Legislator Case Law & Legislation
1790/2012 AI generated

1790/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1790/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/8/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 179/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 274/2010 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9/6/2010 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1790/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, η οποία εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος, ορίζεται ο αριθμός και τα ειδικότερα προσόντα για την πρόσληψη πρόσθετου προσωπικού κατά τη μεταβατική περίοδο για την κάλυψη των αναγκών λειτουργίας έμμισθων Υποθηκοφυλακείων ως Κτηματολογικών Γραφείων.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1790 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1790/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Τ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ασημακόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Καϊμάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/8/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 179/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 274/2010 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9/6/2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Αλειφεροπούλου ανέγνωσε την από 10/9/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Γρηγορίου Κουτσόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο αναιρετικός λόγος, που προβλέπεται από το αρθρ. 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από την ανωτέρω διάταξη, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα δικαίου (ουσιαστικού), που κατά το αναιρετήριο παραβιάστηκε (Ολ.Α.Π. 8/2011, 7/2011, 28/1998).

Περαιτέρω, με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2664/1998 "Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις" ορίζεται, ότι "από την έναρξη ισχύος του Κτηματολογίου τα έμμισθα ή άμισθα Υποθηκοφυλακεία, στων οποίων την τοπική αρμοδιότητα εμπίπτουν οι κτηματογραφημένες περιοχές, λειτουργούν ως Κτηματολογικά Γραφεία". Η παραγρ. 4 του ίδιου άρθρου ορίζει, ότι "Κατά τη μεταβατική περίοδο λειτουργίας έμμισθων Υποθηκοφυλακείων ως Κτηματολογικών Γραφείων παραμένει αμετάβλητη η υπηρεσιακή και μισθολογική κατάσταση του προσωπικού τους και η σχέση τους με οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, η οποία εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος, ορίζεται ο αριθμός και τα ειδικότερα προσόντα για την πρόσληψη πρόσθετου προσωπικού κατά τη μεταβατική περίοδο για την κάλυψη των αναγκών λειτουργίας έμμισθων Υποθηκοφυλακείων ως Κτηματολογικών Γραφείων.

Έως την πρόσληψη του προσωπικού αυτού, η κάλυψη των λειτουργικών αναγκών τους γίνεται με προσωπικό που διαθέτει στα Υποθηκοφυλακεία η Α. Ε. "Κτηματολόγιο Ανώνυμη Εταιρεία", η οποία και αμείβει το προσωπικό αυτό. Με όμοια προς την προβλεπόμενη σε αυτή την παράγραφο παραπάνω κοινή υπουργική απόφαση ρυθμίζονται τεχνικού ή λεπτομερειακού χαρακτήρα ζητήματα που αφορούν στον τρόπο διάθεσης του εν λόγω προσωπικού από την Α.

Ε. "Κτηματολόγιο Ανώνυμη Εταιρεία". Με την ίδια αυτή απόφαση ή με όμοια κοινή υπουργική απόφαση μπορεί επίσης να ορίζεται πρόσθετη αμοιβή για το προσωπικό που υπηρετεί κατά την έκδοσή της. Η καταβολή της πρόσθετης αυτής αμοιβής βαρύνει την Α. Ε. "Κτηματοτολόγιο Ανώνυμη Εταιρεία"". Εξάλλου, η παραγρ. 5γ του ίδιου άρθρου ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι με την έναρξη της μεταβατικής περιόδου ο υποθηκοφύλακας προΐσταται του Υποθηκοφυλακείου και ως Κτηματολογικού Γραφείου.

Τέλος, στην παραγρ. 7 του αυτού ως άνω άρθρου ορίζεται, ότι "η κατά τις προηγούμενες παραγράφους μεταβατική λειτουργία των Υποθηκοφυλακείων ως Κτηματολογικών Γραφείων λήγει με τη σύσταση Κτηματολογικού Γραφείου, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 5". Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει, ότι κατά τη μεταβατική περίοδο λειτουργίας των εμμίσθων Υποθηκοφυλακείων και ως Κτηματολογικών Γραφείων, ο υποθηκοφύλακας τοποθετείται εκ του νόμου προϊστάμενος του αντίστοιχου Κτηματολογικού Γραφείου χωρίς να απαιτείται σύναψη συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μεταξύ αυτού και της Α.Ε.

με την επωνυμία "Κτηματολόγιο Ανώνυμη Εταιρεία", κατά την έννοια των άρθρων 361 και 648 Α.Κ. (περί ενοχής από σύμβαση και περί συμβάσεως εργασίας, αντίστοιχα), για την ανάθεση σ' αυτόν των σχετικών καθηκόντων. Επίσης, η πρόσθετη παροχή του άρθρου 23 παρ.4 του Ν. 2664/1998, η οποία μπορεί να χορηγηθεί και σ' αυτόν, δεν μπορεί να καταστεί συμβατική, αφού η καταβολή της ρυθμίζεται από το νόμο και για τη χορήγησή της απαιτείται η έκδοση κοινής αποφάσεως των Υπουργών Δικαιοσύνης και Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, άλλως είναι παράνομη.

Ακόμη, κατά το άρθρο 904 Α.Κ., όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Τούτο συμβαίνει και στην περίπτωση άκυρης συμβάσεως, στην οποία η παροχή πραγματοποιείται για αιτία παράνομη. Όταν, όμως, ο πλουτισμός επήλθε από νόμιμη αιτία, ήτοι αμέσως από διάταξη νόμου (causa ex lege) και χωρίς κάποια παροχή προς τον ωφεληθέντα, τότε δεν γεννάται αξίωση προς απόδοση του πλουτισμού, εκτός αν τούτο επιβάλλεται από διάταξη νόμου.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 21-8-2007 αγωγή του, την οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (αρθρ. 561 παρ.2 Κ,Πολ.Δ.), ο αναιρεσείων εκθέτει, ότι είναι μόνιμος δικαστικός υπάλληλος, ως έμμισθος Υποθηκοφύλακας Πατρών και από το διορισμό του, ήτοι από 19-5-1989 και μέχρι του χρόνου ασκήσεως της αγωγής προΐσταται του Έμμισθου Υποθηκοφυλακείου Πατρών.

Ότι από 30-3-2004 το εν λόγω Υποθηκοφυλακείο λειτουργεί και ως Μεταβατικό Κτηματολογικό Γραφείο στην περιοχή του Δήμου Πατρέων, σύμφωνα με την αναφερόμενη απόφαση του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος (Ο.Κ.Χ.Ε.), ο δε Υποθηκοφύλακας ασκεί και χρέη Προϊσταμένου του συγχρόνως εντός του Υποθηκοφυλακείου ή εκτός τούτου (κατά μεταστέγαση) λειτουργούντος Κτηματολογικού Γραφείου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 23 Ν. 2664/1998.

Ότι, μεταξύ αυτού και της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, καταρτίσθηκε στις 30-3-2004 προφορική σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου, δυνάμει της οποίας έκτοτε και μέχρι του χρόνου ασκήσεως της αγωγής ο ίδιος εκτελεί προσθέτως χρέη Προϊσταμένου του Μεταβατικού Κτηματολογικού Γραφείου Πατρών, προσφέροντας τις υπηρεσίες που αναφέρονται στην αγωγή.

Ότι, τελικά, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, για τις εν λόγω υπηρεσίες του, να του καταβάλλεται μηνιαίως το ποσό των 1.000 ευρώ, εκδόθηκε δε προς τούτο και η 257/6/11-11-2004 απόφαση του Ο.Κ.Χ.Ε. και 19658/10-5-2005 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ. 667/18-5-2005 τεύχ. Β'), βάσει της τελευταίας των οποίων η αναιρεσίβλητη κατά το χρονικό διάστημα από 1-4-2004 έως 30-9-2004 του κατέβαλε τις αποδοχές του, συνολικού ποσού 6.000 ευρώ, ενώ, έκτοτε, έπαυσε να του καταβάλλει αμοιβή για τις ως άνω υπηρεσίες του.

Ζήτησε δε να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 37.200 ευρώ, νομιμοτόκως, για μηνιαίους μισθούς μετά των δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και των αποδοχών και επιδομάτων αδείας του χρονικού διαστήματος από 1-10-2004 έως 22-3-2007, βάσει της επικαλούμενης εργασιακής συμβάσεως, άλλως, σε περίπτωση που κριθεί άκυρη η άνω σύμβαση ή ότι δεν καλύπτεται από καθορισμό πρόσθετης αμοιβής από Υ.Α., βάσει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κρίνοντας επί εφέσεως του ενάγοντος κατά της 179/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που είχε απορρίψει την αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη, εξαφανίζοντας την πρωτοβάθμια απόφαση και κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή, απέρριψε αυτήν, σε σχέση με την κύρια βάση της (από ενδοσυμβατική ευθύνη), ως μη νόμιμη, με τις παραδοχές, ότι "η χορήγηση της πρόσθετης παροχής του άρθρου 23 παρ.4 του Ν. 2664/1998 χωρίς την έκδοση της σχετικής απόφασης των Υπουργών Δικαιοσύνης και Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων είναι παράνομη, ενώ δεν κατέστη η εν λόγω παροχή συμβατική με την αναφερόμενη στην αγωγή σύμβαση εργασίας, ώστε να θεμελιώνει υποχρέωση της εναγομένης να συνεχίσει να την καταβάλλει και το επίδικο χρονικό διάστημα, αφού δεν καταρτίζεται σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μεταξύ του ενάγοντος και της Α.Ε., αλλά τύγχανε μόνο της αμοιβής, το ποσό της οποίας δεν καθίσταται αντικείμενο σύμβασης αλλά ρυθμίζεται από το νόμο και για τη χορήγηση αυτής απαιτείται έκδοση κοινής αποφάσεως των Υπουργών Δικαιοσύνης και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 23 παρ.4 Ν. 2664/1998 και 361 Α.Κ., εφόσον, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, οι επίδικες παροχές δεν είναι δυνατό να αποτελέσουν αντικείμενο συμβατικής ρυθμίσεως, οπότε δεν πρόκειται για ενδοσυμβατική ευθύνη από παροχή εξαρτημένης εργασίας, αλλά ρυθμίζονται από το νόμο και για τη χορήγησή τους απαιτείται η έκδοση κοινής Υ.Α.

χωρίς την οποία η καταβολή τους είναι παράνομη.

Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ,Πολ.Δ., είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Περαιτέρω, όσον αφορά την επικουρική βάση της αγωγής, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε, ότι αυτή είναι επίσης απορριπτέα, ως μη νόμιμη, με τις παραδοχές, ότι "η επικαλούμενη από τον ενάγοντα ωφέλεια της εναγομένης προέρχεται αμέσως εκ της ως άνω διατάξεως νόμου και δεν είναι παράνομη, ώστε να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 904 Α.Κ.".

Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 Α.Κ., την οποία ορθά δεν εφάρμοσε στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού η απασχόληση του αναιρεσείοντος Υποθηκοφύλακα, ως Προϊσταμένου Κτηματολογικού Γραφείου ανάγεται εκ του νόμου στα καθήκοντα της υπηρεσίας του χωρίς πρόβλεψη πρόσθετης αμοιβής για την εκτέλεση τούτων, που μόνο δυνητικά χορηγείται βάσει κοινής Υ.Α., με την οποία παρέχεται η ευχέρεια στο Ελληνικό Δημόσιο να καθορίζει αρμοδίως τέτοια παροχή, οπότε η προβαλλόμενη από αυτόν (αναιρεσείοντα) ωφέλεια της αναιρεσίβλητης χωρίς την έκδοση σχετικής κοινής Υ.Α.

για το επίδικο χρονικό διάστημα, της οποίας δεν γίνεται επίκληση στην αγωγή, προέρχεται από νόμιμη αιτία (ήτοι από τις διατάξεις του προαναφερθέντος άρθρου 23 Ν. 2664/1998) και δεν είναι παράνομη, ώστε να γεννά αξίωση προς απόδοση του πλουτισμού. Κατά συνέπεια, ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 288 Α.Κ., ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Η καθιερούμενη από την άνω διάταξη αρχή της καλόπιστης εκτέλεσης των ενοχών εφαρμόζεται σε κάθε δικαιοπρακτική σχέση, λειτουργεί δε ως συμπληρωματική των δικαιοπρακτικών βουλήσεων και ως διορθωτική αυτών.

- Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, υπό την επίκληση πλημμελειών από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ,Πολ.Δ., προβάλλει τις αιτιάσεις, ότι το Εφετείο έσφαλε α) δεχθέν ότι η συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης "με το να μην κινήσει τις διαδικασίες για την έκδοση της απαιτούμενης κοινής υπουργικής απόφασης, όπως είχε πράξει για το αμέσως προηγούμενο (από 1-4-2004 έως 30-9-2004) του επιδίκου διαστήματος (1-10-2004 έως 31-3-2007) και έπραξε στη συνέχεια για το επόμενο τούτου χρονικό διάστημα (από 1-4-2007 και εντεύθεν), δεν αντίκειται στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη" και β) με το να παραλείψει να εφαρμόσει για τον καθορισμό της αναφερόμενης στην προηγούμενη παράγραφο αμοιβής του τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου (288 Α.Κ.) μολονότι στο δικόγραφο της αγωγής του "υπήρχαν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις και τα πραγματικά περιστατικά".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, τόσο κατά το ανωτέρω υπό στοιχείο α' σκέλος του (περί παραβιάσεως της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 288 Α.Κ.), ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού με αυτόν προσδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση περιεχόμενο, το οποίο δεν έχει, δοθέντος ότι στο αιτιολογικό της δεν υφίσταται οποιαδήποτε κρίση ή παραδοχή του είδους που επικαλείται ο αναιρεσείων, όσο και κατά το άνω υπό στοιχείο β' σκέλος του, κατ' ορθή υπαγωγή από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (και όχι από τον αριθ. 1 του ίδιου άρθρου), με το οποίο αποδίδεται στην παραπάνω απόφαση η πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής του αναιρεσείοντος προκύπτει, ότι σ' αυτήν δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά, που να επιβάλλουν την εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της διαφοράς, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλ' απέρριψε την αγωγή, ως μη νόμιμη, όπως επί του προκειμένου το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, κατά τα προεκτεθέντα. Γι' αυτό ο τέταρτος και τελευταίος, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τη νομίμως επικληθείσα ενώπιόν του από μέρους του δικαστική ομολογία της αντιδίκου του, περιεχόμενη στις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία, κατ' αρθρ. 339 Κ.Πολ.Δ., αποτελεί αποδεικτικό μέσο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-6-2010 αίτηση του Ε. Τ., για αναίρεση της 274/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ