά Κυριακές και εξαιρετέες εορτές, η οποία, στην περίπτωση κατά την οποία η εργασία αυτή παρέχεται σταθερά και μόνιμα, συνυπολογίζεται, ως από το νομό απευθείας οφειλόμενη για την εξεύρεση που ύψους των παραπάνω επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχών άδειας και επιδόματος άδειας, κατά τα προαναφερόμενα.
Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ως προς τι αξιώσεις της αναιρεσίβλητης για τα επιδόματα δώρων εορτών και άδειας και την αποζημίωση αδείας προκύπτει ότι βάση υπολογισμού των επιδομάτων δώρων εορτών ήταν οι αντίστοιχες αποδοχές των μηνών Απριλίου και Δεκεμβρίου εκάστου έτους και ειδικότερα:
α) Για το δώρο Πάσχα του έτους 2013 οι αποδοχές Απριλίου ποσού 1075 ευρώ στις οποίες όμως περιλαμβάνονται ποσό 196,56 ευρώ για την εργασία του Σαββάτου και ποσό 67,62 ευρώ και την εργασία κατά την εορτή της 25ης Μαρτίου συμπεριλαμβανομένης της προσαύξησης του 75%. β) Για το δώρο Χριστουγέννων 2013 οι αποδοχές Δεκεμβρίου ποσού 1176,70 ευρώ στις οποίες περιλαμβάνονται 95,76 ευρώ για την εργασία του Σαββάτου, ποσό 245,70 για την υπερωριακή εργασία του Σαββάτου και ποσό 1135,24 ευρώ για την αμοιβή της εργασίας την Κυριακή συμπεριλαμβανομένης της προσαύξησης του 75%.
δ) Για το δώρο Πάσχα του έτους 2014 οι αποδοχές Απριλίου ποσού 1132,60 ευρώ στις οποίες όμως περιλαμβάνονται ποσό 196,56 ευρώ για την εργασία του Σαββάτου και ποσό 67,62 ευρώ για την αμοιβή της εργασίας την Κυριακή συμπεριλαμβανομένης της προσαύξησης του 75%. ε) Για το δώρο Χριστουγέννων 2014 οι αποδοχές Δεκεμβρίου ποσού 1127,56 ευρώ στις οποίες περιλαμβάνονται 95,76 ευρώ για την εργασία του Σαββάτου, ποσό 245,70 για την υπερωριακή εργασία του Σαββάτου και ποσό 196,56 ευρώ για την αμοιβή της εργασίας την Κυριακή συμπεριλαμβανομένης της προσαύξησης του 75% για μια ώρα υπερωριακής εργασίας.
στ) Για το δώρο Πάσχα του έτους 2015 οι αποδοχές Απριλίου ποσού 1070,02 ευρώ στο οποίο δεν είναι σαφές πώς κατέληξε η αναιρεσιβαλλομένη. ζ) Για το δώρο Χριστουγέννων 2015 οι αποδοχές Δεκεμβρίου ποσού 1137,64 ευρώ στις οποίες περιλαμβάνονται 105,84 ευρώ για την εργασία του Σαββάτου, ποσό 245,70 για την υπερωριακή εργασία του Σαββάτου και ποσό 196,56 ευρώ για την αμοιβή της εργασίας την Κυριακή συμπεριλαμβανομένης της προσαύξησης του 75% και μιας ώρας υπερωριακής εργασίας.
η) Για το δώρο Πάσχα του έτους 2016 οι αποδοχές Απριλίου ποσού 809,20 ευρώ στις οποίες όμως περιλαμβάνεται ποσό 109,26 ευρώ για την εργασία του Σαββάτου. θ) Για το δώρο Χριστουγέννων 2016 οι αποδοχές Δεκεμβρίου ποσού 1236,24 ευρώ στις οποίες περιλαμβάνονται 245,70 ευρώ για την εργασία του Σαββάτου, συμπεριλαμβανομένης της αμοιβής της υπερωριακής εργασίας της ίδιας ημέρας και ποσό 245,70 ευρώ για την αμοιβή της εργασίας την Κυριακή συμπεριλαμβανομένης της προσαύξησης του 75% και μιας ώρας υπερωριακής εργασίας.
Περαιτέρω η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ως βάση για τις αποδοχές και το επίδομα άδειας κάθε έτους α) για το έτος 2013 τον ειθισμένο μισθό του μηνός Αυγούστου ποσού 1344,15 ευρώ, β) για το έτος 2014 τον ειθισμένο μισθό του μηνός Αυγούστου ποσού 1338,75 ευρώ, γ) για το έτος 2015 τον ειθισμένο μισθό του μηνός Αυγούστου ποσού 1400,45 ευρώ και δ) για το έτος 2016 τον ειθισμένο μισθό του μηνός Σεπτεμβρίου ποσού 1205,26 ευρώ, χωρίς να αιτιολογεί πώς κατέληξε και βάσει ποιων υπολογισμών στο συμπέρασμα ότι τα ανωτέρω ποσά συνιστούν τον ειθισμένο μισθό των επιδίκων περιόδων.
Με τις παραδοχές αυτές η αναιρεσιβαλλομένη παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 643, 649 και 653 του ΑΚ, 3 παρ. 2 του ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του ν. 3193/1955 και 1 της υπ' αριθ. 95/1945 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955 3 της υπ' αριθ. 19040/1931 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, 3 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966, ευθέως στις περιπτώσεις που συμπεριέλαβε στις τακτικές αποδοχές την αποζημίωση για την εργασία που παρασχέθηκε το Σάββατο και την Κυριακή και την 25η Μαρτίου και την υπερωριακή εργασία των ημερών αυτών και εκ πλαγίου, με ελλιπή αιτιολογία, στις περιπτώσεις που έθεσε ως βάση υπολογισμού του επιδόματος δώρου Πάσχα 2015 και του επιδόματος και της αποζημιώσεως άδειας των ετών 2013-2016, διάφορα ποσά τα οποία υπερβαίνουν το ποσό των 750 ευρώ, που, όπως δέχθηκε η αναιρεσιβαλλομένη, συνιστά τις συμφωνημένες μηνιαίες αποδοχές της αναιρεσίβλητης.
Επομένως ο λόγος αυτός (τρίτος κατά σειρά της αναίρεσης) παρίσταται βάσιμος, όχι όμως και ο δεύτερος λόγος αυτής με τον οποίον ο αναιρεσείων αιτιάται την αναιρεσιβαλλομένη επειδή δεν απέρριψε τα σχετικά κονδύλια της αγωγής ως αόριστα, καθώς το ύψος των αποδοχών επί των οποίων υπολογίζονται τα εν λόγω επιδόματα και η αποζημίωση άδειας είναι ζήτημα που διερευνάται από το δικαστήριο, το οποίο οφείλει να επαληθεύσει, δια των αποδείξεων, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά.
Με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ.1 εδ. α και 10 εδ. β της με αριθμό Α1β/8557/1983 κανονιστικής απόφασης του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας (ΦΕΚ Β` 526) "Υγειονομικός έλεγχος, γενικοί όροι ιδρύσεως και λειτουργίας των καταστημάτων και εργαστηρίων τροφίμων ή/και ποτών και ειδικοί όροι ιδρύσεως και λειτουργίας των καταστημάτων και εργαστηρίων τροφίμων ή/και ποτών", η οποία εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του ΑΝ 2520/1940, όπως η διάταξη του άρθρου 14 αντικαταστάθηκε με την με αριθμό 8405/29.10.1992 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ 665 Β/11.11.1992) και ίσχυε κατά τον χρόνο πρόσληψης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης (21.1.2002), ορίστηκε ότι "όσοι ασκούν ή επιθυμούν ν' ασκήσουν το επάγγελμα του χειριστή τροφίμων ή ποτών, είτε ως ειδικοί επαγγελματίες, είτε ως υπάλληλοι ή εργάτες ή απασχολούμενοι με οποιαδήποτε σχέση σε ξενοδοχεία, δημόσια λουτρά, καθαριστήρια, κομμωτήρια, κουρεία, εστιατόρια, ζαχαροπλαστεία, καφενεία ή άλλες επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος, παρέχοντας τις υπηρεσίες τους στο κοινό, πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με βιβλιάριο υγείας, στο οποίο θα βεβαιώνεται ότι ο κάτοχός του πέρασε από ιατρική εξέταση και δεν βρέθηκε να πάσχει από μεταδοτικό ή άλλο νόσημα μη συμβατό με την απασχόλησή του" (παρ.1 εδ.
α) και ότι "οι νομείς καταστημάτων, εργαστηρίων και εργοστασίων υγειονομικού ενδιαφέροντος ή οι νόμιμοι εκπρόσωποι τούτων οφείλουν να μην προσλαμβάνουν ή απασχολούν στην επιχείρησή τους άτομα, τα οποία δεν κατέχουν βιβλιάριο υγείας ή δεν έχουν θεωρήσει αυτό σύμφωνα με την παρ. 6 του παρόντος άρθρου" (παρ. 10 εδ.
β). Η ως άνω με αριθ. 8405/29.10.1992 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων αντικαταστάθηκε στη συνέχεια με το άρθρο 1 της με αριθ. Υ1γ/ΓΠ/οικ 35797/4.4.2012 απόφασης του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΦΕΚ Β 1199/11.4.2012) "Πιστοποιητικό υγείας εργαζομένων σε επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση επίσης του ΑΝ 2520/1940, με το οποίο (άρθρο 1) ορίστηκε στα εδάφια α και β αυτού ότι "όσοι απασχολούνται ή επιθυμούν να απασχοληθούν σε επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος ή/και έχουν άμεση ή έμμεση επαφή με τα τρόφιμα πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με πιστοποιητικό υγείας.
Στο πιστοποιητικό υγείας θα βεβαιώνεται ότι ο κάτοχός του υποβλήθηκε σε ιατρικές εξετάσεις και δεν βρέθηκε να πάσχει από μεταδοτικό ή άλλο νόσημα μη συμβατό με την απασχόλησή του", ενώ με το άρθρο 2 αυτής ορίστηκε ότι τα ατομικά βιβλιάρια υγείας, τα οποία έχουν ήδη εκδοθεί, ισχύουν έως την ημερομηνία λήξης τους.
Περαιτέρω, από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 14 παρ.1 εδ. α και 10 εδ. β της με αριθμό Α1β/8557/1983 απόφασης του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, όπως αυτή αντικαταστάθηκε κατά τα άνω αρχικά με την με αριθμό 8405/29.10.1992 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και στη συνέχεια με το άρθρο 1 της με αριθ.
Υ1γ/ΓΠ/οικ 35797/4.4.2012 απόφασης του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 3, 174 και 180 του ΑΚ, συνάγεται ότι η έλλειψη βιβλιαρίου υγείας (ήδη πιστοποιητικού υγείας) ή η μη θεώρησή του επιφέρει ακυρότητα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας των μισθωτών που απασχολούνται με την παρασκευή, προετοιμασία και συσκευασία των τροφίμων και ποτών για τη διάθεσή τους στη κατανάλωση ή παρέχουν υπηρεσίες προς το κοινό, οι οποίες προϋποθέτουν ή συνεπάγονται άμεση επαφή με τον καταναλωτή των τροφίμων ή των ποτών ή με τον χρήστη των υπηρεσιών.
Η άνω ακυρότητα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, λόγω έλλειψης του βιβλιαρίου υγείας, ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, επειδή αφορά τη δημόσια τάξη, καθόσον η ύπαρξη του βιβλιαρίου υγείας αποβλέπει στην προστασία της δημόσιας υγείας και έχει ως συνέπεια ότι ο εργαζόμενος τελεί σε απλή σχέση εργασίας με τον εργοδότη του (ΑΠ 459/2019).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 529 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κατά κανόνα είναι παραδεκτή η προσκόμιση νέων αποδεικτικών μέσων στο εφετείο, το οποίο αν δεν τα αποκρούσει ως απαράδεκτα, για κάποιον από τους αναφερόμενους στο άρθρο λόγους, δεν απαιτείται να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία. Επομένως ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, με τον οποίον ο αναιρεσείων πλήττει την αναιρεσιβαλλομένη για παράβαση από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα επειδή έλαβε υπόψη το βιβλιάριο υγείας το οποίο η αναιρεσίβλητη προσκόμισε με την προσθήκη στις προτάσεις και μετά τη συζήτηση της αγωγής της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, παρίσταται αβάσιμος, εφόσον η αναιρεσιβαλλομένη δεν διέγνωσε ότι η αναιρεσίβλητη δεν προσκόμισε το συγκεκριμένο έγγραφο εγκαίρως στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.
Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσής του ο αναιρεσείων πλήττει την αναιρεσιβαλλομένη για παράβαση από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι με την παραδοχή ότι η αναιρεσίβλητη η οποία παρείχε τις υπηρεσίες της ως υπάλληλος στην επιχείρηση του αναιρεσείοντος "κατά το χρόνο της πρόσληψής της είχε εφοδιασθεί και κατείχε ως εργαζόμενη σε επιχείρηση υγειονομικού ενδιαφέροντος, παρότι μη χειριζόμενη τρόφιμα, βιβλιάριο υγείας, στο οποίο βεβαιωνόταν ότι πέρασε από ιατρική εξέταση και δεν πάσχει από μεταδοτικό ή άλλο νόσημα...", παραμόρφωσε το περιεχόμενο του συγκεκριμένου εγγράφου, το περιεχόμενου του οποίου διατυπώνει αναλυτικά στο αναιρετήριο, και από το οποίο ουδόλως προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη εξετάστηκε και βρέθηκε υγιής (δηλ.
μη πάσχουσα από νόσημα που μπορεί να μεταδοθεί). Σημειωτέον ότι η παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης ότι η αναιρεσίβλητη δεν χειριζόταν τρόφιμα αντιφάσκει προς προηγούμενη παραδοχή της σύμφωνα με την οποία στα καθήκοντα της περιλαμβανόταν η έκτακτη εργασία στα ψυγεία, τη μαναβική και τον πάγκο κοπής. Ωστόσο, δεν προκύπτει ότι η αναιρεσιβαλλομένη στήριξε το αποδεικτικό της πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο βιβλιάριο υγείας της αναιρεσίβλητης δεδομένου ότι μεταξύ των εγγράφων που αυτή παραδεκτά επικαλέστηκε και προσκόμισε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο περιλαμβάνεται η από 14.7.2020 βεβαίωση της Διεύθυνσης Υγείας της Περιφερειακής Ενότητας ...
ότι έγινε ανανέωση του βιβλιαρίου υγείας εργαζομένου που αφορά στην αναιρεσίβλητη, με αριθμό μητρώου …../22.6.2010 με ισχύ πέντε ετών. Επομένως και ο λόγος αυτός παρίσταται αβάσιμος. Ωστόσο, η αναιρεσιβαλλομένη πάσχει από αντιφατική, καθώς και ελλιπή αιτιολογία σε ό,τι αφορά την εγκυρότητα της σύμβασης εργασίας της αναιρεσίβλητης για το χρονικό διάστημα που παρείχε την εργασία της από τον Μάιο του 2015 έως και την καταγγελία της συμβάσεως της την 4.5.2017, το οποίο δεν καλύπτεται από το εν λόγω βιβλιάριο υγείας, δεδομένου ότι αυτό έληξε τον Απρίλιο του έτους 2015.
Επομένως, εφ' όσον δεν αντικαταστάθηκε, έκτοτε και μέχρι την καταγγελία της σύμβασης, με πιστοποιητικό υγείας, η σύμβαση εργασίας της αναιρεσίβλητης κατέστη άκυρη ως αντίθετη σε απαγορευτική διάταξη νόμου, στη δε αναιρεσίβλητη δεν οφείλονται αμοιβές από τη σύμβαση, αλλά η ωφέλεια που απεκόμισε ο αναιρεσείων, ο οποίος κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερος από τη εργασία της.
Ειδικότερα δεν αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλομένη εάν στη διάρκεια του διαστήματος αυτού είχε εκδοθεί πιστοποιητικό υγείας, το οποίο ήταν κατά νόμο απαραίτητο, ενώ δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη εργαζόταν στον πάγκο κοπής, στη μαναβική, στα ψυγεία κ.λπ., δηλαδή ερχόταν σε άμεση επαφή με τρόφιμα και, επομένως, για την εγκυρότητα της σύμβασης εργασίας της ήταν απαραίτητο να είναι εφοδιασμένη με πιστοποιητικό υγείας, γεγονός το οποίο η αναιρεσιβαλλομένη όφειλε να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης.
Συνακόλουθα και για το χρονικό αυτό διάστημα ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος που στηρίζεται στον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ παρίσταται ουσιαστικά βάσιμος.
Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που την εξέδωσε. Από τις διατάξεις του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση (ΑΠ 1392/2018).
Το δικαίωμα του διαδίκου να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρισκόταν πριν εκτελεστεί η απόφαση που αναιρέθηκε, στην περίπτωση του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, έχει ως μόνο γενεσιουργό λόγο την αναίρεση της αποφάσεως που εκτελέστηκε και δεν στηρίζεται σε άλλη αιτία, όπως ο αδικαιολόγητος πλουτισμός του αντιδίκου του (ΑΠ 1175/2017), ενώ εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 579 και 581 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων σε εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου των τόκων και των δικαστικών εξόδων και η επί του αθροίσματος αυτών καταβολή νόμιμων τόκων, οι οποίοι οφείλονται μόνο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης, γιατί από το χρόνο της επίδοσης αυτής καθίσταται υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος, κατά το άρθρο 340 ΑΚ (ΟλΑΠ 5/2001).
Τα παραπάνω εφαρμόζονται και στην περίπτωση εκούσιας ή αναγκαστικής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης, η οποία, με την επικύρωσή της από το εφετείο, θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην αναιρούμενη απόφαση (ΟλΑΠ 11/2007, 22/2006, ΑΠ 591/2015). Εξάλλου, αν η απόφαση αναιρέθηκε εν μέρει, πρέπει να αναγράφεται στην αίτηση, για να είναι ορισμένη, το επί πλέον ποσό που κατέβαλε ο αναιρεσείων σε εκτέλεση του αναιρούμενου μέρους της αποφάσεως (ΑΠ 1392/2018, 1694/2009).
Τούτο δε γιατί στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη απόφαση αναιρείται μόνο εν μέρει, η αξίωση του αναιρεσείοντος να του επιστραφεί ό,τι κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη σε εκτέλεση της απόφασης αυτής, στηρίζεται στο νόμο μόνο αναφορικώς προς τα ποσά που κατέβαλε σε εκτέλεση του αναιρούμενου μέρους της απόφασης και τα οποία θα έπρεπε να μνημονεύονται στην αίτηση για να είναι ορισμένη.
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, επικαλούμενος ότι σε εκτέλεση της προσωρινά εκτελεστής 131/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, η οποία επικυρώθηκε από την αναιρεσιβαλλομένη, κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 27.389,22 ευρώ, σύμφωνα με τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες αποδείξεις, ζητά την απόδοση του.
Το αίτημα αυτό, το οποίο έχει το χαρακτήρα αίτησης επαναφοράς του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, εφόσον ο εναγόμενος αναιρεσείων δεν προσδιορίζει, όπως είναι αναγκαίο, για το ορισμένο αυτής, ενόψει του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αναιρείται εν μέρει ως προς το καταψηφιστικό κεφάλαιο της αγωγής (διαφορές αποδοχών, αμοιβή υπερεργασίας, αποζημίωση για την εργασία του Σαββάτου και της Κυριακής και των αργιών), μόνο για το χρονικό διάστημα Μαΐου 2015-4.5.2017 και με δεδομένο ότι (όπως προκύπτει από τη διαφορά μεταξύ του επιδικασθέντος ποσού των 21.621,51 ευρώ και του καταβληθέντος των 27.389,22 ευρώ) καταβλήθηκαν, εκτός από το επιδικασθέν κεφάλαιο, και έτερα ποσά (τόκοι ή και έξοδα), ποιο ποσό αντιστοιχεί στο εν λόγω διάστημα και πρέπει να επιστραφεί.
Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου λόγω της ήττας του (ΚΠολΔ 176, 183, 191), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 1536/2021 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρεθέν κεφάλαιο της απόφασης που αναφέρεται στο σκεπτικό, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ