178/2026 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Φώτιο Μουζάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated178/2026 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατόπιν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει έτερος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει - να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 §1ΚΠΔ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 178 / 2026 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 178/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Φώτιο Μουζάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλείου Φλωρίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ. , για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. ή Α. Τ. του Μ. , κατοίκου ... , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μυταλούλη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 250/2024 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιώς με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8/5/2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2024.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 8-5-2024 (με αριθμό πρωτ. .../2024) αίτηση του Α. (ή Α.) Τ. του Μ. , για αναίρεση της υπ' αριθμ. 250/24 απόφαση Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της απάτης, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2δ' ΠΚ, και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, έχει ασκηθεί νομοτύπως με δήλωσή του που έγινε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθρ. 466 § 1, 474 § 1, 2Α ΚΠΔ) εντός της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 του Κ.Ποιν.Δ.
εικοσαήμερης προθεσμίας από τότε που καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού τμήματος του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, στις 16-4-2024 (άρθρα 466 παρ.1, 473 παρ. 2,3), περιέχει δε σαφείς και ορισμένους λόγους, συνιστάμενους σε α) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, β) έλλειψη από την απόφαση της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και γ) όπως εκτιμάται, την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρ. 510 παρ. 1 στοιχ.
Ε', Δ' και Α' του ΚΠΔ, αντιστοίχως). Επομένως, είναι παραδεκτή (464, 474 παρ.4, 504 παρ. 1, 505 παρ. 1α, ΚΠοινΔ) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω για την βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων της. Με τους δύο πρώτους λόγους αναίρεσης ο αϊτών βάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αλλά και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης της απάτης, διότι όπως εκθέτει "...η απόφαση δέχθηκε ότι η απάτη τελέστηκε από εμένα με απλή γνωστοποίηση των κωδικών e-banking στις 26-3-19 ενώ η μοναδική πράξη απάτης εάν θέλει γίνει δεκτό είναι ότι πρόκειται για την απάτη που συντελέστηκε δια της χρήσεως των κωδικών e-banking της ΕΤΕ ΑΕ και ότι η εντολή ανάληψης χρημάτων προέρχονταν από τον παθόντα ή ότι είχα δώσει σχετική εντολή...η απλή παράδοση των κωδικών δεν άγει σε άμεση περιουσιακή μετακίνηση ..για να προέλθει αυτή θα έπρεπε να εξαπατηθεί η Τράπεζα δια της χρήσεως των τραπεζικών λογαριασμών του παθόντος για να εκτελέσει το έμβασμα...
το δικαστήριο παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθ. 386 ΠΚ καθότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως προς την τέλεση της απάτης δεν συνιστούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του παραπάνω αδικήματος. Δεν αναφέρει πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι εξαπατήθηκε η Τράπεζα όσον αφορά την αποστολή του εμβάσματος και τα ψευδή γεγονότα που εξέθεσα προς αυτή και ότι τελούσα σε σκοπό βλάβης της περιουσίας του παθόντος.
Δεν αναφέρει εάν για τη μεταφορά χρημάτων έκανα χρήση υπολογιστή και με ποιο μέσο επηρέασα το αποτέλεσμα της διαδικασίας επεξεργασίας υπολογιστή ..το σκεπτικό αποτελεί αντιγραφή του διατακτικού το οποίο στη συνέχεια αποτελεί αντιγραφή του κατηγορητηρίου και έτσι υπάρχει τυπική αιτιολογία... η απόφαση στερείται της νομίμου αιτιολογίας όσον αφορά στην υπερχειλή υποκεμενική υπόσταση ήτου του σκοπού από τη βλάβη της περιουσίας του παθόντος να αποκομίσω ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος...στο σκεπτικό παραθέτει ελλιπή αιτιολογία όσον αφορά στην εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων αφού δεν προκύπτει ότι έλαβε υπόψη την κατάθεση του εγκαλούντος ο οποίος κατέθεσε ότι τον πήρε τηλέφωνο κάποιος άγνωστος και συνεπώς όχι εγώ ...".
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αρκεί, όμως, η επανάληψη της διατύπωσης του νόμου για την αιτιολογία, η πληρότητα της οποίας εξασφαλίζεται, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 139 και 177 του Κ.Ποιν.Δ. , όταν γίνεται αναφορά στα αποδεικτικά μέσα που δέχθηκε το δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του με βάση συγκεκριμένους συλλογισμούς για κάθε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Για την πληρότητα της αιτιολογίας πρέπει να προκύπτει ότι το δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, κατ' επιλογή, χωρίς να είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ενώ δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης.
Σε περίπτωση δε που εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, εφόσον δεν εξαιρέθηκαν ρητά. Δεν αρκεί, όμως, να περιορίστηκε το δικαστήριο σε τυπική ρηματική αναφορά των αποδεικτικών μέσων ως προς το είδος τους ή σε επιλεκτική εκτίμηση και αξιολόγηση μερικών μόνον από αυτά, αλλά απαιτείται να προκύπτει με βεβαιότητα από την απόφαση, ότι αυτό έλαβε πράγματι υπόψη του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων για τη διαμόρφωση της δικανικής πεποίθησής του, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 του ΚΠΔ (ΟλΑΠ 2/2022, ΑΠ 476/2022, ΑΠ 384/2022, ΑΠ 757/2022).
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε αρχικά με τον Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974, που αποτελεί εγχώριο δίκαιο και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, προκύπτει ότι η πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το Δικαστήριο, δηλαδή το Δικαστήριο οφείλει να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι (ΑΠ 861/2022, ΑΠ 1363/2020), ενώ παραβίαση της ως άνω αρχής, πέραν της αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και ο από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 861/2022, ΑΠ 501/2020).
Περαιτέρω, επιβαλλομένη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορο του, όπως προεκτέθηκε.
Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη του οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 Π Κ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής. (ΑΠ 789/24, ΑΠ 130/2022, ΑΠ 13/2022,ΑΠ 166/2021, ΑΠ 133/2019, ΑΠ 1018/2020).
Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται ιδίως: α) η υπό στοιχείο α', το ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρύ πλημμέλημα" και β) η υπό στοιχείο ε', το ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του.
Κριτήριο για τη συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ, πλέον είναι η σύννομη ζωή του υπαιτίου. Κατά την γραμματική ερμηνεία της κρίσιμης για την εφαρμογή της διάταξης λέξης "Σύννομη" έτσι χαρακτηρίζεται η ζωή του ατόμου όταν το τελευταίο καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής του και μέχρι την στιγμή της τέλεσης της αξιόποινης πράξης, σέβεται τα έννομα αγαθά με την τήρηση των δικαιικών κανόνων που τα προστατεύουν, κατά την τέλεση πράξεων που ρυθμίζονται από σχετικό νόμο συμμορφώνεται μ' αυτόν ώστε το έγκλημα που έχει τελέσει να εμφανίζεται ως εξαίρεση σε αυτή τη σταθερή στάση της ζωής του, ως δυσάρεστη έκπληξη, ως γεγονός που ουδείς περίμενε από τον συγκεκριμένο δράστη.
Έτσι ο σύννομος βίος δεν ταυτίζεται με το λευκό ποινικό μητρώο αλλά με την από πεποίθηση - υποταγή στη νομιμότητα ως προς όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητάς του, κατάσταση που δεν εξασφαλίζεται με την ανυπαρξία καταδίκης του για αξιόποινη πράξη.
Άλλωστε το μεν η παραβίαση των νόμων δεν θεμελιώνει πάντοτε αξιόποινη πράξη το δε πολλάκις αξιόποινες πράξεις παραμένουν στην αφάνεια. Συνακόλουθα αν κάποιος παραβιάζει ή δεν σέβεται, αστικούς κανόνες η συνδρομή στο πρόσωπό του της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης δεν έχει έρεισμα στο νόμο, το δε λευκό ποινικό μητρώο απλά συνεκτιμάται από το Δικαστήριο στα πλαίσια που ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 177 και 178 Κ.Π.Δ. για τον σχηματισμό της δικανικής του κρίσης για την ύπαρξη του σύννομου βίου προκειμένου ν' αποφανθεί επί του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού. Από τον συνδυασμό όλων όσων προεκτέθηκαν είναι φανερό πως για την θεμελίωση του σύννομου βίου λαμβάνεται υπόψη η συμπεριφορά του κηρυχθέντος ενόχου μέχρι την τέλεση της αξιόποινης πράξης λαμβανομένων μάλιστα υπόψη των περιστάσεων υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη και επί πλέον προϋπόθεση της αποδοχής ή μη του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού είναι η επιβλητέα σε εκατέρα των περιπτώσεων ποινή να είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας (ΑΠ 755/22, ΟλΑΠ 2/2022). (ΑΠ 433/2020, ΑΠ 189/2020).
Περαιτέρω, λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ. , αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στον νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΟλΑΠ 2/2011, ΑΠ 146/2024, ΑΠ 457/2022, ΑΠ 1308/2020).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: 1) παραπλανητική συμπεριφορά του δράστη, η οποία συνίσταται είτε στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών είτε στην αθέμιτη απόκρυψη είτε στην παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, 2) πρόκληση στον παθόντα, από την παραπλανητική συμπεριφορά του δράστη, πλάνης, δηλαδή ανεπίγνωτης διάστασης μεταξύ της βούλησης και της δήλωσης βούλησης, ή διατήρηση ή ενίσχυση της υπάρχουσας (πλάνης), 3) ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παραπλανητικής συμπεριφοράς του δράστη και της πλάνης που προκλήθηκε από αυτή στον παθόντα, 4) πράξη, παράλειψη ή ανοχή, εξαιτίας της πλάνης, από τον παθόντα, η οποία (πράξη κλπ) ενέχει περιουσιακή διάθεση, 5) ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πλάνης του παθόντος και της περιουσιακής διάθεσης, 6) επέλευση, εξαιτίας της περιουσιακής διάθεσης που έγινε από εκείνον που παραπλανήθηκε, βλάβης στην περιουσία αυτού ή άλλου, η οποία συνίσταται είτε στη μείωση είτε στη χειροτέρευση της περιουσίας του παθόντος και 7) δόλος του δράστη, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των στοιχείων του εγκλήματος, καθώς και σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι όμως και πραγματοποίηση του οφέλους αυτού (ΑΠ 210/22).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της υπ' αριθμ. 250/24 απόφαση Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς , που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή ("ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης στο ακροατήριο, που περιέχεται στα ενσωματωμένα στην παρούσα απόφαση πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και την ανάγνωση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και καταχωρήθηκαν στα ίδια πρακτικά, , σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως) και από την αξιολογική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 177 παρ. 1 ΚΠΔ αρχή της ηθικής απόδειξης"), το Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, επί λέξει, πραγματικά περιστατικά: "Ότι ο κατηγορούμενος κάλεσε τον εγκαλούντα στο σταθερό του τηλέφωνο και του παρέστησε εν γνώσει του, ψευδώς ότι συνέτρεχε ανάγκη να καταστήσει τα προγράμματα του ηλεκτρονικού υπολογιστή του εγκαλούντος ασφαλή και ότι, για το λόγο αυτό, ο τελευταίος έπρεπε να γνωστοποιήσει στον κατηγορούμενο τους ηλεκτρονικούς κωδικούς e-banking του τραπεζικού του λογαριασμού στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, με αριθμό ... , με τη χρήση των οποίων στη συνέχεια, την 26-8-2019, μετέφερε από τον παραπάνω τραπεζικό λογαριασμό του εγκαλούντος στον δικό του λογαριασμό, έμβασμα ύψους 950€, χωρίς τη συναίνεση του εγκαλούντος ενώ, εάν ο τελευταίος γνώριζε την αλήθεια, δεν θα γνωστοποιούσε στον κατηγορούμενο τους ηλεκτρονικούς κωδικούς (e-banking) του παραπάνω τραπεζικού του λογαριασμού.
Με την ανωτέρω δε ψευδή παράστασή του προς τον εγκαλούντα, ο κατηγορούμενος επεδίωξε να αποκτήσει παρανόμως, με αντίστοιχη ζημία αυτού, περιουσιακό όφελος, ύψους ποσού εννιακοσίων πενήντα (950) ευρώ, το οποίο δεν δικαιούταν, όπως και έγινε.
Κατά συνέπεια αφού πλήρως αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξεως πρέπει αυτός, αφού απορριφθούν οι ισχυρισμοί του ως ουσιαστικά αβάσιμοι, να κηρυχθεί ένοχος.". Ακολούθως δε, επί τη βάσει των ανωτέρω παραδοχών, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ.
δ' Π.Κ. - και αφού του απέρριψε το αίτημα για αναγνώριση και των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2α και 133 ΠΚ - για την πράξη της απάτης, ειδικότερα δε του ότι: "Στην Πάτρα, την 26-03-2019, προκάλεσε ζημία στην περιουσία τρίτου προσώπου, πείθοντας αυτό σε πράξη, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, με σκοπό, από τη βλάβη αυτής της περιουσίας, να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος.
Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ο κατηγορούμενος, αφού κάλεσε τον εγκαλούντα, Δ. Α. του Π. και της Α. , στο σταθερό του τηλέφωνο, με αριθμό κλήσης ... , του παρέστησε, εν γνώσει του, ψευδώς ότι συνέτρεχε ανάγκη να καταστήσει τα προγράμματα του ηλεκτρονικού υπολογιστή του εγκαλούντος ασφαλή και ότι, για το λόγο αυτό, ο τελευταίος έπρεπε να γνωστοποιήσει στον κατηγορούμενο τους ηλεκτρονικούς κωδικούς (e-banking) του τραπεζικού του λογαριασμού στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, με αριθμό ...
Με την ως άνω ψευδή του παράσταση, ο κατηγορούμενος, ο οποίος ουδεμία σχέση είχε με την παροχή υπηρεσιών ασφάλειας των υπολογιστικών συστημάτων, έπεισε τον εγκαλούντα να του γνωστοποιήσει τους ηλεκτρονικούς κωδικούς (e-banking) του προπαρατιθέμενου τραπεζικού του λογαριασμού, με τη χρήση των οποίων στη συνέχεια, και δη την 26.08.2019, μετέφερε, από τον παραπάνω τραπεζικό λογαριασμό του εγκαλούντος, στον υπ' αριθμόν : ...
λογαριασμό, δικαιούχος του οποίου ήταν ο ο κατηγορούμενος, έμβασμα, ύψους χρηματικού ποσού εννιακοσίων πενήντα (950,00) ευρώ, χωρίς τη συναίνεση του εγκαλούντος ή νόμιμο προς τούτο δικαίωμα, ενώ, εάν ο τελευταίος γνώριζε την αλήθεια, δεν θα γνωστοποιούσε στον κατηγορούμενο τους ηλεκτρονικούς κωδικούς (e-banking) του παραπάνω τραπεζικού του λογαριασμού.
Με την ανωτέρω δε ψευδή παράστασή του προς τον εγκαλούντα, ο κατηγορούμενος επεδίωξε να αποκτήσει παρανόμως, με αντίστοιχη ζημία αυτού, περιουσιακό όφελος, ύψους ποσού εννιακοσίων πενήντα (950) ευρώ, το οποίο δεν δικαιούταν, όπως και έγινε".
Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του ανωτέρω εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν, καθώς και οι νομικές σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο της ουσίας υπήγαγε τα γενόμενα δεκτά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 εδ.
α', 27, και 386 παρ. 1 εδ.α' του Π.Κ. τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα, στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, ενώ παρατίθενται με την αναφορά τους κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται αναγκαία, κατά νόμο, η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά σε τι προκύπτει από καθένα τούτων, ενώ από το όλο περιεχόμενο του σκεπτικού της καθίσταται βέβαιο, ότι αυτά λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν στο σύνολό τους.
Ακόμη, με τις σαφείς παραδοχές του σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αιτιολογείται πλήρως ο τρόπος με τον οποίο τελέσθηκε το ως άνω αδίκημα, όπως και η περιουσιακή μετακίνηση, λόγω της απατηλής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, που είχε ως αποτέλεσμα την περιουσιακή βλάβη του πλανηθέντος εγκαλούντος, χωρίς να απαιτούνται περισσότερα στοιχεία από τα γενόμενα δεκτά, ενώ η απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου περιγράφεται ως σύνολο και η λήψη από αυτόν των κωδικών e-banking του παθόντος δεν αποτελεί προτέρα μη τιμωρητή πράξη, αλλά τμήμα της συνολικής απατηλής συμπεριφοράς του.
Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από το προπαρατιθέμενο σκεπτικό της απόφασης το οποίο είναι πλήρες και αποτελεί μία νοηματική ενότητα με το διατακτικό της, το δικαστήριο ορθά δέχθηκε ότι τελέστηκε το έγκλημα της απάτης, αφού ο αναιρεσείων τηλεφώνησε στον εγκαλούντα και του παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς ότι συνέτρεχε ανάγκη να καταστήσει τα προγράμματα του ηλεκτρονικού του υπολογιστή ασφαλή και ότι ο τελευταίος έπρεπε να γνωστοποιήσει στον αναιρεσείοντα τους ηλεκτρονικούς κωδικούς e-banking του τραπεζικού του λογαριασμού στη τράπεζα ΕΤΕ, με τη χρήση των οποίων τελικά ο αναιρεσείων στις 26-8-2019 μετέφερε από το λογαριασμό αυτό έμβασμα ύψους 950 ευρώ, χωρίς τη συναίνεση του εγκαλούντος και με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, αφού δεν υπήρχε δικαιολογητικός λόγος για τη μεταβίβαση των χρημάτων αυτών όπως και τελικά συνέβη.
Αυτό προέκυψε στη συνέχεια όταν η τράπεζα γνωστοποίησε τα στοιχεία του ατόμου προς τον οποίο έγινε το έμβασμα.
Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ'- Ε' ΚΠΔ προβαλλόμενοι ως ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου είναι αβάσιμοι. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων βάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε σχέση με την απόρριψη της αναγνώρισης στο πρόσωπό του του ελαφρυντικού της μετεφηβικής ηλικίας του άρθ. 133 ΠΚ Το σκεπτικό της απόφασης κατά το σκέλος της αυτό είναι το εξής: "Κατά το άρθρο 133 του κυρωθέντος με το ν. 4619/2019 και ισχύοντος από 1.7.2019 (άρθρο δεύτερο του ν.4619/19) Ποινικού Κώδικα, " Όταν ο δράστης κατά τον χρόνο τέλεσης αξιόποινης πράξης δεν έχει συμπληρώσει το εικοστό πέμτττο έτος της ηλικίας του, το δικαστήριο μπορεί:
α) να διατάξει τον περιορισμό του σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων (άρθρο 54) εφόσον κρίνει ότι η τέλεση της πράξης οφείλεται στην ελλιπή ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, λόγω της νεαρής ηλικίας και ότι ο περιορισμός αυτός θα είναι αρκετός για να αποφευχθεί η τέλεση άλλων εγκλημάτων, ή β) να επιβάλει μειωμένη ποινή (άρθρο 83).
Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται η διάταξη της παρ. 3 εδ. β' του άρθρου 130". Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος προβάλλει δια του συνηγόρου υπεράσπισής του τον ισχυρισμό περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 133 ΠΚ ο οποίος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος καθόσον μολονότι ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο τέλεσης της συμπληρώσει το 25° έτος της ηλικίας του η πράξη του δεν του Δικαστηρίου απότοκη απερισκεψίας ή νεανικής επιπολαιότητας λόγω της μετεφηβικής του ηλικίας".
Όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές, το δικαστήριο με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αποφάνθηκε ότι, από τα αποδεικτικά στοιχεία της συγκεκριμένης πράξης, και ιδίως την όλη μεθόδευσή της, δεν προέκυψε ότι αυτή τελέστηκε από απερισκεψία ή νεανική επιπολαιότητα, παρότι αυτός δεν συμπλήρωσε το 25ο έτος της ηλικίας του και, επομένως, αβάσιμος είναι και ο λόγος αυτός αναιρέσεως.
Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων βάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε σχέση με την απόρριψη της αναγνώρισης στο πρόσωπό του του ελαφρυντικού του άρθ. 84 παρ.2α ΠΚ περί συννόμου βίου.
Όπως προκύπτει από την κατά τα ανωτέρω επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το σκεπτικό του δικαστηρίου επί του σκέλους αυτού είναι το εξής:
"Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος προβάλλει δια του συνηγόρου του αίτημα περί αναγνωρίσεως υπέρ αυτού το ελαφρυντικό του προτέρου συννόμου βίου, το οποίο προβάλλεται όλως αορίστως, έτσι που να μη μπορεί να αξιολογηθεί, ιδία εν όψει και του γεγονότος ότι μόνη η επίκληση του λευκού ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου δεν αρκεί για την απονομή του αντιστοίχου ελαφρυντικού.
Σε κάθε περίπτωση, από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που προαναφέρθηκαν, δεν αποδείχθηκαν στοιχεία ικανά να οδηγήσουν το Δικαστήριο στην κρίση ότι ο κατηγορούμενος έζησε, μέχρι την τέλεση της πράξης για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, τη στιγμή μάλιστα που η όλη μεθόδευση σε βάρος του παθόντος κατατείνει σε εντελώς αντίθετη παραδοχή".
Επομένως, εφόσον ο κατηγορούμενος δια του συνηγόρου του ζήτησε την αναγνώριση του στο πρόσωπό του του ελαφρυντικού του άρθ. 84 παρ. 2α, χωρίς να περιλάβει κατά την ανάπτυξή του ειδικότερα στοιχεία με βάση τα οποία ζητεί την αναγνώριση αυτού και σε κάθε περίπτωση, από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που προαναφέρθηκαν, δεν αποδείχθηκαν στοιχεία ικανά να οδηγήσουν το Δικαστήριο στην κρίση ότι ο κατηγορούμενος έζησε, μέχρι την τέλεση της πράξης για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, θα πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός ως αβάσιμος.
Κατόπιν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει έτερος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει - να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 §1ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 8-5-2024 (με αριθμό πρωτ. .../2024) αίτηση του Α. (ή Α.) Τ. του Μ. , για αναίρεση της υπ' αριθμ. 250/24 απόφαση Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην καταβολή των εξόδων της ποινικής διαδικασίας ποσού οκτακοσίων (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ