Supreme Court partially allows appeal on divorce grounds and inheritance claims, remanding case for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to dismiss a divorce and inheritance claim. The appellant argued the lower court erred in rejecting specific grounds for divorce and misapplied inheritance laws regarding marital property increases. The court found the appeal admissible on certain points but insufficient on others, ruling that the lower court must reconsider the case with a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1400, 1842, 1843 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: When an appeal raises new grounds for divorce or misapplies inheritance rules, the Supreme Court may partially allow the appeal and remand the case for retrial if the lower court failed to consider relevant facts or misinterpreted statutory presumptions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1790 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1790/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αρετή Αλατά.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ζαραφέτα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/6/1988 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3731/1988, 12828/1995 μη οριστικές, 1086/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8821/1998, 5753/2000 μη οριστικές, 8033/2001 οριστική του Εφετείου Αθηνών Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-3-2002 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 3/1/2006 έκθεση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη, Αλέξανδρου Κασιώλα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I). Κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 του Α.Κ. "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομιά, ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες". Από τη διάταξη αυτή, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 15 του Ν. 1329/1983, που ισχύει από 18.2.1983 και εφαρμόζεται κατ' άρθρ. 12 του Ν.1649/1986, με το οποίο αντικαταστάθηκε το άρθρο 54 του Ν.1329/1983 από τότε που ίσχυσε, και επί γάμων που τελέσθηκαν και επί περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν και πριν από την έναρξη της ισχύος του Ν.1329/1983, εφόσον ο γάμος δεν είχε λυθεί ή ακυρωθεί μέχρι τότε, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ.
συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη αγωγή, που στηρίζεται στο άρθρο 1400 ΑΚ, πρέπει ν' αναφέρεται στο δικόγραφό της, εκτός από την αμετάκλητη λύση ή ακύρωση του γάμου ή την συμπλήρωση τουλάχιστον τριών ετών διάστασης των διαδίκων συζύγων ή τέως συζύγων, η επαύξηση, κατά την διάρκεια του γάμου, της περιουσίας του ενός των συζύγων και η, κατ' αιτιώδη σύνδεσμο συμβολή του άλλου συζύγου στην περιουσιακή αυτή επαύξηση, στον εναγόμενο δε σύζυγο εναπόκειται να ισχυρισθεί, κατ' ένσταση, ότι η αρχική και τελική του περιουσία έχει παθητικό, ή ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 τεκμήριο της συμβολής της συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3, ή περαιτέρω ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 20.6.1998 αγωγή ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι κατά τον χρόνο θανάτου της συζύγου του ΑΑ, στις 4.3.1987, με την οποία είχε συνάψει νόμιμο θρησκευτικό γάμο στις 22.11.1959, η περιουσία αυτής απετελείτο, μεταξύ των άλλων, από μία οικία, την οποία η σύζυγός του είχε ανεγείρει πριν από τον γάμο τους επί οικοπέδου της εκτάσεως 152 τ.μ., που βρίσκεται στο ... (οδός ...) και αποτελείται από ισόγειο (επιφανείας 100 τ.μ.) και πρώτο υπέρ το ισόγειο όροφο (επιφανείας 70 τ.μ.), ο οποίος δεν είχε αποπερατωθεί κατά τον χρόνο τελέσεως του γάμου τους, ότι το έτος 1960 δαπάνησε το ποσό των 400.000 δρχ για την αποπεράτωση του πρώτου ορόφου υπέρ το ισόγειο ορόφου και το έτος 1962 το ποσό των 210.000 δρχ για τη συμπλήρωση ελλείψεων στο ισόγειο, το δε έτος 1985 το ποσό των 400.000 δραχμών για την επίστρωση των εξωτερικών τοίχων της οικοδομής με αρτιφισιέλ, και ότι η επαύξηση της οικοδομής αυτής, που προήλθε από την διενέργεια των προαναφερομένων οικοδομικών εργασιών, ανερχότανε κατά τον χρόνο θανάτου της συζύγου του στο ποσό των 8.000.000, και ότι συνεπεία τούτων δικαιούται να απαιτήσει από τις εναγόμενες, ως εκ διαθήκης κληρονόμους της συζύγου του, να του αποδώσουν το 1/2 εξ' αδιαιρέτου της ως άνω οικοδομής, άλλως το ποσό των 4.000.000 δρχ, το οποίο αντιστοιχεί στην δική του συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας της συζύγου.
Τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα έχουσα η ένδικη αγωγή, είναι επαρκώς ορισμένη, διότι διαλαμβάνει όλα, τα υπό των άρθρων 118 αρ. 4, 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. και 1400 ΑΚ, όπως προεκτέθηκε, απαιτούμενα στοιχεία. Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως αόριστη με την αιτιολογία ότι στο δικόγραφο αυτής έπρεπε να αναφέρεται η τιμή της χρυσής λίρας κατά τον χρόνο διενεργείας των ως άνω δαπανών και περαιτέρω τη σχέση της αγοραστικής αξίας της χρυσής λίρας κατά τον χρόνο του θανάτου της συζύγου του (4.3.1987), ζήτησε, για το ορισμένο της αγωγής, περισσότερα στοιχεία από τα οριζόμενα στον νόμο και ως εκ τούτου έσφαλε, αφού στην περίπτωση κατά την οποία μετά την διενέργεια των δαπανών εκ μέρους του ενός συζύγου, με τις οποίες αυξήθηκε η περιουσία του άλλου και μέχρι του θανάτου αυτού, επήλθε ουσιώδης υποτίμηση της δραχμής, τότε ναι μεν πρέπει, κατ' εφαρμογή, και της κατά το άρθρο 288 Α.Κ αρχής της καλής πίστεως, να αναχθεί η αξία των ως άνω δαπανών κατά τον χρόνο που πραγματοποιήθηκαν, στο ισάξιο του ποσού αυτού σε δραχμές κατά τον χρόνο θανάτου του υποχρέου προς απόδοση της επαυξήσεως της περιουσίας συζύγου, οπότε και αποτιμάται η περιουσία αυτή με βάση τη μεταξύ των δύο αυτών χρονικών σημείων σχέση της αξίας της δραχμής και για τον σκοπό αυτόν η αξία των δαπανών σε δραχμές που κυκλοφορούσαν κατά τον χρόνο της διενεργείας τους πρέπει να αναχθεί σε χρυσές λίρες Αγγλίας, με την τιμή τους στον ίδιο χρόνο, έπειτα δε να καθοριστεί η σχέση της αγοραστικής αξίας της χρυσής λίρας του χρόνου αυτού προς την αγοραστική αξία της χρυσής λίρας του χρόνου θανάτου του υποχρέου και αφού βρεθεί έτσι το αντίστοιχο ποσό χρυσών λιρών του τελευταίου αυτού χρόνου, να μετατραπεί αυτό σε δραχμές (ήδη σε ευρώ) με την τιμή της χρυσής λίρας κατά τον χρόνο επίσης του θανάτου, πλην όμως τα στοιχεία αυτά (τιμή χρυσής λίρας και τιμάριθμος) δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνει αναλυτικά στον ισχυρισμό του ο διάδικος, ο οποίος ζητεί την αναγωγή της αξίας της των δαπανών που έγιναν, διότι αυτά θα προκύψουν από τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι, θα επικαλεστούν και προσκομίσουν, ενώ το δικαστήριο μπορεί να προσφύγει και στα διδάγματα της κοινής πείρας για την άντληση σχετικών αποδείξεων.
Επομένως πρέπει να γίνουν δεκτοί, ως βάσιμοι, οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 14 Κ.Πολ.Δ. πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι.
II). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. (Ολ.
ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, δέχθηκε, σε σχέση με τη στηριζομένη, στην ως άνω διάταξη του άρθρου 1400 του Α.Κ., βάση της αγωγής, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "... Ο ενάγων συνήψε νόμιμο θρησκευτικό γάμο με την ΑΑ το γένος ... στην ... στις 22-11-1959, από τον οποίον δεν απέκτησαν τέκνα.
Ο γάμος τους λύθηκε στις 4-3-1987, λόγω θανάτου της συζύγου του, ο οποίος έλαβε χώρα στις 4-3-1987. Η περιουσία της συζύγου του κατά το χρόνο τελέσεως του γάμου τους (22-11-1959) αποτελείτο, μεταξύ των άλλων, από ένα οικόπεδο εκτάσεως 152,76 τ.μ, που βρίσκεται στο ... επί της οδού ... αριθ. ..., το οποίο είχε περιέλθει στην κυριότητα της δυνάμει του υπ' αριθ. ...
συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών, Κων/νου Παναγ. Δημοπούλου. Επί του οικοπέδου αυτού η ενάγουσα ανήγειρε ισόγειο όροφο, εμβαδού 100 τ.μ., ο οποίος αποπερατώθηκε κατά το έτος 1953, έκτοτε δε ήταν συνεχώς μισθωμένος μέχρι το έτος 1984, ιδίως, σε Αμερικανούς. Στη συνέχεια, η σύζυγος του ενάγοντος έκτισε και τον πρώτο υπέρ το ισόγειο όροφο, ο οποίος δεν είχε αποπερατωθεί κατά το χρόνο τελέσεως του γάμου τους αποπερατώθηκε δε αυτός με δαπάνες του ενάγοντος το έτος 1960, οπότε και εγκαταστάθηκαν σ' αυτόν, εγκαταλείψαντες το διαμέρισμα που είχαν μισθώσει στην ...
επί της οδού ... . Ο ενάγων, κατά το χρόνο συνάψεως του γάμου του, ήταν οδηγός φορτηγού Δ.Χ. αυτοκινήτου, με το οποίο εκτελούσε μεταφορές πραγμάτων, αργότερα δε έγινε κύριος ΔΧ φορτηγού αυτοκινήτου (δεν προέκυψε από πότε, πάντως πριν από το έτος 1971). Το εισόδημα του ενάγοντος προήρχετο αποκλειστικώς από την άσκηση του παραπάνω επαγγέλματος του, το δε εισόδημα της συζύγου του από το μίσθωμα του πιο πάνω ισόγειου ορόφου.
Η σύζυγος του ενάγοντος, κατά τη διάρκεια του γάμου τους αγόρασε στο όνομα της με δικά της αποκλειστικά χρήματα, τα οποία προήρχοντο από το μίσθωμα που εισέπραττε από την εκμίσθωση από το έτος 1953 και έκτοτε συνεχώς του παραπάνω ισογείου ορόφου, τα εξής ακίνητα: α) δυνάμει του υπ' αριθ. ..., νομίμως μεταγραφέντος συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών, Νικολάου Ευρυσθένους Παρασκευοπούλου, ένα αγροτεμάχιο παραθαλάσσιο, εκτάσεως 300 τ.μ, που βρίσκεται στη θέση "..." της κωμόπολης ...
της ομώνυμης Κοινότητας του πρώην Δήμου ... της νήσου ..., αντί τιμήματος 40.000 δραχμών και β) δυνάμει του υπ' αριθ. ..., νομίμως μεταγραφέντος, συμβολαίου αγοραπωλησίας του ίδιου πιο πάνω συμβολαιογράφου, μία ισόγειο εξοχική οικία, εμβαδού 60 τ.μ., αποτελούμενη από δύο δωμάτια, κουζίνα και λουτρό μετά του οικοπέδου της, εκτάσεως 356 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." της περιφέρειας Κοινότητας ..., τέως Δήμου ..., επαρχίας ..., αντί τιμήματος 400.000 δραχμών ...".
Μετά από αυτά το Εφετείο απέρριψε, όπως και πρωτοδίκως, την αγωγή του αναιρεσείοντος, χωρίς ως όφειλε να αιτιολογεί την οποιαδήποτε συνεισφορά των αντιδίκων στην απόκτηση των ένδικων περιουσιακών στοιχείων και την αντίστοιχη οικονομική δυνατότητά τους, ειδικότερα δε, ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσείων εργαζόταν ως οδηγός αυτοκινήτου, με το οποίο εκτελούσε μεταφορές πραγμάτων και στη συνέχεια έγινε κύριος ΔΧ φορτηγού αυτοκινήτου, πριν από το έτος 1971, δεν παραθέτει τα εισοδήματα που αποκόμισε αυτός από την πηγή αυτή κατά το χρονικό διάστημα της έγγαμης συμβίωσης από το 1959 μέχρι της αγοράς τον Απρίλιο του έτους 1975 της εξοχικής οικίας στην κοινότητα ..., αλλά ούτε ποια εισοδήματα συνεισέφερε για την αντιμετώπιση των εν γένει οικογενειακών αναγκών ή δαπάνησε για τις ατομικές του ανάγκες, ή ακόμη που διατέθηκε το υπόλοιπο ποσό.
Επίσης, ενώ δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι η σύζυγός του κατά την τέλεση του γάμου της ήταν κυρία της κατοικίας της οδού ..., από την εκμίσθωση του ισογείου της οποίας εισέπραττε τα μισθώματα συνεχώς από του έτους 1953, δεν παραθέτει το ακριβές ποσό των εισπραχθέντων μισθωμάτων κατά την ανωτέρω χρονική περίοδο, αλλά ούτε περαιτέρω εκθέτει ποιο ποσό συνεισέφερε αυτή, ενδεχομένως, για την αντιμετώπιση των εν γένει οικογενειακών αναγκών ή δαπάνησε για τις ατομικές της ανάγκες και πού διέθεσε το υπόλοιπο ποσό, ώστε να δικαιολογηθεί η απόκτηση απ' αυτήν αποκλειστικά των ως άνω ακινήτων.
Ενόψει όμως των άνω παραδοχών του το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω εφαρμοστέες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης σε σχέση με τα άνω ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και υπέπεσε εκ τούτου στην από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ πλημμέλεια και γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός τρίτος λόγος της αιτήσεως.
III). Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι στον λόγο αναιρέσεως πρέπει να εκτίθεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και σε ποιο από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ λόγους εμπίπτει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικότερα ως προς τον εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως, που ιδρύεται όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός ο λόγος αυτός, πρέπει να περιλαμβάνει τις πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως και επί πλέον να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως (Α.Π 32/1996 Ολ.).
Διαφορετικά ο λόγος της αναιρέσεως είναι αόριστος, η αοριστία δε αυτή δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος. Στην προκειμένη περίπτωση με τους πέμπτο και έκτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης γιατί με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε το κεφάλαιο της αγωγής που αφορούσε την αναγνώριση της ακυρότητας των ενδίκων διαθηκών, με τις οποίες οι αναιρεσίβλητες εγκαταστάθηκαν κληρονόμοι της συζύγου του αναιρεσείοντος και αυτός αποκληρώθηκε, πλην όμως στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται με πληρότητα, παρά μόνο αποσπασματικά, τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο προκειμένου να στηρίξει την κρίση του περί συνδρομής των όρων των διατάξεων που εφάρμοσε.
Επομένως, οι ως άνω λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθούν ως αόριστοι. Εξ' άλλου απορριπτέος ως αόριστος είναι και ο δέκατος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου (άρθρο 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ.) γιατί απέρριψε την αγωγή ως προς την δεύτερη εναγόμενη, γιατί δεν καθορίζονται τα πραγματικά περιστατικά τα οποία στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια.
IV). Kατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 του Κ.Πολ.Δ., πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και των οποίων η λήψη υπόψη ενώ δεν προτάθηκαν ή μη λήψη υπόψη καίτοι προτάθηκαν νομίμως συνεπάγεται την αναίρεση της αποφάσεως είναι μόνον οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή εκείνοι που συνιστούν τη βάση αγωγής ή ενστάσεως προς θεμελίωση ή κατάργηση ουσιαστικού είτε δικονομικού δικαιώματος το οποίο ασκήθηκε ως επιθετικό ή ως αμυντικό μέσο.
Δεν είναι πράγματα οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ένστασης ή τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων. Εξάλλου κατά το άρθρο 1842 του ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 26 του ν. 1329/1983 "ο διαθέτης μπορεί να αποκληρώσει το σύζυγό του, αν κατά το χρόνο του θανάτου του είχε δικαίωμα να ασκήσει αγωγή διαζυγίου για βάσιμο λόγο αναγόμενο σε υπαιτιότητα του συζύγου του".
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 1439 του Α.Κ., σύμφωνα με την οποία ως λόγος διαζυγίου, που δικαιολογεί την κατά άρθρο 1842 ΑΚ αποκλήρωση είναι μόνο ο ισχυρός κλονισμός του γάμου "από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου" κατά το άρθρο 1439 παρ. 1 ΑΚ, όπως και οι περιπτώσεις που ο κλονισμός του γάμου τεκμαίρεται, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, σαφώς συνάγεται ότι ο διαθέτης για να έχει λόγο αποκληρώσεως του συζύγου, πρέπει, κατά το χρόνο του θανάτου του να είχε βάσιμο και ενεργό λόγο διαζυγίου που να ανάγεται σε υπαιτιότητα του επιζώντος συζύγου, εφόσον αυτός (διαθέτης) δεν είχε ασκήσει μέχρι του θανάτου του το δικαίωμα διαζεύξεως.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 1843 ΑΚ, ο λόγος της αποκληρώσεως πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που συντάσσεται η διαθήκη και να αναφέρεται σ` αυτήν, εκείνος δε που επικαλείται την αποκλήρωση οφείλει να αποδείξει το λόγο της. Στην προκειμένη περίπτωση με τον έβδομο και όγδοο λόγους της αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διότι α) δεν έλαβε υπόψη, κατά τα στον έβδομο λόγο αναιρέσεως εκτιθέμενα, τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι "ουδεμία μήνυση της θανούσης συζύγου του κατ' αυτού εξεδικάσθη και ότι απορρίφθηκε αίτηση αυτής για μετοίκηση", ο οποίος προβλήθηκε κατά του περί αποκληρώσεως του αναιρεσείοντος ισχυρισμού των εναγομένων και β) έλαβε υπόψη, χωρίς να έχουν προταθεί, κατά τα στον όγδοο λόγο αναιρέσεως αναφερόμενα, εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν ισχυρό κλονισμό της εγγάμου σχέσεως.
Από τους ανωτέρω λόγους αναιρέσεως ο μεν έβδομος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί οι παραπάνω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος δεν είναι "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως και συνεπώς η μη λήψη αυτών δεν ιδρύει τον συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως, ο δε όγδοος ως αβάσιμος, καθ' όσον, όπως προκύπτει από τις από 3.10.1988 προτάσεις των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων που υποβλήθηκαν παραδεκτώς κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, οι τελευταίες προέτειναν, προς θεμελίωση της αποκληρώσεως, συγκεκριμένο και βάσιμο λόγο διαζυγίου απότοκο υπαίτιας συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος.
Περαιτέρω απορριπτέος είναι και ο ένατος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, για τον λόγο ότι δεν έλαβε υπόψη το προταθέν, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, τεκμήριο του άρθρου 1842 Α.Κ., περί του ότι η σύζυγός του δεν είχε λόγο διαζυγίου κατ' αυτού, γιατί δεν είχε εγείρει κατ' αυτού αγωγή διαζυγίου και έτυχε της συμπαραστάσεως του κατά την εκδηλωθείσα νόσο της, καθ' όσον τέτοιο τεκμήριο δεν προβλέπεται από την προαναφερομένη διάταξη του άρθρου 1842 Α.Κ.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει, κατ' αποδοχή των πρώτου, δεύτερου και τρίτου λόγων της αναιρέσεως, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, ήτοι κατά το μέρος που απορρίφθηκε η αγωγή κατά την στηριζομένη στο άρθρο 1400 Α.Κ. βάσης της, για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, κατά τα στο σκεπτικό αναφερόμενα, την προσβαλλόμενη ως άνω 8.033/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ