Legislator Case Law & Legislation
178/2022 AI generated

178/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 178/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

178/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 47-50 του ΕμπΝ, όπως ίσχυαν πριν από την κατάργησή τους με το άρθρο 294 παρ. 2 του Ν. 4072/2012 και εφαρμόζονται στην ένδικη περίπτωση κατά το άρθρο 294 παρ. 1 του αυτού ως άνω νόμου, προκύπτει, ότι η αφανής εταιρεία, στην οποία εφαρμόζονται, εφόσον δεν αντιτίθενται στον ιδιάζοντα χαρακτήρα της, οι διατάξεις περί εταιρειών του Α.Κ., δηλαδή τα άρθρα 741 επ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 178 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 178/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εμπορικής εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στο Λιμένα Χερσονήσου Ηρακλείου Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Γιαννόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 7-9-2021 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Μ. του Γ., κατοίκου Ν. Αλικαρνασσού Ηρακλείου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άρη Ροζάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-7-2010 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 118/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 21/2017 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-10-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 19-10-2018 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 46/19-10-2018) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 21/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. ΚΠολΔ, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Επισημαίνεται ότι ο αναιρεσίβλητος, παραστάθηκε στο ακροατήριο με γραπτή δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., όπως η δυνατότητα αυτή του παρέχεται από το άρθρο 6 παρ. 11 του Ν. 2479/1997, που τροποποίησε το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που δικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, αφού στο Δικαστήριο τούτο δεν είναι πλέον υποχρεωτική η προφορική συζήτηση, κατά τις διατάξεις των άρθρων 115 παρ. 2, 741, 745 και 759 παρ. 4 ΚΠολΔ (ΑΠ 876/2017).

Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, ως προς το παραδεκτό της παράστασης του αναιρεσίβλητου, που πρέπει, κατά την άποψή της, να λογιστεί ότι δικάζεται ερήμην. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 570 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι "οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης της αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων.

Οι διάδικοι καταθέτουν τις προτάσεις τους είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο". Οι περιπτώσεις της άνω διατάξεως, όπου είναι υποχρεωτική με ποινή το απαράδεκτο η κατάθεση των προτάσεων προ είκοσι (20) ημερών, αναφέρονται περιοριστικά στις ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων και συνεπώς άλλοι ισχυρισμοί και αιτήματα μπορούν να υποβληθούν με τις προτάσεις, που κατατέθηκαν και μετά την ανωτέρω προθεσμία (Ολ.

ΑΠ 13/2004).

Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, ο οποίος περιέχεται στην από 05-10-2021 προσθήκη αντίκρουση των προτάσεών της, που κατατέθηκε νόμιμα στο γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου στις 06-10-2021, ότι δεν πρέπει να ληφθούν καθόλου υπόψη οι διαλαμβανόμενοι στις προτάσεις ισχυρισμοί του αναιρεσίβλητου, διότι αυτές δεν κατατέθηκαν είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι στις ως άνω από 21-09-2021 προτάσεις του αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν νόμιμα στο γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου στις 23-09-2021 (όχι όμως είκοσι ημέρες πριν από τη δικάσιμο), δεν περιλαμβάνονται ενστάσεις και ισχυρισμοί ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, στα οποία αναφέρεται, όπως προεκτέθηκε, η ως άνω διάταξη του άρθρου 570 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

Αφανής ή μετοχική εταιρεία, είναι η προσωπική, χωρίς νομική προσωπικότητα και εταιρική περιουσία, εταιρεία, με απουσία ανάπτυξης του εταιρικού δεσμού προς τα έξω, στην οποία ο μεταξύ των εταίρων εταιρικός δεσμός καταλαμβάνει τις προς τα έσω σχέσεις των εταίρων. Ειδικότερα, οι αφανείς εταίροι μετέχουν μόνον ενοχικά στα αποτελέσματα της δραστηριότητας του εμφανούς εταίρου και όχι ως κοινωνοί των δικαιωμάτων και συνοφειλέτες των υποχρεώσεων, που δημιουργεί η δράση του εμφανούς εταίρου, συμμετέχοντας μόνο στην κατανομή των κερδών και ζημιών, που προκύπτουν από τη δράση του εμφανούς, ενώ προς τα έξω δεν υπάρχει ανάπτυξη του εταιρικού δεσμού, αλλά εμφανίζεται ένας εταίρος (ή περισσότεροι), που ονομάζεται εμφανής, προς διάκριση από τους αφανείς, ο οποίος αναπτύσσει δραστηριότητα έναντι των τρίτων ιδίω ονόματι (ΑΠ 1355/2019, ΑΠ 1234/2015, ΑΠ 1435/2014, ΑΠ 846/2012, ΑΠ 1038/2010, ΑΠ 393/2006).

Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 47-50 του ΕμπΝ, όπως ίσχυαν πριν από την κατάργησή τους με το άρθρο 294 παρ. 2 του Ν. 4072/2012 και εφαρμόζονται στην ένδικη περίπτωση κατά το άρθρο 294 παρ. 1 του αυτού ως άνω νόμου, προκύπτει, ότι η αφανής εταιρεία, στην οποία εφαρμόζονται, εφόσον δεν αντιτίθενται στον ιδιάζοντα χαρακτήρα της, οι διατάξεις περί εταιρειών του Α.Κ., δηλαδή τα άρθρα 741 επ.

αυτού, συνιστάται ατύπως, χωρίς δηλαδή να είναι αναγκαία η τήρηση τύπου (ΑΠ 752/2020, ΑΠ 1355/2019, ΑΠ 1064/2015, ΑΠ 227/2012, ΑΠ 535/ 2011, ΑΠ 911/2011), εκ μόνου του γεγονότος της συμμετοχής (ΑΠ 1359/2009, ΑΠ 1324/2007, ΑΠ 1635/2006), έστω και αν αποβλέπει στην επιχείρηση δικαιοπραξιών, που υποβάλλονται κατά νόμο σε ορισμένο τύπο (ΑΠ 1064/2015, ΑΠ 535/2011) και δεν έχει νομική προσωπικότητα, ούτε δική της περιουσία, διαφορετική από την περιουσία των εταίρων.

Οι εταιρικές εισφορές, για τις οποίες υπάρχει υποχρέωση όλων των εταίρων, δεν μεταβιβάζονται στην εταιρεία, αλλά χρησιμοποιούνται από τον εμφανή εταίρο για την πραγματοποίηση του εταιρικού σκοπού, ο εταίρος δε αυτός υποχρεούται καθετί, που ως διαχειριστής αποκτά στο όνομά του, να το καταστήσει κοινό όλων των εταίρων, κατά το λόγο της εταιρικής μερίδας εκάστου (ΑΠ 1355/2019, ΑΠ 227/2012, ΑΠ 860/2002, ΑΠ 823/2001, ΑΠ 1629/2001).

Ο σχηματισμός της εταιρείας, οι εισφορές των εταίρων, η αναλογία συμμετοχής τους στα κέρδη και στις ζημιές της εταιρείας και όλα γενικώς τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις τους εξαρτώνται από τις συμφωνίες των μετόχων, συμπληρωματικά δε μόνον, επί μη υπάρξεως συμφωνίας για ορισμένο ζήτημα, εφαρμόζονται (άρθρο 18 Ε.Ν.) οι περί εταιρειών διατάξεις (άρθρο 741 επ.

ΑΚ), υπό την προϋπόθεση, όπως προαναφέρθηκε, ότι συμβιβάζονται με τη φύση της αφανούς εταιρείας ως εσωτερικής εταιρείας, που χαρακτηρίζεται κυρίως από την έναντι τρίτων αφάνειά της ( ΑΠ 1064/2015, ΑΠ 535/2011, ΑΠ 1359/2009). Η αφανής εταιρεία λύεται για τους ίδιους λόγους, για τους οποίους λύεται και η αστική εταιρεία, με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 765 επ.

Α.Κ. Μεταξύ των λόγων λύσεως της εταιρίας περιλαμβάνεται και η καταγγελία, τακτική ή έκτακτη, που επιφέρει τα αποτελέσματά της, έστω και αν δεν υπάρχει πράγματι σπουδαίος λόγος, όπως απαιτείται από το άρθρο 766 Α.Κ. (ΑΠ 1234/2015, ΑΠ 227/2012, ΑΠ 393/2006). Μετά τη λύση της αφανούς εταιρείας δεν απαιτείται να επακολουθήσει υποχρεωτικά στάδιο εκκαθαρίσεως, διότι δεν υπάρχει εταιρική περιουσία, εφόσον ο εμφανής εταίρος εμπορεύεται ατομικά έναντι των τρίτων.

Επομένως, μετά τη, για οποιοδήποτε λόγο, λύση της αφανούς εταιρίας, μπορεί να εγερθεί απευθείας η αγωγή για διανομή της εταιρικής περιουσίας και να ζητηθεί από τον εμφανή εταίρο η επιστροφή της εισφοράς, η οποία προηγουμένως δεν μπορεί να αξιωθεί, καθώς και η ανάλογη μερίδα του από τα κέρδη, χωρίς να είναι υποχρεωμένοι οι εταίροι να προσφύγουν στην εκκαθάριση της εταιρικής περιουσίας, εκτός αν υπάρχει μεταξύ τους αντίθετη συμφωνία, ή το δικαστήριο φρονεί ότι πρέπει να προηγηθεί η εκκαθάρισή της, διότι από την παράλειψή της επέρχεται σύγχυση (ΑΠ 1355/2019, ΑΠ 1064/2015, ΑΠ 227/2012, ΑΠ 846/2012, ΑΠ 535/2011, ΑΠ 1038/2010).

Κατά το στάδιο αυτό, το οποίο δεν αποτελεί κατά κυριολεξία εκκαθάριση, αλλά διακανονισμό των εταιρικών δοσοληψιών, μετά τον οποίο θα κριθούν οι ενοχικές αξιώσεις των αφανών εταίρων για απόδοση των εισφορών ή για απόληψη κερδών ή και η υποχρέωση αυτών συμμετοχής στις ζημίες, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του Α.Κ.

για την εκκαθάριση (ΑΠ 227/2012, ΑΠ 846/2012, ΑΠ 1038/2010). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη 777 του Α.Κ. "Η εταιρία λογίζεται ότι εξακολουθεί και μετά τη λύση της, εφόσον το απαιτούν οι ανάγκες και ο σκοπός της εκκαθάρισης. Από τη λύση παύει η εξουσία των διαχειριστών εταίρων", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 778 του Α.Κ. "Αφού λυθεί η εταιρία η εκκαθάριση, αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, ενεργείται από όλους τους εταίρους μαζί, ή από εκκαθαριστή που έχει διοριστεί με ομόφωνη απόφαση όλων.

Σε περίπτωση διαφωνίας ο εκκαθαριστής διορίζεται ή αντικαθίσταται από το δικαστήριο με αίτηση ενός από τους εταίρους και η αντικατάσταση γίνεται μόνο για σπουδαίους λόγους". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι από τη λύση της προσωπικής εταιρείας, παύει η εξουσία των διαχειριστών εταίρων και αρχίζει η εξουσία των εκκαθαριστών (συμβατικών, νομίμων ή δικαστικών), εφόσον, βέβαια, υπάρχει εκκαθαριστέα εταιρική περιουσία.

Η εκκαθάριση, αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, ενεργείται από όλους τους εταίρους μαζί ή από εκκαθαριστή, που έχει διοριστεί με ομόφωνη απόφαση όλων (ΑΠ 780/2018, ΑΠ 989/2014). Σε περίπτωση διαφωνίας, ο εκκαθαριστής, συμβατικός, νόμιμος ή δικαστικός, διορίζεται ή αντικαθίσταται από το Δικαστήριο (άρθρο 786 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.), με αίτηση ενός από τους εταίρους και η αντικατάσταση γίνεται μόνο για σπουδαίους λόγους (ΑΠ 780/2018, ΑΠ 1417/2012, ΑΠ 206/2010).

Σπουδαίο λόγο, κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, συνιστά, μεταξύ άλλων, και η ύπαρξη διαφωνιών και διενέξεων μεταξύ των εκκαθαριστών, που ορίζονται από το καταστατικό, ή μεταξύ αυτών και των συνεταίρων, εξαιτίας των οποίων καθίσταται αδύνατη ή πολύ δυσχερής η πραγματοποίηση του έργου της εκκαθάρισης, καθώς και η άρνηση του ενός εκκαθαριστή να συμπράξει με τον άλλον ή τους άλλους στο έργο της εκκαθαρίσεως της εταιρικής περιουσίας.

Ως σπουδαίος λόγος θεωρείται, επίσης και κάθε γεγονός, εκ του οποίου προκύπτει, ότι η διατήρηση του εκκαθαριστή ή των εκκαθαριστών δεν εξασφαλίζει την ομαλή και απρόσκοπτη διεξαγωγή της εκκαθάρισης και δημιουργεί φόβους σοβαρών ζημιών στα συμφέροντα της εταιρείας και των εταίρων ή εκ του οποίου προκύπτει, ότι η εξακολούθηση της διαχειριστικής εξουσίας του εκκαθαριστή αποβαίνει μη ανεκτή, κατά την καλή συναλλακτική πίστη και τα χρηστά ήθη, εκ μέρους των εταίρων (ΑΠ 780/2018, ΑΠ 290/2017).

Εξάλλου, το Δικαστήριο οφείλει να προβεί στο διορισμό εκκαθαριστή ή εκκαθαριστών χωρίς να δεσμεύεται από τα πρόσωπα, τα οποία προτείνουν ο αιτών ή οι παρεμβαίνοντες εταίροι, όπως, επίσης, δεν δεσμεύεται στον καθορισμό του αριθμού των εκκαθαριστών, εκτός αν ο αριθμός αυτός ορίζεται στο καταστατικό ή σε άλλη απόφασή τους, οπότε το Δικαστήριο δεσμεύεται, διότι η απόφασή του αναπληρώνει την ελλείπουσα ομοφωνία τους ως προς την επιλογή του προσώπου των εκκαθαριστών, ενώ ως προς τον αριθμό δεν υφίσταται διαφωνία.

Ως εκκαθαριστές μπορούν να διοριστούν ένας ή περισσότεροι από τους συνεταίρους ή, συνηθέστερα, από τρίτα προς την εταιρεία πρόσωπα, που να έχουν ειδικότητα για την διεξαγωγή της εκκαθαρίσεως και να είναι αμέτοχα στις προστριβές και διενέξεις των συνεταίρων (ΑΠ 780/2018, ΑΠ 1363/1998). Περαιτέρω, κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 294 παρ. 1 του νόμου 4072/2012 (ΦΕΚ Α 86 11.4.2012) " ο παρών νόμος εφαρμόζεται και στις εταιρείες, οι οποίες κατά την έναρξη της ισχύος του δεν τελούν σε εκκαθάριση ή σε πτώχευση".

Επομένως, εφόσον κατά την έναρξη της ισχύος του ως άνω νόμου (11.4.2012) οι εταιρείες στις οποίες αναφέρεται, μεταξύ των οποίων και η αφανής, τελούν σε εκκαθάριση ή σε πτώχευση, εφαρμόζονται οι ανωτέρω προϊσχύουσες διατάξεις του Α.Κ. και του ΕμπΝ.

Εξάλλου, μορφή συμμετοχής στην επιχειρηματική δραστηριότητα κάποιου προσώπου, χωρίς την εμφάνιση του συμμετέχοντος έναντι των τρίτων, αποτελεί και η παρακοινωνία, της οποίας η ίδρυση και η λειτουργία ρυθμίζονται, κατ` αρχάς, από τις μεταξύ των συμβαλλομένων συμφωνίες (άρθρο Α.Κ.), ενώ σε περίπτωση ανυπαρξίας τέτοιων συμφωνιών, έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις περί εταιριών του Αστικού Κώδικα (741 επ.

Α.Κ.), οι οποίες αφορούν εταιρίες που δεν έχουν, όπως οι συμμετοχικές, νομική προσωπικότητα, υπό την προϋπόθεση ότι συμβιβάζονται με τη φύση της παρακοινωνίας ως εσωτερικής εταιρίας που χαρακτηρίζεται κυρίως από την έναντι τρίτων αφάνειά της. Η εταιρία αυτή υφίσταται μόνο μεταξύ του εταίρου κάποιας εταιρίας (κύριος εταίρος) και του προσώπου που "προσκολλάται" στην εταιρική μερίδα του πρώτου (παρακοινωνός), δηλαδή τρίτου προς την εταιρία, τον οποίο ο εταίρος προσλαμβάνει ως κοινωνό των δικαιωμάτων του στην υφιστάμενη εταιρία.

Στην παρακοινωνία, η προαγωγή του κοινού εταιρικού σκοπού γίνεται με τη συμβολή των μελών της, κυρίως με την παροχή εισφορών. Η συμβολή του κυρίου εταίρου συνίσταται στην εισφορά εκ μέρους του της εταιρικής μερίδας στην παρακοινωνία και στη διαχείρισή της για το συμφέρον και του παρακοινωνού. Η εισφορά του παρακοινωνού - η οποία θα πρέπει να τεθεί στη διάθεση του κυρίου εταίρου - μπορεί να είναι χρήματα, μεταβίβαση της κυριότητας σε περιουσιακά αντικείμενα, εργασία κ.λ.π.

Στοιχείο και της παρακοινωνίας είναι η ύπαρξη, μεταξύ των μελών της, πρόθεσης εταιρικής συνεργασίας, η οποία αποτελεί κριτήριο για τη διάκρισή της από τις παρεμφερείς έννομες σχέσεις. Όπως και η αφανής εταιρία, έτσι και η παρακοινωνία είναι εσωτερική εταιρία. Προς τα έξω εμφανίζεται μόνον ο κύριος εταίρος, ο οποίος ενεργεί μεν πάντοτε στο όνομά του, πλην, όμως, στην πραγματικότητα ενεργεί για λογαριασμό και του παρακοινωνού.

Έννομες σχέσεις μεταξύ του παρακοινωνού και της εταιρίας ή μεταξύ αυτού και των άλλων εταίρων της κυρίας εταιρίας, καθώς και μεταξύ του παρακοινωνού και των τρίτων δεν υφίστανται, ακόμα κι αν η ύπαρξή του είναι γνωστή σ` αυτούς.

Συνεπώς, στη σύμβαση παρακοινωνίας γεννώνται σχέσεις μόνο μεταξύ των συμβαλλομένων (εταίρου και παρακοινωνού) με περιεχόμενο τη συμμετοχή του τρίτου παρακοινωνού στα κέρδη και στις ζημίες, που αναλογούν στον αντισυμβαλλόμενό του εταίρο από την συμμετοχή του στην εταιρία ( ΑΠ 287/2019).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 18, 19, 22 ΕμπΝ και 748 παρ.1, 749 παρ.1, 754 παρ.1, 756, 760 και 724 Α.Κ., όπως εκείνες περί ομόρρυθμης εταιρείας ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με τα άρθρα 249-270 του ν. 4072/2012, σαφώς προκύπτει ότι στις προσωπικές εταιρείες, όπως είναι και η ομόρρυθμη εταιρεία, η εξουσία (και το καθήκον) διαχειρίσεως είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με την εταιρική ιδιότητα και για το λόγο αυτό δεν μπορεί η διαχείριση να ανατεθεί με το εταιρικό καταστατικό ή με μεταγενέστερη απόφαση των εταίρων σε τρίτο πρόσωπο, ήτοι μη εταίρο, όπως αντίθετα είναι δυνατόν στις κεφαλαιουχικές εταιρείες.

Μόνο οι απεριορίστως ευθυνόμενοι ομόρρυθμοι εταίροι μπορούν να είναι διαχειριστές και εκπρόσωποι της ομόρρυθμης εταιρείας, κατ` αποκλεισμό τρίτου προσώπου. Βέβαια, με σύμβαση εντολής ή εργασίας μπορεί να ανατεθεί από τους εταίρους σε τρίτο, μη εταίρο, η διεξαγωγή και ενέργεια διαχειριστικών πράξεων, χωρίς όμως αυτός να γίνεται διαχειριστής της ομόρρυθμης εταιρείας κατά την έννοια του νόμου, ούτε όργανο του νομικού προσώπου αυτής (Ολ.

ΑΠ 13/1997, ΑΠ 1374/2013, ΑΠ 1859/2011). Επομένως, ο όρος του καταστατικού ομόρρυθμης εταιρείας ότι η "διαχείριση" αυτής ανήκει σε τρίτο πρόσωπο, μη εταίρο, δεν αποκλείει τους ομόρρυθμους εταίρους από το να έχουν και να ασκούν αυτοί το δικαίωμα διαχειρίσεως και εκπροσωπήσεως της εταιρείας, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 22 του ΕμπΝ.

Ειδικότερα στην περίπτωση αυτή, την ως άνω ιδιότητα εξακολουθούν να έχουν οι ομόρρυθμοι εταίροι της εταιρείας, οι οποίοι διατηρούν το δικαίωμα διαχειρίσεως και εκπροσωπήσεως αυτής, ενεργώντας και μεμονωμένα, δεσμεύοντας με τις ενέργειές τους την ομόρρυθμη εταιρεία. Η εκδοχή του αποκλεισμού των εταίρων από τη διαχείριση, με την ανάθεση της διαχειρίσεως σε τρίτον, αντιβαίνει στον κανόνα ότι ο διορίζων και κύριος των υποθέσεων δεν μπορεί να στερηθεί των εξουσιών, που του ανήκουν, από την ιδιότητά του αυτή.

Η άποψη ότι μπορεί το καταστατικό να προβλέψει ότι η εκπροσώπηση και διαχείριση της ομόρρυθμης εταιρείας ανήκει σε τρίτο μη εταίρο, με αποκλεισμό των εταίρων, έρχεται επιπροσθέτως σε αντίθεση με την προσωπική φύση της ομόρρυθμης εταιρείας και αντιβαίνει στην αναγκαστικού δικαίου αρχή της αυτοδιαχείρισης, που επιβάλλει ο νόμος για τις προσωπικές εταιρείες, ενόψει της απεριόριστης προσωπικής ευθύνης των εταίρων, σε αντίθεση με την περιορισμένη ευθύνη των μετόχων των κεφαλαιουχικών εταιρειών (Ολ.

ΑΠ 13/1997).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).

Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.

ΑΠ 15/2006, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017). Επομένως, ως αιτιολογία που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 307/2020, ΑΠ 414/2019). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται απλώς με την συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα, των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 565/2018, ΑΠ 813/2017).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, καθόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 90/2020, ΑΠ 22/2020, ΑΠ 145/2019, ΑΠ 198/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 21/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, προκύπτει ότι το Εφετείο αυτό δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα: "Με το από 23-7-1987 ιδιωτικό συμφωνητικό συστάσεως ομόρρυθμης εταιρίας, που δημοσιεύτηκε στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου με αριθμό 795/27-7-1987 και καταχωρήθηκε στη ΔΟΥ Ηρακλείου με αριθμό 508/27-7-1987, συνεστήθη η ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία Αφοί Μπαξεβάνη και Σία ΟΕ, ήδη καθής η αίτηση - εκκαλούσα, με έδρα τη Νέα Αλικαρνασσό και αντικείμενο δραστηριότητας την εμπορία οικοδομικών υλικών και ζωοτροφών, την παραγωγή άσβεστου και την αντιπροσωπεία προϊόντων άλλων επιχειρήσεων.

Αρχικοί εταίροι και ιδρυτικά μέλη ήταν οι εξής: 1. Ά. σύζυγος Κ. Μ., 2. Α. Μ. του Γ., ήδη αιτών-εφεσίβλητος, 3. Ε. Μ. του Ι., 4 Χ. σύζυγος Κ. Μ. και 5. Γ. χήρα Ν. Χ., οι οποίοι είχαν ίση συμμετοχή στα κέρδη και τις ζημίες με ποσοστό 20% και διαχειριστής είχε οριστεί ο μη εταίρος Κ. Μ. του Γ.. Με το από 30-5-1988 ιδιωτικό συμφωνητικό, που δημοσιεύτηκε στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου με αριθμό 560/31-5-1988 και καταχωρήθηκε στη ΔΟΥ Ηρακλείου με αριθμό 442/31-5-1988 τροποποιήθηκε το καταστατικό της εταιρίας και ορίστηκε νέος διαχειριστής ο επίσης μη εταίρος Κ.

Μ. του Γ. Με το από 27-10-1993 ιδιωτικό συμφωνητικό, που δημοσιεύτηκε στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου με αριθμό 760/15-11-1993 και καταχωρήθηκε στη ΔΟΥ Ηρακλείου με αριθμό 662/15-11-1993 τροποποιήθηκε το καταστατικό της εταιρίας και εταίροι ήταν οι εξής: 1. Ά. σύζυγος Κ. Μ. με ποσοστό συμμετοχής στα κέρδη και τις ζημίες 40%, 2 Χ. σύζυγος Κ.

Μ. με ποσοστό συμμετοχής στα κέρδη και τις ζημίες 40%, όπως τα εταιρικά τους μερίδια διαμορφώθηκαν με την εκχώρηση σ' αυτούς των εταιρικών μεριδίων των Ε. συζύγου Ι. Μ. και Α. Μ. του Γ., ήδη αιτούντος - εκκαλούντος, αντίστοιχα και 3. Γ. χήρα Ν. Χ. με ποσοστό συμμετοχής στα κέρδη και τις ζημίες 20%. Ακολούθως με το από 28-10-1993 ιδιωτικό συμφωνητικό συστάσεως αφανούς εταιρίας συνεστήθη μεταξύ αφενός μεν του Α.

Μ. του Γ., ως αφανούς εταίρου, αφετέρου δε της ομόρρυθμης εταιρίας ... ως εμφανούς εταίρου, αφανής εταιρία, στην οποία ο αφανής εταίρος συμμετείχε με την προσωπική του εργασία, ως οδηγός σε μεταφορές οικοδομικών υλικών, καθώς και με την παραχώρηση της χρήσης του εξ αδιαιρέτου ποσοστού συγκυριότητας του επί ακινήτου, που χρησιμοποιούσε η αφανής εταιρία προς επίτευξη του σκοπού της, ενώ το ποσοστό συμμετοχής του στα κέρδη και τις ζημίες ορίστηκε σε ποσοστό 10%.

Η αφανής εταιρία είχε συναφές αντικείμενο δραστηριότητας με την ομόρρυθμη εταιρία, ορίστηκε αορίστου χρόνου και συμφωνήθηκε ότι με τη λύση της θα συντάσσεται από τους εταίρους ο λογαριασμός των μεταξύ τους δοσοληψιών και τα έσοδα θα κατανέμονται στους εταίρους ανάλογα με ποσοστά τους και επίσης ότι θα καταβληθεί στον αφανή εταίρο η εισφορά του.

Η αφανής εταιρία λειτούργησε μέχρι τις αρχές του έτους 2009, οπότε διαταράχθηκαν οι σχέσεις μεταξύ των εταίρων της καθής η αίτηση και του αιτούντος, ο οποίος, ένα έτος αργότερα, κατήγγειλε με την από 18-1-2010 εξώδικη δήλωση, που επιδόθηκε στην καθής η αίτηση την 1-2-2010, τη μεταξύ τους αφανή εταιρία και κάλεσε συγχρόνως τους ομόρρυθμους εταίρους να συμπράξουν στην εκκαθάριση της αφανούς εταιρίας, χωρίς όμως να υπάρξει ανταπόκριση στη σχετική πρόσκληση.

Η σύσταση της αφανούς εταιρίας ήταν σύννομη, διότι η λειτουργία της ταυτίζεται με την ίδρυσή της χωρίς να απαιτείται συστατικός τύπος. Κατ' ακολουθία, δεν συνεπάγεται ακυρότητα ούτε καθιστά ανύπαρκτη την αφανή μεταξύ των διαδίκων εταιρία η έλλειψη υπογραφής της τρίτης συνεταίρου, Χ. συζύγου Κ. Μ., στο ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης της, διότι η διαχείριση της καθής η αίτηση, ομόρρυθμης εταιρίας, κατά τα προεκτεθέντα, ανήκει σε όλους τους συνεταίρους, οι οποίοι ενεργούν διαχειριστικές πράξεις από κοινού, ή χωριστά έκαστος από αυτούς.

Επίσης δεν καθιστά μη σύννομη τη σύσταση της αφανούς εταιρίας η έλλειψη της υπογραφής στο ιδιωτικό συμφωνητικό σύσταση αυτής του τρίτου μη εταίρου, Κ. Μ. του Γ., ο οποίος είχε οριστεί ως διαχειριστής με το ανωτέρω τροποποιητικό ιδιωτικό συμφωνητικό της ομόρρυθμης εταιρίας, διότι αυτός, ως τρίτος, μη εταίρος, δεν καθίσταται διαχειριστής της ομόρρυθμης εταιρίας κατά την έννοια του νόμου ούτε όργανο του νομικού προσώπου αυτής.

Στη διάρκεια λειτουργίας της αφανούς εταιρίας ο αιτών εισέπραττε το ποσό (που αντιστοιχούσε σε ποσοστό 10% από τα κέρδη της, ενώ όσα η καθής η αίτηση ισχυρίζεται σχετικά με το ότι οι χρηματικές καταβολές, που έγιναν προς τον αιτούντα αποτελούσαν αποζημίωση χρήσης για την παραχώρηση του ιδανικού του μεριδίου επί του επίκοινου ακινήτου δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, διότι τα ποσά δεν ήταν σταθερά, όπως προκύπτει τις αποδείξεις πληρωμής από 22-12-2005, 22-12-2006, 30-12-2006, 24-4-2008, 14-5-2008, 8-8-2008, 20-8-2008, 10-9-2008, 15-9-2008, 8-1-2009, που έχει εκδώσει η καθής η αίτηση για 6.580 €, 5.600 €, 8.200 €, 2.300.€, 1.500 €, 5.700 €, 700 €, 654 €, 500 € και 4.200 €, αντίστοιχα, για τα οποία, εξάλλου, δεν προσκομίζονται φορολογικά στοιχεία ότι είχαν δηλωθεί ως μίσθωμα.

Επομένως, οι ισχυρισμοί, που προβάλλονται με τους λόγους έφεσης, ότι δεν επάγεται έννομες συνέπειες και δεν δεσμεύει την καθής η αίτηση το από 28-10-1991 ιδιωτικό συμφωνητικό συστάσεως αφανούς εταιρίας, διότι σ' αυτό δεν υπέγραψαν ο καταστατικός διαχειριστής της ομόρρυθμης εταιρίας, ούτε η μία από τις ομόρρυθμες εταίρους πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Περαιτέρω, με τους πρόσθετους λόγους έφεσης προβάλλεται, παραδεκτά για πρώτη φορά, ο ισχυρισμός ότι δεν είχε συσταθεί αφανής εταιρία μεταξύ του αιτούντος και της καθής η αίτηση ομόρρυθμης εταιρίας, αλλά είχε συσταθεί αφανής εταιρία μεταξύ του αιτούντος και των δύο ομόρρυθμων εταίρων, Ά. συζύγου Κ. Μ. και Χ.

συζύγου Κ. Μ., ατομικά. Ειδικότερα, επικαλείται η καθής η αίτηση την ύπαρξη κοινωνίας δικαιώματος με τη μορφή της παρακοινωνίας, κατά τα προεκτεθέντα, που είχε συσταθεί με το επίμαχο ιδιωτικό συμφωνητικό και λειτούργησε αποκλειστικά και μόνο μεταξύ του αιτούντος και των ανωτέρω δύο εταίρων, υπό την έννοια της εκχώρησης από έκαστη ποσοστού 5%, ήτοι 10% συνολικά, από τη συμμετοχή τους στα κέρδη της ομόρρυθμης εταιρίας εκ μέρους τους προς τον αιτούντα, με αποτέλεσμα να μην έχει δημιουργηθεί περαιτέρω εταιρικός δεσμός και ως εκ τούτου να μην δικαιούται να στραφεί ο αιτών κατά του νομικού προσώπου της καθής η αίτηση ομόρρυθμης εταιρίας.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, διότι το ιδιωτικό συμφωνητικό συστάσεως αφανούς εταιρίας έχουν συνυπογράψει μόνο η Ά. σύζυγος Κ. Μ. και η Γ. χήρα Ν. Χ., όχι όμως και η Χ. σύζυγος Κ. Μ., με την οποία, καθώς και με την Ά. σύζυγο Κ. Μ., κατά τους ισχυρισμούς της καθής η αίτηση, ο αιτών συνδέεται με το συμβατικό δεσμό της παρακοινωνίας, ενώ η επικαλούμενη αυτή σχέση δεν προκύπτει από άλλα στοιχεία ή καταθέσεις μαρτύρων, ενόψει του ατύπου της καταρτίσεως της εταιρικής συμβάσεως.

Επιπροσθέτως, όλες οι ανωτέρω χρηματικές καταβολές έγιναν από την καθής η αίτηση ομόρρυθμη εταιρία και όχι από τις εν λόγω ομόρρυθμες εταίρους ατομικά, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες αποδείξεις πληρωμής, στις οποίες έχει τεθεί η σφραγίδα της ομόρρυθμης εταιρίας και αναφέρεται σε όλες η φράση έναντι μερίσματος.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που κατέληξε στη ίδια κρίση με παρεμφερή αιτιολογία και διέταξε την αντικατάσταση των καταστατικών εκκαθαριστών της αφανούς εταιρίας και ακολούθως διόρισε εκκαθαριστή αυτής τον οικονομολόγο, Σ. Μ. του Ε., για την επιλογή του προσώπου του οποίου δεν πλήττεται η εκκαλούμενη απόφαση, δεν έσφαλε, αλλά ορθά εφάρμοσε το νόμο και προσηκόντως αξιολόγησε τα προσαχθέντα αποδεικτικά στοιχεία, επομένως πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης ως κατ' ουσία αβάσιμοι".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους εφέσεως, που είχαν ασκηθεί από την αναιρεσείουσα, κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 118/2011 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με την οποία έγινε δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη η από 05-07-2010 αίτηση του αναιρεσίβλητου [με την οποία ζήτησε να αντικατασταθούν για σπουδαίο λόγο οι εκκαθαριστές, που ορίστηκαν με το ιδιωτικό συμφωνητικό συστάσεως της, μεταξύ αυτού και της αναιρεσείουσας, αφανούς εταιρείας και να διοριστεί ο αναφερόμενος στην αίτηση εκκαθαριστής] και διατάχθηκε η αντικατάσταση των ορισθέντων, με το συμφωνητικό συστάσεως της αφανούς εταιρείας, εκκαθαριστών και διορίστηκε ως εκκαθαριστής, όχι ο προτεινόμενος στην αίτηση του αναιρεσίβλητου, αλλά έτερο πρόσωπο, περιεχόμενο στον κατάλογο των πραγματογνωμόνων του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 741, 767, 777, 778 του Α.Κ. και 47-50 του ΕμπΝ [οι οποίες ήταν εφαρμοστέες στην ένδικη περίπτωση, κατά την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 294 παρ. 1 του Ν. 4072/2012 και ορθώς κρίθηκαν αυτές εφαρμοστέες από το άνω Εφετείο], καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.

Συγκεκριμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) αναφέρεται η σύσταση αφανούς εταιρείας μεταξύ του αναιρεσίβλητου και της αναιρεσείουσας, καθώς και ο τρόπος συστάσεως αυτής και δη με το από 28-10-1993 ιδιωτικό συμφωνητικό, β) καθορίζεται η συμφωνηθείσα μεταξύ των διαδίκων, ιδιότητα της αναιρεσείουσας, ως εμφανούς εταίρου και του αναιρεσίβλητου ως αφανούς εταίρου, με αναλογία συμμετοχής του τελευταίου στα κέρδη και τις ζημίες της αφανούς εταιρείας σε ποσοστό 10%, γ) προσδιορίζεται το αντικείμενο δραστηριότητας της αφανούς εταιρείας, η συμφωνηθείσα διάρκειά της (αορίστου χρόνου), η εισφορά και η συμμετοχή του αναιρεσίβλητου, δ) αναφέρεται η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία ότι με τη λύση της αφανούς εταιρείας θα συντάσσεται από τους εταίρους ο λογαριασμός των μεταξύ τους δοσοληψιών και τα έσοδα θα κατανέμονται στους εταίρους ανάλογα με ποσοστά τους και επίσης ότι θα καταβληθεί στον αφανή εταίρο η εισφορά του, ε) μνημονεύεται το χρονικό διάστημα που διήρκεσε η λειτουργία της αφανούς αυτής εταιρείας, η διατάραξη των σχέσεων μεταξύ των εταίρων της αναιρεσείουσας και του αναιρεσίβλητου και η λύση της εν λόγω εταιρείας με την από 18-01-2010 εξώδικη δήλωση - καταγγελία του αναιρεσίβλητου, που επιδόθηκε την 01-02-2010 στην αναιρεσείουσα και στ) αναφέρεται η μη σύμπραξη των ομορρύθμων εταίρων της αναιρεσείουσας στη διαδικασία εκκαθαρίσεως της αφανούς εταιρείας, ώστε να καθίσταται αναγκαία η αντικατάσταση των καταστατικών εκκαθαριστών αυτής.

Επομένως, το Εφετείο διέλαβε επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες με βάση τις οποίες διατύπωσε το ανωτέρω σαφές αποδεικτικό του πόρισμα. Ειδικότερα, όσον αφορά το στάδιο της εκκαθαρίσεως της αφανούς εταιρείας, το οποίο κρίθηκε από το Εφετείο, ότι έπρεπε να ακολουθήσει μετά τη λύση αυτής, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει σαφή και επαρκή αιτιολογία, καθόσον γίνεται με αυτή δεκτό ότι, με το από 28-10-1993 ιδιωτικό συμφωνητικό συστάσεως της εν λόγω αφανούς εταιρείας, συμφωνήθηκε από τα συμβληθέντα διάδικα μέρη ότι "με τη λύση της θα συντάσσεται από τους εταίρους ο λογαριασμός των μεταξύ τους δοσοληψιών και τα έσοδα θα κατανέμονται στους εταίρους ανάλογα με ποσοστά τους και επίσης ότι θα καταβληθεί στον αφανή εταίρο η εισφορά του".

Συνεπώς, υπάρχει σαφής παραδοχή στην πληττόμενη απόφαση ότι συντρέχει στην ένδικη υπόθεση νόμιμη περίπτωση, μετά τη λύση της άνω αφανούς εταιρείας, να ακολουθήσει το στάδιο εκκαθαρίσεως αυτής, καθόσον, όπως γίνεται ανελέγκτως δεκτό από το Εφετείο, ήδη στο από 28-10-1993 ιδιωτικό συμφωνητικό συστάσεως της εν λόγω αφανούς εταιρίας, είχε περιληφθεί η ανωτέρω αναφερόμενη ρητή συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, ότι με τη λύση της θα συνταχθεί από τους εταίρους ο λογαριασμός των μεταξύ τους δοσοληψιών και θα κατανεμηθούν τα έσοδα στους εταίρους ανάλογα με ποσοστά τους και επίσης ότι θα καταβληθεί στον αφανή εταίρο η εισφορά του, δηλαδή γίνεται δεκτό με την πληττόμενη απόφαση ότι υπήρξε συμφωνία των διαδίκων περί διακανονισμού των εταιρικών δοσοληψιών, μετά τη λύση της μεταξύ τους αφανούς εταιρείας, ήτοι στάδιο, το οποίο, επί της αφανούς εταιρίας έχει την έννοια της εκκαθαρίσεως και στο οποίο, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του Α.Κ. για την εκκαθάριση.

Συνεπώς συντρέχει, σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως και τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας, νόμιμη περίπτωση (συμφωνία των εταίρων) για τη διενέργεια εκκαθαρίσεως, με την ανωτέρω έννοια, μετά τη λύσης της ένδικης αφανούς εταιρείας. Πρέπει να επισημανθεί ότι δεν συνιστά μειοψηφούσα στη νομολογία γνώμη, η άποψη ότι στην αφανή εταιρεία το στάδιο της εκκαθαρίσεως δεν αποτελεί κατά κυριολεξία εκκαθάριση, αλλά διακανονισμό των εταιρικών δοσοληψιών, μετά τον οποίο θα κριθούν οι ενοχικές αξιώσεις των αφανών εταίρων για απόδοση των εισφορών, ή για απόληψη κερδών, ή και η υποχρέωση αυτών συμμετοχής στις ζημίες, στο οποίο εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του Α.Κ.

για την εκκαθάριση, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, αλλά αντίθετα συνιστά περαιτέρω εξειδίκευση από τη νομολογία του Άρειου Πάγου, της έννοιας της "εκκαθαρίσεως" της αφανούς εταιρείας κατά το προϊσχύον του Ν. 4072/2012 νομικό καθεστώς. Κατά συνέπεια, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 777 και 778 του Α.Κ., τα οποία εφάρμοσε για να επικυρώσει τον ορισμό εκκαθαριστή, χωρίς ωστόσο να διαλάβει στις αιτιολογίες της ότι συντρέχει κάποια από τις δύο περιπτώσεις (συμφωνία των εταίρων ή δικαστική κρίση), που να δικαιολογεί στην ένδικη περίπτωση τη διενέργεια εκκαθαρίσεως και ως εκ τούτου στερείται νόμιμης βάσεως, είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα [και τη σαφή παραδοχή στην πληττόμενη απόφαση περί υπάρξεως σχετικής καταστατικής συμφωνίας των εταίρων - διαδίκων μερών], απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ. και ειδικότερα ότι παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 158, 159, 160, 165, 167, 185, 189, 192, 191, 741, 765, 766, 767 του Α.Κ. και 47-50 του ΕμπΝ, καθόσον περιέλαβε αντιφατική αιτιολογία αναφορικά με τον τρόπο συστάσεως της αφανούς εταιρείας και τα πρόσωπα που συμμετείχαν σε αυτή.

Με τις ανωτέρω αναφερόμενες παραδοχές του το Εφετείο περιέλαβε επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον τρόπο συστάσεως της αφανούς εταιρείας και ως προς το μεταξύ ποίων προσώπων συνεστήθη αυτή και ειδικότερα δέχθηκε με σαφήνεια ότι η ένδικη αφανής εταιρεία συνεστήθη με το από 28-10-1993 ιδιωτικό συμφωνητικό συστάσεως αφανούς εταιρίας, μεταξύ αφενός μεν του Α.

Μ. του Γ., ως αφανούς εταίρου (ήτοι του αναιρεσίβλητου) και αφετέρου της ομόρρυθμης εταιρίας ... ως εμφανούς εταίρου (ήτοι της αναιρεσείουσας). Ακολούθως, το Εφετείο, απέρριψε τους ισχυρισμούς τους οποίους προέβαλε πρωτοδίκως και κατ' έφεση η αναιρεσείουσα [και δη ότι ουδέποτε συστάθηκε αφανής εταιρεία, ότι σε κάθε περίπτωση ουδέποτε λειτούργησε, ότι δεν συμβλήθηκε η ίδια (αναιρεσείουσα) σ' αυτή, αλλά μόνο οι εταίροι της Ά.

και Χ. Μ. και ότι η από 28-10-1993 σύμβαση ήταν άκυρη, διότι δεν υπογράφηκε από τον τρίτο, μη εταίρο, Κυριάκο Μπαξεβάνη, που είχε οριστεί ως διαχειριστής της], δεχόμενο με την προσβαλλόμενη απόφασή του με σαφή, επαρκή και μη αντιφατική αιτιολογία ότι "η σύσταση της αφανούς εταιρίας ήταν σύννομη, διότι η λειτουργία της ταυτίζεται με την ίδρυσή της χωρίς να απαιτείται συστατικός τύπος.

Κατ' ακολουθία, δεν συνεπάγεται ακυρότητα ούτε καθιστά ανύπαρκτη την αφανή μεταξύ των διαδίκων εταιρία η έλλειψη υπογραφής της τρίτης συνεταίρου, Χ. συζύγου Κ. Μ., στο ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης της, διότι η διαχείριση της καθής η αίτηση, ομόρρυθμης εταιρίας, κατά τα προεκτεθέντα, ανήκει σε όλους τους συνεταίρους, οι οποίοι ενεργούν διαχειριστικές πράξεις από κοινού, ή χωριστά έκαστος από αυτούς.

Επίσης δεν καθιστά μη σύννομη τη σύσταση της αφανούς εταιρίας η έλλειψη της υπογραφής στο ιδιωτικό συμφωνητικό σύσταση αυτής του τρίτου μη εταίρου, Κ. Μ. του Γ., ο οποίος είχε οριστεί ως διαχειριστής με το ανωτέρω τροποποιητικό ιδιωτικό συμφωνητικό της ομόρρυθμης εταιρίας, διότι αυτός, ως τρίτος, μη εταίρος, δεν καθίσταται διαχειριστής της ομόρρυθμης εταιρίας κατά την έννοια του νόμου ούτε όργανο του νομικού προσώπου αυτής".

Με βάση τις προπαρατεθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ουδεμία αντίφαση υφίσταται σε αυτή, αναφορικά με τον τρόπο συστάσεως της ένδικης αφανούς εταιρείας και των προσώπων που συμμετείχαν σε αυτή. Ειδικότερα δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της ανωτέρω παραδοχής της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ότι η ένδικη αφανής εταιρεία συνεστήθη με το από 28-10-1993 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του αναιρεσίβλητου, ως αφανούς εταίρου και της αναιρεσείουσας ομόρρυθμης εταιρίας, ως εμφανούς εταίρου, και της μετέπειτα παραδοχής της ότι "η σύσταση της αφανούς εταιρίας ήταν σύννομη, διότι η λειτουργία της ταυτίζεται με την ίδρυσή της χωρίς να απαιτείται συστατικός τύπος" και τούτο διότι, με την τελευταία αυτή παραδοχή κρίθηκε σύννομη η σύσταση της ένδικης αφανούς εταιρείας σε απάντηση επί των ανωτέρω προβληθεισών ισχυρισμών της αναιρεσείουσας περί ακυρότητας του από 28-10-1993 συμφωνητικού συστάσεως αυτής, με την ορθή αιτιολογία ότι οι άνω επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ακυρότητες του από 28-10-1993 συμφωνητικού συστάσεώς της, (εκτός του ότι και δεν καθιστούν άκυρο το εν λόγω συμφωνητικό), δεν ασκούν επιρροή στη νομιμότητα της ιδρύσεως και της λειτουργίας της ένδικης αφανούς εταιρείας, αφού η αφανής εταιρεία, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας, συνιστάται και ατύπως, χωρίς δηλαδή να είναι αναγκαία η τήρηση τύπου, εκ μόνου του γεγονότος της συμμετοχής στην ίδρυση και λειτουργία της, η δε λειτουργία της με αυτή τη μορφή σηματοδοτεί και την ίδρυσή της, και συνεπώς, κατά την ορθή και σαφή παραδοχή της πληττόμενης αποφάσεως, ακόμα και αν έπασχε από ακυρότητα το άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, η σύστασή της είναι σύννομη, αφού αυτή μπορεί να συσταθεί και ατύπως, ήτοι χωρίς να απαιτείται συστατικός τύπος.

Συνακόλουθα δε, η τελευταία αυτή ορθή αναφορά της προσβαλλόμενης αποφάσεως περί του τρόπου συστάσεως γενικά της αφανούς εταιρείας (χωρίς συστατικό τύπο), δεν αλληλοσυγκρούεται και δεν αντιφάσκει με το σαφές ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η ένδικη αφανής εταιρεία ιδρύθηκε με το από 28-10-1993 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ αφενός μεν του αναιρεσίβλητου, ως αφανούς εταίρου και αφετέρου της αναιρεσείουσας ομόρρυθμης εταιρίας, ως εμφανούς εταίρου.

Επομένως, ο ανωτέρω δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Σε κάθε περίπτωση, όλες οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που περιλαμβάνονται στο δεύτερο αναιρετικό λόγο, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον οι φερόμενες ως αντιφάσεις και ασάφειες στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ανάγονται σε απόψεις και επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς επιστήριξη των προαναφερόμενων προβληθεισών από αυτήν ισχυρισμών, οι οποίοι όμως δεν έγιναν δεκτοί από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό και σε κάθε περίπτωση είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το άνω σαφές αποδεικτικό του πόρισμα.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται όταν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν είχαν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με την μορφή διατακτικού.

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφήρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 19/2017, ΑΠ 130/2016). Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεις των μερών.

Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.

Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία ναι μεν μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα από αυτήν, όταν παρά τη μη ρητή αναφορά της διαπιστώσεως, ή ακόμα και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως.

Περίπτωση τέτοιας έμμεσης, αλλά σαφούς διαπιστώσεως περί υπάρξεως κενού σε κάποια σύμβαση ή αμφιβολίας, ως προς τις βουλήσεις των συμβληθέντων, συντρέχει, μεταξύ άλλων και όταν το δικαστήριο της ουσίας προς σχηματισμό της κρίσεώς του για τη μορφή και το περιεχόμενο κάποιας συμβάσεως καταφεύγει σε έγγραφα και λοιπά στοιχεία που βρίσκονται εκτός της συμβάσεως ή γενικώς του εγγράφου, με το οποίο καταρτίστηκε σύμβαση (ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 6/2019, ΑΠ 1059/2018, ΑΠ 1321/2017).

Αντικείμενο ερμηνείας είναι η δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως στην κανονιστική μόνο διάστασή της ως φορέα ενός νομικά κρίσιμου νοήματος, ενώ η ύπαρξη των χαρακτηριστικών στοιχείων της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, ως εμπειρικώς διαπιστώσιμων περιστατικών, αποτελεί μόνο αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 1321/2017, ΑΠ 2219/2019, ΑΠ 1215/2010).

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα επικαλείται την αναιρετική πλημμέλεια από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., με την ευθεία παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, δεν προσέφυγε στην εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων για την ερμηνεία του από 28-10-1993 ιδιωτικού συμφωνητικού, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορούσε τον προσδιορισμό των αληθώς συμβαλλόμενων μερών, μολονότι διέκρινε ασάφεια και αντιφατικότητα, αλλά προσέφυγε σε στοιχεία εκτός του συμφωνητικού αυτού, προκειμένου να το ερμηνεύσει, ως προς το οποίο (συμφωνητικό) η ίδια ισχυρίστηκε με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων εφέσεως ότι δεν απέβλεπε στη σύσταση αφανούς εταιρείας μεταξύ αυτής και του αναιρεσίβλητου, αλλά στη σύσταση παρακοινωνίας μεταξύ του αναιρεσίβλητου και των ομορρύθμων εταίρων της Ά.

Μ. και Χ. Μ. Όμως, το Εφετείο, με βάση τις προπαρατεθείσες παραδοχές στις οποίες στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, συνάγεται ότι δεν διαπίστωσε ούτε με άμεσο, ούτε και με έμμεσο τρόπο, κενό ή αμφιβολία όσον αφορά το από 28-10-1993 ιδιωτικό συμφωνητικό και δη το περιεχόμενό του, τις δικαιοπρακτικές δηλώσεις των μερών και τον προσδιορισμό των αληθώς συμβαλλόμενων μερών στο εν λόγω συμφωνητικό, ζήτημα που ανάγεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ώστε να ανακύψει ανάγκη ερμηνείας αυτού, και συνεπώς δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και δεν προσέφυγε στη χρήση των κανόνων αυτών, δεχόμενο με σαφήνεια, χωρίς να καταφύγει σε άλλα έγγραφα και στοιχεία, που βρίσκονται εκτός της εν λόγω συμβάσεως, ότι το ανωτέρω από 28-10-1993 ιδιωτικό συμφωνητικό συνιστά σύμβαση συστάσεως αφανούς εταιρίας, μεταξύ αφενός μεν του Α.

Μ. του Γ., ως αφανούς εταίρου (ήτοι του αναιρεσίβλητου) και αφετέρου της ομόρρυθμης εταιρίας ... ως εμφανούς εταίρου (ήτοι της αναιρεσείουσας), προσδιορίζοντας έτσι, χωρίς καμία διαπίστωση αμέσως ή εμμέσως κενού ή αμφιβολίας, ως αληθώς συμβαλλόμενα μέρη στην εν λόγω σύμβαση συστάσεως αφανούς εταιρίας, αφενός τον αναιρεσίβλητο, ως αφανή εταίρο και αφετέρου την αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρεία, ως εμφανή εταίρο.

Ακολούθως, όσον αφορά τον προβληθέντα από την αναιρεσείουσα, για πρώτη φορά με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων εφέσεως, ισχυρισμό περί καταρτίσεως συμβάσεως όχι αφανούς εταιρείας, αλλά συμβάσεως παρακοινωνίας μεταξύ του αναιρεσίβλητου και των εταίρων της αναιρεσείουσας Ά. Μ. και Χ. Μ., το Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως με σαφή και επαρκή αιτιολογία ότι για την επικαλούμενη αυτή σύμβαση παρακοινωνίας δεν υπάρχει έγγραφος τύπος [αφού ήδη προηγουμένως, χωρίς να διαπιστώσει, όπως προαναφέρθηκε, αμέσως ή εμμέσως κενό ή αμφιβολία στο από 28-10-1993 ιδιωτικό συμφωνητικό αποφάνθηκε ότι αυτό συνιστά σύμβαση συστάσεως αφανούς εταιρίας μεταξύ της αναιρεσείουσας και του αναιρεσίβλητου] και συνεκτιμώντας, λόγω ελλείψεως, όπως έκρινε, συστατικού τύπου, όσον αφορά την επικαλούμενη σύμβαση παρακοινωνίας, τα μνημονευόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικά στοιχεία, απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τον ανωτέρω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί συστάσεως παρακοινωνίας.

Συνεπώς με τις προπαρατεθείσες παραδοχές του το Εφετείο δεν παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., και επομένως ο κρινόμενος τρίτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο λόγος αυτός φέρεται μεν να πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση, επειδή παραβίασε τους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, αλλά στην πραγματικότητα πλήττει απαραδέκτως την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και την αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, υπό το πρόσχημα ότι αυτή παραβίασε τους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες.

Περαιτέρω, με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 και επικουρικά από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., παραπονούμενη για ευθεία, άλλως εκ πλαγίου παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 750, 760, 762, 455, 462 του Α.Κ.

και 22 ΕμπΝ, αναφορικά με την απόρριψη του προβληθέντος ισχυρισμού της περί συνάψεως με το από 28-10-1993 ιδιωτικό συμφωνητικό συμβάσεως παρακοινωνίας μεταξύ του αναιρεσίβλητου και των εταίρων της αναιρεσείουσας Ά. Μ. και Χ. Μ. και όχι αφανούς εταιρείας μεταξύ αναιρεσίβλητου και της αναιρεσείουσας. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον το Εφετείο με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα απορριπτική του κρίση αναφορικά με τον ανωτέρω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί συνάψεως συμβάσεως παρακοινωνίας, δεν παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, ήταν αρκετά για τη μη εφαρμογή τους και δεν παραβίασε τις διατάξεις αυτές εκ πλαγίου, αφού διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.

Τούτο δε, διότι αναφέρονται στην απόφαση, όπως προκύπτει από το προπαρατιθέμενο περιεχόμενό της, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα και ειδικότερα, ότι με το από 28-10-1993 ιδιωτικό συμφωνητικό συστάσεως αφανούς εταιρίας συνεστήθη μεταξύ αφενός μεν του Α.

Μ. του Γ. (αναιρεσίβλητου), ως αφανούς εταίρου και αφετέρου της ομόρρυθμης εταιρίας ... ως εμφανούς εταίρου (αναιρεσείουσας), αφανής εταιρία, καθώς και ότι ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί καταρτίσεως συμβάσεως παρακοινωνίας μεταξύ του αναιρεσίβλητου και των εταίρων της Ά. Μ. και Χ. Μ., για τον οποίο δεν υπάρχει έγγραφος τύπος και δεν αποδεικνύεται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, είναι αβάσιμος.

Η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι: "Επιπροσθέτως, όλες οι ανωτέρω χρηματικές καταβολές έγιναν από την καθής η αίτηση ομόρρυθμη εταιρία και όχι από τις εν λόγω ομόρρυθμες εταίρους ατομικά, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες αποδείξεις πληρωμής, στις οποίες έχει τεθεί η σφραγίδα της ομόρρυθμης εταιρίας και αναφέρεται σε όλες η φράση έναντι μερίσματος", συνιστά επιχείρημα του άνω Δικαστηρίου της ουσίας με το οποίο αιτιολογεί γιατί δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή της επικαλούμενης από την αναιρεσείουσα συμβάσεως παρακοινωνίας, το οποίο σχετίζεται απλώς με τη συνεκτίμηση των αποδείξεων και δεν συνιστά παραδοχή με βάση την οποία διαμορφώνεται το αποδεικτικό του πόρισμα (το οποίο έχει σαφώς προδιατυπωθεί με την κρίση ότι ο ισχυρισμός αυτός περί παρακοινωνίας είναι αβάσιμος, ως μη αποδεικνυόμενος) και ως εκ τούτου δεν αποτελεί "αιτιολογία" της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω αναιρετικό λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα.

Πέραν των ανωτέρω, ο κρινόμενος αναιρετικός λόγος τυγχάνει απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του επί των διατάξεων του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, καθόσον οι προβαλλόμενες πλημμέλειες συνίστανται σε αντίθετη εκτίμηση της αναιρεσείουσας προς το άνω σαφές αποδεικτικό πόρισμα που συνήγαγε η προσβαλλομένη απόφαση και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό αυτό πόρισμά του.

Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμός 20 Κ.Πολ.Δ. για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, το οποίο να προκύπτει από τη σύγκριση του φερομένου ως περιεχομένου του εγγράφου και του αληθούς κατά λέξη περιεχομένου αυτού, όχι όμως και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Ειδικότερα, δεν περιλαμβάνεται στο λόγο αυτό η περίπτωση, που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, καταλήγει, σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 2/2008, ΑΠ 781/2020, ΑΠ 631/2020, ΑΠ 541/2020, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 1240/2019). Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

και ειδικότερα ότι παραμόρφωσε το φραστικό περιεχόμενο του από 28-10-1993 ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο αναφερόταν, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, στη ρύθμιση της συμμετοχής του αναιρεσίβλητου στα κέρδη της αναιρεσείουσας και όχι σε σύσταση αφανούς εταιρείας με εμφανή εταίρο την αναιρεσείουσα, όπως έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, όπως σαφώς προκύπτει, από το περιεχόμενό του, δεν αφορά σε διαγνωστικό σφάλμα, δηλαδή σε σφάλμα αναγόμενο στην ανάγνωση του ανωτέρω εγγράφου, αλλά αφορά σε εκτιμητικό σφάλμα, δηλαδή απόδοση από το Εφετείο στο εν λόγω έγγραφο νοήματος διαφορετικού από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, το οποίο όμως δεν ιδρύει τον υπό έρευνα λόγο αναιρέσεως.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναιρέσεως και είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, το Εφετείο δεν υπέπεσε, ως προς το έγγραφο αυτό, σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου αυτού, επειδή, δήθεν, περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, αλλά απλώς από το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, οδηγήθηκε, σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, που η αναιρεσείουσα, εκτιμώντας και ερμηνεύοντας το περιεχόμενό του, θεωρεί ορθό.

Πρόκειται, δηλαδή, για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας οφείλει, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ..

Ειδικότερα, ο λόγος από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του, κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν παραδεκτά και νόμιμα και τα οποία ήταν χρήσιμα για άμεση ή έμμεση (με συναγωγή τεκμηρίων) απόδειξη πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή παραδεκτών και νόμιμων πραγματικών ισχυρισμών, που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν για την απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων και, ως εκ τούτου, επιδρούν στη διαμόρφωση του διατακτικού της απόφασης (ΑΠ 974/2020, ΑΠ 876/2019, ΑΠ 85/2019, ΑΠ 1684/2018, ΑΠ 42/2012).

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες και όλο το περιεχόμενο της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (Ολ ΑΠ 2/2008).

Πάντως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 100/2007). Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον έκτο αναιρετικό λόγο (συμπληρωματικό του πέμπτου αναιρετικού λόγου, όπως αναφέρει στο αναιρετήριο), υποστηρίζει ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., καθόσον δέχθηκε ότι η σύσταση της σχέσεως παρακοινωνίας δεν προέκυψε από κανένα αποδεικτικό μέσο, τη στιγμή που το κυριότερο αποδεικτικό μέσο, το οποίο επισκοπεί, δηλαδή το από 28-10-1993 ιδιωτικό συμφωνητικό, αναφέρει την ύπαρξη της σχέσεως αυτής παρακοινωνίας μεταξύ του αναιρεσείοντος και των προαναφερομένων εταίρων της Ά.

Μ. και Χ. Μ. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, καθόσον από το περιεχόμενό του σαφώς προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα δεν διατυπώνει παράπονο για τη μη λήψη υπόψη από το Εφετείο του εγγράφου αυτού, το οποίο επικαλέστηκε και προσκόμισε, όπως απαιτεί για τη θεμελίωσή του ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αλλά παραπονείται επειδή το Εφετείο από το περιεχόμενο του εγγράφου τούτου, κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από αυτό το οποίο η ίδια θεωρεί ορθό.

Δηλαδή, οι προβαλλόμενες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ανάγονται στην πραγματικότητα σε εσφαλμένη αποδεικτική αξιολόγηση του εν λόγω εγγράφου και αποτελούν ουσιαστικές, εκ μέρους της, προσεγγίσεις, που εκτιμά διαφορετικά το περιεχόμενο του αποδεικτικού αυτού εγγράφου, οι οποίες όμως απαραδέκτως προβάλλονται, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. [που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 Κ.Πολ.Δικ.), αλλά και της αρχής της ακροάσεως των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.)], ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, "πράγματα" είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό μέσο (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό μέσο (ένσταση, αντένσταση) και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολομ.

ΑΠ 14/2004, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου του εγγράφου και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα συμπεράσματα ή επιχειρήματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 833/2020, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολομ. ΑΠ 25/2003, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), ή όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολομ.

ΑΠ 11/1996, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009), ή στην περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 74/2019, ΑΠ 656/2016). Στην προκειμένη περίπτωση με τον έβδομο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν νόμιμα από αυτή και ειδικότερα ότι δεν εξέτασε τις αιτιάσεις της, που περιελήφθησαν στις από 7-11-2016 προτάσεις της ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, υπό τη μορφή πρόσθετου λόγου εφέσεως, για το πρόσωπο του ορισθέντος εκκαθαριστή και ειδικότερα τις αιτιάσεις της ότι αυτός επέδειξε εχθρότητα και μεροληψία σε βάρος της και αντί να διενεργήσει εκκαθάριση, συνέταξε έκθεση πραγματογνωμοσύνης, με την οποία, χρησιμοποιώντας διάφορα λογιστικά τεχνάσματα, διόγκωσε την αξία της επιχείρησή της.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι ανωτέρω "αιτιάσεις" της αναιρεσείουσας (όπως και η ίδια τις χαρακτηρίζει στο αναιρετήριο) δεν συνιστούν "πράγμα" κατά την προεκτεθείσα έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ., έστω και εάν, όπως ισχυρίζεται, προτάθηκαν υπό τη μορφή πρόσθετου λόγου εφέσεως, αλλά συνιστούν διατύπωση παραπόνων, που δεν συνδέονται με συγκεκριμένο αυτοτελή ισχυρισμό και σε κάθε περίπτωση δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεδομένου ότι η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι για την επιλογή του προσώπου του ορισθέντος με την πρωτόδικη απόφαση εκκαθαριστή δεν πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση, συνιστά πλεοναστική διατύπωση, χωρίς να συνάπτεται με το αντικείμενο της δίκης, και ως εκ τούτου δεν έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση αυτής, αφού αντικείμενό της ήταν η αντικατάσταση των καταστατικών εκκαθαριστών και όχι του ορισθέντος, με την πρωτόδικη απόφαση, εκκαθαριστή.

Κατόπιν όλων αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναιρέσεως, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-10-2018 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 46/19-10-2018) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 21/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ