178/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated178/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 106/2014 του ιδίου Δικαστηρίου, 146/2015 του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 178 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 178/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δήμου ..., που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τoν πληρεξούσιo δικηγόρο Χαράλαμπο Πυροβολάκη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ
Των αναιρεσίβλητων: 1)Μ. Μ. του Ε., συζ. Γ. Σ., κατοίκου ... και 2)Ν. Μ. του Ε., κατοίκου ..., (διαδόχων της Σ. Μ. του Ε.), που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Αράπογλου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-11-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείου Ηρακλείου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 106/2014 του ιδίου Δικαστηρίου, 146/2015 του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-10-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 9-11-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 7, 9, 11 και 12 παρ. 1 του ΚΑΑΑ προκύπτει ότι με την κήρυξη της απαλλοτριώσεως γεννάται απευθείας από το νόμο η ενοχή (άρθρο 287 Α.Κ.) από την απαλλοτρίωση μεταξύ του υπερού η απαλλοτρίωση και του καθού, δυνάμει της οποίας ο καθού δανειστής δικαιούται να απαιτήσει από τον οφειλέτη υπερού η απαλλοτρίωση την καταβολή της πλήρους αποζημιώσεώς του. Από τις ως άνω διατάξεις συνάγονται και τα ακόλουθα: Μετά τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης για την αναγκαστική απαλλοτρίωση ιδιοκτησίας για δημόσια ωφέλεια και την αναγνώριση του δικαιούχου της αποζημίωσης αυτής είναι επιτρεπτή η άσκηση από αυτόν της αγωγής επιδίκασης της από την ανωτέρω αιτία αποζημίωσης και μάλιστα με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η απαίτηση αυτή του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος είναι γεννημένη και απαιτητή αμέσως από τη δημοσίευση της τελεσίδικης περί προσδιορισμού της αποζημίωσης δικαστικής απόφασης και δεν τελεί υπό την προθεσμία των δεκαοκτώ (18) μηνών, η οποία αναφέρεται στη μη συντέλεση της απαλλοτρίωσης από τη μη καταβολή ή τη μη παρακατάθεση της προσωρινώς ή οριστικώς προσδιορισθείσας αποζημίωσης και την εκ του λόγου αυτού αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης.
Συνεπώς, ο αναγνωρισθείς δικαιούχος της αποζημιώσεως, η οποία προσδιορίσθηκε τελεσιδίκως για την αναγκαστική απαλλοτρίωση του ακινήτου του, μπορεί με καταψηφιστική αγωγή, η οποία δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία από το αρμόδιο καθ’ ύλην, λόγω ποσού, δικαστήριο (Ολ. Α.Π. 110/1981), να ζητήσει από τον υπόχρεο την καταβολή της, καθώς και τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής, εφόσον η άσκηση της καταψηφιστικής αγωγής είναι παραδεκτή μετά τη δημοσίευση της τελεσίδικης περί προσδιορισμού της αποζημίωσης δικαστικής απόφασης, οπότε είναι γεννημένη και απαιτητή η απαίτηση του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος για την καταβολή της προσδιορισθείσης αποζημίωση.
Η ως άνω ρύθμιση δεν προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 17 του Συντάγματος, αλλά ούτε και στις διατάξεις των άρθρων 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 6 παρ. 1 της ΕΔΔΑ, με τις οποίες θεσπίζεται η ως άνω αρχή κατά την οποία οι συνέπειες της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης θα πρέπει να εκτιμώνται συνολικά στο πλαίσιο ενιαίας διαδικασίας με το κριτήριο της "εύλογης και δίκαιης ισορροπίας" μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ιδιωτών και την εναρμονισμένη με τον εν λόγω κανόνα αρχή, που διέπει τη νομολογία του ΕΣΔΑ (Α.Π. 153/2012).
Τέλος, ο από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 εδ.α’ ΚΠολΔ. προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ.
Α.Π. 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ. Α.Π. 1/2013, 4/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της τοκοφορίας της ένδικης αξίωσης των αναγνωρισθέντων δικαιούχων της αποζημίωσης από αναγκαστική απαλλοτρίωση, δέχθηκε τα εξής:
Οι ενάγοντες ζήτησαν να αναγνωρισθούν δικαιούχοι της αποζημίωσης από απαλλοτρίωση, που κηρύχθηκε με δαπάνες του εναγομένου σε τμήμα ακινήτου τους, που αναφέρεται στην αγωγή, η οποία ύστερα από τη σχετική αίτησή τους καθορίστηκε με την 214/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... οριστικώς σε 700 ευρώ ανά τ.μ.
και με βάση τις άνω τιμές η οφειλόμενη σ’ αυτούς αποζημίωση ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 300.860 ευρώ, ήτοι στον καθένα 150.430 ευρώ και ταυτόχρονα αιτήθηκαν την καταβολή αυτής με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έτσι όπως έκρινε με την εκκαλούμενη απόφαση και έκανε δεκτό το αίτημα επιβολής τόκων από την επίδοση της εν λόγω αγωγής, δεν έσφαλε σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, δεδομένου ότι μετά την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης του καθορισμού, που αίρει την αμφιβολία ως προς το ύψος της συνταγματικά οφειλόμενης αποζημίωσης, οι αιτούντες δικαιούχοι νομίμως ζήτησαν την αναγνώρισή τους ως δικαιούχοι και ταυτόχρονα την καταβολή της αποζημίωσης, η οποία καταβολή δεν τελεί υπό την προθεσμία των 18 μηνών από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης, που αποτελεί χρονικό περιθώριο για τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και δεν αναστέλλει την υποχρέωση καταβολής, αλλά από τον τελεσίδικο ως άνω καθορισμό η αξίωσή τους είναι γεγεννημένη και καθίσταται απαιτητή, έτσι ώστε ο υπόχρεος, ασκηθείσας της καταψηφιστικής αγωγής, οφείλει τόκους από την επίδοση της αγωγής κατά τις κοινές διατάξεις (άρθρο 346 Α.Κ.).
Ακολούθως, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο αναγνώρισε ως δικαιούχους της αποζημιώσεως τους ενάγοντες και υποχρέωσε τον εναγόμενο Δήμο ..., ήδη αναιρεσείοντα, να καταβάλει στον κάθε ενάγοντα το ποσό των 150.430 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7, 9, 11, 12 παρ.1, 25 και 26 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), 287 και 346 Α.Κ. καθώς και αυτές των άρθρων 17 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), καθόσον η ένδικη αξίωση των δικαιούχων αποζημιώσεως (αναιρεσιβλήτων) κατέστη απαιτητή από την επίδοση της ως άνω αγωγής τους, εφόσον είχε χωρήσει τελεσίδικος προσδιορισμός αυτής λόγω μη άσκησης αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της.
Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με την ως άνω κρίση του, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. πλημμέλεια, γιατί παραβίασε με ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται λόγω μη υποβολής σχετικού αιτήματος.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-10-2015 αίτηση του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) με την επωνυμία "Δήμος ..." για αναίρεση της υπ’ αριθ. 146/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2017. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ