Legislator Case Law & Legislation
1790/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against High Court ruling rejecting state's claim for loan repayment guarantee.

Case Number 1790/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the High Court of Patras, which had rejected the state's claim for repayment of a loan guarantee. The state argued the defendant guaranteed the earthquake relief credit, but the High Court found the documents showed a separate agreement where only the state guaranteed the debt. The Supreme Court upheld this decision, ruling the appeal arguments were unfounded and the High Court's reasoning sufficient.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561 § 2 and 559 § 1, 19 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that where a lower court's decision contains complete and non-contradictory reasoning establishing that a guarantee applies to a distinct contract rather than a supplementary one, the appeal arguments alleging violation of procedural law are deemed unfounded and the appeal must be rejected.

Keywords

AI generated
appeal admissibility loan guarantee liability seismic relief credit separate contract agreement guarantee extension scope civil procedure appeal state debt recovery

Cited Legislation

AI generated
Article 561 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 § 1, 19 of the Code of Civil Procedure
Article 22 § 1, 3 of Law 3693/1957
Article 52 § 18 of the Transitional Law to the Code of Civil Procedure
Article 5 § 12 of Law 1738/1987
Article 2 of Law 134423/1992

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1790 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1790/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την Αικατερίνη Γαλάνη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Ιωαννίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-1-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2003 του ιδίου Δικαστηρίου και 889/2005 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23-11-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 12-9-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 147/23-11-2005 αίτησης για αναίρεση της 889/2005 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την 147/23-11-2005 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 889/27-9-2005 απόφαση του Εφετείου Πατρών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 § 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, με το 2/8-1-2002 δικόγραφο αγωγών εδιώκετο να αναγνωρισθεί α) ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν διατηρεί αξίωση κατά του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου από την χορηγηθείσα από τον τελευταίο, στα πλαίσια της συνομολογηθείσης ..... συμβάσεως παροχής πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, εγγυήσεως προς την "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε", ως δανείστριας, και υπέρ της πιστούχου ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία ".....

και Σία ΟΕ" και β) η ακυρότητα των πράξεων της επισπευδομένης από το εναγόμενο σε βάρος του ενάγοντος αναγκαστικής εκτελέσεως προς ικανοποίηση της κατ' αυτού από την αιτία αυτή αξιώσεώς τους. Επί των εν λόγω αντικειμενικά σωρευομένων και με στοιχ. α' και β' χαρακτηριζομένων αγωγών εκδόθηκε, κατά παραδοχή τους, η 8/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηλείας και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 87/26-9-2003 έφεση του εναγομένου, η 889/2005 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση.

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται το ηττηθέν εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, για το παραδεκτό της οποίας και τη βασιμότητα των διατυπουμένων δι' αυτής λόγων νομότυπα και εμπρόθεσμα εκδόθηκε η 273/16-2-2006 θετική γνωμοδότηση του αρμοδίου Β' Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, για την εμπρόθεσμη κατάθεση της οποίας στην γραμματεία του Εφετείου Πατρών συντάχθηκε προς τούτο η 1/20-2-2006 έκθεση (άρθρο 12 ν. 2248/1995, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 28 § 3 ν. 2579/1998 και ακολούθως με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999), έννοια με την οποία και ερευνώνται στη συνέχεια.

Ειδικότερα: Ι.- Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Αντίστοιχα για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 649/2005).

Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ. ΑΠ 20/2005). Ομοίως για να είναι ορισμένος, και άρα παραδεκτός, ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αρ. 19), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει αυτός στην παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικώς σφάλματος, αλλά πρέπει επί πλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του.

Και τούτο για τον λόγο ότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, Επομένως η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία προκειμένου να ελεγχθεί αν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα και του διατακτικού της αποφάσεως (ΑΠ 1432/2004).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 47, 64, 67 του Ν.Δ 17-7/13-8-1923, 112 Εισ. ΝΑΚ και 361, 436, 438 ΑΚ συνάγονται τα εξής: Με τη σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, ήτοι με αλληλόχρεο λογαριασμό, η συμβαλλόμενη ανώνυμη, τραπεζική συνήθως, εταιρία, ονομαζόμενη πιστώτρια, και ο αντισυμβαλλόμενος, ονομαζόμενος πιστούχος, συμφωνούν να παράσχει εκείνη πίστωση ορισμένου χρηματικού ποσού σ' αυτόν, συνήθως δυνάμενο να αναλάβει τα δανειζόμενα χρήματα είτε εφάπαξ είτε διαδοχικά, και να καταχωρίζουν τις εκατέρωθεν απαιτήσεις από τις μεταξύ τους συναλλαγές, ονομαζόμενες και αποστολές, σε ενιαίο λογαριασμό με τη μορφή χρεωπιστωτικών κονδυλίων, ώστε να οφείλεται μόνο το μέλλον να προκύψει κατάλοιπο κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, με συνέπεια το ότι κάθε τέτοια απαίτηση του ενός ή του άλλου μέρους από την καταχώρισή της στο λογαριασμό χάνει την αυτοτέλειά της και δεν είναι απαιτητή, χωρίς μάλιστα να καθίσταται απαιτητή μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού και τούτο λόγω της συγχωνεύσεώς της με τις λοιπές καταχωρισμένες απαιτήσεις, καθώς και το ότι δανειστής θεωρείται εκείνο το συμβαλλόμενο μέρος υπέρ του οποίου προκύπτει το οριστικό πιστωτικό κατάλοιπο.

Χαρακτηριστικά γνωρίσματα της εν λόγω συμβάσεως είναι η παροχή της πιστώσεως και ο ανοικτός λογαριασμός, ο οποίος προϋποθέτει δυνατότητα εκατέρωθεν αποστολών σε οποιαδήποτε στιγμή έως το οριστικό κλείσιμό του, ενώ είναι αδιάφορο το αν σε συγκεκριμένη περίπτωση οι αποστολές του ενός μέρους πάντοτε υπολείπονται καθ' ύψος των αποστολών του άλλου μέρους ή και παύουν να λαμβάνουν χώρα μετά ορισμένη στιγμή.

Η δε πιστώτρια μπορεί εκ του νόμου να κλείνει οριστικά το λογαριασμό αν και όποτε το θελήσει, κοινοποιώντας μετά ταύτα στον πιστούχο επιταγή για την πληρωμή του τυχόν υπέρ εκείνης καταλοίπου του λογαριασμού, χωρίς, βέβαια, να τίθεται, κατ' αρχήν, θέμα κατά πόσο εκείνη πρέπει, για να απαιτήσει την αντίστοιχη είσπραξη του καταλοίπου, να καταγγείλει τη σύμβαση.

Πιστώτρια δε και πιστούχος μπορούν, δυνάμει της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, να συμφωνήσουν ότι τους τυχόν μεταξύ τους υφισταμένους ανοικτούς λογαριασμούς περισσότερων συμβάσεων πιστώσεων τους ενοποιούν, με συνέπεια, βέβαια, του λοιπού να επέρχεται προσωρινό κλείσιμο των παλαιών λογαριασμών, τα αντίστοιχα προσωρινά κατάλοιπα να καταχωρίζονται ως κονδύλια στον ενοποιημένο λογαριασμό και να υπόκειται σε οριστικό κλείσιμο μόνο αυτός ο νέος λογαριασμός.

Ακόμη δε και στην περίπτωση αυτή κάθε απαίτηση-αποστολή, από την καταχώρισή της πριν μεν από την ενοποίηση στους παλαιούς λογαριασμούς, ύστερα δε από την ενοποίηση στον ενοποιημένο λογαριασμό, χάνει την αυτοτέλειά της, κατά τα προεκτιθέμενα, και η ρύθμιση αυτή ως ειδική παραμερίζει τη γενική ρύθμιση περί ανανεώσεως των ενοχών με συνέπεια την επιβίωση των νέων και την απόσβεση των παλαιών τέτοιων υπό τις καθοριζόμενες στον ΑΚ προϋποθέσεις.

Περαιτέρω, από τις αμέσως παραπάνω σημειούμενες διατάξεις, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 454, 847, 848 και 851 ΑΚ, συνάγονται τα εξής: Ο εγγυητής της απαιτήσεως του δανειστή, για την είσπραξη από τον πρωτοφειλέτη του οριστικού καταλοίπου λογαριασμού συμβάσεως πιστώσεως, ευθύνεται, λόγω του παρεπόμενου χαρακτήρα της εγγυήσεως, έως το ποσό της κύριας οφειλής, δηλαδή εκείνης από την πίστωση, για την οποία εγγυήθηκε, και όχι για άλλες απαιτήσεις του δανειστή κατά του πρωτοφειλέτη από σύμβαση, την εκπλήρωση της οποίας δεν εγγυήθηκε, όπως μπορεί να είναι και η σύμβαση αυξήσεως της πιστώσεως.

Ωστόσο ο ίδιος ευθύνεται για το προαναφερόμενο κατάλοιπο, έως το ποσό, βέβαια, της κύριας οφειλής, ακόμη και αν στον προμνημονευόμενο λογαριασμό εισήλθαν και παρέμειναν έως το οριστικό κλείσιμο του και μη ασφαλιζόμενες προηγουμένως με την εγγύησή του απαιτήσεις, και είναι πιθανόν με τις καταβολές του πρωτοφειλέτη κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του λογαριασμού να έχουν υπερκαλυφθεί οι ασφαλιζόμενες απαιτήσεις.

Τούτο δε διότι, ούτε η είσοδος και παραμονή μέχρι τέλους στο λογαριασμό μη αρχικώς ασφαλιζομένων με την εγγύηση απαιτήσεων, ούτε η τυχόν κατά τη λειτουργία του ισοσκέλιση του λογαριασμού, επηρεάζουν την ευθύνη του εγγυητή για το κατάλοιπο εκτός αν η πιστώτρια τήρησε, κατά τη συμφωνία των μερών, χωριστό λογαριασμό για τις εγγυημένες απαιτήσεις και χωριστό για τις μη εγγυημένες, οπότε ο εγγυητής ευθύνεται για το οριστικό κατάλοιπο του λογαριασμού στον οποίο έχουν υπαχθεί οι καλυπτόμενες με την εγγύηση απαιτήσεις (ΑΠ 1458/2006).

Με τους διατυπούμενους λόγους αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ, ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των 361, 847 ΑΚ, 112 Εισ. ΝΑΚ, 669 Εμπ. Ν, 47, 64 και 67 του ν.δ. 17.7/13-8-1923 "Περί Ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών". Ενώ όμως εκτίθενται στο αναιρετήριο το ιστορικό της υποθέσεως και οι απόψεις του αναιρεσείοντος για την έννοια των διατάξεων που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν και η καταληκτική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, δεν παρατίθενται με σαφήνεια και πληρότητα, αλλά εντελώς σποραδικά και αποσπασματικά οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, δηλαδή τα γενόμενα δεκτά από αυτό πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία κατέληξε στη νομική του κρίση για τη συνδρομή των όρων των διατάξεων που εφάρμοσε.

Έτσι όμως δεν μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη του διατακτικού της αποφάσεως της αποφάσεως ούτε από την άποψη της ευθείας, ούτε από την άποψη της εκ πλαγίου παραβιάσεως των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1432/2004, 325/2004), με άμεση δικονομική συνέπεια οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως να αξιολογούνται προεχόντως ως αόριστοι και απαράδεκτοι.

Ειδικότερα, κατά τις διαφεύγουσες τον αναιρετικό έλεγχο ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως. "Μεταξύ της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., κατάστημα ....., και της εδρεύουσας στον ..... εταιρείας με την επωνυμία "..... και Σία ΟΕ" συνήφθη την 26.10.1993 η ..... σύμβαση πιστώσεως δι' ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, δυνάμει της οποίας η Τράπεζα χορήγησε στην πιστούχο εταιρεία πίστωση μέχρι του ποσού των 12.000.000 δρχ.

Με το ίδιο έγγραφο καταρτίσθηκε σύμβαση εγγυήσεως μεταξύ της Τράπεζας αφενός και των Α, Β και του ήδη εφεσίβλητου αφετέρου με την οποία οι δεύτεροι εγγυήθηκαν ανεπιφυλάκτως ως αυτοφειλέτες την εμπρόθεσμη και ολοσχερή εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου που θα προέκυπτε από τη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού με τους τόκους την προμήθεια και τα έξοδα (βλ.

αναλυτικά τον υπό στοιχ. 12 όρο της σύμβασης). Ακόμη, ο εγγυητής εκτός άλλων δήλωσε ότι αποδέχεται από τούδε τη μεταβολή οποιουδήποτε όρου της συμβάσεως. Την ίδια ημέρα η ως άνω δανείστρια Τράπεζα χρηματοδότησε την ίδια πιστούχο εταιρεία, ως πληγείσα από τον σεισμό της 26.3.1993, σύμφωνα με τις διατάξεις της 710/ ΤΣΕΠ32/3.5.1993 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ και της 2030727/5744/0025/8.6.1993 αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών.

Ειδικότερα, με την πρώτη κοινή υπουργική απόφαση "παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων για την αποκατάσταση των ζημιών από τον σεισμό της 26ης Μαρτίου 1993 σε περιοχή του Νομού Ηλείας" προβλέπεται η χορήγηση δανείων από τις Τράπεζες σε πληγέντες από τον σεισμό της 26.3.1993 ιδιώτες, επιχειρήσεις και επαγγελματίες ("σεισμοδάνεια"), ενώ με τη δεύτερη υπουργική απόφαση παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου προς τις Τράπεζες για τη δανειοδότηση των προαναφερθέντων που επλήγησαν, από τον σεισμό.

Η δανειοδότηση αυτή της πιστούχου εταιρείας από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος για την κάλυψη έκτακτων αναγκών σε κεφάλαια κίνησης ανήλθε στο ποσό των 10.000.000 δρχ. συνολικά, όπως προκύπτει από τις από 26.10.1993 τέσσερις επιστολές της πιστούχου εταιρείας προς την Τράπεζα. Συγκεκριμένα, στην πρώτη από τις επιστολές αυτές διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: "Πίστωσις δι' ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού μέχρι ποσού δραχμών 12.000.000.

Σύμβαση υπ' αριθμ. ..... από 26.10.1993. Αναφερόμενοι εις την χρήσιν της συνομολογηθείσης μεταξύ υμών ως πιστώτριας και ημών ως πιστούχου εν επικεφαλίδι πιστώσεως δι' ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού χρηματοδοτήσεώς μας δια ποσού δραχμών 10.000.000 (δέκα εκατομμυρίων) προς τον σκοπόν κάλυψης εκτάκτων αναγκών σε κεφάλαιο κίνησης, με βάση την κοινή υπουργική απόφαση 710/ΤΣΕΠ32/3.5.1993, όπως ισχύει σήμερα, σε συνδυασμό με την 2030717/5744/0025/8.6.1993 απόφ.

Υπουργ. Οικονομικών, δηλούμεν υμίν ότι αποδεχόμεθα όπως καταθέσουμε το ποσό τούτο εις πίστωσιν του οικείου λογαριασμού της ανωτέρω πιστώσεως εντός των εξής προθεσμιών, ήτοι: Εντός 60 μηνών με ισόποσες τριμηνιαίες δόσεις, η πρώτη των οποίων θα καταβληθεί σε 24 μήνες από τη χορήγηση. Η παρούσα αποτελεί παράρτημα της εν επικεφαλίδι συμβάσεως της πιστώσεως και εν όλον μετ' αυτής.

Δια το σύμφωνον εν ..... τη 26.10.1993". Η επιστολή αυτή υπογράφεται, όπως δεν αμφισβητείται, από την πιστούχο εταιρεία και πό την ένδειξη "Ο ΕΓΓΥΗΤΗΣ" από τους τρεις προαναφερθέντες εγγυητές, δηλαδή και από τον εφεσίβλητο. Οι τρεις άλλες επιστολές με πανομοιότυπο περιεχόμενο αναφέρονται στις επί μέρους πιστώσεις που παρείχε η Τράπεζα στην πιστούχο εταιρεία και δη:

α) ποσού 200.000 δρχ. από τον λογαριασμό ..... με επιδότηση επιτοκίου 100%, β) ποσού 7.500.000 δρχ. από τον λογαριασμό ..... με επιδότηση επιτοκίου 5 μονάδων και γ) ποσού 2.300.000 δρχ. από τον λογαριασμό ..... με επιδότηση επιτοκίου 10 μονάδων. Και στις τρεις επιστολές γίνεται μνεία ότι οι πιστώσεις παρέχονται με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου και ότι η πιστούχος εταιρεία αναλαμβάνει την υποχρέωση να επιστρέψει τα οφειλόμενα ποσά "σε 60 μήνες σύμφωνα με την ΚΥΑ 710/ΤΣΕΠ32/3.5.1993 για χρηματοδότηση σεισμοπλήκτων", όπως δε δεν αμφισβητείται παραπλεύρως της ένδειξης "Ο ΕΓΓΥΗΤΗΣ" φέρουν την υπογραφή του εφεσίβλητου.

Ο τελευταίος όμως, που υπογράφει στα παραπάνω έγγραφα, συναινούσε στην είσοδο και ένταξη στον αλληλόχρεο λογαριασμό της απαίτησης της δανείστριας Τράπεζας από την παροχή πιστώσεως, ως σεισμόπληκτης επιχείρησης, προς την πιστούχο εταιρεία και δεν εγγυήθηκε και την εξόφληση αυτής της απαίτησης, η οποία εξασφαλιζόταν μόνο από την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου.

Και αυτό διότι η σύμβαση παροχής πιστώσεως με τη μορφή σεισμοδανείου δεν αποτελεί πρόσθετη σύμβαση, συμπληρωματική, της αρχικής συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού με την οποία απλώς αυξάνεται το ποσό της πιστώσεως χωρίς να επέρχεται άλλη μεταβολή, αλλά πρόκειται για άλλη αυτοτελή σύμβαση παροχής πιστώσεως προς τον πρωτοφειλέτη, η οποία κατά τη συμφωνία των μερών εισήχθη και εξυπηρετήθηκε μόνο στον ίδιο αλληλόχρεο λογαριασμό που ανοίχθηκε για την πρώτη σύμβαση για την οποία εγγυήθηκε ο εφεσίβλητος.

Η αυτοτέλεια της δεύτερης σύμβασης προκύπτει και εκ του ότι αυτή ρυθμίζεται από ειδικές διατάξεις και ιδίως τις προαναφερθείσες υπουργικές αποφάσεις. Ειδικά δε ως προς την παρεχόμενη από το Ελληνικό Δημόσιο εγγύηση, ακολουθείται εντελώς διαφορετική διαδικασία ικανοποίησης της δανείστριας Τράπεζας και υποκαταστάσεως του Δημοσίου στα δικαιώματά της κατά παρέκκλιση των διατάξεων που διέπουν τον αλληλόχρεο λογαριασμό περί κλεισίματος αυτού και επιδιώξεως είσπραξης του χρεωστικού καταλοίπου και των διατάξεων του ΑΚ περί ευθύνης των συνεγγυητών κατ' ίσα μέρη.

Έτσι, σε περίπτωση που ο πρωτοφειλέτης δεν καταβάλλει ληξιπρόθεσμες δόσεις του δανείου και το Δημόσιο εξοφλήσει την απαίτηση της Τράπεζας, υποκαθίσταται αυτοδικαίως στα δικαιώματα της τελευταίας κατά του πρωτοφειλέτη και των τυχόν υπέρ αυτού εγγυητών, οι οποίοι ευθύνονται εις ολόκληρον έναντι του υποκαθιστάμενου στα δικαιώματα της Τράπεζας Δημοσίου, ακόμη και ποινικώς.

Η κρίση αυτή επιβεβαιώνεται και από την τακτική που ακολουθήθηκε από τη δανείστρια Τράπεζα και το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο. Πράγματι, η πιστούχος εταιρεία δεν κατέβαλε τις αναφερόμενες στις από 15.4.1996 και 26.4.1996 επιστολές της Τράπεζας ληξιπρόθεσμες δόσεις και η τελευταία προέβη, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην οικεία υπουργική απόφαση, σε βεβαίωση της οφειλής στην αρμόδια Δ.

Ο. Υ. Πύργου και εισέπραξε από το Δημόσιο, που είχε εγγυηθεί κατά τα άνω. Στη συνέχεια το Ελληνικό Δημόσιο συνέταξε βεβαίωση με τις οικείες βεβαιώσεις σε βάρος του εφεσίβλητου, υπό την ιδιότητα του εγγυητή της πιστούχου εταιρείας, οφειλής συνολικού ποσού με τις προσαυξήσεις 25.690.637 δρχ. και με βάση αυτή επέσπευσε κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ αναγκαστική εκτέλεση επιβάλλοντας αφενός μεν κατάσχεση ακίνητης περιουσίας του εφεσίβλητου (δικαίωμα επικαρπίας επί ακινήτων) και αφετέρου κατάσχεση στα χέρια τρίτου και δη του ΝΑΤ του 1/4 της μηνιαίας συντάξεώς του.

Από τα επικαλούμενα έγγραφα όμως που προαναφέρθηκαν και συγκεκριμένα τις από 26.10.1993 επιστολές της πιστούχου εταιρείας προς τη δανείστρια Τράπεζα δεν προκύπτει ότι ο εφεσίβλητος είχε εγγυηθεί και για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της πρώτης από τη σύμβαση παροχής πιστώσεως κατά τις διατάζεις περί χρηματοδοτήσεως σεισμοπλήκτων.

Εφόσον δε πρόκειται για δεύτερη, αυτοτελή και όχι συμπληρωματική της πρώτης σύμβαση, δεν μπορεί να γίνει λόγος περί επεκτάσεως της ευθύνης του από την εγγύηση και στη δεύτερη αυτή σύμβαση, για την οποία είχε εγγυηθεί μόνο το Ελληνικό Δημόσιο και από το οποίο η δανείστρια Τράπεζα ζήτησε την εξόφληση των ληξιπρόθεσμων οφειλομένων δόσεων της πιστούχου εταιρείας κατά τα άνω.

Επομένως, ο εφεσίβλητος δεν οφείλει στο εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο από την προαναφερθείσα διάταξη και οι επιχειρούμενες από την ίδια αιτία πράξεις αναγκαστικής εκτελέσεως εις βάρος του είναι άκυρες". Με τις περί πραγμάτων ανέλεγκτες αιτιολογίες της αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση, με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις διαλαμβάνει ότι η σύμβαση παροχής πιστώσεως προς την πιστούχο, ως σεισμόπληκτη επιχείρηση, με την εγγύηση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, δεν αποτελεί πρόσθετη, συμπληρωματική της αρχικής συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού, για την οποία πράγματι εγγυήθηκε ο ήδη αναιρεσίβλητος, αλλά πρόκειται για άλλη αυτοτελή σύμβαση παροχής πιστώσεως προς την πρωτοφειλέτιδα, η οποία, κατά τη συμφωνία των μερών, εισήχθη και εξυπηρετήθηκε μόνο από τον ίδιο αλληλόχρεο λογαριασμό που ανοίχθηκε για την αρχική σύμβαση, ως εγγυητής της οποίας ο αναιρεσίβλητος με την υπογραφή του συνήνεσε για την ένταξη και εξυπηρέτηση από τον αλληλόχρεο λογαριασμό και της παροχής της πιστώσεως προς αποκατάσταση των ζημιών από τον σεισμό, χωρίς παράλληλα να εγγυηθεί και για την εξόφληση της από την αιτία αυτή απαιτήσεως, η οποία εξασφαλιζόταν μόνον από την εγγύηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου.

Οι πλήρεις και σαφείς αυτές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως δικαιολογούσαν την κατ' εφαρμογή των παραπάνω σημειούμενων διατάξεων παραδοχή των κατά του ήδη αναιρεσείοντος απευθυνομένων αγωγών του αναιρεσίβλητου, με άμεση δικονομική συνέπεια οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των εν λόγω διατάξεων Κ.Πολ.Δ 559 αρ. 1 και 19), να ελέγχονται σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμοι.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει μειωμένα, κατ' επιταγή των άρθρων 22 παρ. παρ. 1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 και 2 της 134.423/1992 κ.υ.α., στο ποσό των 300,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 147/23-11-2005 αίτηση για αναίρεση της 889/27-9-2005 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ