178/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Λέκκα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated178/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στις αναιρεσείουσες του κατατεθέντος από αυτές παραβόλου (ΚΠολΔ 495 § 4). Τέλος, η αναιρεσίβλητη - καθής η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να καταδικαστεί λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών (ΚΠολΔ 176 και 183) και της υπέρ της δεύτερης από αυτές προσθέτως παρεμβάσης, τα οποία όμως θα επιβληθούν μειωμένα (άρθρο 5 § 15 Ν. 2229/1994, 3 § 15 περ.
Full text
Απόφαση 178 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 178/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Λέκκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Μαΐου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ομάδα Κατασκευών Ανώνυμος Τεχνική Ναυτιλιακή και Τουριστική Εταιρεία" και διακριτικό τίτλο "Ομάδα Κατασκευών Α.Ε.", η οποία εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Σταματόπουλο.
Της αναιρεσιβλήτου: της ανήκουσας στο ν.π.δ.δ με την επωνυμία "Ταμείο Χρηματοδοτήσεως Δικαστικών Κτιρίων" (ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ) και εποπτευόμενης από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Θέμις Κατασκευαστική Α.Ε", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κλεάνθη Ρούσσο.
Β. Της αναιρεσείουσας: Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", η οποία εδρεύει στη Λευκωσία Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδιαμάντη.
Της αναιρεσιβλήτου: της ανήκουσας στο Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "Ταμείο Χρηματοδοτήσεως Δικαστικών Κτιρίων" (ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ) και εποπτευόμενης από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Θέμις Κατασκευαστική Α.Ε", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κλεάνθη Ρούσσο.
Αυτοτελής Πρόσθετη Παρέμβαση (κατ' άρθρο 83 ΚΠολΔικ) Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Ταταράκη.
Υπέρ: Της αλλοδαπής τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", που εδρεύει στην Αγία Παρασκευή Στροβόλου Λευκωσίας Κύπρου και διατηρεί υποκατάστημα στην Ελλάδα με την ίδια επωνυμία, νομίμως εκπροσωπούμενης από τον πληρεξούσιο και αντίκλητο, Ε. Π. του Σ., κατοίκου ....
Κατά: της ανήκουσας στο ν.π.δ.δ με την επωνυμία "Ταμείο Χρηματοδοτήσεως Δικαστικών Κτιρίων" (ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ) και εποπτευόμενης από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Θέμις Κατασκευαστική Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην Αθήνα η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κλεάνθη Ρούσσο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με α) την από 8/6/2007 αγωγή της υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσείουσας, β) την από 19/11/2009 προσεπίκληση της υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσείουσας, γ) την από 22/1/2010 αγωγή της υπό στοιχεία Α και Β ήδη αναιρεσίβλητης, δ) την από 18/5/2010 προσεπίκληση της υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσείουσας, ε) την από 21/12/2010 πρόσθετη παρέμβαση της υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2249/2009 και 4037/2011 μη οριστικές του ιδίου Δικαστηρίου και 1991/2013 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν η υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσα με την από 1/7/2013 αίτησή της και η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 4/7/2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας, ανέγνωσε την από 28/2/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της από 1/7/2013 αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσας την παραδοχή της από 4/7/2013 αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της υπό στοιχεία Α και β αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού εκκρεμείς από 1-7-2013 και 4-7-2013 αιτήσεις αναίρεσης, με τις οποίες προσβάλλεται η με αριθμό 1991/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, καθώς και η από 4-2-2014 παραδεκτά ασκηθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση της Τράπεζας Πειραιώς, η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της αναιρεσείουσας Τράπεζας Κύπρου, υπέρ της τελευταίας (ΑΠ 1136/2013), πρέπει να συνεκδικαστούν, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (ΚΠολΔ 246 και 573 § 1).
Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε επί α) της από 8-6-2007 αγωγής της αναιρεσείουσας εταιρείας "Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ" κατά της αναιρεσίβλητης εταιρείας Θέμις Κατασκευαστική Α.Ε., β) της από 19-11-2009 εκ μέρους της άνω ενάγουσας εταιρείας προσεπίκλησης της αναιρεσείουσας εταιρείας Ομάδα Κατασκευών Α.Ε., γ) της από 22-1-2010 αγωγής της αναιρεσίβλητης εταιρείας Θέμις Κατασκευαστική Α.Ε.
κατά της εταιρείας "Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ", δ) της από 18-5-2010 εκ μέρους της τελευταίας αυτής εταιρείας και αναιρεσείουσας προσεπίκλησης της αναιρεσείουσας εταιρείας Ομάδα Κατασκευών Α.Ε. και ε) της από 21-12-2010 πρόσθετης παρέμβασης της προσεπικαλούμενης ως άνω εταιρείας υπέρ της ενάγουσας της υπό στοιχ.
α' αγωγής και υπέρ της εναγομένης της υπό στοιχ. γ' αγωγής. Κατά την παρ. 1 του άρθρου 94 του Συντάγματος, η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ανήκει στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, ενώ, κατά την παρ. 3 του ιδίου άρθρου, στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως ο νόμος ορίζει.
Εξάλλου, ο Ν. 1406/83 ορίζει, στο άρθρο 1 παρ. 2 εδ. ι', ότι στις διοικητικές διαφορές ουσίας περιλαμβάνονται και οι διαφορές από τις διοικητικές συμβάσεις. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, οι διοικητικές συμβάσεις από τις οποίες γεννώνται διαφορές υπαγόμενες στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, μεταξύ των οποίων και οι διαφορές από τις συμβάσεις δημοσίων έργων, είναι όχι όλες οι συμβάσεις που συνάπτονται κατά τη νομοθεσία για τα δημόσια έργα, αλλά μόνο εκείνες που από τη φύση τους έχουν διοικητικό χαρακτήρα.
Τέτοιες δε συμβάσεις είναι μόνο εκείνες στις οποίες, πάντως, ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (νπδδ). Επομένως, όταν το έργο εκτελείται χάριν νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου (νπιδ), δεν δημιουργείται διοικητική διαφορά ουσίας, έστω και αν το νομικό αυτό πρόσωπο ανήκει στο δημόσιο ή είναι δημόσια επιχείρηση που λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας.
Περαιτέρω, με την παράγραφο 7 εδ. α' του άρθρου 5 Ν. 2408/1996 ιδρύθηκε η αναιρεσίβλητη εταιρεία, καθορίστηκε ο σκοπός της και ρυθμίστηκαν διάφορα θέματα της οργάνωσης και λειτουργίας της. Ειδικότερα στο εδάφιο α' της παραγράφου αυτής, όπως το εδάφιο αυτό συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 § 5 εδ. α' Ν. 2521/1997, ορίζονται τα ακόλουθα: "Ιδρύεται ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ΘΕΜΙΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Ε., η οποία διέπεται από τον παρόντα νόμο και συμπληρωματικά από τον Κ.Ν. 2190/1920, όπως κάθε φορά ισχύει, ενώ στο εδάφιο β' της πιο πάνω διάταξης ορίζεται ότι "Σκοπός της εταιρείας είναι : - Η μελέτη, η κατασκευή, η επέκταση, η επισκευή, η συντήρηση, εξοπλισμός και η οργάνωση των δικαστικών κτιρίων, των σωφρονιστικών καταστημάτων, των καταστημάτων των υπηρεσιών του Υπουργείου Δικαιοσύνης και των εποπτευομένων από αυτό νομικών προσώπων, εφόσον τα έργα αυτά ανατίθενται στην εταιρεία με απόφαση του Υπουργείου Δικαιοσύνης.
Η εταιρεία μπορεί να αναθέτει σε τρίτους με διαγωνισμό ή απευθείας, εφόσον αυτό επιτρέπεται από τις κείμενες διατάξεις, την εκτέλεση των έργων αυτών, τη διοίκηση, την επίβλεψη και την παρακολούθηση της εκτέλεσής τους, καθώς και τον έλεγχο των σχετικών μελετών και εργασιών. Η εταιρεία εποπτεύεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης (ήδη από τον Υπουργό Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων κατά το άρθρ. 7 § 1 του Π.Δ.189/2009) και λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας.
Επ' αυτής έχουν εφαρμογής οι διατάξεις των παραγράφων 8, 9, 12, 13, 14, 15, 17 και 19 του άρθρου 5 Ν.2229/1994. Μέχρις εκδόσεως των κατά το άρθρ. 5 § 8 Ν.2229/1994 κανονισμών εφαρμόζονται οι διατάξεις του Ν. 1418/1984, όπως ισχύει...". Με παραπομπή έτσι στο άρθρο 13 § 2 του Ν. 1418/1984, αρμόδιο δικαστήριο για τις διαφορές από τις συμβάσεις κατασκευής έργων, που εκτελούν τρίτοι για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης, ορίσθηκε το Εφετείο της περιφέρειας, όπου εκτελείται το έργο και μάλιστα υπό πενταμελή σύνθεση, όπως αυτό προκύπτει από την παράγραφο 4 του άρθρου 64 του ΕισΝΚΠολΔ, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 111 § 1εδ.
στ' Ν.1756/1988. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Η δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων προβλέπεται από το άρθρο 1 ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν, α) οι διαφορές ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπάγει σε άλλα δικαστήρια, β) οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, που ο νόμος έχει υπάγει σ' αυτά, γ) οι υποθέσεις δημόσιου δικαίου, που ο νόμος έχει υπάγει σ' αυτά, και δ) οι διοικητικές διαφορές που δεν υπάγονται στην δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων.
Κατά το άρθρο 2 του ίδιου Κώδικα, τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται σε διοικητικά δικαστήρια ή αρχές..... και επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν. Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει, και επομένως δημιουργείται ο από τον αριθ. 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, όταν η υπόθεση που κρίθηκε από το δικαστήριο δεν υπάγεται σε καμία από τις ανωτέρω αναφερόμενες κατηγορίες, καθώς και όταν αυτό δεν είχε διεθνή δικαιοδοσία κατά το άρθρο 3 παρ.2 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο είχε δικαιοδοσία να δικάσει τη συγκεκριμένη υπόθεση, καθόσον το αναφερόμενο στις ένδικες αγωγές έργο εκτελείτο χάριν νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου και συγκεκριμένα της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας. Επομένως, ο τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 4 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι δηλαδή το Εφετείο υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "Θέμις Κατασκευαστική Α.Ε." στην από 22-1-2010 αγωγή της, ιστορούσε ότι οι ένδικες απαιτήσεις, συνολικού ποσού 61.065.472 ευρώ, οι οποίες εκχωρήθηκαν στην αναιρεσείουσα - εναγομένη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", με διαδοχικές συμβάσεις εκχωρήσεως/ενεχυριάσεως χρηματικών απαιτήσεων, από την αναιρεσείουσα εταιρία με την πρώην επωνυμία "Χ.Ι.
Κ. Ανώνυμος Τεχνική Ναυτιλιακή και Τουριστική Εταιρεία" και ήδη "ΟΜ.ΚΑΤ. ΑΕ", ανάδοχο, με βάση την από 12.07.1993 εργολαβική σύμβαση, του έργου "Εκτέλεση των οικοδομικών και Η/Μ εργασιών αποπεράτωσης του Εφετείου Αθηνών και της Αίθουσας Εορτών Δ.Μ.Α.", για τις οποίες (απαιτήσεις) έχουν συνταχθεί και εγκριθεί (με βάση σχετικούς συγκριτικούς πίνακες με αριθμούς 19, 20 και 21) λογαριασμοί-πιστοποιήσεις εκτελεσθεισών εργασιών από την κατασκευή του πιο πάνω έργου, στους οποίους αντιστοιχούν οι με αριθμούς 46 έως και 53 εντολές πληρωμής αυτής (αναιρεσίβλητης), ως κυρίας και φορέα του έργου, είναι άκυρες και συνεπώς, ανύπαρκτες, διότι αντιστοιχούν σε τμήμα της συνολικής εργολαβικής αμοιβής, εκ ποσού 205.747.000 ευρώ, εκ των οποίων 121.842.000 ευρώ για την εκτέλεση προσθέτων εργασιών του πιο πάνω έργου και 83.905.000 ευρώ για την κατασκευή των νέων (αυτοτελών) έργων, που αναφέρονται στην αγωγή και απαγορεύεται ρητά η πληρωμή τους, καθώς :
α) η δαπάνη για την εκτέλεση αυτών των προσθέτων εργασιών και των νέων έργων, όπως αυτή αποτυπώνεται στους ενδίκους λογαριασμούς-πιστοποιήσεις και στις οικείες εντολές πληρωμής, υπερβαίνει το ανώτατο, κατ' άρθρο 8 παρ.1 του Ν. 1418/1984, όριο της συνολικής δαπάνης του έργου, δηλαδή το 50% του συμβατικού ποσού της από 12.07.1993 εργολαβικής σύμβασης, όπως αυτό (ανώτατο όριο) προσδιορίζεται αποκλειστικά με το άρθρο 12 του Ν.2326/1998, επιπροσθέτως δε, διότι οι προαναφερόμενοι συγκριτικοί πίνακες, στους οποίους στηρίχτηκαν οι ένδικοι λογαριασμοί, έχουν συνταχθεί ακύρως, χωρίς δηλαδή τα απαιτούμενα συνοδευτικά χρονοδιαγράμματα εκτελεσθησομένων και επιμετρήσεις εκτελεσθεισών, μέσα στα όρια του χρονοδιαγράμματος, εργασιών, κατά παράβαση των άρθρων 5 § 7 του Ν. 1418/1984 και 32, 34, 38 § 2 και 40 § 2 Π.Δ.609/1985 και β) η εκτέλεση των νέων έργων ανατέθηκε ακύρως, απευθείας και χωρίς διενέργεια διαγωνισμού στην ανάδοχο του ήδη εκτελούμενου έργου, κατά παράβαση της εθνικής και κοινοτικής νομοθεσίας.
Με την επίκληση των περιστατικών αυτών, η αναιρεσίβλητη επικαλούμενη έννομο συμφέρον για το λόγο ότι η εταιρεία "Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ" διώκει την εξόφληση των ανυπάρκτων αυτών απαιτήσεων, συνολικού ποσού 61.065.472 ευρώ, από τα οποία εκείνη της έχει ήδη καταβάλει τμηματικά το ποσό των 25.551.980 ευρώ, ζητεί, αφού αναγνωρισθεί ανύπαρκτη όλη η επίδικη οφειλή, να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή της (Τράπεζας Κύπρου) να της αποδώσει, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, το πιο πάνω ποσό, το οποίο της έχει ήδη καταβάλει χωρίς νόμιμη αιτία.
Επειδή, η παρ. 1 του άρθρου 8 του Ν. 1418/1984 ορίζει ότι: "1. Αν η αρτιότητα ή η λειτουργικότητα του έργου επιβάλλει αύξηση στις ποσότητες των εργασιών ή εκτέλεση των εργασιών που δεν προβλέπονται από τη σύμβαση, ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να εκτελέσει τις πρόσθετες αυτές εργασίες με τις συμβατικές τιμές ή με νόμιμα κανονιζόμενες τιμές μονάδας νέων εργασιών, αντίστοιχα, μέχρι δαπάνης 50% πλέον του συνολικού συμβατικού ποσού.
Αύξηση του συνολικού συμβατικού ποσού πέραν του 50% απαγορεύεται". Περαιτέρω, η παράγραφος 2 του άρθρου 34 του Π.Δ/τος 609/1985 ορίζει ότι ο ανάδοχος δεν δικαιούται αποζημίωση ή αύξηση τιμών για μεταβολές στα έργα, τα οποία έγιναν χωρίς έγγραφο διαταγή, έστω και αν αυτές βελτιώνουν το έργο, ενώ, εξάλλου, σε επείγουσες περιπτώσεις, η διαταγή για τροποποιήσεις ή συμπληρώσεις δίδεται προφορικώς στον τόπο των έργων και καταχωρίζεται στο ημερολόγιο, ενώ στο άρθρο 43 § 1 αυτού ορίζεται ότι ο φορέας κατασκευής του έργου έχει το δικαίωμα, κατά τη διάρκεια της κατασκευής του έργου, να αναθέτει την εκτέλεση συμπληρωματικών εργασιών μόνο σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του Ν. 1418/1984.
Τέλος, κατά το άρθρο 47 § 1 εδ. α' του πιο πάνω Π.Δ/τος, αν ο ανάδοχος δεν εκπληρώνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις ή δεν συμμορφώνεται με τις γραπτές εντολές της υπηρεσίας που του δίνονται σύμφωνα με τη σύμβαση ή το νόμο μπορεί να κηρυχτεί έκπτωτος από την εργολαβία. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι σε περίπτωση, κατά την οποία ο ανάδοχος εκτελέσει εργασίες μη προβλεπόμενες από τη σύμβαση, κατά ποσότητα ή είδος, η δαπάνη των οποίων υπερβαίνει το 50% του συνολικού συμβατικού ποσού, δεν δικαιούται αμοιβής ή αποζημίωσης για τις εργασίες αυτές, ούτε απόδοσης της ωφελείας του λήπτη βάσει των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Κατ' εξαίρεση, όμως, από τον κανόνα αυτό, ο ανάδοχος δικαιούται αμοιβής ή αποζημίωσης για τις ως άνω εργασίες, στην περίπτωση κατά την οποία προέβη στην εκτέλεσή τους κατόπιν εγγράφου εντολής της Υπηρεσίας ή, σε επείγουσες περιπτώσεις, κατόπιν προφορικής εντολής της Υπηρεσίας, στον τόπο εκτελέσεως του έργου, που καταχωρίζεται στο ημερολόγιο αυτού.
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των άρθρων 34 και 43 του Π.Δ/τος 609/1985 συνάγεται ότι ο ανάδοχος δεν δύναται κατ' αρχήν να προβεί σε τροποποιήσεις ως προς την ποιότητα, το είδος ή την ποσότητα των εργασιών, όπως αυτά ορίζονται στη σύμβαση, χωρίς προηγουμένη έγγραφη εντολή και χωρίς προηγουμένη σύνταξη και έγκριση συγκριτικού πίνακος ή και πρωτοκόλλου κανονισμού τιμών μονάδος νέων εργασιών, όπως επίσης και ότι ο ανάδοχος δεν δικαιούται αποζημιώσεως για μεταβολές στο έργο, οι οποίες έγιναν χωρίς προηγουμένη έγγραφη εντολή (ή σε επείγουσες περιπτώσεις, χωρίς προφορική εντολή της Υπηρεσίας στον τόπο εκτέλεσης του έργου, καταχωρισθείσης στο ημερολόγιο αυτού.
Εξάλλου, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι δεν αποκλείεται εργασίες, οι οποίες παρεκκλίνουν της συμβάσεως και εξετελέσθησαν χωρίς έγγραφο ή προφορική, κατά τα ανωτέρω, εντολή να κριθούν, εν συνεχεία, από τα αρμόδια όργανα του κυρίου του έργου ή, σε περίπτωση διαφωνίας και ασκήσεως εκ μέρους του αναδόχου προσφυγής, από το αρμόδιο εφετείο, ως αναγκαίες, οπότε οι εργασίες αυτές νομιμοποιούνται εκ των υστέρων με σύνταξη συγκριτικού πίνακος και πρωτοκόλλου κανονισμού τιμών μονάδος νέων εργασιών (ΣτΕ 1230/2011).
Περαιτέρω, στο άρθρο 12 Ν. 2623/1998 ορίζεται ότι: "Προκειμένου για το έργο της κατασκευής των οικοδομικών και ηλεκτρομηχανολογικών εργασιών αποπεράτωσης του Εφετείου Αθηνών και της Αίθουσας Εορτών του Δικαστικού Μεγάρου Αθηνών, που προκηρύχθηκε με την από 23 Φεβρουαρίου 1993 προκήρυξη της Διεύθυνσης Κτιριακών Έργων του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, ως συνολικό συμβατικό ποσό για την εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 8 του Ν.1418/1984 (ΦΕΚ 23 Α'), όπως ίσχυε κατά το χρόνο της προκηρύξεως (23.2.1993) και έχει εφαρμογή στο έργο αυτό, νοείται το ποσό που χρειάζεται για την ολοκλήρωση του εκτελούμενου έργου, με βάση τις ποσότητες εργασιών και υλικών που προέκυπταν από τις πραγματικές ανάγκες του έργου κατά το χρόνο της προκηρύξεώς του, όπως οι ανάγκες αυτές προσδιορίζονται και προκύπτουν από μελέτη του νέου φορέα κατασκευής του έργου (Θέμις Κατασκευαστική Α.Ε.), με προϋπολογισμό και τιμολόγηση του τριμήνου της μελέτης δημοπράτησης, που εγκρίνεται με απόφαση του εποπτεύοντος Υπουργού Δικαιοσύνης.
Κατά τον υπολογισμό των ποσοτήτων αυτών και της αξίας τους λαμβάνονται υπόψη και οι μεταβολές που επήλθαν στους κανονισμούς κατασκευής και εκτέλεσης του έργου αυτού, μετά την κατά το έτος 1969 σύνταξη της αρχικής μελέτης και μέχρι της προκηρύξεως. Το ως άνω συνολικό συμβατικό ποσό θα προκύψει μετά την εφαρμογή επί του τελικού ποσού του νεοκαταρτιζόμενου προϋπολογισμού της αρχικής μέσης έκπτωσης και με πρόσθεση των νεοεγκριθέντων απροβλέπτων.
Το κατά τα ανωτέρω καθοριζόμενο συνολικό συμβατικό ποσό εφαρμόζεται αποκλειστικά και μόνο για τον έλεγχο τήρησης του ανώτατου ορίου υπέρβασης της δαπάνης του έργου. Αύξηση του ως άνω συνολικού συμβατικού ποσού πέραν του 50% απαγορεύεται (παρ. 1 του άρθρου 8 του Ν. 1418/1984). Κατά τα λοιπά εξακολουθεί να ισχύει η υφιστάμενη Σύμβαση, που θα συνεχίσει να εκτελείται με το νομικό καθεστώς του χρόνου δημοπράτησης του Έργου.
Για την εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου 8 του Ν. 1418/1984 λογίζεται ως συμβατική δαπάνη κάθε ομάδας ομοειδών εργασιών η δαπάνη που προσδιορίζεται στον αρχικό προϋπολογισμό της εν λόγω σύμβασης κατά κατηγορία και ομάδα ομοειδών εργασιών". Με τη διάταξη αυτή του άρθρου 12 του Νόμου 2623/1998, δικαιολογητικός λόγος θέσπισης της οποίας ήταν το γεγονός ότι το είδος των εργασιών που απαιτούντο για την ολοκλήρωση της κατασκευής του συγκεκριμένου έργου δεν ανταποκρινόταν στις τότε συνθήκες κατασκευής του, ενόψει μάλιστα των μεταβολών που επέφεραν οι κτιριοδομικοί κανονισμοί που τέθηκαν σε ισχύ και του ότι πολλά από τα υλικά που επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν και για τα οποία γινόταν λόγος στην αρχική αρχιτεκτονική μελέτη, η οποία είχε εκπονηθεί τη δεκαετία του 1960, δεν ήταν διαθέσιμα στην αγορά κατά το χρόνο δημοπράτησης του έργου (αρχές δεκαετίας του 1980), προβλέφθηκε, για να καταστεί δυνατή η αποπεράτωση του έργου, μετά δύο εργολαβίες που διήρκεσαν πλέον της 25ετίας, ο καθορισμός νέου συμβατικού ποσού επί επικαιροποιημένου προϋπολογισμού, προκειμένου να αντιμετωπιστεί το κόστος των απαιτούμενων προσθέτων εργασιών, οι οποίες δεν συμπεριλαμβάνονταν στα συνταχθέντα αρχικά συμβατικά τεύχη και επί του οποίου θα γινόταν ο υπολογισμός του επιτρεπτού ποσοστού (50%).
Τούτο δε έγινε προκειμένου να επιτευχθεί η όσο το δυνατό συντομότερη ολοκλήρωση της κατασκευής του έργου και με το χαμηλότερο δυνατό κόστος για το Δημόσιο, με βάση τον επικαιροποιημένο προϋπολογισμό, που θα συνέτασσε ο φορέας κατασκευής του έργου και θα εγκρινόταν από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και επί του οποίου θα υπολογιζόταν το επιτρεπτό ποσοστό υπέρβασης του 50%.
Κατά την αληθή δε έννοια της πιο πάνω διάταξης και για λόγους επίσπευσης του όλου έργου, η μελέτη του φορέα κατασκευής δεν ήταν αναγκαίο να εκπονηθεί εφάπαξ και ενιαία εκ των προτέρων μετά την ισχύ του Νόμου 2623/1998 για όλο το έργο, αλλά μπορούσε να εκπονηθεί σταδιακά και με παράλληλη εκτέλεση των επί μέρους αναγκαίων κάθε φορά εργασιών, ο προϋπολογισμός των οποίων θα εγκρινόταν κάθε φορά με διακριτές αποφάσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης, γεγονός άλλωστε σύμφωνο και τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 7 εδ.
β' του Ν. 2408/1996, κατά την οποία με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης μπορούσε να επεκταθεί ο σκοπός της εταιρείας "Θέμις Κατασκευαστική Α.Ε.". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Κατόπιν πανελληνίου αρχιτεκτονικού διαγωνισμού, που είχε προκηρυχθεί από το Ελληνικό Δημόσιο στη δεκαετία του 1960 για την εκπόνηση αρχιτεκτονικής μελέτης, προκειμένου να ανεγερθεί το Δικαστικό Μέγαρο Αθηνών (Δ.Μ.Α.), δηλαδή το κτήριο του Αρείου Πάγου, το κτήριο του Εφετείου Αθηνών, το κτήριο της Αίθουσας Εορτών (με Βιβλιοθήκη και Γραφεία Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών), το κτήριο του Πρωτοδικείου Αθηνών κλπ, εντός του Οικοδομικού Τετραγώνου, το οποίο ορίζεται από τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας και τις οδούς Λουκάρεως, Κάλβου και Δέγλερη, ανατέθηκε στο μελετητικό γραφείο "Ι.
Ρ.-Δ. Κ.", που είχε λάβει το πρώτο βραβείο, η εκπόνηση της αρχιτεκτονικής μελέτης και ο συντονισμός όλων των μελετών του πιο πάνω έργου. Ακολούθως, εκπονήθηκε και η στατική μελέτη από το γραφείο του Αρίσταρχου Οικονόμου, στο οποίο είχε αυτή ανατεθεί., καθώς και η ηλεκτρομηχανολογική μελέτη του έργου από Κ/Ξ Η/Μ, στην οποία είχε ανατεθεί, με επικεφαλής στον ηλεκτρολόγο μηχανολόγο Ν.
Κ.. Με βάση τις πιο πάνω μελέτες, τη δεκαετία του 1970, δημοπρατήθηκε και κατασκευάστηκε το κτήριο του Αρείου Πάγου και στις αρχές της δεκαετίας του 1980, δημοπρατήθηκε και το κτίριο του Εφετείου Αθηνών και της σε επαφή με αυτό Αίθουσας Εορτών. Οι εργασίες εκτέλεσης των εκσκαφών άρχισαν το έτος 1981 και περατώθηκαν το έτος 1983.
Η κατασκευή του φέροντος οργανισμού από οπλισμένο σκυρόδεμα περατώθηκε το έτος 1990. οπότε ο ανάδοχος του έργου κηρύχθηκε σε πτώχευση και το ΥΠΕΧΩΔΕ, ως κύριος του έργου, το παρέλαβε στο στάδιο του σκελετού από οπλισμένο σκυρόδεμα με ανεκτέλεστες τις υπόλοιπες εργασίες. Ενωρίτερα, περί το έτος 1982 και ενώ είχαν ήδη εκτελεσθεί οι εργασίες εκσκαφών και ένα μικρό μέρος του σκυροδέματος του κτηρίου του Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε ταυτόχρονα δημοπρατηθεί, το έργο αφαιρέθηκε από την εργολαβία, αφού αποφασίστηκε η μεταφορά του Πρωτοδικείου Αθηνών στην πρώην Σχολή Ευελπίδων.
Στη συνέχεια, κατόπιν δημόσιου ανοικτού μειοδοτικού διαγωνισμού, με το σύστημα προσφοράς επί μέρους ποσοστών έκπτωσης, που προκηρύχθηκε στις 23.02.1993 και διενεργήθηκε στις 28.04.1993, η εκτέλεση του έργου "Αποπεράτωση Οικοδομικών και Η/Μ εργασιών Εφετείου και Αίθουσας Εορτών Δικαστικού Μεγάρου Αθηνών" με προϋπολογισμό 10.254.000.000 δρχ.
κατακυρώθηκε στη μειοδότρια κοινοπραξία "ΟΜ.ΚΑΤ. Α.Ε.- ΔΟ.Τ.Ε. Α.Ε." με μέση τεκμαρτή έκπτωση 69,20% και μεταξύ αυτής και του αρμόδιου τότε Προϊσταμένου της Ειδικής Υπηρεσίας Δημοσίων Έργων Κτηριακών-Σταθμών Αυτοκινήτων-Δικαστικού Μεγάρου Αθηνών του ΥΠΕΧΩΔΕ υπογράφηκε η εργολαβική σύμβαση στις 12.07.1993, με συμβατικό ποσό 3.581.605.122 δρχ. (10.254.000.000 Χ 69,20%), πλέον ΦΠΑ εκ ποσοστού 18% και ποσού 644.688.922 δρχ.
και με αρχικό συνολικό χρόνο περάτωσης του έργου χίλιες εκατό (1.100) ημέρες από την υπογραφή της σύμβασης, που στη συνέχεια παρατάθηκε διαδοχικά με αποφάσεις του ΥΠΕΧΩΔΕ που ήταν ο κύριος και φορέας του έργου μέχρι 31.12.1997 και ακολούθως, μέχρι 30.06.2004, με αποφάσεις του Δ.Σ. του νέου φορέα του έργου "ΘΕΜΙΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Ε.".
Για λόγους ανταπόκρισης του κτηρίου στις σύγχρονες συνθήκες και στους νέους υποχρεωτικούς κτηριοδομικούς κανονισμούς, δηλαδή στο π.δ. 71/1988 "Κανονισμός πυροπροστασίας των κτηρίων" και στο υπ' αριθμό 583 πρότυπο του Ελληνικού Οργανισμού Τυποποίησης "Κατασκευή Εξωτερικών Επενδύσεων με Μάρμαρα", που εκδόθηκε στις 05.03.1981, εγκρίθηκε, με σχετικές αποφάσεις του ΥΠΕΧΩΔΕ, η ανάθεση σύνταξης επί μέρους τροποποιητικών μελετών στους πιο πάνω αρχικούς μελετητές, με αντικείμενο τις οικοδομικές εργασίες και τις Η/Μ εγκαταστάσεις και υπογράφησαν οι σχετικές από 09.01.1995 και από 12.01.1995 συμβάσεις, οι δε εκπονηθείσες μελέτες εγκρίθηκαν από τον Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ, ενώ με την ΕΥΔΕΚ/57/17.02.1997 απόφασή του εγκρίθηκε η ανάθεση καθηκόντων τεχνικού συμβούλου στους αρχικούς μελετητές του έργου για την παροχή συνδρομής σε θέματα Η/Μ εγκαταστάσεων και η σχετική σύμβαση υπογράφηκε στις 28.02.1997.
Η συνολική επιφάνεια του έργου που δημοπρατήθηκε το 1993 (Αποπεράτωση του Εφετείου-Αίθουσας Εορτών) ανερχόταν σε 48.130 τ.μ. υπέργειων χώρων και 33.840 τ.μ. υπόγειων χώρων, συμπεριλαμβανομένου υπογείου χώρου στάθμευσης αυτοκινήτων του κτηρίου του Εφετείου 16.920 τ.μ. Η επιφάνεια του υπογείου αυξήθηκε κατά 8.530 τ.μ.
και έτσι, η συνολική επιφάνεια του έργου ανήλθε σε 90.500 τ.μ. προκειμένου να στεγασθούν και άλλες υπηρεσίες, που εντάχθηκαν στο πιο πάνω έργο από το έτος 1999 έως το έτος 2004, δηλαδή από έξι (6) έως και ένδεκα (11) έτη μετά τη δημοπράτησή του. Η ανάδοχος κοινοπραξία διαλύθηκε, κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του έργου, λόγω πτωχεύσεως του μέλους αυτής με την επωνυμία "ΔΟ.Τ.Ε.
ΑΕ" και η εργολαβία συνεχίστηκε με ανάδοχο το άλλο μέλος αυτής, δηλαδή την εταιρία με την επωνυμία "ΟΜ.ΚΑΤ. ΑΕ", πρώην "Χ.Ι.Κ. ΑΕ". Στις 12 Δεκεμβρίου 1997 και ενώ μέχρι τότε η εγκεκριμένη από τον κύριο και φορέα του έργου ΥΠΕΧΩΔΕ δαπάνη είχε ανέλθει με βάση τον εγκεκριμένο 5° συγκριτικό πίνακα στο ποσό των 7.628.800.000 δρχ.
και η δαπάνη των εκτελεσθεισών εργασιών είχε ανέλθει στο ποσό των 4.528.240.071 δρχ. με βάση την εγκεκριμένη 21η πιστοποίηση, άλλαξε ο φορέας κατασκευής του έργου και με την Δ17α/08/107/Φν.401/09.12.1997 κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 1105/12.12.1997), το ήδη εκτελούμενο έργο περιήλθε στην εταιρία με την επωνυμία "ΘΕΜΙΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.
Ε.", που είχε ιδρυθεί με το Ν.2408/1996, στην οποία παραχωρήθηκαν όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις του Δημοσίου (ΥΠΕΧΩΔΕ), που απέρρεαν από την πιο πάνω εργολαβική σύμβαση (άρθρο 48 του Ν.2408/1996). Κατά τη χρονική αυτή περίοδο, βρίσκονταν σε εξέλιξη οι εργασίες φλοιού του κτηρίου (υαλοπετάσματα και ορθομαρμαρώσεις των όψεων, εσωτερικές διαιρέσεις των χώρων Εφετείου με βάση την αρχική μελέτη για 8 αίθουσες, καθώς και μόνωση δώματος) και μάλιστα είχαν εκτελεστεί αυτές κατά 80%, ενώ είχαν εκτελεσθεί ελάχιστες έως καθόλου Η/Μ εργασίες.
Ακολούθως, η πιο πάνω εταιρία, ως νέος κύριος και φορέας του έργου, διά των αρμοδίων οργάνων της, ενέκρινε τους 6° και 7° συγκριτικούς πίνακες, με τον τελευταίο των οποίων η εγκεκριμένη δαπάνη είχε ανέλθει στο ποσό των 9.795.799.500 δρχ. και με αυτή είχε ολοκληρωθεί "σχεδόν το σύνολο των οικοδομικών εργασιών για την αποπεράτωση του έργου, όπως αυτές προέκυψαν από νέες αναλυτικές προμετρήσεις, τόσο όσο αφορά στον εξωτερικό φλοιό του κτηρίου όσο και στο εσωτερικό, συμπεριλαμβανομένων εργασιών πυρεπένδυσης των στοιχείων εξ οπλισμένου σκυροδέματος...
σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις του π.δ. 71/1988 "Κανονισμός πυροπροστασίας των κτηρίων". Ως προς τις Η/Μ εργασίες, περιλάμβαναν ένα μέρος αυτών... επειδή δεν είχαν εκπονηθεί ακόμη οι Η/Μ μελέτες και δεν επρόκειτο να εκτελεστούν σε εκείνη τη φάση της εργολαβίας...", (σελ. 6-7 και 13 της 153/Α/2008 έκθεσης επιθεώρησης- ελέγχου των επιθεωρητών -ελεγκτών δημόσιας διοίκησης:
Γ. Δ., Π. Κ. και Γ. Μ., που εγκρίθηκε από την επιτροπή του άρθρου 4 παρ.4 του Ν.3613/2007). Πλην όμως, επειδή το πιο πάνω ποσό της συνολικής δαπάνης [9.795.799.500 δρχ] υπερέβαινε το ανώτατο όριο του συμβατικού ποσού κατά 49,74% και επομένως είχε σχεδόν καλύψει όλο το επιτρεπόμενο από το άρθρο 8 παρ.1 του Ν. 1418/1984 ανώτατο όριο (50%) για την υπέρβαση του συμβατικού ποσού, με απορρόφηση μάλιστα του συνόλου του κονδυλίου των απροβλέπτων δαπανών, δεν μπορούσαν να συνεχισθούν οι εργασίες ολοκλήρωσης του έργου και ειδικότερα εκείνες των Η/Μ.
Επί πλέον ανεφάνη ανάγκη προσθέτων εργασιών για την κάλυψη προσθέτων αναγκών, που δεν προβλέπονταν από τη σύμβαση εργολαβίας, αλλά τις επέβαλε η λειτουργικότητα του έργου, με κυριότερη την ανάγκη της κατασκευής 22 αιθουσών αντί των αρχικώς προβλεπομένων 8. Η κατάσταση αντιμετωπίστηκε με την ψήφιση του Ν.2623/25.06.1998, στο άρθρο 12 του οποίου ορίζεται ότι : "Προκειμένου για το έργο της κατασκευής των οικοδομικών και ηλεκτρομηχανολογικών εργασιών αποπεράτωσης του Εφετείου Αθηνών και της Αίθουσας Εορτών του Δικαστικού Μεγάρου Αθηνών, που προκηρύχθηκε με την από 23 Φεβρουαρίου 1993 προκήρυξη της Διεύθυνσης Κτηριακών Έργων του Υπουργείου Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, ως συνολικό συμβατικό ποσό για την εφαρμογή της παρ.1 του άρθρου 8 του Ν. 1418/1984 (ΦΕΚ 23 Α'), όπως ίσχυε κατά το χρόνο της προκηρύξεως (23.2.1993) και έχει εφαρμογή στο έργο αυτό, νοείται το ποσό που χρειάζεται για την ολοκλήρωση του εκτελούμενου έργου, με βάση τις ποσότητες εργασιών και υλικών, που προέκυπταν από τις πραγματικές ανάγκες του έργου κατά το χρόνο της προκηρύξεώς του, όπως οι ανάγκες αυτές προσδιορίζονται και προκύπτουν από μελέτη του νέου φορέα κατασκευής του έργου (Θέμις Κατασκευαστική ΑΕ), με προϋπολογισμό και τιμολόγηση του τριμήνου της μελέτης δημοπράτησης, που εγκρίνεται με απόφαση του εποπτεύοντος Υπουργού Δικαιοσύνης.
Κατά τον υπολογισμό των ποσοτήτων αυτών και της αξίας τους λαμβάνονται υπόψη και οι μεταβολές που επήλθαν στους κανονισμούς κατασκευής και εκτέλεσης του έργου αυτού, μετά την κατά το έτος 1969 σύνταξη της αρχικής μελέτης και μέχρι της προκηρύξεως. Το ως άνω συνολικό συμβατικό ποσό θα προκύψει μετά την εφαρμογή επί του τελικού ποσού του νεοκαταρτιζόμενου προϋπολογισμού της αρχικής μέσης έκπτωσης και με πρόσθεση των νεοεγκριθέντων απροβλέπτων.
Το κατά τα ανωτέρω καθοριζόμενο συνολικό συμβατικό ποσό εφαρμόζεται αποκλειστικά και μόνο για τον έλεγχο τήρησης του ανώτατου ορίου υπέρβασης της δαπάνης του έργου. Αύξηση του ως άνω συνολικού συμβατικού ποσού πέραν του 50% απαγορεύεται (παρ. 1 του άρθρου 8 του Ν. 1418/1984). Κατά τα λοιπά εξακολουθεί να ισχύει η υφιστάμενη Σύμβαση, που θα συνεχίσει να εκτελείται με το νομικό καθεστώς του χρόνου δημοπράτησης του Έργου.
Για την εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου 8 του Ν. 1418/1984 λογίζεται ως συμβατική δαπάνη κάθε ομάδας ομοειδών εργασιών, η δαπάνη που προσδιορίζεται στον αρχικό προϋπολογισμό της εν λόγω σύμβασης, κατά κατηγορία και ομάδα ομοειδών εργασιών...". Από τις διατάξεις του πιο πάνω άρθρου συνάγεται σαφώς ότι, προκειμένου να αντιμετωπισθεί ο κίνδυνος ματαίωσης της κατασκευής του έργου, λόγω εξάντλησης του ανωτάτου ορίου της συνολικής δαπάνης, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.1 του Ν.1418/1984, αφού η μέχρι τότε συνολική δαπάνη, όπως προσδιοριζόταν με βάση το αρχικό συμβατικό ποσό, είχε πλησιάσει το ανώτατο όριο του 50%, αγγίζοντας το 49,74% τούτου, ορίστηκε νέα βάση υπολογισμού του ανωτάτου αυτού ορίου, που ως ποσοστό παρέμεινε το ίδιο (50%) και ορίστηκε ότι αυτό προσδιορίζεται πλέον με βάση νέο συμβατικό ποσό, υπολογιζόμενο με τον τρόπο που προβλέπεται στο άρθρο αυτό και εφαρμοζόμενο αποκλειστικά και μόνο για να ελέγχεται η τήρηση του ανωτάτου ορίου συνολικής δαπάνης για το έργο αυτό, ώστε να ολοκληρωθεί μεν η κατασκευή του, χωρίς όμως ανεξέλεγκτες υπερβάσεις του κόστους αυτής.
Έτσι, ορίστηκε ότι για την εξεύρεση του ανώτατου ορίου συνολικής δαπάνης του ήδη εκτελούμενου έργου θα ληφθεί υπόψη διευρυμένη βάση, δηλαδή το συμβατικό ποσό, που χρειάζεται για την ολοκλήρωσή του, με βάση τις ποσότητες εργασιών και υλικών που προέκυπταν από τις πραγματικές ανάγκες του, κατά το χρόνο της προκήρυξής του, όπως αυτές θα προσδιορίζονται από νέα μελέτη, την οποία θα συντάξει ο νέος φορέας του επίμαχου έργου, ["ΘΕΜΙΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Ε."] με προϋπολογισμό και τιμολόγηση του τριμήνου της μελέτης δημοπράτησης, τον οποίο εγκρίνει με απόφασή του (εκτός από την κυρία και φορέα του έργου) και ο εποπτεύων Υπουργός Δικαιοσύνης.
Δηλαδή, για την εφαρμογή του άρθρου αυτού έπρεπε να γίνει αναγωγή στο χρόνο της προκήρυξης (23.02.1993), να καθοριστούν οι πραγματικές ανάγκες του έργου, κατά το χρόνο εκείνο, με βάση σχετική μελέτη του νέου φορέα, να υπολογιστούν οι απαιτούμενες ποσότητες υλικών και εργασιών, λαμβάνοντας υπόψη και τις νέες μελέτες για την εφαρμογή των νέων κτηριοδομικών κανονισμών, οι οποίες κατά τα άνω, είχαν ήδη ανατεθεί από το ΥΠΕΧΩΔΕ και να τιμολογηθούν με τιμές του χρόνου δημοπράτησης (28.04.1993).
Στο τελικό ποσό του νεοκαταρτιζόμενου με τον προαναφερόμενο τρόπο προϋπολογισμού ορίστηκε ρητώς ότι θα εφαρμοστεί η αρχική μέση έκπτωση, δηλαδή το ποσοστό 69,20% και θα προστεθούν τα νεοεγκριθέντα απρόβλεπτα και έτσι διαμορφωμένο, θα αποτελέσει το συνολικό συμβατικό ποσό, το οποίο δεν προοριζόταν από το νόμο να αντικαταστήσει το αρχικό συμβατικό ποσό, αλλά να εφαρμοστεί αποκλειστικά και μόνο ως βάση (ως κριτήριο) για τον έλεγχο τήρησης του ανωτάτου ορίου υπέρβασης της συνολικής δαπάνης του εκτελούμενου έργου, το οποίο (ανώτατο όριο), σύμφωνα με το εδ.
ε' του ως άνω άρθρου 12 Ν.2326/1998, απαγορεύεται να αυξηθεί πέραν του 50% του νεοκαθοριζόμενου συμβατικού ποσού. Πλην, όμως, το άρθρο αυτό για χρονικό διάστημα 18 μηνών από την έναρξη της ισχύος του δεν εφαρμόστηκε καθόλου και ακολούθως, εφαρμόστηκε εσφαλμένα. Συγκεκριμένα, ο νέος φορέας του έργου (ΘΕΜΙΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Ε.), χωρίς να καταρτίσει νέα μελέτη και νέο ενιαίο (συνολικό) προϋπολογισμό για την ολοκλήρωση του εκτελούμενου έργου, με τον τρόπο που προβλέπει η προαναφερόμενη διάταξη, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί η τήρηση του ανωτάτου ορίου της συνολικής του δαπάνης, ακολούθησε την τακτική της τμηματικής εκτέλεσης του έργου, βάσει τροποποιητικών μελετών, με κατάρτιση νέου εκάστοτε προϋπολογισμού, εγκρινομένου πρώτα από το Δ.Σ.
της εταιρίας και στη συνέχεια με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και ισόποσου με τη συνολική δαπάνη κάθε συγκριτικού πίνακα από τον 8° έως και τον 16°, στην οποία συμπεριλαμβάνονταν αναθεωρήσεις και βελτιώσεις τιμών. Η τακτική αυτή είχε ως αποτέλεσμα να μην υπάρχει ένα σταθερό συμβατικό ποσό, ως συγκριτικό στοιχείο, προκειμένου να εφαρμοστεί για τον έλεγχο της τήρησης της υπέρβασης της συνολικής δαπάνης του έργου, όπως το προόριζε ρητά ο νόμος, αλλά να αναπροσαρμόζεται (να αυξάνει) εκάστοτε το συμβατικό ποσό και να εμφανίζεται, έτσι, μηδενική υπέρβαση της συνολικής δαπάνης του έργου, αφού κάθε φορά (με κάθε συγκριτικό πίνακα να θεωρείται νέος προϋπολογισμός) εχρησιμοποιείτο διευρυμένη βάση (το αυξημένο εκάστοτε συμβατικό ποσό του κάθε πίνακα) για τον υπολογισμό της, έτσι ώστε αυξήθηκε αυτή (συνολική δαπάνη) από 9.795.799.500 δρχ., που ήδη είχε ανέλθει με τον προαναφερόμενο 7° συγκριτικό πίνακα (πριν την ψήφιση του άρθρου 12 του Ν.2326/1998), στο ποσό των 59.000.000.000 δρχ.
με τον 16° συγκριτικό πίνακα. Τέτοιες αποφάσεις είναι, εκτός άλλων και : α) η 4032/10.08.1999 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, με την οποία εγκρίνεται ως προϋπολογισμός του έργου η συνολική δαπάνη του 14ου συγκριτικού πίνακα εκ ποσού 35.889.700.00 δρχ., β) η 5976/09.12.1999 απόφαση του ίδιου Υπουργού, με την οποία εγκρίνεται ως προϋπολογισμός του έργου η συνολική δαπάνη του 15ου συγκριτικού πίνακα, εκ ποσού 51.678.336.000 δρχ.
και γ) η 429/28.01.2000 απόφαση του ως άνω Υπουργού, με την οποία εγκρίνεται ως προϋπολογισμός του έργου η συνολική δαπάνη του 16ου συγκριτικού πίνακα εκ ποσού 59.000.000.000 δρχ. Στη συνέχεια, 18 μήνες μετά την έναρξη της ισχύος του ως άνω άρθρου 12 του ν. 2623/1998, καταρτίστηκε ο προβλεπόμενος σ' αυτό ενιαίος προϋπολογισμός μελέτης και υπογράφηκε στις 20.12.1999 από τον Προϊστάμενο της Διευθύνουσας Υπηρεσίας και στις 07.02.2000 από την Προϊσταμένη Αρχή (Τεχνικό Διευθυντή) του κυρίου και φορέα κατασκευής του έργου, ο οποίος (προϋπολογισμός μελέτης) διαβιβάστηκε στην Ελληνική Βουλή, επ' ευκαιρία υποβολής ερωτήσεως Βουλευτή, με το 1515/23.02.2000 διαβιβαστικό έγγραφο του Υπουργού Δικαιοσύνης, χωρίς ωστόσο να εγκριθεί αυτός (προϋπολογισμός μελέτης) με σχετική απόφαση του τελευταίου, όπως ρητώς επιβάλλεται με το πιο πάνω άρθρο, ως ειδική προϋπόθεση της ισχύος του.
Αντίθετα, με την 1213/10.03.2000 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, συνεχίστηκε η προηγούμενη τακτική και εγκρίθηκε ως ενιαίος προϋπολογισμός του έργου, η συνολική δαπάνη του 17ου συγκριτικού πίνακα, εκ ποσού 69.620.000.000 δρχ., που ας σημειωθεί δεν ταυτίζεται απόλυτα με το ποσό του προϋπολογισμού μελέτης (70.000.000.000 δρχ.), αν και η κατάρτιση του τελευταίου (07.02.2000) είχε προηγηθεί της έγκρισης του 17ου συγκριτικού πίνακα (10.03.2000).
Έκτοτε, αρχίζει να λαμβάνεται υπόψη, ως σταθερό (συγκριτικό-ελεγκτικό) στοιχείο για τον υπολογισμό του ανωτάτου ορίου της υπέρβασης όπως αυτό καθορίζεται στον πιο πάνω προϋπολογισμό μελέτης του άρθρου 12 του Ν.2623/1998, μολονότι ο τελευταίος ήταν ανίσχυρος, αφού δεν είχε εγκριθεί με υπουργική απόφαση. Με βάση τον πιο πάνω προϋπολογισμό, το κόστος εργασιών-υλικών-υπηρεσιών του έργου, με τιμές του χρόνου δημοπράτησης (28.04.1993), προϋπολογίστηκε σε 54.464.365.218 δρχ., πλέον του εργολαβικού οφέλους εκ ποσοστού 18% και ποσού 9.803.585.739 δρχ., προϋπολογίστηκε σε 64.267.950.957 δρχ.
επί του οποίου προστέθηκαν απρόβλεπτες δαπάνες εκ ποσοστού 10% και ποσού 6.432.049.043 δρχ. και ανήλθε στο ποσό των 70.000.000.000 δρχ., επί του οποίου προστέθηκε ΦΠΑ εκ ποσοστού 18% και ποσού 12.600.000.000 δρχ. και τελικώς, ανήλθε στο ποσό των 82.600.000.000 δρχ. Έτσι, το έργο που δημοπρατήθηκε στις 23.02.1993 με προϋπολογισμό 10.254.000.000 δρχ. (χωρίς ΦΠΑ), προϋπολογίστηκε στις 07.02.2000 για την εφαρμογή του πιο πάνω άρθρου, ώστε να ολοκληρωθούν οι εργασίες που προέκυπταν από τις πραγματικές ανάγκες του έργου, κατά το χρόνο της δημοπράτησής του και με τιμές 2ου τριμήνου 1993, στο ποσό των 70.000.000.000 δρχ. (χωρίς ΦΠΑ), δηλαδή μέσα σε επτά (7) χρόνια (από το 1993 έως το 2000) και με ίδια τιμολόγηση υλικών και εργασιών, αυξήθηκε ο προϋπολογισμός του, κατά ποσοστό 682,66%.
Σύμφωνα με αυτόν τον προϋπολογισμό μελέτης, το συνολικό συμβατικό ποσό, κατά το άρθρο 12 του Ν.2623/1998, μετά την εφαρμογή της τελικής έκπτωσης της δημοπρασίας του έργου, ανέρχεται σε [64.267.950.957 Χ 69,20%=] 19.794.528.895 δρχ., πλέον δαπανών για απρόβλεπτα εκ ποσού 6.432.049.043 δρχ., ανέρχεται σε 26.226.577.938 δρχ. Με βάση δε το συνολικό αυτό συμβατικό ποσό, το ανώτατο όριο υπέρβασης της συνολικής δαπάνης, που προβλέπεται στο άρθρο 12 του ν.2623/1998, ανέρχεται στο 50% τούτου, δηλαδή σε 13.113.288.969 δρχ.
Περαιτέρω, η συνολική δαπάνη του έργου ανέρχεται σε 16.694.894.091 δρχ. [δηλαδή 13.113.288.969 δρχ. το 50% του νεοκαθοριζόμενου συμβατικού ποσού, ως ανώτατο όριο υπέρβασης, πλέον του αρχικού συμβατικού ποσού 3.581.605.122 δρχ.]. Πλην όμως, όπως προαναφέρθηκε, η κυρία και φορέας του Έργου, εταιρία "ΘΕΜΙΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Ε.", εξέλαβε το νέο αυτό συμβατικό ποσό, όπως καθορίστηκε με τον προαναφερόμενο προϋπολογισμό μελέτης, όχι αποκλειστικά και μόνον ως στοιχείο υπολογισμού και ελέγχου τήρησης του ανωτάτου ορίου υπέρβασης της συνολικής δαπάνης, όπως ρητώς ορίζει το άρθρο 12 του Ν.2623/1998, αλλά, κατά ευθεία παράβαση τούτου, ως νέο συνολικό συμβατικό ποσό του έργου, που αντικατέστησε το αρχικό.
Το αποτέλεσμα αυτής της εσφαλμένης εκδοχής είναι να αυξηθεί το ανώτατο όριο της συνολικής δαπάνης, αφού, για να βρεθεί το τελευταίο, προστέθηκε όχι στο αρχικό συμβατικό ποσό της εργολαβικής σύμβασης, όπως θα έπρεπε, αλλά στο νέο συμβατικό ποσό το 50% τούτου. Έτσι, με βάση την εσφαλμένη αυτή ερμηνεία του πιο πάνω άρθρου από την κυρία και φορέα του έργου, ως σταθερό ανώτατο όριο για τον έλεγχο τήρησης της συνολικής δαπάνης ορίστηκε το ποσό των 39.339.866.907 δρχ.
ή 115.450.819,97ευρώ (δηλαδή 13.113.288.969 δρχ. το 50% του νεοκαθοριζόμενου συμβατικού ποσού, ως ανώτατο όριο υπέρβασης, πλέον του νεοκαθοριζόμενου συμβατικού ποσού 26.226.577.938 δρχ.], αντί αυτό να οριστεί ορθά στο ποσό 16.694.894.091 δρχ. ή 48.994.553,46 ευρώ, όπως προαναφέρθηκε. Το τελευταίο αυτό ποσό συνολικής δαπάνης (16.694.894.091 δρχ.) εν όψει του προχωρημένου σταδίου εξέλιξης της κατασκευής του έργου, κατά την ψήφιση του Ν.2623/1998, όπως προεκτέθηκε, ήταν επαρκές για την ολοκλήρωσή του, λαμβανομένου υπόψη ότι, σύμφωνα με πιο πάνω έκθεση επιθεώρησης/ελέγχου των επιθεωρητών/ελεγκτών δημόσιας διοίκησης, είχε σχεδόν ολοκληρωθεί το σύνολο των οικοδομικών εργασιών για την αποπεράτωση του έργου, τόσο όσον αφορά τον εξωτερικό φλοιό, όσο και στο εσωτερικό του, συμπεριλαμβανομένων των εργασιών πυρεπένδυσης των στοιχείων εξ οπλισμένου σκυροδέματος, σύμφωνα με το π.δ. 71/1988 ('Κανονισμός Πυροπροστασίας') και ένα μέρος των Η/Μ.
με συνολική έως τότε εγκεκριμένη δαπάνη 9.795.799.500 δρχ. του 7ου Συγκριτικού Πίνακα και για την εκτέλεση των υπολοίπων εργασιών επαρκούσε το ποσό των 6.899.094.591 δρχ [16.694.894.091 δρχ. - 9.795.799.500 δρχ]. Υπό την προαναφερόμενη, όμως, εσφαλμένη εκδοχή που εφαρμόστηκε το άρθρο 12 του Ν.2623/1998, πλέον των δαπανών για την εκτέλεση των νέων έργων, που εντάχθηκαν στη συνέχεια στο ήδη εκτελούμενο έργο, όπως εκτίθεται παρακάτω, το ποσό που τελικώς απαιτήθηκε για την εκτέλεσή του, ανήλθε σε 35.855.955.758,37 δρχ.
ή 105.226.575,96 ευρώ και με την πρόσθεση σ' αυτό συνολικού ποσού 141.799.049,91 ευρώ για αναθεωρήσεις και βελτιώσεις τιμών, καθώς και ΦΠΑ, ανήλθε σε 247.025.625,87 ευρώ, δηλαδή 24 φορές πάνω από το αρχικό συμβατικό ποσό των 10.510.946,79 ευρώ. Συγκεκριμένα, υπό την εσφαλμένη εκδοχή που εφαρμόστηκε το άρθρο 12 του ν.2623/1998, οι συγκριτικοί πίνακες από τον 8° έως και τον 16°, δεν υπερέβησαν το ανώτατο όριο της συνολικής δαπάνης, αφού ο καθένας τους θεωρήθηκε εσφαλμένα ως νέος προϋπολογισμός του έργου, εγκεκριμένος με υπουργική απόφαση και το ποσό του θεωρήθηκε ως νέο συμβατικό τίμημα, με αποτέλεσμα την εκάστοτε αύξηση της συνολικής δαπάνης του έργου ισόποση με το ποσό του κάθε συγκριτικού πίνακα.
Περαιτέρω, οι επόμενοι συγκριτικοί πίνακες με αριθμούς 17 έως και 21, που συντάχθηκαν μετά την κατάρτιση του ανίσχυρου, λόγω μη έγκρισής του με υπουργική απόφαση, προϋπολογισμού μελέτης, δεν εξέλαβαν το νεοκαθοριζόμενο συμβατικό ποσό του τελευταίου, αποκλειστικά και μόνο ως βάση για τον έλεγχο τήρησης του ανωτάτου ορίου υπέρβασης της παρ.1 του άρθ. 8 του Ν. 1418/1984, όπως ορίζει ρητώς το άρθρο 12 του Ν.2623/1998, αλλά, κατά ευθεία παράβαση τούτου, το θεώρησαν εσφαλμένα ως νέο συμβατικό ποσό, που αντικατέστησε το αρχικό και αντί να προσθέσουν το 50% του νέου αυτού συμβατικού ποσού στο αρχικό συμβατικό ποσό, για να προκύψει έτσι, το ανώτατο όριο της συνολικής δαπάνης, όπως όριζε ο νόμος, το πρόσθεσαν στο νέο συμβατικό ποσό, με συνέπεια να προκύψει μεγαλύτερο ανώτατο όριο συνολικής δαπάνης, το οποίο και καθορίστηκε στο ποσό των 115.450.819.97ευρώ [39.339.866.907 δρχ.], με περαιτέρω αποτέλεσμα τα ποσά των προαναφερομένων συγκριτικών πινάκων (από 17 έως και 21), που υπερβαίνουν τούτο κατά 6,69%, 7,6%, 10,07%, 22,73% και 36,72%, αντίστοιχα, να εμπίπτουν εντός του ανωτάτου αυτού ορίου.
Έτσι, με τον τελευταίο (21°) συγκριτικό πίνακα και τον αντίστοιχο (53°) πιστοποιημένο λογαριασμό-εντολή πληρωμής του, το ποσό της συνολικής δαπάνης του ένδικου έργου, ανήλθε σε 105.226.575.96 ευρώ [35.855.955.758,37 δρχ.], δηλαδή υπερβαίνει μόνο κατά 36,72% το εσφαλμένο ανώτατο όριο των 115.450.819,97ευρώ [39.339.866.907 δρχ.] και εμπίπτει εντός αυτού, ενώ με την πρόσθεση και του συνολικού ποσού των 141.799.049,91 ευρώ, για αναθεωρήσεις και βελτιώσεις τιμών, καθώς και ΦΠΑ, η συνολική δαπάνη ανήλθε τελικώς σε 247.025.625,87 ευρώ.
Στην πραγματικότητα, όμως, όλοι οι συγκριτικοί πίνακες από τον 8° έως και τον 21° , που συντάχθηκαν χωρίς να έχει εγκριθεί ποτέ με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ο ενιαίος προϋπολογισμός μελέτης του έργου, όπως ρητώς επιβάλλεται από το άρθρο 12 του Ν.2623/1998, ως ειδική προϋπόθεση της ισχύος του, είναι άκυροι, αφού το ποσό του καθενός υπερβαίνει το ανώτατο όριο συνολικής δαπάνης, όπως αυτό προβλεπόταν στον αρχικό προϋπολογισμό του 1993 (δηλαδή το αρχικό συμβατικό ποσό πλέον 50% τούτου) και απαγορεύεται η πληρωμή τους, με δεδομένο ότι ο καθένας από τους πρώτους εννέα συγκριτικούς αυτούς πίνακες (από τον 8° έως τον 16° ) δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ξεχωριστός προϋπολογισμός του ενδίκου έργου, ώστε το ποσό του καθενός να προσδιορίζει εκάστοτε και το ανώτατο όριο συνολικής δαπάνης, ούτε, άλλωστε, το ποσό του καθενός από τους υπόλοιπους συγκριτικούς πίνακες (από τον 17° έως και τον 21°) μπορεί να συγκριθεί με το νέο ανώτατο όριο που καθορίζεται με τον μη εγκεκριμένο με υπουργική απόφαση και συνεπώς, ανίσχυρο προϋπολογισμό μελέτης του έργου, αλλά μόνο με το ανώτατο όριο δαπάνης του αρχικού προϋπολογισμού του 1993.
Αλλά και αν ήθελε θεωρηθεί έγκυρος και ισχυρός ο πιο πάνω νέος προϋπολογισμός μελέτης, ακόμη και χωρίς την έγκρισή του με υπουργική απόφαση, τα ποσά όλων των προαναφερομένων επιδίκων συγκριτικών πινάκων (από τον 8° έως και τον 21°), με συνολική δαπάνη του 21ου και τελευταίου 105.226.575.96 ευρώ, υπερβαίνουν, κατά ποσοστό πέραν του 50%, το πραγματικό νέο ανώτατο όριο των 48.994.553,46 ευρώ ή 16.694.894.091 δρχ της συνολικής δαπάνης του έργου, όπως αυτό υπολογίζεται με ορθή εφαρμογή του άρθρου 12 του Ν.2623/1998 (δηλαδή το αρχικό συμβατικό ποσό πλέον 50% του νεοκαθοριζόμενου συμβατικού ποσού) και η πληρωμή τους ρητά απαγορεύεται από τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ.1 Ν. 1418/1984 και 12 Ν.2623/1984, καθώς οι προαναφερόμενοι συγκριτικοί πίνακες και οι αντίστοιχοι προς αυτούς λογαριασμοί-πιστοποιήσεις και οικείες εντολές στο σύνολό τους πάσχουν απόλυτη ακυρότητα, και μάλιστα άσχετα από τυχόν υπαιτιότητα των συμβαλλομένων μερών (άρθρα 174, 180 Α.Κ.), με αποτέλεσμα να μη γεννώνται από αυτούς αξιώσεις του αναδόχου για καταβολή εργολαβικού ανταλλάγματος, ακόμη και αν αφορούν αμοιβές για νέες (πρόσθετες) εργασίες, αναγκαίες για την αρτιότητα και λειτουργικότητα του εκτελούμενου έργου.
Εξάλλου, ούτε κατ' εξαίρεση, δικαιούται η ανάδοχος να λάβει εργολαβική αμοιβή ή αποζημίωση για τυχόν νέες (πρόσθετες) εργασίες, έστω και αν βελτιώνουν το έργο, καθώς δεν πιθανολογήθηκε ότι για την εκτέλεσή τους προηγήθηκε έγκυρη έγγραφη εντολή της κυρίας και φορέα του έργου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα εκδοχέας στην κρινόμενη αγωγή της, αφού δεν προσκομίστηκε τέτοια έγγραφη εντολή.
Ούτε, άλλωστε, μπορεί να θεωρηθεί ότι επέχουν θέση έγγραφης εντολής για τη μεταγενέστερη εκτέλεση τέτοιων νέων (προσθέτων) εργασιών οι πιο πάνω συγκριτικοί πίνακες, που υποβλήθηκαν από την ανάδοχο και εγκρίθηκαν από την κυρία και φορέα του έργου..., διότι η σύνταξη των συγκριτικών αυτών πινάκων,-[ πέραν του ότι είναι άκυρη, αφού δεν συνοδευόταν, όπως απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 32, 34, 38 παρ.2, 40 παρ.2 του π.δ. 609/1985, από σχετικά χρονοδιαγράμματα και επιμετρήσεις, έλλειψη την οποία συνομολογεί ρητώς η προσθέτως παρεμβαίνουσα ανάδοχος, (βλ.
σελ. 17 της προσθήκης των προτάσεών της)],- δεν προηγείτο, αλλά όπως ισχυρίζεται τόσο η ενάγουσα στην αγωγή της (σελ. 13), όσο και η προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσα στην προσθήκη των προτάσεών της (σελ. 13-14), επακολουθούσε εκάστοτε τακτοποιητικά, μετά την ολοκλήρωση της εκτέλεσης του μεγαλύτερου μέρους των νέων (προσθέτων) εργασιών.
Ούτε, όμως, αυτή η εκ των υστέρων σύνταξη των ως άνω συγκριτικών πινάκων μπορεί να θεωρηθεί ως εκ των υστέρων νομιμοποίηση των προσθέτων αυτών εργασιών, ως αναγκαίων, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη με στοιχ. I της παρούσας, εν όψει του προαναφερόμενου αντίθετου αγωγικού ισχυρισμού της ενάγουσας και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας, ότι δηλαδή προϋπήρχε έγγραφη εντολή της κυρίας και φορέα του έργου για την εκτέλεση προσθέτων εργασιών, ακολουθούσε η εκτέλεσή τους και επακολουθούσε η σύνταξη των συγκριτικών πινάκων.
Ο περαιτέρω ισχυρισμός της προσθέτως παρεμβαίνουσας αναδόχου, ότι η κυρία και φορέας του έργου δεν μπορεί να αμφισβητήσει μονομερώς την εγκυρότητα των συγκριτικών πινάκων, μετά την έγκρισή τους από την ίδια, αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού η έγκρισή τους από το αρμόδιο όργανο του φορέα του έργου οριστικοποιεί το ύψος της αμοιβής, με την έννοια ότι αποκλείει τις αμφισβητήσεις σχετικά με τα δεδομένα του πίνακα, δηλαδή τις ποσότητες υλικών και εργασιών, καθώς και τις τιμές τους .....
και όχι σχετικά με την ακυρότητα της κατάρτισης των συγκριτικών πινάκων καθ' εαυτή. Πρέπει, εξάλλου, να σημειωθεί ότι οι άκυροι αυτοί συγκριτικοί πίνακες, με δεδομένη εκ του νόμου τη φύση της κυρίας και φορέα του έργου, ως ανώνυμης εταιρίας, που διέπεται από το Ν.2190/1920 (άρθρο 5 παρ.7 Ν.2408/1996), δεν φέρουν το χαρακτήρα διοικητικών πράξεων, ώστε να εκφεύγουν της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν η ανάδοχος εταιρία και η εκδοχέας του εργολαβικού ανταλλάγματος τράπεζα, αλλά φέρουν το χαρακτήρα διαδοχικών συμβάσεων, οι οποίες καταρτίζονται στα πλαίσια της βασικής συμβάσεως (και δημοσίου) έργου, μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, ως προτάσεις υποβαλλόμενες από τον ανάδοχο και εγκρινόμενες (αποδεχόμενες) από τον φορέα του έργου, έτσι ώστε, εφόσον προσκρούουν σε απαγορευτική διάταξη νόμου, είναι απολύτως άκυρες, κατ' εφαρμογή των άρθρων 174 και 180 Α.Κ. (βλ.
και σχετ. από 19.02.2013 γνωμοδότηση του Καθ. Νομικής Κλεάνθη Ρούσσου, την οποία επικαλείται και προσκομίζει η κυρία και φορέας του έργου). Περαιτέρω, πιθανολογήθηκε ότι εντάχθηκαν με υπουργικές αποφάσεις στο εκτελούμενο έργο νέα αυτοτελή και άσχετα προς αυτό έργα και εκτελέσθηκαν από την εγκατεστημένη ανάδοχο του ήδη εκτελούμενου έργου, στην οποία ανατέθηκαν απευθείας και χωρίς τη διενέργεια διαγωνισμού, με συνέπεια να είναι άκυροι όσοι από τους συγκριτικούς πίνακες και όσοι από τους λογαριασμούς- πιστοποιήσεις εργασιών εκδόθηκαν και αφορούν τα επί πλέον αυτά έργα, αφού είναι άκυρες και όλες οι σχετικές συμφωνίες μεταξύ της κυρίας και φορέα του έργου και της αναδόχου [ 174, 180 Α.Κ.], με περαιτέρω αποτέλεσμα να μη γεννάται από αυτές καμία αξίωση της τελευταίας για καταβολή εργολαβικού ανταλλάγματος.
Ειδικότερα, στους συγκριτικούς πίνακες με αριθμούς 12, 13, 14, 15, 17, 20 και 21 [εκ των οποίων οι με αριθμούς 20 και 21 είναι επίδικοι], περιλαμβάνονται εργασίες, που αφορούν την κατασκευή των εξής νέων αυτοτελών έργων, τα οποία εντάχθηκαν στο εκτελούμενο έργο και ανατέθηκαν στην εταιρία "ΘΕΜΙΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Ε.", με αποφάσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης και συγκεκριμένα :
α) με την 183/05.03.1999 απόφαση, το έργο "Μελέτη, κατασκευή και επίβλεψη του υπογείου σταθμού αυτοκινήτων στο οικόπεδο ανέγερσης του Δικαστικού Μεγάρου Αθηνών", ποσού 70.908.000 ευρώ, β) με την 3962/04.08.1999 απόφαση το έργο "Επίπλωση και εξοπλισμός των χώρων του Δικαστικού Μεγάρου Αθηνών", ποσού 3.600.000 ευρώ γ) με την 428/28.01.2000 απόφαση, το έργο "Ανακαίνιση και επισκευή του Αρείου Πάγου", ποσού 1.750.000 ευρώ και δ) με την 113/12.01.2004 το έργο "Μελέτη, επίβλεψη και κατασκευή του έργου της διαμόρφωσης χώρων, στο ίδιο κτίριο του Δικαστικού Μεγάρου Αθηνών, ποσού 7.647.000 ευρώ, ήτοι του Εφετείου Αθηνών 1) του Τμήματος Ποινικού Μητρώου της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών και της αίθουσας μηχανοργάνωσης της Κεντρικής Υπηρεσίας Ποινικού Μητρώου, 2) του Δικαστηρίου Ανηλίκων και 3) των Αρχείων του Πρωτοδικείου Αθηνών", των οποίων είχε προηγουμένως, με την 4110/21.11.2003 απόφαση του ίδιου ως άνω Υπουργού, αποφασισθεί η μεταφορά τους στο Δικαστικό Μέγαρο Αθηνών.
Τα έργα αυτά, συνολικού ποσού 83.905.000 ευρώ, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως νέες (πρόσθετες) εργασίες, αναγκαίες για τη βελτίωση της λειτουργικότητας του έργου, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η προσθέτως παρεμβαίνουσα ανάδοχος στη σελ. 12 των προτάσεών της ["απαιτούμενες αναπροσαρμογές του αρχικού συμβατικού αντικειμένου, σύμφωνα με τις πραγματικές ανάγκες του έργου"], αφού είναι προφανής η έλλειψη οποιασδήποτε συνάφειάς τους με το ένδικο έργο, το οποίο έχει ως αντικείμενο μόνο την "Αποπεράτωση οικοδομικών και Η/Μ εργασιών του κτηρίου του Εφετείου Αθηνών και της Αίθουσας Εορτών" και όχι, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει η προσθέτως παρεμβαίνουσα-ανάδοχος, την ανέγερση του Δικαστικού Μεγάρου Αθηνών (που περιλαμβάνει περισσότερα κτήρια, όπως του Αρείου Πάγου, του Εφετείου και βάσει του αρχικού σχεδιασμού και του Πρωτοδικείου Αθηνών).
Άλλωστε, αν αποτελούσαν νέες (πρόσθετες) εργασίες για τη βελτίωση της λειτουργικότητας του εκτελούμενου έργου, δεν θα ήταν απαραίτητες υπουργικές αποφάσεις για την ένταξή τους σ' αυτό. Ούτε, εξάλλου, μπορεί να θεωρηθεί ότι με τις υπουργικές αυτές αποφάσεις αντικαταστάθηκε το αρχικό αντικείμενο του τελευταίου, με νέο τελικό αντικείμενο, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και τα νέα αυτά έργα, έτσι ώστε εκτελέστηκε "ένα εντελώς διαφορετικό έργο" [όπως ισχυρίζεται η εκδοχέας των εργολαβικών απαιτήσεων ενάγουσα - εναγομένη στη σελ. 14 των προτάσεών της] αφού τέτοια αντικατάσταση αντικειμένου δημοπρατηθέντος έργου με υπουργική απόφαση δεν προβλέπεται στο νόμο.
Περαιτέρω, ας σημειωθεί ότι τα τελευταία από τα προαναφερόμενα νέα έργα με στοιχεία γ και δ, ανατέθηκαν από τον Υπουργό Δικαιοσύνης στο φορέα του εκτελούμενου έργου ('ΘΕΜΙΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Ε.'), αφού εντάχθηκαν σ' αυτό, αντίστοιχα, με τις 428/28.01.2000 και 113/12.01.2004 υπουργικές αποφάσεις του ίδιου ως άνω Υπουργού, που εκδόθηκαν μετά την υπογραφή, στις 20.12.1999, από τον Προϊστάμενο της Διευθύνουσας Υπηρεσίας, του νέου προϋπολογισμού μελέτης του έργου και, συνεπώς, δεν είχαν ληφθεί υπόψη κατά την κατάρτισή του και, έτσι, δεν προϋπολογίστηκε με τον εν λόγω προϋπολογισμό η δαπάνη τους και οι σχετικοί συγκριτικοί πίνακες, που βασίζονται στον πιο πάνω προϋπολογισμό μελέτης, ακόμη και αν αυτός ήθελε θεωρηθεί έγκυρος, παρά το γεγονός ότι δεν έχει εγκριθεί με υπουργική απόφαση, παρανόμως και, συνεπώς, ακύρως (174, 180 Α.Κ.) τη συμπεριλαμβάνουν.
Εξάλλου, σύμφωνα με τον Κανονισμό Ανάθεσης και Εκτέλεσης Εργασιών (ΚΑΕΕ) της εταιρίας "ΘΕΜΙΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α. Ε.", ο οποίος εγκρίθηκε με την 117460/22.10.1997 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 970/Β/31.10.1997) και συμπληρώθηκε με την 24599/1998 (ΦΕΚ 114/Β/1998) απόφαση του ίδιου Υπουργού, με την προσθήκη νέου άρθρου 48, καθιερώνονται πάγιες διαδικασίες για την υλοποίηση των έργων που ανατίθενται, είτε από την αρχή είτε ευρισκόμενα σε εξέλιξη σε οποιοδήποτε στάδιο, στην πιο πάνω εταιρία, σύμφωνα με τον ιδρυτικό της νόμο 2408/1996, όπως τροποποιήθηκε με τους ν.2479/1997 και 2521/1997.
Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 3 του πιο πάνω ΚΑΕΕ η κατασκευή των έργων, που ανατίθενται στην εταιρία, γίνεται με διαγωνισμούς μεταξύ αναδόχων, εκτός των περιπτώσεων απευθείας ανάθεσης ή μέσω διαπραγματεύσεων, εφόσον, όμως, συντρέχουν οι εξαιρετικοί λόγοι που αναφέρονται στο άρθρο 7 του ίδιου Κανονισμού ή με αυτεπιστασία μέσω της Τεχνικής Διεύθυνσης και προσωπικού, που είτε υπάρχει είτε κατά περίπτωση προσλαμβάνεται και αμείβεται από τις πιστώσεις του έργου.
Κατά δε το άρθρο 7 του πιο πάνω Κανονισμού, ανάθεση προβλέπεται για έργα χαμηλού έως 20.000.000 δρχ. προϋπολογισμού δαπάνης και για τα λοιπά μόνον εφόσον συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι ή εφόσον με αιτιολογημένη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας έχουν εγκριθεί ως εξαιρετικές περιπτώσεις. Με βάση τις διατάξεις αυτές, στις οποίες δεν εμπίπτουν τα πιο πάνω επίμαχα νέα έργα, η ανάθεσή τους με υπουργική απόφαση στην κυρία και φορέα του έργου και από την τελευταία στον ήδη εγκατεστημένο ανάδοχο του εκτελούμενου έργου, απευθείας και χωρίς διαγωνισμό, είναι άκυρη και συνεπώς, δεν απορρέει από τους προαναφερόμενους συγκριτικούς πίνακες (που νοούνται ως μεταξύ του αναδόχου και του φορέα συμβάσεις) και από τους συνοδευτικούς λογαριασμούς-πιστοποιήσεις για εκτελεσθείσες εργασίες, που αφορούν τα νέα αυτά έργα και τις αντίστοιχες εντολές πληρωμής, αξίωση του αναδόχου για καταβολή εργολαβικής αμοιβής, παρά μόνο για απόδοση του αδικαιολογήτου πλουτισμού από άκυρη σύμβαση....
Το γεγονός ότι με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης μπορεί να επεκτείνεται ο σκοπός της πιο πάνω εταιρίας, έτσι ώστε, εκτός από τη μελέτη και κατασκευή δικαστικών κτηρίων, σωφρονιστικών καταστημάτων, καταστημάτων των Υπηρεσιών του Υπουργείου Δικαιοσύνης και των εποπτευομένων νομικών προσώπων, να περιλαμβάνει και την κατασκευή άλλων έργων, δεν μεταβάλλει τα παραπάνω, αφού για την εκπλήρωση του σκοπού της, έστω και διευρυμένου με την εκάστοτε απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, η εταιρία οφείλει να τηρεί τα άρθρα 3 και 7 του Κανονισμού της για τον τρόπο κατασκευής των έργων αυτών, με ανάθεση σε τρίτους με διαγωνισμούς, εκτός εξαιρετικών περιπτώσεων απευθείας ανάθεσης, όπως προαναφέρεται, οι διατάξεις των οποίων συμπίπτουν άλλωστε με εκείνες της σχετικής νομοθεσίας (άρθρο 4 Ν. 1418/1984) και δεν μπορούν να παρακαμφθούν με ένταξη (με υπουργική απόφαση) νέων έργων σε ήδη εκτελούμενα τέτοια ή με διαμόρφωση (με υπουργική απόφαση) διαφορετικού τελικού αντικειμένου από το αρχικό εκείνο του έργου που δημοπρατήθηκε, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ανάδοχος.
Τέλος, η κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων [πλην εκείνων της Κοινοτικής νομοθεσίας], εκπόνηση μελετών και εκτέλεση των έργων, που προβλέπεται στην παρ.8 του άρθρου 5 του Ν.2229/1994. [ο οποίος ας σημειωθεί δεν ίσχυε κατά το χρόνο της δημοπράτησης (28.04.1993) και δεν αποτελεί εφαρμοστέο δίκαιο στην ένδικη εργολαβική σύμβαση (άρ.27 του Ν. 1418/1984)], αφορά την εκπόνηση των μελετών και την εκτέλεση των έργων από την ίδια την εταιρία με αυτεπιστασία, και όχι, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ανάδοχος, την ανάθεσή τους σε τρίτους, για την οποία πρέπει να τηρούνται οι σχετικές διατάξεις (με διαγωνισμό ή απευθείας με προϋποθέσεις).
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι εργολαβικές απαιτήσεις της αναδόχου εταιρίας με την επωνυμία "ΟΜ.ΚΑΤ. Α.Ε.", οι οποίες φέρονται να απορρέουν από την προαναφερόμενη εργολαβική σύμβαση από 12.07.1993, για τις οποίες έχουν συνταχθεί και εγκριθεί οι επίδικοι άκυροι συγκριτικοί πίνακες με αριθμούς 19, 20 και 21 και, με βάση αυτούς, οι αντίστοιχοι άκυροι λογαριασμοί-πιστοποιήσεις και οικείες άκυρες εντολές πληρωμής με αριθμούς 46 έως και 53, είναι άκυρες και συνεπώς, ανύπαρκτες (άρθρα 174, 180 Α.Κ.).
Ειδικότερα : 1) Τα ποσά όλων αυτών των απαιτήσεων, είτε αφορούν αμοιβές για πρόσθετες εργασίες είτε αφορούν αμοιβές για κατασκευή νέων έργων, υπερβαίνουν το ανώτατο όριο της συνολικής δαπάνης του έργου, όπως αυτό προσδιορίζεται από το συμβατικό ποσό του αρχικού προϋπολογισμού του 1993, πλέον 50% τούτου (αρχικού συμβατικού ποσού), με δεδομένο ότι δεν εφαρμόστηκε ποτέ το άρθρο 12 του ν.2623/1.998, καθώς δεν εγκρίθηκε ποτέ με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, όπως ρητά επιβάλλεται από το άρθρο αυτό ως ειδική προϋπόθεση της ισχύος του, ο νέος προϋπολογισμός μελέτης του εκτελούμενου έργου και, συνεπώς, ελλείψει νέου ισχυρού προϋπολογισμού μελέτης και νέου εγκύρου ανωτάτου ορίου συνολικής δαπάνης, συγκρίνονται με το αρχικό ανώτατο όριο, το οποίο και υπερβαίνουν.
Αλλά και αν ήθελε θεωρηθεί ότι καταρτίστηκε εγκύρως τέτοιος νέος προϋπολογισμός μελέτης, χωρίς αυτός να έχει εγκριθεί με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, τα ποσά των πιο πάνω εκχωρηθεισών απαιτήσεων υπερβαίνουν το ανώτατο όριο της συνολικής δαπάνης του έργου, όπως αυτό προσδιορίζεται, με ορθή εφαρμογή του πιο πάνω άρθρου 12, από το αρχικό συμβατικό ποσό του 1993, πλέον 50% του νεοκαθοριζόμενου συμβατικού ποσού, και όχι εσφαλμένα από το νεοκαθοριζόμενο συμβατικό ποσό πλέον 50% τούτου.
Συνεπώς, παραβιάστηκαν αναγκαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ.1 Ν. 1418/1984 και 12 Ν.2623/1998, που απαγορεύουν ρητώς τέτοια υπέρβαση και η παράβασή τους προκαλεί απόλυτη ακυρότητα, ανεξαρτήτως υπαιτιότητας των μερών, με αποτέλεσμα να απαγορεύεται η πληρωμή τέτοιων ακύρων και συνεπώς, ανυπάρκτων απαιτήσεων. 2) Ούτε, άλλωστε, κατ' εξαίρεση η ανάδοχος δικαιούται να εισπράξει τα ποσά των πιο πάνω απαιτήσεων, ακόμα και όσων από αυτές αφορούν αμοιβή για την εκτέλεση νέων (προσθέτων) εργασιών, επωφελών ή αναγκαίων για την αρτιότητα ή τη λειτουργικότητα του έργου, αφού δεν πιθανολογήθηκε, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται στην αγωγή της η εκδοχέας αυτών "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ", ότι είχε προηγηθεί έγγραφη εντολή του φορέα του έργου για την εκτέλεσή τους, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι οι συγκριτικοί πίνακες επέχουν τη θέση τέτοιας έγγραφης εντολής, αφού καταρτίστηκαν τακτοποιητικά και εκ των υστέρων και επιπλέον καταρτίστηκαν ακύρως, χωρίς τα απαιτούμενα από τις διατάξεις των άρθρων 5 του Ν. 1418/1984 και 32, 34, 38 παρ.2 και 40 παρ.2 π.δ. 609/1985 συνοδευτικά χρονοδιαγράμματα εκτελεσθησομένων και καταμετρήσεις εκτελεσθεισών, εντός των ορίων του χρονοδιαγράμματος, εργασιών. 3) Ούτε, τέλος, η ανάδοχος δικαιούται να εισπράξει τα ποσά των πιο πάνω απαιτήσεων, ακόμα και όσων από αυτές αφορούν αμοιβή για την κατασκευή νέων έργων, αφού αυτά, όπως βάσιμα ισχυρίζεται στην αγωγή της η κυρία και φορέας του έργου "ΘΕΜΙΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ", δεν ανατέθηκαν μετά από διενέργεια διαγωνισμού για την ανάδειξη αναδόχου με βάση τις προσφορές τους, αλλά, κατά παράβαση της ημεδαπής και κοινοτικής νομοθεσίας, απευθείας στον εγκατεστημένο ανάδοχο του εκτελούμενου έργου "Αποπεράτωση των οικοδομικών και Η/Μ εργασιών του Εφετείου Αθηνών και Αίθουσας Εορτών", αφού προηγουμένως εντάχθηκαν με υπουργικές αποφάσεις σ' αυτό, αν και πρόκειται για άσχετα αυτοτελή έργα και μάλιστα, ορισμένα εξ αυτών, όπως εκτίθεται παραπάνω, δεν προβλέπονται και δεν τιμολογούνται στο σχετικό νέο προϋπολογισμό μελέτης του έργου, που καταρτίστηκε, όπως προεκτέθηκε (χωρίς την έγκρισή του με υπουργική απόφαση) και πάντως πριν από την ένταξή τους στο εκτελούμενο έργο.
Η κατά τα άνω ακυρότητα δεν θεραπεύεται από το γεγονός ότι εγκρίθηκαν οι προαναφερόμενοι συγκριτικοί πίνακες από τα αρμόδια όργανα της κυρίας και φορέα του Έργου εταιρίας με την επωνυμία "ΘΕΜΙΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Ε.", διότι η ακυρότητα από την παράβαση των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων που προαναφέρονται είναι απόλυτη (174, 180 Α.
Κ.), προκαλείται ανεξαρτήτως υπαιτιότητας των μερών και μπορεί να την επικαλεσθεί οποιοσδήποτε, λαμβάνεται δε υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εφόσον η ύπαρξή της προκύπτει από τα υποβαλλόμενα σ' αυτό πραγματικά περιστατικά.... Ούτε, εξάλλου, πρέπει να συγχέεται η πιο πάνω περίπτωση με την απαγόρευση αμφισβήτησης των ποσοτήτων και των τιμών των υλικών και εργασιών που πιστοποιήθηκαν, μετά την έγκριση του κάθε συγκριτικού πίνακα, ο οποίος, όμως, έχει καταρτισθεί έγκυρα.
Περαιτέρω, πιθανολογήθηκε ότι η ανάδοχος εταιρία με την επωνυμία "ΟΜ.ΚΑΤ. Α.Ε.", στα πλαίσια της γενικής (βασικής) συμβάσεως εκχωρήσεως/ενεχυριάσεως μελλοντικών χρηματικών απαιτήσεων με αριθμό ΕΝ_50105965/ 15.11.2001, που απορρέουν από την από 12.07.1993 εργολαβική σύμβαση για την κατασκευή του ενδίκου έργου, την οποία κατάρτισε με την εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα Κύπρου ΛΤΔ" και προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της τελευταίας για την είσπραξη του εκάστοτε καταλοίπου από τη μεταξύ τους 168/28.02.1997 σύμβαση αλληλοχρέου λογαριασμού και τις πέντε αυξητικές της, συνολικού ποσού 44.020.542.92 ευρώ- (καταπιστευτική εκχώρηση) - συνήψε με την ίδια πιο πάνω τράπεζα τις εξής επί μέρους συμβάσεις εκχωρήσεως/ενεχυριάσεως χρηματικών απαιτήσεων με αριθμούς :
ΕΝ_50116250/05.03.2003, ΕΝ_5012285/07.01.2004, ΕΝ_50124184/ 23.03.2004, ΕΝ_50131852/26.04.2005, ΕΝ_50134064/ 10.08.2005 και ΕΝ_50139789/05.06.2006, οι οποίες αναγγέλθηκαν τόσο στην κυρία και φορέα του έργου "ΘΕΜΙΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ", [βλ. τις 1501 Γ/18.12.2001, 8054Δ/30.04.2003, 2818Β/ 13.01.2004, 1485Ε/ 31.02.2004, 4312/31.05.2005, 4247/11.08.2005 και 7249Β/08.06.2006 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Α.
Κ., η πρώτη, Ι. Π., η δεύτερη και τέταρτη, Π. Α., η τρίτη και η έβδομη, Α. Χ., η πέμπτη και Α. Κ., η έκτη], όσο και στους αρμοδίους κρατικούς φορείς, (Υπουργός Οικονομικών, Δ. Ο. Υ ΦΑΕΕ Αθηνών, Δ. Ο. Υ. IB' Αθηνών, ΥΔΕ Υπουργείου Δικαιοσύνης, Υπουργός Δικαιοσύνης). Με τις επί μέρους αυτές συμβάσεις εκχωρήσεως, η πιστούχος ανάδοχος εταιρία εκχώρησε στην πιστώτρια τράπεζα τις χρηματικές απαιτήσεις της κατά της κυρίας και φορέα του ενδίκου έργου, για τις οποίες έχουν συνταχθεί και εγκριθεί οι άκυροι συγκριτικοί πίνακες με αριθμούς 19, 20 και 21, στους οποίους αντιστοιχούν οι άκυροι λογαριασμοί-πιστοποιήσεις και οι οικείες άκυρες εντολές πληρωμής της τελευταίας με αριθμούς 46 έως και 53.
Πλην όμως, όπως προαναφέρθηκε, οι εκχωρηθείσες αυτές απαιτήσεις είναι ανύπαρκτες, για τους λόγους που μνημονεύονται παραπάνω και, συνεπώς, οι αναγγελίες των εκχωρήσεων στην κυρία και φορέα του έργου, που έλαβαν χώρα σε χρόνο κατά τον οποίο δεν υφίσταντο πραγματικές απαιτήσεις προς εκχώρηση, δεν επέφεραν κανένα αποτέλεσμα στις σχέσεις της εκδοχέα των απαιτήσεων αυτών τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ" με την ως άνω κυρία και φορέα του έργου και φερόμενη οφειλέτιδα "ΘΕΜΙΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ", αφού δεν πιθανολογήθηκε ότι η εκχωρήτρια εταιρία "ΟΜ.ΚΑΤ.
ΑΕ" υπήρξε πραγματική φορέας των επιδίκων απαιτήσεων, ώστε να μπορεί να τις μεταβιβάσει νόμιμα με εκχώρηση..... Περαιτέρω, με την αγωγή αυτή και με τις προτάσεις της, η ενάγουσα "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ" συνομολογεί ρητώς ότι η εναγομένη και ήδη ενάγουσα "ΘΕΜΙΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" της έχει ήδη καταβάλει έναντι των επιδίκων ανυπάρκτων εκχωρηθεισών απαιτήσεων, για τις οποίες συντάχθηκαν οι αντίστοιχοι άκυροι λογαριασμοί -πιστοποιήσεις.
το συνολικό ποσό των 25.043.940.64 ευρώ και συγκεκριμένα, πριν την άσκηση της αγωγής της, το ποσό των 599.300,19 ευρώ (έναντι απαιτήσεων από τον 46° προαναφερόμενο λογαριασμό) και κατά τη διάρκεια της επιδικίας, το ποσό των 24.454.640,45 ευρώ (έναντι απαιτήσεων από τους 46°, 47°, 48° , 49° και 50° προαναφερόμενους λογαριασμούς).
Ειδικότερα, κατά τη διάρκεια της επιδικίας, η ενάγουσα συνομολογεί ρητώς ότι εισέπραξε, με πληρωμή αντιστοίχων ισοπόσων τραπεζικών επιταγών, από την εκδότρια αυτών εταιρία "ΘΕΜΙΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ", τα εξής ποσά και κατά τους παρακάτω χρόνους : α) το ποσό των 3.567.312,23 ευρώ στις 21.12.2007, β) ο ποσό των 1.332.891,16 ευρώ στις 21.12.2007, γ) το ποσό των 1.117.668,20 ευρώ στις 31.12.2007, δ) το ποσό των 3.741.918,80 ευρώ στις 31.12.2007, ε) το ποσό των 4.940.819,78 ευρώ στις 31.12.2007, στ) το ποσό των 5.880.244,06 ευρώ στις 17.04.2008 και ζ) το ποσό των 313.301,15 ευρώ στις 17.04.2008.
Όμως, αφού οι απαιτήσεις αυτές, έναντι των οποίων καταβλήθηκαν τα πιο πάνω ποσά και για τις οποίες έχουν συνταχθεί ακύρως οι προαναφερόμενοι συγκριτικοί πίνακες και οι αντίστοιχοι λογαριασμοί-πιστοποιήσεις και οι οικείες εντολές πληρωμής, είναι ανύπαρκτες, για τους λόγους που προαναφέρονται, δεν μπορούσαν να μεταβιβαστούν νόμιμα με εκχώρηση και η εναγομένη "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ", που εισέπραξε τα ποσά αυτά, ως εκδοχέας ανυπάρκτων απαιτήσεων, αχρεωστήτως τα έλαβε και οφείλει να τα αποδώσει στην εταιρία "ΘΕΜΙΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ", με το νόμιμο τόκο από τότε που εισέπραξε το κάθε κονδύλιο, αφού πρόκειται για απαιτήσεις από παράνομη αιτία (άρθρο 911 αρ. 2 ΑΚ).
Αντίθετα, η εναγομένη τράπεζα δεν οφείλει να αποδώσει το ποσό των 498.038,55 ευρώ στην ενάγουσα εταιρία "ΘΕΜΙΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Ε.", διότι πιθανολογήθηκε ότι η τελευταία δεν κατέβαλε το ποσό αυτό απευθείας (αμέσως) στην εναγομένη τράπεζα, αλλά το προαφαίρεσε από τα ποσά των λογαριασμών-εντολών με αριθμούς 46, 47, 48, 49 και 50 και το κατέβαλε, όπως ήδη συνομολογείται, στο ΤΣΜΕΔΕ, προς εξόφληση σχετικής νόμιμης οφειλής, που βαρύνει την ανάδοχο κατασκευαστική εταιρία "ΟΜ.ΚΑΤ. -Α.Ε."....
η οποία και μόνον ωφελήθηκε άμεσα από τη σχετική καταβολή με την απόσβεση της αντίστοιχης οφειλής της (904 Α.Κ.) και συνεπώς, η εναγομένη τράπεζα δεν κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη, κατά το ποσό τούτο. Ο περαιτέρω ισχυρισμός της τελευταίας, ότι η ενάγουσα κυρία και φορέας του έργου εταιρία "ΘΕΜΙΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Ε." προέβη στις πιο πάνω τμηματικές καταβολές προς την ίδια, ως εκδοχέα των ανυπάρκτων αυτών απαιτήσεων, εν γνώσει των προαναφερομένων ακυροτήτων και της εντεύθεν ανυπαρξίας τους και, επομένως, του αχρεωστήτου της οφειλής, ακριβώς επειδή εγνώριζε ότι στην πραγματικότητα η εναγομένη εκδοχέας τράπεζα χρηματοδότησε την ανάδοχο εκχωρήτρια εταιρία για την κατασκευή του ενδίκου έργου και ότι, συνεπώς, κατά το χρόνο της καταβολής, συνέτρεχε ανταλλακτική βούληση της ενάγουσας κυρίας και φορέα του έργου εταιρίας "ΘΕΜΙΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Ε.", που συνιστά νόμιμη αιτία διατηρήσεως του πλουτισμού και καθιστά καταχρηστική και απαγορευμένη την εκ των υστέρων αναζήτησή του, εκτιμάται από το Δικαστήριο ως ένσταση αποκλεισμού της αναζήτησης αχρεωστήτου, που είναι νόμιμη, στηριζόμενη στο άρθρο 905 Α.Κ., και όχι ως ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος του άρθρου 281 Α.Κ, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει και επιχειρεί να θεμελιώσει η εναγομένη τράπεζα.
Πλην, όμως, η ένσταση αυτή του αποκλεισμού αναζήτησης αχρεωστήτου (905 Α.Κ.) πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη, αφού δεν πιθανολογήθηκε ότι η ενάγουσα εταιρία "ΘΕΜΙΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" κατέβαλε τα επίδικα ποσά γνωρίζοντας την ανυπαρξία της οφειλής και με ανταλλακτική βούληση. Αντιθέτως, πιθανολογήθηκε ότι κατέβαλε τα πιο πάνω ποσά και υποσχέθηκε την εξόφληση των υπολοίπων με την από 10.11.2005 επιστολή της προς την εναγομένη, σε χρόνο που αγνοούσε την ακυρότητα, η οποία συνεπάγεται την ανυπαρξία της οφειλής και ότι μόλις αυτή διαπιστώθηκε, με την προαναφερόμενη έκθεση επιθεώρησης/ελέγχου των επιθεωρητών ελεγκτών δημόσιας διοίκησης, με την από 17.09.2008 εξώδικη δήλωσή της, που κοινοποίησε αυθημερόν (βλ.
την 1356Β/17.09.2008 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Κ.) στην εναγομένη,- η οποία πάντως την αρνήθηκε με την από 06.10.2008 απαντητική επιστολή της,- της γνωστοποίησε την 299/29.08.2008 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της, να μη πραγματοποιήσει εφεξής και μέχρι την οριστική επίλυση της διαφοράς, καμία πληρωμή σ' αυτή, ως φερόμενη εκδοχέα των επιδίκων απαιτήσεων, πλην των ποσών των μνημονευομένων σ' αυτή τραπεζικών επιταγών, που είχαν ήδη εκδοθεί επ' ονόματί της και της είχαν παραδοθεί χάριν της πληρωμής εκχωρηθεισών απαιτήσεων, συνολικού ποσού 3.952.679 ευρώ και με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων της για αναζήτησή τους, καθώς και όλων των μέχρι τότε καταβληθέντων ποσών.
Ούτε μπορεί να εξαχθεί διαφορετικό συμπέρασμα από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την ανάδοχο εταιρία από 31.12.2009 έγγραφη επιβεβαίωση του οφειλόμενου προς αυτή ποσού, την οποία υπογράφει ο Σ. Μ., ως προϊστάμενος του Λογιστηρίου της κυρίας και φορέα του έργου, αφού με τη βεβαίωση αυτή οι διενεργούντες τον έλεγχο των οικονομικών καταστάσεών της ορκωτοί λογιστές επιβεβαιώνουν απλώς ότι το ποσό των 3.027.654,83 ευρώ σε ανοικτό λογαριασμό, που φέρεται να οφείλει, στις 31.12.2009, στην εταιρία με την επωνυμία "Κ.
Χ.Ι. Α.Ε.", συμφωνεί με εκείνο που απεικονίζεται στα λογιστικά βιβλία της τελευταίας, χωρίς ωστόσο να συνδέεται καθ' οιονδήποτε τρόπο το ποσό αυτό με το ένδικο έργο και τις επίδικες απαιτήσεις". Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας εταιρείας "Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ" κατά της αναιρεσίβλητης εταιρείας Θέμις Κατασκευαστική Α.Ε και δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης εταιρείας Θέμις Κατασκευαστική Α.Ε.
κατά της εταιρείας "Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ". Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την από 8-6-2007 αγωγή της αναιρεσείουσας εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ" και δέχθηκε εν μέρει την από 22-1-2010 αγωγή της αναιρείβλητης. Με το δεύτερο κοινό λόγο των ενδίκων αιτήσεων αναίρεσης αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 12 του Ν.2623/1998.
Α) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο αν και δέχεται ότι "...το ποσό της συνολικής δαπάνης .....υπερέβαινε το ανώτατο όριο του συμβατικού ποσού κατά 49,74% και επομένως είχε σχεδόν καλύψει όλο το επιτρεπόμενο από το άρθρο 8 παρ.1 του Ν. 1418/1984 ανώτατο όριο (50%) για την υπέρβαση του συμβατικού ποσού, με απορρόφηση μάλιστα του συνόλου του κονδυλίου των απροβλέπτων δαπανών, δεν μπορούσαν να συνεχισθούν οι εργασίες ολοκλήρωσης του έργου και ειδικότερα εκείνες των Η/Μ....", ότι "...πλέον ανεφάνη ανάγκη προσθέτων εργασιών για την κάλυψη προσθέτων αναγκών, που δεν προβλέπονταν από τη σύμβαση εργολαβίας, αλλά τις επέβαλε η λειτουργικότητα του έργου, με κυριότερη την ανάγκη της κατασκευής 22 αιθουσών αντί των αρχικώς προβλεπομένων 8..." και ότι "...η κατάσταση αντιμετωπίστηκε με την ψήφιση του Ν.2623/25.06.1998...", στη συνέχεια δέχεται ότι "...το συνολικό συμβατικό ποσό, κατά το άρθρο 12 του Ν.2623/1998, μετά την εφαρμογή της τελικής έκπτωσης της δημοπρασίας του έργου, ανέρχεται σε [64.267.950.957 Χ 69,20%=] 19.794.528.895 δρχ., πλέον δαπανών για απρόβλεπτα εκ ποσού 6.432.049.043 δρχ., ανέρχεται σε 26.226.577.938 δρχ...", ότι "...με βάση δε το συνολικό αυτό συμβατικό ποσό, το ανώτατο όριο υπέρβασης της συνολικής δαπάνης, που προβλέπεται στο άρθρο 12 του ν.2623/1998, ανέρχεται στο 50% τούτου, δηλαδή σε 13.113.288.969 δρχ...." και ότι "...η συνολική δαπάνη του έργου ανέρχεται σε 16.694.894.091 δρχ. [δηλαδή 13.113.288.969 δρχ.
το 50% του νεοκαθοριζόμενου συμβατικού ποσού, ως ανώτατο όριο υπέρβασης, πλέον του αρχικού συμβατικού ποσού 3.581.605.122 δρχ.]....". Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο παραβίασε την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 12 του Ν. 2623/1998, κατά την έννοιά της που εκτίθεται στη μείζονα νομική σκέψη της παρούσας, καθόσον αν και δέχεται ότι, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η συνολική δαπάνη κατασκευής του έργου ανέρχεται σε 39.339.866.907 δραχμές, ήτοι 26.226.577.938 δραχμές που αντιστοιχούν στο νέο προϋπολογισμό πλέον του εκ δραχμών 13.113.288.969 ποσοστού 50%, παρ' όλα αυτά προσδιορίζει το συνολικό κόστος κατασκευής του έργου σε 16.694.894.091 δραχμές (48.994.553,46 ευρώ), μολονότι, όπως ειπώθηκε, είχε δεχθεί ότι είχε ανακύψει η ανάγκη, προκειμένου να καταστεί το έργο λειτουργικό, εκτέλεσης νέων (πρόσθετων) εργασιών που δεν προβλέπονταν από τη σύμβαση εργολαβίας, υπολογίζοντας με τον τρόπο αυτό, εσφαλμένα την υπέρβαση του συνολικού κόστους όχι επί του ποσού του νέου επικαιροποιημένου προϋπολογισμού αλλά επί του ποσού του αρχικού.
Η κρίση του δε αυτή δεν βρίσκει έρεισμα στην ως άνω διάταξη, η οποία, όπως ήδη αναφέρθηκε θεσπίστηκε προκειμένου να αντιμετωπιστεί το κόστος των απαιτούμενων προσθέτων εργασιών, οι οποίες δεν συμπεριλαμβάνονταν στα συνταχθέντα αρχικά συμβατικά τεύχη και στην οποία ορίζεται ότι ως συνολικό συμβατικό ποσό για την εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 8 του Ν.1418/1984, ήτοι για τον προσδιορισμό του ποσού, επί του οποίου θα υπολογιστεί το ποσοστό του 50%, νοείται το ποσό που χρειάζεται για την ολοκλήρωση του εκτελούμενου έργου.
Επομένως, ο δεύτερος κοινός λόγος των ενδίκων αιτήσεων αναίρεσης είναι βάσιμος. Β) Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο κοινό λόγο των συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναίρεσης αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι "...18 μήνες μετά την έναρξη της ισχύος του ως άνω άρθρου 12 του ν. 2623/1998, καταρτίστηκε ο προβλεπόμενος σ' αυτό ενιαίος προϋπολογισμός μελέτης και υπογράφηκε στις 20.12.1999 από τον Προϊστάμενο της Διευθύνουσας Υπηρεσίας και στις 07.02.2000 από την Προϊσταμένη Αρχή (Τεχνικό Διευθυντή) του κυρίου και φορέα κατασκευής του έργου, ο οποίος (προϋπολογισμός μελέτης) διαβιβάστηκε στην Ελληνική Βουλή, επ' ευκαιρία υποβολής ερωτήσεως Βουλευτή, με το 1515/23.02.2000 διαβιβαστικό έγγραφο του Υπουργού Δικαιοσύνης, χωρίς ωστόσο να εγκριθεί αυτός (προϋπολογισμός μελέτης) με σχετική απόφαση του τελευταίου, όπως ρητώς επιβάλλεται με το πιο πάνω άρθρο, ως ειδική προϋπόθεση της ισχύος του...".
και ότι "αντίθετα, με την 1213/10.03.2000 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, συνεχίστηκε η προηγούμενη τακτική και εγκρίθηκε ως ενιαίος προϋπολογισμός του έργου, η συνολική δαπάνη του 17ου συγκριτικού πίνακα, εκ ποσού 69.620.000.000 δρχ...", παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 1213/10-3-2000 απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης, με την οποία αποφασίστηκε η έγκριση του προϋπολογισμού του έργου εκ δραχμών 69.620.000 και όχι η συνολική δαπάνη του 17ου συγκριτικού πίνακα.
Έτσι, με βάση τις παραδοχές αυτές οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι οι ανωτέρω συγκριτικοί πίνακες είναι άκυροι, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν εκδόθηκε απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης που να εγκρίνει το νέο προϋπολογισμό. Ο ερευνώμενος αυτός (κοινός) αναιρετικός λόγος είναι βάσιμος, γιατί, όπως πράγματι προκύπτει από τη συγκεκριμένη υπουργική απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (ΚΠολΔ 561 § 1) και η οποία, ας σημειωθεί, αποτελεί αποδεικτικό έγγραφο και όχι κανόνα δικαίου (ΑΠ 590/2007), με αυτήν ο ανωτέρω Υπουργός αποφάσισε, όπως ρητά διαλαμβάνεται σ' αυτήν: "Την έγκριση του προϋπολογισμού του εν θέματι έργου εκ δρχ. 69.620.000.000 που αφορά στις εργασίες του όλου κτιρίου του Δ.Μ.Α.
και των χώρων στάθμευσης του με την ανακαίνιση του κτιρίου του Αρείου Πάγου, καθώς επίσης και τις οικοδομικές εργασίες κατασκευής του υπογείου σταθμού αυτοκινήτων στο οικόπεδο του Δικαστικού Μεγάρου Αθηνών". Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με τις αμέσως πιο πάνω παραδοχές της, απέδωσε στην προμνημονευόμενη υπουργική απόφαση περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από το αληθινό, δηλαδή, υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενό της από εσφαλμένη προφανώς ανάγνωσή της, στη συνέχεια δε, μόρφωσε την επιζήμια για τις αναιρεσείουσες κρίση της, σε σχέση με τη συνολική δαπάνη του έργου, την οποία προσδιόρισε στο ποσό των 16.694.894.091 δραχμών.
Γ) Τέλος, σε σχέση με την επικουρική αιτιολογία της προσβαλλόμενης για το επί μέρους εργολαβικό αντάλλαγμα, ύψους 83.905.000 ευρώ, για τις εργασίες κατασκευής του υπόγειου σταθμού αυτοκινήτων του Δικαστικού Μεγάρου Αθηνών, την επίπλωση, τον εξοπλισμό και τη διαμόρφωση ορισμένων χώρων, καθώς και την επισκευή του κτιρίου του Αρείου Πάγου, ως μέρους του όλου έργου του Δικαστικού Μεγάρου Αθηνών, έκρινε το Εφετείο ότι για τις εργασίες αυτές η ανάδοχος εργολάβος δεν δικαιούται εργολαβικού ανταλλάγματος, γιατί πρόκειται για νέα έργα "που δεν έχουν ουδεμία συνάφεια με το κύριο αντικείμενο της εργολαβίας και έπρεπε να τηρηθεί η διαγνωστική προδικασία των άρθρων 5 του Ν. 1418/1984 και 32, 34, 38 παρ. 2 και 40 παρ. 2 π.δ. 609/1985, δηλαδή συνοδευτικά χρονοδιαγράμματα εκτελεσθησομένων και καταχωρήσεις εκτελεσθεισών".
Έτσι όμως, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 12 του Ν. 2623/1998: 1) αφ' ενός μεν γιατί δέχθηκε ότι η προβλεπόμενη στο ίδιο άρθρο 12 του Ν. 2623/1998 μελέτη του νέου φορέα κατασκευής του έργου (Θέμις Κατασκευαστική Α.Ε.), που θα εγκρινόταν από τον Υπουργό Δικαιοσύνης για τον καθορισμό των αναγκαίων προσθέτων εργασιών του όλου έργου του Δικαστικού Μεγάρου Αθηνών (ΔΜΑ), έπρεπε να εκπονηθεί εφάπαξ και ενιαία εκ των προτέρων για όλο το έργο, καίτοι, κατά τα προλεχθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας και για λόγους επίσπευσης του όλου έργου μπορούσε να εκπονηθεί σταδιακά και με παράλληλη εκτέλεση των επί μέρους εργασιών, ο προϋπολογισμός των οποίων θα εγκρινόταν κάθε φορά με διακριτές αποφάσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης και 2) αφ' ετέρου δε γιατί το Εφετείο δεν βεβαίωσε παράλληλα ότι οι πιο πάνω εργασίες δεν εξυπηρετούσαν τις πραγματικές ανάγκες του έργου, όπως βάσιμα διαλαμβάνεται στον έκτο λόγο του αναιρετηρίου.
Κατόπιν αυτών, συνδυαστικά λαμβανομένων υπόψη, πρέπει να γίνουν δεκτές οι αιτήσεις αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της. Στη συνέχεια, η υπόθεση πρέπει να κρατηθεί από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να δικαστεί κατ' ουσίαν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 3 Ν. 1418/1984, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 4 Ν. 2229/1994 και ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 3 παρ. 3 του Ν. 2940/2001, ενόψει και τις διάταξης του άρθρου 12 Ν. 2623/1998 και του χρόνου δημοπράτησης του έργου (23-2-1993).
Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο από τη διάταξη αυτή υποχρέωσης για εκδίκαση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο της ουσίας, σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ. 1 ΚΠολΔ, η εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή, ώστε κατ' αυτή οι διάδικοι να διαμορφώσουν ανάλογα τους ισχυρισμούς και τις προτάσεις τους.
Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στις αναιρεσείουσες του κατατεθέντος από αυτές παραβόλου (ΚΠολΔ 495 § 4). Τέλος, η αναιρεσίβλητη - καθής η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να καταδικαστεί λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών (ΚΠολΔ 176 και 183) και της υπέρ της δεύτερης από αυτές προσθέτως παρεμβάσης, τα οποία όμως θα επιβληθούν μειωμένα (άρθρο 5 § 15 Ν. 2229/1994, 3 § 15 περ.
α' Ν. 2479/1997 και 22 § 1 Ν. 3693/1957, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την υπ' αριθμ. 134423/8-12-1992 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 Ν. 1738/1987), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό, ενόψει του ότι οι δύο αναιρεσείουσες που νίκησαν και η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβάσα είχαν εύλογα χωριστές δικαστικές παραστάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 1-7-2013 και 4-7-2013 αιτήσεις αναίρεσης και την από 4-2-2014 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση της Τράπεζας Πειραιώς
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1991/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την επιστροφή στις αναιρεσείουσες των κατατεθέντων από εκείνες παραβόλων. Κρατεί επί της ουσίας την υπόθεση για όλες τις συνεκδικασθείσες αγωγές, προσεπικλήσεις και πρόσθετη παρέμβαση.
Αναβάλλει την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ουσίας της υπόθεσης για όλα τα συνεκδικασθέντα δικόγραφα, προκειμένου με επιμέλεια των διαδίκων να συζητηθεί η υπόθεση σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο στο ίδιο Τμήμα (Α1) του Αρείου Πάγου, κατά την οποία θα επαναφερθεί με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη εταιρεία "Θέμις Κατασκευαστική Α.Ε" στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας εταιρείας "Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ", που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη εταιρεία "Θέμις Κατασκευαστική Α.Ε" στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας εταιρείας "Ομάδα Κατασκευών Α.Ε.", που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη εταιρεία "Θέμις Κατασκευαστική Α.Ε" στα δικαστικά έξοδα της αυτοτελώς υπέρ της αναιρεσείουσας εταιρείας "Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ", προσθέτως παρεμβάσης Τράπεζας Πειραιώς, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ