Legislator Case Law & Legislation
1790/2011 AI generated

1790/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1790/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1790/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά το άρθρο 17 του Συντάγματος κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Κατά δε την§4 εδ. τελευταίο του ίδιου άρθρου η αποζημίωση δεν υπόκειται ως τοιαύτη σε κανένα φόρο, κράτηση ή τέλος.

Keywords

AI generated
road construction contribution access road road infrastructure refurbishment dismissal of traffic proceedings roadside setback unpermitted structures
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1790 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1790/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ευάγγελο Μαρίνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ο οποίος παραστάθηκε και ανακάλεσε την από 18-10-2011 δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Π. Τ. , εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φλώρο, ο οποίος δήλωσε ότι ο αναιρεσίβλητος απεβίωσε την14-10-2010 και κληρονομήθηκε από τους : α) Σ. Τ. του Κ. Θ., β) Θ. Τ. του Α., γ) Ε. Τ. του Α. και δ) Π. Τ. του Α., μόνοι πλησιέστεροι συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του κατά λόγο της κληρονομικής τους μερίδας, κάτοικοι ..., που συνεχίζουν τη δίκη, 3. Ε. συζ. Α. Φ. το γένος Π. Τ., κατοίκου ... και 4. Θ. συζ. Ν. Κ. το γένος Π. Τ. κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ανωτέρω πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος παραστάθηκε και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-2-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:10/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 213/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-2-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 4-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των άρθρων 286 περ.α, 287 και 290 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική διαδικασία κατ' άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ, αν αποβιώσει κάποιος διάδικος έως ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση η δίκη διακόπτεται, η διακοπή δε επέρχεται, εκτός των λοιπών περιπτώσεων, με προφορική δήλωση στο ακροατήριο και απ' αυτόν που ήταν κατά τη στιγμή που επήλθε ο λόγος της διακοπής πληρεξούσιος του διαδίκου, και τέλος η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικό συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου εμφανίσθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος των: 1) Σ. χήρας Α. Τ., 2) Θ. Α. Τ., 3) Ε. θυγατέρας Α. Τ., Κων/νος Φλώρος και δήλωσε ότι στις 14-10-2010 απεβίωσε ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων Α. Τ., σύζυγος και πατέρας αντίστοιχα αυτών και ότι αυτές είναι οι μόνες πλησιέστερες συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού και δήλωσε ότι συνεχίζουν οι εν λόγω συγγενείς του αρχικού πρώτου αναιρεσιβλήτου την αναιρετική δίκη, υπεισερχόμενες στη θέση αυτού.

Περαιτέρω, από τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι ως άνω γυναίκες δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου (υπ' αρ. 110/4-5-2011 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, το υπ' αριθμ. πρωτ. 38546/2010 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του ΟΤΑ Αγρινίου και το υπ' αρ. 3825/2011 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Αγρινίου) προκύπτει ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, διάδικος στην κατ'εφεση δίκη με αντίδικό του το Ελληνικό Δημόσιο, απεβίωσε στις 14-10-2010 και ότι οι προαναφερόμενες τρεις γυναίκες είναι οι πλησιέστεροι συγγενείς αυτού, ως σύζυγος και θυγατέρες αυτού αντίστοιχα, τον οποίο κληρονόμησαν ως προς τα λοιπά πλήν των αναφερομένων στην από 1-2-2000 ιδιόγραφη διαθήκη του, που νόμιμα δημοσιεύθηκε, ως μόνοι πλησιέστεροι συγγενείς του εξ αδιαθέτου, και ότι αυτές συνεχίζουν την προκείμενη αναιρετική δίκη ως υπεισερχόμενες στη θέση αυτού.

Επομένως πρέπει να γίνει δεκτή η τοιαύτη δήλωση των κληρονόμων του αρχικού αναιρεσίβλητου Α. Τ. και να προχωρήσει η διαδικασία με την υπεισέλευση των Σ. χήρας Α. Τ., Θ. θυγατέρας Α. Τ. και Ε. θυγατέρας Α. Τ. στη θέση του αποβιώσαντος Α. Τ..

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ν.653/1977 "Περί υποχρεώσεως των παριδίων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ.", όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ.9 και 10 του ν. 947/1979 αναφορικά με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφισταμένων οδών πραγματοποιουμένων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων, καθώς και επί επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτους αυτών, προκειμένου περί διάνοιξης εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι πάροδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων.

Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών, ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου όταν οι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου παράγραφοι 1, 3 και 4 του Ν 653/1977 αντίκεινται στο άρθρο 1 του πρώτου (πρόσθετου) πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που, μετά την επικύρωση της με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του ημεδαπού δικαίου, άρα και της πιο πάνω διάταξης του Ν. 653/1977 (άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος).

Το τεκμήριο ισχύει ως μαχητό και ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρομένης ωφέλειας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του και ανατρέποντας το ως άνω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκταση του και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως και γι' αυτή.

Η αξίωση αυτή του ιδιοκτήτη του απαλλοτριουμένου ακινήτου εισαγόταν προς κρίση κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου, διότι κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη (ΟλΑΠ 1/1988, ΟλΑΠ 8/1999) δεν ήταν αντικείμενο της δίκης για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδας, άποψη που τελικά κρίθηκε ότι παραβιάζει το άρθρο 1 ΠρΠρΠρ (ΟλΑΠ 10/2004).

Τέλος, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 33 του ν.2971/19.12.2001, "το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του ν. 653/1977, είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου".

Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου ως άνω άρθρου "Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτηση του να ζητήσει από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης. Η υποβολή της αίτησης δεν αναστέλλει τις διαδικασίες της απαλλοτρίωσης".

Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται μετά τη λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή Επιτροπή ...". Με το άρθρο 37 του ίδιου ως άνω άρθρου, ορίζεται ότι "Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει α) Των διατάξεων του άρθρου 33 μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφαρμόζεται και για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι της ισχύος του συντελεσθεί.

Στις περιπτώσεις που κατά την έναρξη ισχύος του ίδιου αυτού άρθρου έχει παρέλθει η ανατρεπτική προθεσμία της παραγράφου 3 αυτού, η ανατρεπτική αυτή προθεσμία παρατείνεται για δύο (2) μήνες από την έναρξη ισχύος του". Με το ανωτέρω άρθρο 33 του Ν 2971/2001 θεσπίστηκε ότι το τεκμήριο είναι μαχητό και από το συνδυασμό των διατάξεων αυτού και του άρθρου 37 σαφώς συνάγεται ότι οι διατάξεις του πρώτου από αυτά εφαρμόζονται για τις απαλλοτριώσεις οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη της ισχύος του, καθώς και γι' αυτές οι οποίες κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του, αλλά δεν είχε ολοκληρωθεί η συντέλεση τους μέχρι αυτή (έναρξη ισχύος), δεν εφαρμόζονται δε για τις απαλλοτριώσεις η συντέλεση των οποίων είχε ολοκληρωθεί πριν από την έναρξη ισχύος των ανωτέρω διατάξεων (Ολ.ΑΠ 11 και 12/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και δέχθηκε κατ' ουσίαν την αντίθετη έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθμ. 10/2005 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, το οποίο είχε δικάσει κατά την τακτική διαδικασία αγωγή των αναιρεσιβλήτων για επιδίκαση αποζημίωσης σ' αυτούς, για τμήματα των ιδιοκτησιών τους που δεν αποζημιώθηκαν επειδή θεωρήθηκαν ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες και είχε δεχθεί εις εν μέρει κατ'ουσίαν βάσιμη.

Ειδικότερα το Εφετείο Πατρών δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμ. 1075698/5164/ 0010/25.7.1997 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ, που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ., τεύχος Δ', υπ' αριθμ. 304/8.8.1997, κηρύχτηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και συγκεκριμένα για την κατασκευή του έργου Ε.Ο.

Αντιρρίου - Ιωαννίνων στα τμήματα ευρεία παράκαμψη Αγρινίου εδαφικής εκτάσεως από τη χιλιομετρική θέση 01500 έως τη χιλιομετρική θέση 5+740 συνολικού εμβαδού 414.648,23 τ.μ., που βρίσκεται στην περιοχή του Δήμου Αιτωλικού Νομού Αιτωλοακαρνανίας και απεικονίζεται στα από Μαρτίου 1997 δεκαέξι (16) κτηματολογικά διαγράμματα και στον κτηματολογικό πίνακα που συνέταξε ο μηχανικός Δ.

Τ. και θεώρησε στις 29.5.1997 ο διευθυντής Κ. Δ., καθώς και στον από Σεπτεμβρίου 1998 κτηματολογικό πίνακα που συνέταξε ο πολιτικός μηχανικός Σ. Κ. και στα αντίστοιχα δεκαέξι (16) κτηματολογικά διαγράμματα που θεώρησε στις 5.11.1998 ο προϊστάμενος της Τ.Υ.Δ.Κ. Αιτωλοακαρνανίας Κ. Μ.. Μεταξύ των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν περιλαμβάνονται : 1) τα ακίνητα που ανήκουν στον πρώτο ενάγοντα και φέρουν τους αριθμούς 188, 188 Β και 190Ε στον οικείο κτηματολογικό πίνακα.

Από τα ακίνητα αυτά: α) από το υπ' αριθμ. 188 ακίνητο απαλλοτριώθηκε έκταση 2.007,42 τ.μ. Από την έκταση αυτήν ο ενάγων αποζημιώθηκε για έκταση 809,76 τ.μ, ενώ για τα υπόλοιπα 1.197,66 τ.μ. που απαλλοτριώθηκαν (353,84 τ.μ. + 575,73 τ.μ. + 205,58 τ.μ.+ 62,51 τ.μ) θεωρήθηκε ότι αυτός αυτοαποζημιώνεται, β) από το υπ' αριθμ. 188Β ακίνητο απαλλοτριώθηκε έκταση 543,98 τ.μ.

Από την έκταση αυτήν ο ενάγων αυτός αποζημιώθηκε για έκταση 140,56 τ.μ., ενώ για τα υπόλοιπα 397,24 τ.μ. που απαλλοτριώθηκαν (128,94 τ.μ. + 268,30 τ.μ) θεωρήθηκε ότι αυτός αυτοαποζημιώνεται και για τα 6,18 τ.μ. θεωρήθηκε ότι αυτός πρέπει να συμμετέχει στη δαπάνη της απαλλοτριώσεως με αποζημίωση παρόδιου ιδιοκτήτη, γ) από το υπ' αριθμ. 190 Ε ακίνητο απαλλοτριώθηκε έκταση 1.163,80 τ.μ.

Από την έκταση αυτήν ο ενάγων αυτός αποζημιώθηκε για 565,45 τ.μ., ενώ για τα υπόλοιπα 598,35 τ.μ. που απαλλοτριώθηκαν θεωρήθηκε ότι αυτός αυτοαποζημιώνεται. Έτσι ο ενάγων αυτός επί της συνολικής εκτάσεως του που απαλλοτριώθηκε εμβαδού 3.715,2 τ.μ. αποζημιώθηκε για τα 1.515,77 τ.μ. και θεωρήθηκε ότι αυτοαποζημιώνεται για τα 2.193,25 τ.μ.

και ότι αυτός συμμετέχει στη δαπάνη απαλλοτριώσεως με αποζημίωση παρόδιου ιδιοκτήτη για 6,18 τ.μ. και συνολικά επομένως δικαιούται αποζημίωση για έκταση 2.199,43 τ.μ., για την οποία το Ελληνικό Δημόσιο δεν του κατέβαλε αποζημίωση, ενώ με την αγωγή του ο πρώτος ενάγων ζήτησε να αποζημιωθεί για έκταση 2.198 τ.μ., 2) τα ακίνητα που ανήκουν στη δεύτερη ενάγουσα και φέρουν τους αριθμούς 209 και 211 στον οικείο κτηματολογικό πίνακα.

Από τα ακίνητα αυτά:α) από το υπ' αριθμ. 209 ακίνητο απαλλοτριώθηκε έκταση 8.938,71 τ.μ. Από την έκταση αυτήν η ενάγουσα αυτή αποζημιώθηκε για έκταση 4.905,26 τ.μ., ενώ για τα υπόλοιπα 3.785,1 τ.μ. που απαλλοτριώθηκαν (3.010,88 τ.μ. + 774,22 τ.μ) θεωρήθηκε ότι αυτή αυτοαποζημιώνεται και για 248,35 τ.μ.(179,89 τ.μ. + 68,46 τ.μ) θεωρήθηκε ότι αυτή πρέπει να συμμετέχει στη δαπάνη της απαλλοτριώσεως με αποζημίωση παρόδιων ιδιοκτητών και β) από το υπ' αριθμ. 211 ακίνητο απαλλοτριώθηκε έκταση 4.347,05 τ.μ.

Από την έκταση αυτήν η ενάγουσα αυτή αποζημιώθηκε για 1.550,62 τ.μ., ενώ τα υπόλοιπα 2.796,43 τ.μ. που απαλλοτριώθηκαν (2.431,08 τ.μ, + 365,35 τ.μ) θεωρήθηκε ότι αυτή αυτοποζημιώνεται. Έτσι η ενάγουσα αυτή επί της συνολικής της εκτάσεως που απαλλοτριώθηκε εμβαδού 13.285,76 τ.μ. αποζημιώθηκε για τα 6.455,88 τ.μ. και θεωρήθηκε ότι αυτοαποζημιώνεται για τα 6.581,53 τ.μ. (3.785,1 τ.μ. + 2.431,08 τ.μ. + 365,35 τ.μ.) και ότι αυτή συμμετέχει στη δαπάνη απαλλοτριώσεως με αποζημίωση παρόδιων ιδιοκτητών για 248,35τ.μ.

και συνολικά επομένως δικαιούται αποζημίωση για έκταση 6.829,88 τ.μ., 3) το ακίνητο που ανήκει στην τρίτη ενάγουσα και φέρει τον αριθμό 210 στο/οικείο κτηματολογικό πίνακα. Από το ακίνητο αυτό απαλλοτριώθηκε έκταση 5.627,77 τ.μ. Από την έκταση αυτήν η ενάγουσα αυτή αποζημιώθηκε για 2.202,29 τ.μ. (2.169,77 τ.μ. + 32,52 τ.μ.), ενώ για τα υπόλοιπα 2.926,81 τ.μ.

που απαλλοτριώθηκαν θεωρήθηκε ότι αυτή αυτοαποζημιώνεται και ότι αυτή συμμετέχει στη δαπάνη απαλλοτριώσεως για αποζημίωση παρόδιων ιδιοκτητών για 377,6 τ.μ. (166 τ.μ. + 162 τ.μ. + 49,60 τ.μ) και συνολικά επομένως δικαιούται αποζημίωση για έκταση 3.304,41 τ.μ. Με την υπ' αριθμ. 147/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημιώσεως των παραπάνω ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν, ενώ με την υπ' αριθμ. 124/1999 απόφαση του ίδιου παραπάνω Δικαστηρίου οι ενάγοντες αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι αποζημιώσεως, για τους οποίους είχε ήδη δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στο τεύχος Δ' στο υπ' αριθμ. 1106/31.12.1998 φύλλο η σχετική ειδοποίηση παρακαταθέσεως της αποζημιώσεως για τα ακίνητα τους αυτά.

Μετά την έκδοση της παραπάνω υπ' αριθμ. 124/1999 αποφάσεως περί αναγνωρίσεως δικαιούχων αποζημιώσεως καταβλήθηκε η αποζημίωση στους ενάγοντες το 2000, αφού εκδόθηκαν σχετικά εντάλματα πληρωμής και έτσι συντελέστηκε η παραπάνω αναγκαστική απαλλοτρίωση. Ενόψει του γεγονότος ότι οι ενάγοντες δεν αποζημιώθηκαν για τις παραπάνω εδαφικές εκτάσεις που απαλλοτριώθηκαν, διότι κρίθηκαν ότι αυτοί αυτοαποζημιώθηκαν λόγω της ωφέλειας που επήλθε στα τμήματα της ιδιοκτησίας τους που απέμειναν και επιπλέον λόγω της ωφέλειας αυτής που κρίθηκε ότι επήλθε στα τμήματα της ιδιοκτησίας τους που απέμειναν από την απαλλοτρίωση υποχρεώθηκαν σε αποζημίωση παρόδιων ιδιοκτητών αυτοί άσκησαν κατά του Ελληνικού Δημοσίου την από 26.2.2003 αγωγή τους ζητώντας να τους καταβάλει αυτό για τις παραπάνω εκτάσεις ως αποζημίωση στον πρώτο απ' αυτούς 19.351,43 ευρώ ,στη δεύτερη απ' αυτούς 60.545,85 ευρώ και στην τρίτη απ' αυτούς 30.576,67 ευρώ.

Με την εκκαλούμενη απόφαση έγινε δεκτή εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη η αγωγή των εναγόντων και υποχρεώθηκε το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στον πρώτο απ' αυτούς 19.309,61 ευρώ, στη δεύτερη απ' αυτούς 50.627,59 ευρώ και στην τρίτη από αυτούς 25.767,95 ευρώ και τα ποσά αυτά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Ήδη κατά της παραπάνω αποφάσεως άσκησαν εφέσεις τόσο οι ενάγοντες όσο και το Ελληνικό Δημόσιο. Περαιτέρω το Εφετείο Πατρών έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι "τα τμήματα των ακινήτων των εναγόντων που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση δεν ωφελήθηκαν από το συγκεκριμένο έργο. Συγκεκριμένα η εθνική οδός που κατασκευάστηκε στη συγκεκριμένη περιοχή (ευρεία παράκαμψη Αγρινίου) παρουσιάζει υψομετρική διαφορά έξι (6) μέτρων περίπου σε σχέση με τις ιδιοκτησίες των εναγόντων, οι οποίες δεν επικοινωνούν άμεσα με την οδό αυτή, αλλά μέσω παράπλευρων αδιαμόρφωτων ακόμα δρόμων.

Επιπλέον στις ιδιοκτησίες του πρώτου και της τρίτης των εναγόντων κατασκευάστηκε αερογέφυρα, έργο που δυσχεραίνει περισσότερο την πρόσβαση στην εθνική οδό. Έτσι τα ακίνητα των εναγόντων δεν αποκτούν κατά τρόπο άμεσο πρόσωπο επί της εθνικής οδού, καθόσον αυτή στο συγκεκριμένο τμήμα της είναι υπερυψωμένη, με πρανή αναχώματα πάνω από τις ιδιοκτησίες των εναγόντων και πρόκειται να διαμορφωθεί σε κλειστή οδό ταχείας κυκλοφορίας.

Επομένως, εφόσον οι ενάγοντες δεν ωφελήθηκαν από το έργο, πρέπει να αποζημιωθούν για τα τμήματα της ιδιοκτησίας τους που θεωρήθηκαν ότι αυτοποζημιώνονται με βάση την τιμή των 3.000 δρχ. το τ.μ. που καθορίστηκε με την υπ' αριθμ. 441/ 2000 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και επιπλέον δεν υποχρεούνται να αποζημιώσουν τους παρόδιους ιδιοκτήτες και δικαιούνται να λάβουν από το Ελληνικό Δημόσιο ως αποζημίωση και το ποσό που αυτό αφαίρεσε από την οφειλόμενη αποζημίωσή τους λόγω της δήθεν υποχρεώσεως τους προς τις παρόδιες ιδιοκτησίες με βάση την ίδια παραπάνω τιμή ανά τ.μ.

Ενόψει όσων εκτέθηκαν παραπάνω πρέπει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το.ποσό των 6.594.000 δρχ., δηλαδή 2.198 τ.μ. χ 3.000 δρχ. το τ.μ. ή 19.351,43 ευρώ, στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 20.489.640 δρχ., δηλαδή 6.829,88 τ.μ. χ 3.000 δρχ. το τ.μ. ή 60.131 ευρώ και στην τρίτη ενάγουσα το ποσό των 9.913.230 δρχ., δηλαδή 3.304,41 τ.μ.

χ 3.000 δρχ. το τ.μ. ή 29.092,38 ευρώ και τα παραπάνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής." Με βάση τις ως άνω παραδοχές του το Εφετείο κατέληξε στην ουσιαστική απόρριψη της έφεσης του Ελληνικού Δημοσίου και παραδοχή της έφεσης των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων ως κατ' ουσίαν βάσιμης και εξαφανίζοντας την πρωτοβάθμια απόφαση και δικάζοντας την από 26-2-2003 αγωγή υποχρέωσε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στους αντιδίκους του τα ως άνω χρηματικά ποσά, μεγαλύτερα εκείνων που τους είχαν επιδικασθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, όπως είχε δεχθεί και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Με την ως άνω κρίση του το Εφετείο ως προς τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως και για τις εδαφικές εκτίσεις των τριών (3) αναιρεσιβλήτων, που με την πράξη για την απαλλοτρίωση τους φέρονταν ως αυτοαποζιουμένοι ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ πλημμέλεια και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ο περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής κανόνων ουσιαστικού δικαίου πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 17 του Συντάγματος κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Κατά δε την§4 εδ. τελευταίο του ίδιου άρθρου η αποζημίωση δεν υπόκειται ως τοιαύτη σε κανένα φόρο, κράτηση ή τέλος.

Η τελευταία αυτή διάταξη αποσκοπεί στο να αποτρέψει κάθε επιβάρυνση του δικαιούχου της αποζημίωσης ώστε αυτή να μη φαλκιδευτεί και να περιέλθει στον ίδιο ακέραιη. Περαιτέρω με το άρθρο 17§4 του ν. 797/1971, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 1 του ν.δ. 446/1974, η δικαστική δαπάνη βαρύνει τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημιώσεως και επιδικάζεται πάντοτε από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση.

Όμοια ρύθμιση περιέχεται στο άρθρο 9§5 του ν.1093/1980. Ενόψει όμως της παραπάνω συνταγματικής αρχής η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης, το δε ποσό αυτής πρέπει να περιέχεται στο δικαιούχο ακέραιο και αλώβητο. Μέρος δε αυτής αποτελούν και τα δικαστικά έξοδα, αφού ο καθ' ου η απαλλοτρίωση αναγκαίως υποβάλλεται σ' αυτά, για να επιτύχει τον καθορισμό της αποζημίωσης που δικαιούται να λάβει.

Άρα, αυτά, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του (άρθ. 189 ΚΠολΔ) αποτελούν παρακολούθημα της αποζημίωσης, προσαυξάνουν το ποσό τους και βαρύνουν, όπως εκείνη, τον υπόχρεο στην καταβολή της. Πρέπει συνεπώς να επιδικάζονται σε βάρος του υπόχρεου και να περιέρχονται στο δικαιούχο της αποζημίωσης.

Η δικηγορική αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου που πρέπει να επιδικασθεί και να περιέλθει σ' αυτόν, συνίσταται στο ποσό που προκύπτει από την εφαρμογή των οικείων διατάξεων του Κώδικα περί δικηγόρων (άρθρα 100 επ.) γιατί αυτό αποτελεί τη νόμιμη αμοιβή, άρα τη δαπάνη στην οποία αυτός αναγκαίως υποβάλλεται.

Για το λόγο αυτό, κατά τον καθορισμό της δικηγορικής αμοιβής, αφ' ενός δεν λαμβάνεται υπόψη τυχόν ιδιαίτερη με το δικηγόρο συμφωνία (εργολαβία δίκης) και αφ' ετέρου το ποσό αυτής δεν υπόκειται σε συμψηφισμό (ΟλΑΠ 9/1996), ούτε σε μείωση ή περιορισμό κατά το άρθρο 22 του ν.3693/1957, αφού έτσι ο δικαιούχος θα επιβαρυνόταν με τη διαφορά, με αποτέλεσμα τη φαλκίδευση του ποσού της αποζημίωσης.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο Πατρών με την προσβαλλόμενη απόφαση καταδίκασε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα του πρώτου ενάγοντος και σε μέρος των δικαστικών εξόδων των δεύτερης και τρίτης των εναγουσών και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας λόγω της ήττας του κατά τα άρθρα 176, 178 παρ.1 και 183 του ΚΠολΔ, χωρίς τους περιορισμούς των διατάξεων του Ν. 3693/1957 με την ορθή αιτιολογία ότι η παρούσα υπόθεση αφορά καταβολή αποζημιώσεως από αναγκαστική απαλλοτρίωση (ΟλΑΠ 17/2000 ΕλλΔνη 41,958) και υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 100 επ.

του Κώδικα των Δικηγόρων.

Επομένως όσα αντίθετα των ανωτέρω ισχυρίζεται το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τη επιβολή σ' αυτό των δικαστικών εξόδων των αντιδίκων με βάση τις διατάξεις των άρθρων 176, 178 παρ.1 και 183 του ΚΠΔ και 100 επ. του Κώδικα περί Δικηγόρων πρέπει να απορριφθούν ως μη νόμιμα και συνεπώς δεν ιδρύεται ο εκ του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, καθόσον το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και ως προς το ζήτημα της δικαστικής δαπάνης τα άρθρα 17 παρ.4 του Συντάγματος, 17 παρ.4 του ν. 797/1971 9 παρ.5 του ν. 1093/1980 και 100 επ. του Κώδικα περί Δικηγόρων. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των εφεσιβλήτων (άρθρο 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-2-2010 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 472/2009 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Δεκεμβρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ