Legislator Case Law & Legislation
178/2025 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor contract termination, remanding case to examine contract nature.

Case Number 178/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the municipality's appeal against a lower court's decision terminating labor contracts. The court found the lower court failed to assess whether the contracts were genuine apprenticeships or disguised employment relationships based on job duties and control. Consequently, the appeal was accepted, and the case was remanded for further examination to determine the true nature of the legal relationship.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286, 287, 288, 576 para. 3 of the Code of Civil Procedure; Article 1846 of the Civil Code: The Supreme Court must examine the substantive grounds of an appeal if the lower court failed to assess the nature of the legal relationship, specifically distinguishing between genuine apprenticeship contracts and disguised employment relationships.

Keywords

AI generated
apprehension appeal genuine apprenticeship disguised employment labor contract nature remand for retrial municipal liability judicial review

Cited Legislation

AI generated
Articles 286, 287, 288 and 576 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 573 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 1846 of the Civil Code
Article 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 281 para. 2 of Law 3463/2006

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 178 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 178/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, την 24η Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ", που εδρεύει στην Κατερίνη και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του, ως καθολικού διαδόχου των καταργηθέντων πρώην δήμων Ελαφίνας, Κορινού, Παραλίας, Πέτρας και Πιερίων. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Νικολαΐδη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Π. Κ. του Ν. κλπ 38,. Οι πρώτος και δεύτερη δεν παραστάθηκαν, οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Λιακόπουλο, ο οποίος δήλωσε ότι απεβίωσαν οι 1ος (Π. Κ.) και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι α)Δ. Κ. του Ν. και β)Δ. Κ. του Ν., καθώς και η 2η (Σ. Σ.) και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι α)Γ. Σ. του Α., β)Δ. Σ. του Α., γ)Α. Σ. του Γ., κατοίκου ..., και δ)Κ. Σ. του Γ.. Οι κληρονόμοι αμφοτέρων των ως άνω αποβιωσάντων εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο, ο οποίος κατάθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από: α)20-6-2010 (με αριθμό κατάθεσης …/…/2010) αγωγή των 1ου αναιρεσιβλήτου και προσώπου που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, β)28-9-2010 (με αριθμό κατάθεσης …/../2010) αγωγή της ήδη 2ης αναιρεσίβλητης, γ)9-8-2010 (με αριθμό κατάθεσης …/../2010) αγωγή των ήδη 3ης και 4ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, δ)25-8-2010 (με αριθμό κατάθεσης …/…/2010) αγωγή των 5ης έως 17ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, ε)25-8-2010 (με αριθμό κατάθεσης …/../2010) αγωγή των 25ης έως 29ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, στ)30-8-2010 (με αριθμό κατάθεσης …/…/2010) αγωγή των 18ου έως 24ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, ζ)25-8-2010 (με αριθμό κατάθεσης …/../2010) αγωγή των ήδη 31ης έως 38ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, και η)20-10-2010 (με αριθμό κατάθεσης ../…/2010) αγωγή της ήδη 30ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 166/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 1792/2022 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων δήμος με την από 19-12-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286, 287, 288 και 576 παρ. 3 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 1846 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται εάν μέχρι το τέλος της συζητήσεως, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, αποβιώσει κάποιος από τους διαδίκους, ότι η διακοπή επέρχεται από της γνωστοποιήσεως του θανάτου προς τον αντίδικο του θανόντος από πρόσωπο δικαιούμενο να επαναλάβει την δίκη ή από τον μέχρι του χρόνου του θανάτου πληρεξούσιο δικηγόρο του θανόντος, ότι η γνωστοποίηση γίνεται μόνον δια της επιδόσεως δικογράφου ή δια των προτάσεων ή δια προφορικής δηλώσεως επ' ακροατηρίου ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως, και, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επαναλήψεως και η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΑΠ 765/2022, ΑΠ 906/2020).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 62 του ΚΠολΔ, ικανός να είναι διάδικος είναι εκείνος που έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Η ικανότητα αυτή, που εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο (άρθρο 73 ΚΠολΔ), προκειμένου για φυσικό πρόσωπο, παύει να υπάρχει με το θάνατό του (άρθρο 35 ΑΚ).

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων με αυτές των άρθρων 313 παρ. 1 εδ. δ', 286 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι, αν ο διάδικος είναι εν ζωή κατά την έναρξη της δίκης και απεβίωσε μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, δεν υφίσταται στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης και επομένως τα ασκούμενα κατά της απόφασης αυτής ένδικα μέσα, άρα και η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατ' αυτού είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.

Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος χωρίς να γνωρίζει το θάνατό του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτησή της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, αν αυτοί, εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.

ΑΠ 31/2009, ΑΠ 1327/2023, ΑΠ 1816/2023, ΑΠ 194/2023). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσίβλητων με τις από 23.9.2024 προτάσεις του, που κατατέθηκαν στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 23.9.2024 (προηγουμένη ημέρα της δικασίμου), δήλωσε το θάνατο αναιρεσίβλητων καιτη συνέχιση της δίκης από τους κληρονόμους τους και ειδικότερα δήλωσε ότι α) πρώτος των αναιρεσιβλήτων Π.

Κ. του Ν… αποβίωσε στις 5.12.2022 (βλ. το από 11-12-2023 απόσπασμα της υπ'αριθμ. …/./2022 ληξιαρχικής πράξης θανάτου που έχει συντάξει ο ληξίαρχος Δ.Ε. Κ… του Δήμου Κατερίνης) και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη, από τους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του Δ. Κ. του Ν., μητέρα του αποβιώσαντος και Δ. Κ. του Ν.

αδελφή του αποβιώσαντος , β) η δεύτερη των αναιρεσίβλητων Σ. Σ. του Γ. αποβίωσε στις 6.1.2022 (βλ. το από 25-1-2024 απόσπασμα της υπ'αριθμ. …/../2022 ληξιαρχικής Πράξης θανάτου που έχει συντάξει ο ληξίαρχος Δ.Ε. Π…. του Δήμου Κατερίνης) και ότι επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη, από τους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της Γ.

Σ. του Α., πατέρα της αποβιώσασας, Δ. Σ. του Α. μητέρα της αποβιώσασας, Α. Σ. του Γ. και Κ. Σ. του Γ., αδελφές της αποβιώσασας. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι ο θάνατος των ως άνω αναιρεσιβλήτων έλαβε χώρα πριν από την άσκηση της ένδικης από 19.12.2022 με αριθ. καταθ. 3772/365/21.12.2022 αίτησης αναίρεσης.

Από κανένα, όμως, αποδεικτικό μέσο προκύπτει ότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. (ΟΤΑ), κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, γνώριζε το θάνατο αυτών. Επομένως και σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι έγκυρη και κατά το μέρος της που στρέφεται κατά των ως άνω αναιρεσίβλητων που είχαν αποβιώσει πριν την άσκησή της.

Περαιτέρω, ως προς τους ως άνω αποβιώσαντες αναιρεσίβλητους προσκομίζονται από τους προαναφερθέντες δηλούντες τη συνέχιση της δίκης κληρονόμους τους όλα τα αναγκαία προς απόδειξη της κληρονομικής τους ιδιότητας πιστοποιητικά και λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και δεδομένου δε ότι το παριστάμενο αναιρεσείον δεν αμφισβητεί την κληρονομική ιδιότητα των κληρονόμων των ως άνω αποβιωσάντων αναιρεσίβλητων, η διακοπείσα δίκη νομίμως συνεχίζεται από τους προαναφερόμενους κληρονόμους αυτών.

Με την ένδικη από 19-12-2022 με αριθμ. κατάθ. …/…/21-12-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθμό 1792/2-9-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατόπιν άσκησης της από 30-7-2015 με αριθμ. κατάθ. …/…-2015 έφεσης των εναγόντων-εκκαλούντων ήδη αναιρεσίβλητων κατά της με αριθμό 166/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, που εκδόθηκε κατά την ίδια ως άνω διαδικασία. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι μέσα στην προθεσμία των δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (ενόψει του ότι οι διάδικοι δεν επικαλούνται ούτε προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης), δεδομένου ότι κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης στις 21-12-2022 και η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 2-9-2022 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αρχικά 39 ενάγοντες, ήδη 38 αναιρεσίβλητοι, (πλην της πρώτης ενάγουσας της πρώτης των πιο κάτω αγωγών Φ. Π. που δεν είναι διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη), με τις από:

α) 20-6-2010 με αριθμό κατάθ. …/../2010, β) 9-8-2010 με αριθμό κατάθ. …/../2010, γ) 25-8-2010 με αριθμό κατάθ. …/…/2010, δ) 25-8-2010 με αριθμό κατάθ. …/…/2010, ε) 25-8-2010 με αριθμό κατάθ. …/…/2010, στ)30-8-2010 με αριθμό κατάθ. …/…//2010, ζ) 28-9-2010 με αριθμό κατάθ. ../…/2010 και η) 20-10-2010 με αριθμό κατάθ. 3…/./2010 αγωγές που άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης κατά των ΝΠΔΔ με τις επωνυμίες "ΔΗΜΟΣ ΚΟΡΙΝΟΥ", "ΔΗΜΟΣΕΛΑΦΙΝΑΣ", "ΔΗΜΟΣ ΠΕΤΡΑΣ", "ΔΗΜΟΣ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ", "ΔΗΜΟΣ ΠΙΕΡΙΩΝ", "ΔΗΜΟΣ ΠΑΡΑΛΙΑΣ" "ΔΗΜΟΣ ΠΑΡΑΛΙΑΣ" και " ΔΗΜΟΣ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ", αντίστοιχα, μετά την κατάργηση των οποίων, με το Ν. 3852/2010 και τη σύσταση του ήδη αναιρεσείοντος " ΔΗΜΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ", ο τελευταίος από 1-1-2011 υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος αυτών στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, ο οποίος και παραστάθηκε με την ως άνω ιδιότητά του κατά τη συζήτηση των ως άνω αγωγών ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης στη δικάσιμο στις 8.3.2012 ( άρθρα 1 παρ. 1.39 και 283 παρ. 1 Ν. 3852/2010), ισχυρίστηκαν, ότι με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου (συμφωνητικά συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας-stage-), που καταρτίστηκαν με τους αρχικά εναγόμενους Δήμους, στη θέση των οποίων, κατά τα προαναφερόμενα, υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος ο ήδη αναιρεσείων "ΔΗΜΟΣ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ", κατά το χρονικό διάστημα από 15-5-2007 μέχρι 2-9-2010, προσέφεραν σε αυτούς τις υπηρεσίες τους κατά τους αναφερόμενους στις αγωγές χρόνους, ως διοικητικοί υπάλληλοι.

Ότι οι σχετικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου καθενός απ' αυτούς παρατάθηκαν μέχρι τις αναφερόμενες ημερομηνίες του έτους 2010, μετά δε τη λήξη τους οι αρχικά εναγόμενοι έπαυσαν να αποδέχονται τις υπηρεσίες τους, καταγγέλλοντας σιωπηρά τα συμβάσεις, χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης. Ότι στην πραγματικότητα δεν προσλήφθηκαν για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, αφού ουδέποτε εκπαιδεύτηκαν προς τούτο, αλλά προσέφεραν εξαρτημένη εργασία, στην παροχή της οποίας απέβλεψαν τόσο οι ίδιοι όσο και οι εργοδότες τους, εξυπηρετώντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτών, έτσι ώστε η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου να μη δικαιολογείται, ενώ η σύμβαση εργασίας που τους συνέδεε με τους αρχικά εναγόμενους ήταν εκείνη της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Ότι καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησής τους δεν καταβάλλονταν σε αυτούς οι προβλεπόμενες νόμιμες αποδοχές, τα δώρα εορτών, οι αποδοχές και τα επιδόματα αδείας, ούτε καταβάλλονταν οι αναλογούσες εργατικές και εργοδοτικές εισφορές καθώς και ασφαλιστική κάλυψη για τον κλάδο συνταξιοδότησης του ΙΚΑ ήδη ΕΦΚΑ.

Ζήτησαν δε, μετά την παραδεκτή στον πρώτο βαθμό μετατροπή των καταψηφιστικών αιτημάτων τους σε αναγνωριστικά: α) να αναγνωρισθεί ότι οι παραπάνω συμβάσεις τους συνιστούν για τον καθένα από αυτούς μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας καθενός γ) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος ήδη αναιρεσείων Δήμος, ως καθολικός διάδοχος των αρχικών εργοδοτών τους, να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους δυνάμει της σύμβασης αυτής και να τους καταβάλει τις νόμιμες αποδοχές, με απειλή χρηματικής ποινής σε αντίθετη περίπτωση, δ)να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος ήδη αναιρεσείων οφείλει να τους καταβάλει για διαφορές αποδοχών τα αναφερόμενα στις αγωγές για τον καθένα ποσά με το νόμιμο τόκο, άλλως, εφόσον κριθεί ότι η σύμβαση εργασίας τους ήταν άκυρη, να αναγνωριστεί ότι αυτός υποχρεούται να τους καταβάλει τα πιο πάνω ποσά κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις και ε) να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος ήδη αναιρεσείων υποχρεούται να ασφαλίσει τον καθένα απ' αυτούς στον κλάδο σύνταξης του ΙΚΑ κατά το χρονικό διάστημα της απασχόλησής τους και περαιτέρω ότι υποχρεούται να καταβάλει τις αναφερόμενες εργατικές και εργοδοτικές εισφορές.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών η υπ' αριθμ. 166/2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, με την οποία το ως άνω Δικαστήριο απέρριψε τις αγωγές , κατά την κύρια και την επικουρική βάση τους, ως μη νόμιμες. Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης οι 38 από τους αρχικά 39 ενάγοντες ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 30-7-2015 με αριθμ.

κατάθ. …/26-8-2015 έφεση και επ' αυτής εκδόθηκε, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία των εργατικών διαφορών η υπ' αριθμ. 173/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία την απέρριψε κατ' ουσίαν, καθ' ο μέρος αφορούσε την κύρια βάση των αγωγών και ανέστειλε την πρόοδο της δίκης, καθ'ο μέρος αφορούσε την επικουρική βάση αυτών, μέχρι την έκδοση απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου επί του παραπεμφέντος σε αυτήν με την υπ αριθμ. 1063/2019 απόφαση του Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου, ζητήματος, σχετικά με τη νομιμότητα της αγωγικής βάσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού, σε περίπτωση απασχόλησης από τον οικείο δημόσιο φορέα με άκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του προσλαμβανόμενου άνεργου σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας.

Μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 4/2021 απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, με την οποία κρίθηκε ότι είναι νόμιμη η επικουρική βάση αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, λόγω απασχόλησης σε δημόσιο φορέα με άκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας προσληφθέντος ανέργου σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, με την από 15-11-2021 κλήση των εναγόντων-εκκαλούντων ήδη αναιρεσίβλητων επανήλθε προς συζήτηση η προαναφερθείσα έφεσή τους και, αφού συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο 16-5-2022, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1792/2-9-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την έφεση, κατά το σκέλος της που αφορούσε την επικουρική βάση των αγωγών και τα με αυτήν συνδεόμενα αιτήματα, εξαφάνισε, κατά το σκέλος αυτό, την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε τις αγωγές, κατά το ίδιο σκέλος, τις δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμες και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγόμενου-εφεσίβλητου ήδη αναιρεσείοντος να καταβάλει σε κάθε έναν από τους ενάγοντες-εκκαλούντες ήδη αναιρεσίβλητους τα αναφερόμενα στο διατακτικό της ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση των αγωγών, καθώς επίσης(αναγνώρισε) και την υποχρέωσή του να ασφαλίσει κάθε έναν από αυτούς στον κλάδο σύνταξης του ΙΚΑ ήδη ΕΦΚΑ για τον αναφερόμενο χρόνο απασχόλησης.

Στο άρθρο 94 παρ.1 εδ. α' του Συντάγματος ορίζεται ότι στα τακτικά διοικητικά Δικαστήρια υπάγεται η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών, όπως νόμος ορίζει. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 7 παρ.1 εδ. α' του ν. 702/1977, στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται οι διοικητικές διαφορές ουσίας, που αναφύονται από την αναγνώριση, παραχώρηση ή απονομή δικαιώματος ή ευεργετήματος ή οποιασδήποτε άλλης παροχής ή από την ολική ή μερική άρνηση ικανοποίησης τέτοιου αιτήματος, καθώς και οι αναφυόμενες από τη μεταβολή κατάστασης που δημιουργήθηκε με διοικητική πράξη, κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφάλισης ως προς τις ασφαλιστικές σχέσεις μεταξύ των ασφαλιστικών φορέων και των ασφαλισμένων ή των εργοδοτών τους, ιδίως δε οι διαφορές περί την υπαγωγή στην ασφάλιση και τη διάρκειά της, περί τις καταβλητέες από τους εργοδότες και τους ασφαλισμένους εισφορές και περί τις πάσης φύσεως παροχές από τον ασφαλιστικό φορέα.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι διοικητική διαφορά ουσίας, από την εφαρμογή της νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφάλισης, δημιουργείται όταν ο ένας από τους διαδίκους είναι ασφαλιστικός φορέας και η διαφορά αναφέρεται γενικά στις ασφαλιστικές σχέσεις μεταξύ αυτού και του ασφαλισμένου (ΟλΑΠ 9/2012, ΟλΑΠ 11/2001).

Αντίθετα δεν αποτελεί διοικητική διαφορά ουσίας η διαφορά μεταξύ μισθωτού και εργοδότη, της οποίας αντικείμενο αποτελεί η εκπλήρωση εκ μέρους του εργοδότη νόμιμης ή συμβατικής υποχρέωσης του για ασφάλιση στον κλάδο σύνταξης του ΙΚΑ ήδη ΕΦΚΑ, κατά το χρόνο απασχόλησής του ως μισθωτού ή για αναγνώριση και πληρωμή των ασφαλιστικών διαφορών του μισθωτού.

Και τούτο γιατί η υποχρέωση αυτή του εργοδότη δεν απορρέει από τις διατάξεις του δημόσιου δικαίου περί κοινωνικής ασφάλισης, αλλά από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και τη σχετική εργασιακή σύμβαση. Επομένως, η διαφορά αυτή, όταν ο ένας από τους διαδίκους δεν είναι ασφαλιστικός φορέας, είναι ιδιωτική και υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, τα οποία, σε περίπτωση έγερσης αγωγής από το μισθωτό κατά του εργοδότη για αναγνώριση της υποχρέωσης του αυτής, οφείλουν να ερευνήσουν τη νομική βασιμότητα της και εάν την κρίνουν νόμιμη να προχωρήσουν στην κατ' ουσία έρευνά της και όχι να την κηρύξουν απαράδεκτη, για έλλειψη δικαιοδοσίας (πρβ ΑΠ 284/2015).

Στην προκείµενη περίπτωση, το υπό στοχείο ε αίτημα των ένδικων αγωγών, καθ' ο μέρος αφορά την αναγνώριση της υποχρέωσης του εναγόμενου ήδη αναιρεσείοντος να ασφαλίσει τον καθένα από τους ενάγοντες ήδη αναιρεσίβλητους στον κλάδο σύνταξης του ΙΚΑ ήδη ΕΦΚΑ κατά το χρονικό διάστημα της απασχόλησής τους, παρά το γεγονός ότι συνδέεται με ζήτημα κοινωνικής ασφάλισης, δεν αποτελεί διοικητική διαφορά ουσίας, αφού κανένα από τα μέρη δεν έχει την ιδιότητα του φορέα κοινωνικής ασφάλισης ούτε και ενήργησε με τέτοια ιδιότητα έναντι του άλλου.

Αντίθετα, αποτελεί διαφορά μεταξύ ιδιωτών, υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, τα οποία αποφάνθηκαν ήδη επ' αυτής εντός της δικαιοδοσίας τους (ΚΠολΔ 1 στοιχ. α'). Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.4 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) προκύπτει, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού, και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι` αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.

Αντίθετα, σύµβαση μαθητείας είναι η σύµβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαµβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισµένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύµβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύµβαση μαθητείας και η σύµβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσια σύμβαση μαθητείας).

Στη γνήσια σύµβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας, για την οποία δεν υπάρχει σχετική νομοθετική ρύθμιση, όταν ο μαθητευόμενος παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο την εργασία του, εφαρμόζονται μόνο αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τη σύμβαση εργασίας, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας.

Αντίθετα, στη σύµβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελµα, οπότε η εκμάθηση εκ µέρους του επέρχεται ως αυτόµατη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.

Στις συμβάσεις αυτές, εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύµβασης αυτής είναι η παροχή εκ µέρους του μαθητευόμενου εργασίας έναντι αµοιβής, και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύµφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 927/2022, ΑΠ 519/2022).

Συνακόλουθα στις συμβάσεις αυτές εφαρμόζονται [στις περιπτώσεις που οι συμβάσεις αυτές δεν μπορούν κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό να κριθούν ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη του μισθωτού] και οι ρυθμίσεις του άρθρου 904 επόμ. του ΑΚ προς απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη, από την παροχή εργασίας εκ μέρους του μαθητευόμενου εργαζομένου.

Εξ άλλου, με το άρθρο 20 παρ. 1 (όπως η παρ.1 συμπληρώθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 6 του Ν. 2956/2001) και 15 του Ν. 2639/1998 "Ρύθμιση εργασιακών σχέσεων, σύσταση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 205) ορίσθηκαν με την πρώτη ότι ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ., σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι.-Τ.Ε.Ι.

και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής, την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του, προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης Ανέργων και ότι η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημόσιουδικαίου (παρ. 1) και με τη δεύτερη ότι ο Ο.Α.Ε.Δ.

μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου και ότι με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου (παρ. 15 εδ α` και β`).

Επίσης με το άρθρο 20 παρ. 4 του Ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προστέθηκε ως περίπτωση κα` στο άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 2190/1994 (μετέπειτα καταργηθείσα με το άρθρο 1 του Ν. 3812/2009) επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ.

Οι συμβάσεις αυτές φέρουν εκ των πραγμάτων και για αντικειμενικούς λόγους το χαρακτήρα των συμβάσεων ορισμένου χρόνου, αφού διαφορετικά θα ήταν ανέφικτη η υλοποίηση των σχετικών προγραμμάτων, ενώ στις συμβάσεις αυτές, που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού κατά τα' ανωτέρω προγράμματος υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ, δεν εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις του Π.Δ/τος 164/2004 κατά το άρθρο 2 παρ. 2 εδ.

β αυτού. (ΑΠ 888/2023, ΑΠ 519/2022). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 32 παρ. 12 Ν. 3232/2004, ως αντικαταστάθηκε δια της διατάξεως του άρθρου 13 Ν. 3302/2004, "Το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., ο Ο.Γ.Α., ο Ο.Α.Ε.Ε. και λοιποί φορείς κοινωνικής ασφάλισης, αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μπορούν να συνάπτουν, ύστερα από απόφαση του Διοικητικού τους Συμβουλίου και των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, συμβάσεις με τον Ο.Α.Ε.Δ.

ή θυγατρικές εταιρείες αυτού, για τη διάθεση για ορισμένο χρόνο, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δεκαοκτώ (18) μήνες, ατόμων από τα Προγράμματα (κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας) ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ., για τη διεκπεραίωση εργασιών χορήγησης ασφαλιστικών παροχών όταν το τακτικό προσωπικό των Φορέων Ασφάλισης δεν επαρκεί για την έγκαιρη διεκπεραίωση των εργασιών αυτών.

Η δαπάνη για την απασχόληση αυτή βαρύνει τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο", ενώ η αυτή διάταξη, όπως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 Ν. 3552/2007, έχει ως εξής: "Το ΙΚΑ- ΕΤΑΜ, ο ΟΓΑ, ο ΟΑΕΕ και λοιποί Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μπορούν να συνάπτουν, ύστερα από απόφαση του Διοικητικού τους Συμβουλίου, που εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, συμβάσεις με τον ΟΑΕΔ ή θυγατρικές εταιρείες αυτού για τη διάθεση για ορισμένο χρόνο που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δεκαοκτώ (18) μήνες, ατόμων από προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων του ΟΑΕΔ σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης.

Η δαπάνη για την άσκηση αυτή βαρύνει τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο. Κατ` εξαίρεση, συμβάσεις ιδίου περιεχομένου με Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης που λήγουν από 1.1.2007 έως 31.12.2007 δύνανται να παρατείνονται για δώδεκα (12) μήνες από την ημερομηνία λήξης τους". Τέλος, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της μεταξύ των μερών συμβατικής σχέσης ως σύμβασης ή σχέσης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή σύμβασης μαθητείας, γνήσιας ή μη, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τα άρθρα 26 παρ.3 και 87 παρ.2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, μη δεσμευόμενο από το χαρακτηρισμό που προσέδωσαν σε αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, αξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και, εφόσον στη συνέχεια ήθελαν προκύψει και από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση.

Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σχέσης εξαρτημένης εργασίας ή μαθητείας (γνήσιας ή μη) ή ως σύμβασης εργασίας ορισμένης ή αόριστης διάρκειας δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου, των ΟΤΑ, των ΝΠΔΔ και γενικότερα των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ.ΑΠ 4/2021, Ολ.ΑΠ 7/2011, Ολ.ΑΠ 18/2006).

Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 904 εδ. α του ΑΚ ορίζεται ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια και με τη διάταξη του άρθρου 908 εδ α του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι ο λήπτης υποχρεούται να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ` αυτό.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη για οιονδήποτε λόγο σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολόγητα πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) που αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, ανεξαρτήτως της ζημίας του τελευταίου, με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης νομοθετικής ρύθμισης που αποσυνδέει ορισμένες μισθολογικές αξιώσεις από το κύρος της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.

Τέτοια αντίθετη νομοθετική ρύθμιση διαλαμβάνεται στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26-2-1975 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, από τις οποίες προκύπτει ότι των επιδομάτων (δώρων) εορτών και αδείας και των αποδοχών αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας (Ολ.ΑΠ 4/2021, ΑΠ 186/2019, ΑΠ 907/2017, ΑΠ 879/2017).

Επομένως, με την επιφύλαξη αυτή, στις περιπτώσεις απλής σχέσης εργασίας λόγω ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας για οιονδήποτε λόγο, για την αμοιβή του εργαζόμενου λόγω της από αυτόν παροχής της εργασίας του προς τον εργοδότη, δεν οφείλεται από τον τελευταίο μισθός, αλλά γεννάται υποχρέωση αυτού προς απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.

ΑΚ (Ολ.ΑΠ 4/2021, ΑΠ 519/2022, ΑΠ 509/2016, ΑΠ 933/2015). Ειδικότερα, η ωφέλεια που ο εργοδότης υποχρεούται να αποδώσει στον ακύρως απασχοληθέντα εργαζόμενο συνίσταται στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε εάν ήταν έγκυρη η σύμβαση εργασίας υπό τις επικρατούσες στον τόπο της παροχής συνθήκες για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος.

Η ωφέλεια αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι τυχόν υπάρχουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις (ΟλΑΠ 4/2021), σε περίπτωση δε έλλειψης τέτοιων, δεν μπορεί να είναι κατώτερη από εκείνη που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποδεικνύεται ότι ο εργοδότης καταβάλλει σε άλλο εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις.

Η δε ωφέλεια (πλουτισμός) του εργοδότη απορρέει από μόνο το γεγονός της πραγματικής παροχής των υπηρεσιών του μισθωτού στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης εργασίας και κατά συνέπεια είναι αδιάφορο εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο εργοδότης από οικονομικούς ή άλλους λόγους δεν θα προέβαινε στην πρόσληψη άλλου μισθωτού με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Ο ως άνω γενικός κανόνας των άρθρων 904 επόμ. ΑΚ, ο οποίος απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και επί του Δημόσιου και γενικότερα επί φορέων του δημόσιου τομέα, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (Ολ.ΑΠ 4/2021, ΑΠ 519/2022, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1022/2015).

Ειδικότερα, δεν εισάγεται υπέρ αυτών εξαίρεση με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 6 του Συντάγματος, που απαγορεύουν την πρόσληψη υπαλλήλου σε μη νομοθετημένη θέση ή εκείνων των παρ. 7 και 8 του ιδίου άρθρου που προστέθηκαν μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος από 18.4.2001 με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ως και εκείνων του Ν. 2190/1994, που αφορούν το σύστημα προσλήψεων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα ορίζοντας τους τρόπους πρόσληψης προσωπικού από τους εν λόγω φορείς, και παράλληλα αποκλείουν τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.

Και τούτο διότι η παρά την απαγόρευση αυτή ενέργεια, η οποία συνεπάγεται την ακυρότητα της πρόσληψης κατά τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ, συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας και εφ` όσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 ΑΚ, το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου και γενικότερα ο φορέας του δημόσιου, στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία του ακύρως προσληφθέντος μισθωτού ενέχεται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την εργασία η οποία παρασχέθηκε σε αυτό και από την οποία αυτό κατέστη πλουσιότερο και δεν συνιστά αιτία αποκλεισμού αυτού που εργάστηκε από την αναζήτηση της ωφέλειας (ΟλΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 218/1977, ΑΠ 186/2019).

Τα ανωτέρω τυγχάνουν εφαρμογής και στις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσιες συμβάσεις μαθητείας) [στις περιπτώσεις που οι συμβάσεις αυτές δεν μπορούν κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό να κριθούν ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη μισθωτού] προς απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη, από την παροχή εργασίας εκ μέρους του μαθητευόμενου εργαζόμενου (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 186/2019).

Από τις ανωτέρω διατάξεις παρέπεται ότι, εάν η απασχόληση από τον οικείο δημόσιο Φορέα του προσλαμβανομένου βάσει των προπαρατιθεμένων διατάξεων σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος του Ο.Α.Ε.Δ. προς κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργου δεν αποβλέπει κατά κύριο λόγο στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και εξειδίκευσης αλλά στην εκτέλεση παραγωγικού έργου, υφίσταται άκυρη σύμβαση εργασίας και το Δημόσιο ή τα άλλα δημόσια νομικά πρόσωπα, ως καθιστάμενα εντεύθεν αδικαιολόγητα πλουσιότερα, υποχρεούνται, κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ.

α` και 908 εδ. α` ΑΚ, στην απόδοση της ωφέλειας, την οποία αποκόμισαν από την εργασία του μισθωτού, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλαν σε άλλον εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπ` όψη παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικά στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού και χωρίς η νομιμότητα της σχετικής αγωγής να επηρεάζεται από το γεγονός, ότι δεν υπήρχε δυνατότητα έγκυρης πρόσληψης άλλου μισθωτού στη θέση του ακύρως απασχοληθέντος (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 519/2022).Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 9/2016,ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 499/2023, ΑΠ 53/2022, ΑΠ 269/2020, ΑΠ 109/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1792/2022 απόφασή του, αφού έκρινε ότι έσφαλε η πρωτόδικη απόφαση, που απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική βάση (του αδικαιολόγητου πλουτισμού) των αγωγών, την εξαφάνισε ως προς το σκέλος αυτό, κράτησε και δίκασε τις αγωγές και δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα:"[...] Από την επανεκτίμηση των δικογράφων της πρωτόδικης δίκης[..,] προκύπτει ότι οι εκκαλούντες προσλήφθηκαν δυνάμει συμφωνητικών συνεργασίας που καταρτίστηκαν με τον ΟΑΕΔ και τους ανωτέρω ΟΤΑ ως "φορείς υλοποίησης".

Αυτά επιγράφονταν ως "Συμφωνητικά συνεργασίας στο πλαίσιο του προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στους ΟΤΑ Α' και Β' βαθμού". Το ωράριό τους ορίστηκε σε επτά ώρες ημερησίως, εντός των πέντε εργασίμων ημερών της εβδομάδας (αρθ. 4 του συμφωνητικού) και παρά τον αναγραφόμενο σκοπό των συμβάσεων ως αφορώντα "την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας", καθ' όλη τη διάρκεια αυτών-αρχική και κατόπιν παρατάσεως-όλοι οι ενάγοντες-εκκαλούντες απασχολήθηκαν από την αρχή σε θέσεις και σε καθήκοντα που δε διέφεραν σε τίποτε από αυτά των συναδέλφων τους υπαλλήλων ΟΤΑ που απασχολούνταν με κανονικές συμβάσεις εργασίας και κάλυπταν οργανικές θέσεις.

Αυτό προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως, που ως συνδικαλιστής[...] είχε εξ επαγγέλματος γνώση του γεγονότος αυτού, αλλά ιδίως από τις προσκομιζόμενες βεβαιώσεις των ΟΤΑ που ήταν οι αποδέκτες της εργασίας των εναγόντων, περί του ότι αυτοί κάλυπταν "πάγιες και διαρκείς" ανάγκες, ήτοι ότι λειτουργούσαν ως εργαζόμενοι προς εξυπηρέτηση των αναγκών αυτών των ΟΤΑ και όχι ως μαθητευόμενοι, προς δικό τους δηλ.

όφελος, συνιστάμενο στην αποκόμιση γνώσεων και εμπειρίας[...] και συνεπώς δικαιούνται τις διαφορές αποδοχών σε σχέση με υπαλλήλους που θα είχαν προσληφθεί με έγκυρη σύμβαση εργασίας και θα αμείβονταν με το βασικό μισθό της κατηγορίας τους, χωρίς προσαυξήσεις λόγω προϋπηρεσίας και οικογενειακής κατάστασης, αλλά με όλες τις επιδοματικές παροχές που δεν εξαρτώνται από προσωπικούς λόγους και εντάσσονται στο μισθό.

Ο μισθός που θα ελάμβανε ένας τέτοιος υπάλληλος κατηγορίας ΔΕ ανέρχεται:[...]. Κατ'ακολουθία των ανωτέρω, οι ενάγοντες-εκκαλούντες[...] δικαιούνται να λάβουν τις ακόλουθες διαφορές αποδοχών[...].Πρέπει συνεπώς να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εφεσίβλητου-εναγόμενου να καταβάλει σε καθέναν από τους εκκαλούντες-ενάγοντες το αντίστοιχο από τα ανωτέρω ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής του, αφού πρόκειται για απαιτήσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό που τοκοφορούν από την όχληση.

Πρέπει επίσης να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εφεσιβλήτου-εναγομένου να καταβάλει προς τον φορέα κοινωνικής ασφάλισης τις εργοδοτικές ασφαλιστικές εισφορές που αντιστοιχούν στους ανωτέρω χρόνους εργασίας των εκκαλούντων-εναγόντων [...]. Μετά ταύτα, δέχθηκε εν μέρει τις αγωγές και αναγνώρισε την υποχρέωση του εφεσίβλητου- εναγόμενου ήδη αναιρεσείοντος να καταβάλει σε κάθε έναν από τους εκκαλούντες- ενάγοντες ήδη αναιρεσίβλητους τα αναφερόμενα ποσά με το νόμιμο τόκο, καθώς και να ασφαλίσει τον καθέναν απ'αυτούς στον κλάδο σύνταξης του ΙΚΑ ήδη ΕΦΚΑ για τον αντίστοιχο χρόνο της απασχόλησής του.

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις του νόμου ως προς τη φύση της μεταξύ των μερών έννομης σχέσης, ως σχέσης γνήσιας ή μη γνήσιας σύμβασης μαθητείας(σχέση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου), που συνέχεται άμεσα με την επιδίκαση των αιτούμενων μισθολογικών διαφορών, με βάση τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι οι ενάγοντες ήδη αναιρεσίβλητοι κάλυπταν "πάγιες και διαρκείς" των αρχικά εναγόμενων ΟΤΑ ανάγκες και ότι λειτουργούσαν ως εργαζόμενοι προς εξυπηρέτηση των αναγκών αυτών των ΟΤΑ και όχι ως μαθητευόμενοι, προς δικό τους δηλ. όφελος, συνιστάμενο στην αποκόμιση γνώσεων και εμπειρίας, δεν αναφέρει:

α) ποιές οι θέσεις στις οποίες τοποθετήθηκαν και ποιά τα καθήκοντα (όμοια, κατά τις παραδοχές, με εκείνα των συναδέλφων τους που απασχολούνταν με κανονικές συμβάσεις εργασίας και κάλυπταν οργανικές θέσεις), που αυτοί εκτελούσαν, ώστε να κριθεί, αν πράγματι ο προέχων σκοπός των ένδικων συμβάσεων των εναγόντων ήδη αναιρεσίβλητων απέβλεπε, κατά κύριο λόγο, στην εκτέλεση παραγωγικού έργου, που επίσης δεν προσδιορίζεται ή στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και στο ατομικό τους όφελος να αποκτήσουν την εμπειρία αυτή για μελλοντική τους αποκατάσταση, β)το χρόνο πρόσληψης των εναγόντων ήδη αναιρεσίβλητων, αν επρόκειτο για μία ή περισσότερες συμβάσεις, τη χρονική διάρκεια κάθε μιας απ' αυτές, αλλά και της συνολικής απασχόλησής τους, ώστε να κριθεί, αν η παροχή των υπηρεσιών τους απέβλεπε κατά κύριο ή μη λόγο στην εκμάθηση της εργασίας ή στην εργασία αυτών και δευτερευόντως στην εκμάθηση, καθόσον εκ των πραγμάτων και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας εκτείνεται σε περιορισμένο χρονικό διάστημα, κυρίως στα πλαίσια της αρχικής σύμβασης, για την εκμάθηση των καθηκόντων της υπηρεσίας στην οποία είχαν τοποθετηθεί με ανάθεση αντίστοιχης εργασίας, δ) αν, κατά το χρόνο παροχής της εργασίας τους τελούσαν υπό τον έλεγχο και τις οδηγίες των προϊσταμένων τους, όσον αφορά τον τρόπο, το χρόνο και τον τόπο παροχής της εργασίας τους και ε)τον λόγο της ακυρότητας των ένδικων συμβάσεων.

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων ΟΤΑ προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης των διατάξεων του νόμου ως προς τη φύση της μεταξύ των μερών έννομης σχέσης ως σχέσης γνήσιας ή μη γνήσιας σύμβασης μαθητείας(σχέση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου), η αναιρετική εμβέλεια του οποίου οδηγεί στην παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και καθιστά πλέον αλυσιτελή την εξέταση των πρώτου, τρίτου, πέμπτου και έκτου λόγων αναίρεσης (ΑΠ 1474/2022, πρβλ.

ΑΠ 301/2018). Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή του τέταρτου λόγου αναίρεσης και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλο Δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ) στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Δήμου, που παραστάθηκε χωρίς να καταθέσει προτάσεις κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού, μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων".

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 1792/2-9-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης .

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιανουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ