178/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 178 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Legislator headnote
AI generated178/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 178 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 178 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Δικαιοπραξία. Αίρεση αναβλητική. Πλήρωση της αιρέσεως, πραγματική (ΑΚ 201) ή πλασματική (ΑΚ 207§1). Αποτελέσματα. Προϋποθέσεις πλασματικής πλήρωσης. Όποιος ασκεί δικαίωμα που εξαρτήθηκε από πληρωθείσα ήδη αναβλητική αίρεση οφείλει να επικαλεσθεί στην αγωγή του και να αποδείξει εκτός των άλλων και την πλήρωση της αιρέσεως, από την οποία και γεννάται (εξαρτάται) το δικαίωμά του. Αναίρεση. Αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 559 αρ. 1, 14 και 19 του Κ.Πολ.Δ. Δικαστική δαπάνη. Συνέπεια της αρχής της ήττας. Η καταδίκη στη δικαστική δαπάνη ή ο συμψηφισμός της δεν χρειάζεται ειδική αιτιολογία και δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο [Επικυρώνει την Εφ. Αθ. 1219/2009].
Αριθμός 178/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕRNATIONAL ADVANTAGE CORPORATION" (IAC) (ΙNTEΡNASIONAΛ ANTBANTATZ KORPORESION" AE-EI-ΣI), που εδρεύει στην Τάμπα της πολιτείας Φλώριδα των ΗΠΑ και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κουτρουμπά.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ε. χήρας Γ. Μ., κατοίκου ..., 2. Έ. χήρας Ε. Σ., το γένος Δ. Λ., 3. Γ. Λ. του Δ., κατοίκου ..., 4. Μ. χήρας Α. Τ., κατοίκου ..., 5. Δ. Τ. του Α., κατοίκου ..., και 6. Κ. Τ. του Α., κατοίκου .... Η μεν 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Σαμψών, οι δε 2η, 4η, 5ος και 6ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Γάτσο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ ο 3ος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, o δικηγόρος των αναιρεσειόντων ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως, λόγω αποχής δικηγόρων. Για το ανωτέρω ζήτημα έλαβε το λόγο και o πληρεξούσιος της παραστάσης αντιδίκου του, ο οποίος συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής.
Το Δικαστήριο διασκέφτηκε μυστικά επί της έδρας και δια του προέδρου του δημοσίως στο ακροατήριο απέρριψε το αίτημα της αναβολής, κρίνοντας ότι δεν είναι νόμιμη η αναβολή της συζήτησης για δεύτερη φορά, και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-12-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5713/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 1219/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 18-6-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 19-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 8555/3-9-2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., την οποία η αναιρεσείουσα προσκομίζει και επικαλείται, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ.1219/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την κάτω από αυτήν πράξη, με την οποία ορίζεται δικάσιμος η 21-3-2011, και με κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον τρίτο από τους αναιρεσιβλήτους Γ.Λ., με επιμέλεια του πληρεξουσίου της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης. Κατά την ανωτέρω δικάσιμο η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε εκ του πινακίου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης, κατά την οποία και όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου ο ειρημένος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση, όπως τούτο προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου. Επομένως και αφού η κατά τα ανωτέρω αναβολή της υποθέσεως από το πινάκιο επέχει θέση κλητεύσεως όλων των διαδίκων (άρθρ.226 παρ.4 εδ.β' και γ', 575 του ΚΠολΔ), πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 του ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του κλητευθέντος ως άνω τρίτου αναιρεσιβλήτου.
ΙΙ. Με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1219/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 5713/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή της για καταβολή σ' αυτήν του ποσού των 1.226.578 ευρώ ως οφειλόμενης αμοιβής της για τις υπηρεσίες (εκπόνηση μελετών κ.λπ.) που η ίδια παρέσχε στους αναιρεσιβλήτους-εναγομένους κατόπιν της αναφερόμενης στην αγωγή και στην απόφαση σύμβασης μεταξύ των διαδίκων. Την αναίρεση της ανωτέρω απόφασης του Εφετείου ζητεί ήδη η αναιρεσείουσα με την υπό κρίση αίτησή της, και για τους λόγους που αναφέρει σ' αυτήν.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 201 του ΑΚ αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίρεση αναβλητική), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αίρεσης), κατά δε το άρθρο 207 παρ.1 του ιδίου ΑΚ η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι α)με την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης που τέθηκε σε δικαιοπραξία καθίσταται οριστικά ενεργός η δικαιοπραξία αυτή και επέρχονται τα αποτελέσματά της, επομένως δε και ότι β)όποιος ασκεί δικαίωμα από δικαιοπραξία το οποίο εξαρτήθηκε με αυτήν (δικαιοπραξία) από αναβλητική αίρεση που πληρώθηκε ή που την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωση της αίρεσης (πλασματική πλήρωση), αυτός (που ασκεί το δικαίωμα) οφείλει να επικαλεσθεί στην αγωγή του και να αποδείξει τα ανωτέρω περιστατικά της πραγματικής ή πλασματικής πλήρωσης της αίρεσης, από την οποία και γεννάται (εξαρτάται) το δικαίωμά του, ως αποτέλεσμα της υπό αναβλητικήν αίρεση δικαιοπραξίας, κατά τα προεκτεθέντα. Για την κατά τα ανωτέρω πλασματική πλήρωση της αίρεσης απαιτείται παρακωλυτική συμπεριφορά του ζημιουμένου από την πλήρωση, και δη πράξη ή παράλειψη, αντιτιθέμενη στην καλή πίστη βάσει των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης, όπου συνεκτιμάται και το ενδεχόμενο πταίσμα, στην περίπτωση δε, ειδικότερα, της παράλειψης, κατά κανόνα δεν θα υφίσταται τέτοια αντίθεση (στην καλή πίστη) αν δεν υπάρχει υποχρέωση προς ενέργεια από τον νόμο, τη σύμβαση ή τα συναλλακτικά ήθη.
Εν προκειμένω το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα, ήτοι: "Η ενάγουσα αλλοδαπή εταιρεία, η οποία δραστηριοποιείτο στην Ελλάδα και στο εξωτερικό με αντικείμενο, μεταξύ άλλων, την σχεδίαση έργων ανάπτυξης και βελτίωσης ακινήτων, καθώς και την κατ' εντολή των ιδιοκτητών ακινήτων εξεύρεση επενδυτών για την αγορά και εκμετάλλευση αυτών, τον Απρίλιο του 2002 ανέλαβε την υποχρέωση, κατόπιν προφορικής αρχικά εντολής των εκπροσωπούντων τους εναγομένους και τους λοιπούς τότε συνιδιοκτήτες του ακινήτου που βρίσκεται στην Αθήνα, επί της συμβολής των οδών ... (αρ. 1) και ..., και έχει κηρυχθεί διατηρητέο με δημοσιευμένη στο ΦΕΚ 241/3-5-1991 Υπουργική Απόφαση του ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ, να προβεί α) στην εκπόνηση μελέτης για την βελτιστοποίηση της χρήσης του εν λόγω κτιρίου, β) στην εκπόνηση φακέλου μελετών και σχεδίων (αρχιτεκτονικών, μηχανολογικών, οικονομοτεχνικών κλπ) που αφορούσαν τον καθορισμό συμπληρωματικών όρων και περιορισμών δόμησης του κτιρίου αυτού, προκειμένου να εκδοθεί Υπουργική απόφαση ή άλλη διοικητική πράξη που θα επέτρεπε την ανάπλαση αυτού, γ) στις απαιτούμενες ενέργειες για την υπαγωγή του σχεδίου μετατροπής και ανάπλασης του κτιρίου στο Ν. 2601/1998 περί χορήγησης επιδοτήσεων και δ) την εξεύρεση υποψήφιων αγοραστών. Σε εκτέλεση της ως άνω εντολής που διατυπώθηκε και εγγράφως με ημερομηνία 22-4-2002 και συμπληρώθηκε με την από 1-9-2003 όμοια, και με την σύμφωνη γνώμη των εκπροσωπούντων όλους τους τότε συνιδιοκτήτες, όπως αργότερα αυτή αποτυπώθηκε στο καταρτισθέν μετέπειτα από 9-10-2003 μεταξύ αυτής και των τελευταίων ιδιωτικό συμφωνητικό, η ενάγουσα προέβη στην εκπόνηση πλήρους φακέλου μελετών και σχεδίων και με ενέργειές της εκδόθηκε, επ' ονόματι της εκπροσώπου της στην Ελλάδα Ζ. Α. "ως φερόμενης ιδιοκτήτριας", η με αριθμό 3734/17-2-2004 Υπουργική απόφαση "περί καθορισμού συμπληρωματικών ειδικών όρων και περιορισμού δόμησης στο διατηρητέο κτίριο επί των οδών ... 1 και ... στην Πλατεία Συντάγματος", που προσέδωσε αύξηση της αξίας του ακινήτου. Προέβη επίσης η ενάγουσα σε αναζήτηση υποψηφίων αγοραστών και υπέδειξε στους εκπροσώπους των συνιδιοκτητών του κτιρίου ως υποψήφια αγοράστρια την πολυεθνική εταιρία "ΡRICOA", η οποία ενδιαφερόταν για την αγορά και την εκμετάλλευση του κτιρίου, σύμφωνα με τις μελέτες και προτάσεις της ενάγουσας, δεν κατέληξε όμως στην αγορά αυτού, για λόγους που δεν αφορούσαν τους εναγόμενους ή όλους τους τότε συνιδιοκτήτες και μάλιστα σε υπαιτιότητα αυτών, όπως αβάσιμα η ενάγουσα επικαλείτο στην αγωγή (...). Προέβη επίσης η ενάγουσα, ενόψει της πιθανής προς την ΡRICOA πώλησης, σε όλες τις προπαρασκευαστικές ενέργειες (σύνταξη αιτήσεων, μελετών σχεδίων κλπ) και στην υποβολή της σχετικής αίτησης στην αρμόδια για την υπαγωγή του κτιρίου στις διατάξεις του Ν. 2601/1998 υπηρεσία του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Μετά δε τη ματαίωση της εν λόγω αγοραπωλησίας, σύστησε, στις 25-2-2004 (στους εκπροσώπους των ιδιοκτητών), την απόσυρση της αιτήσεως, καθόσον ελλείψει επενδυτή υπήρχε κίνδυνος οριστικού αποκλεισμού της επιδοτήσεως, και τους πρότεινε εναλλακτικά να αναλάβουν οι τότε ιδιοκτήτες τη δαπάνη της αναπλάσεως, προκειμένου να προχωρήσει η υπαγωγή στο πρόγραμμα επιδοτήσεως, αλλά οι εναγόμενοι (δια των τότε εκπροσώπων τους), όπως και οι λοιποί συνιδιοκτήτες, σε καμιά ενέργεια δεν προέβησαν ούτε και είχαν αναλάβει ποτέ τέτοια υποχρέωση, ώστε να υφίσταται πταίσμα αυτών (από την παράβαση της υποχρεώσεως), όπως αβάσιμα η ενάγουσα ισχυρίζεται στην αγωγή. Προς επικύρωση των όσων είχαν προφορικά αλλά και με την ανταλλαγή εγγράφων μέχρι τότε συμφωνηθεί, οι διάδικοι και το σύνολο των συνιδιοκτητών του ως άνω κτιρίου προέβησαν στην κατάρτιση του προαναφερθέντος από 9-10-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού (...) στο οποίο (συμφωνητικό) ορίσθηκαν οι υποχρεώσεις των εκατέρωθεν συμβαλλομένων (μεταξύ των οποίων και οι εναγόμενοι), καθώς και η αμοιβή της ενάγουσας για το έργο και τις υπηρεσίες της, τόσο πριν, όσο και μετά την υπογραφή του συμφωνητικού αυτού (...), Στο συμφωνητικό αυτό έγινε επίσης ειδική αναφορά στην ως άνω εταιρία "ΡRICOA", υποψήφια καθ' υπόδειξη της ενάγουσας αγοράστρια του ακινήτου, στους όρους 4 και 5. Με τον όρο 5 του συμφωνητικού (που ενδιαφέρει εδώ) ορίσθηκε ότι αν ματαιωθεί για οποιονδήποτε λόγο η πώληση του ακινήτου στην ΡRICOA οι συνιδιοκτήτες θα δώσουν, μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 2004, την αποκλειστική εντολή προς την ΙΑC (ενάγουσα) να εξεύρει άλλον αγοραστή, που αφενός θα αποδέχεται να αναθέσει στην ΙΑC την ανάπτυξη και εκμετάλλευση του κτιρίου και αφετέρου θα αποδέχεται να αγοράσει το ακίνητο σύμφωνα με τους όρους των συνιδιοκτητών, όπως αναφέρονταν στην παρ. 2 του συμφωνητικού, πλην του τιμήματος που θα καθόριζαν κατά την κρίση τους οι συνιδιοκτήτες, εντολή την οποία έδωσαν οι συνιδιοκτήτες προς αυτήν κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή και τις ομολογίες των εναγομένων. Με τον ίδιο όρο 5 εξάλλου ορίσθηκε ότι οι συνιδιοκτήτες υπό τους αυτούς όρους θα έχουν το δικαίωμα να εξεύρουν αγοραστή του κτιρίου. Με τον όρο 6 (και όχι 5, όπως αναφέρεται στην αγωγή) του ιδιωτικού αυτού συμφωνητικού ορίσθηκε ότι οι συνιδιοκτήτες ουδεμία θα έχουν υποχρέωση καταβολής αμοιβής στην ΙΑC αν ο αγοραστής βρισκόταν από αυτούς αλλά θα είχαν την υποχρέωση να παραπέμψουν τον αγοραστή σ' αυτήν. Περαιτέρω, με τους όρους 10 και 11 του συμφωνητικού αυτού συμφωνήθηκε, κατ' άρθρο 361 ΑΚ, η αμοιβή της ενάγουσας για τις υπηρεσίες της σε κάθε περίπτωση πωλήσεως του κτιρίου, ήτοι και χωρίς τη δική της μεσολάβηση, στην τελευταία δε αυτή περίπτωση έγινε διάκριση της αμοιβής ανάλογα με το εάν ο αγοραστής έκανε ή όχι χρήση της εργασίας της ενάγουσας για την βελτιστοποίηση της χρήσης του κτιρίου, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες μελέτες της. Ειδικότερα με τον όρο 10 του συμφωνητικού είχε συμφωνηθεί ότι αν κατά τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος μέχρι της 31 Δεκεμβρίου 2004 ή κατά την παράταση αυτού (σύμφωνα με την παρ. 7) οι συνιδιοκτήτες αθετήσουν τις υποχρεώσεις τους από αυτήν την συμφωνία και συνάψουν απ' ευθείας σύμβαση ή προσύμφωνο μεταβιβάσεως του κτιρίου με νέο αγοραστή, ο οποίος δεν επιθυμεί ούτε να αναμορφώσει το εσωτερικό του κτιρίου ούτε να συνεργασθεί με την ΙΑC (ενάγουσα) για την εκμετάλλευση του κτιρίου, θα έχουν υποχρέωση να αποζημιώσουν την ΙΑC (ακολουθεί αναφορά των συμφωνηθέντων ποσών αποζημιώσεως). Με τον όρο 11 εξάλλου του συμφωνητικού οι διάδικοι (και το σύνολο των ιδιοκτητών) συμφώνησαν ότι αν (αντιθέτως) κατά τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 2004, ή κατά παράταση αυτού οι συνιδιοκτήτες παρακάμψουν την ΙΑC και αθετήσουν τις υποχρεώσεις τους από τις παραγρ. 5 και 6 του συμφωνητικού και συνάψουν σύμβαση ή προσύμφωνο μεταβιβάσεως του κτιρίου με νέο αγοραστή ο οποίος θα χρησιμοποιήσει την εργασία που έχει κάνει η ΙΑC για την αναμόρφωση του κτιρίου και τις ανωτέρω επιδοτήσεις που αναφέρονταν στην παρ. 12 του συμφωνητικού, αλλά δεν επιθυμεί να συνεργασθεί με την ΙΑC για την εκμετάλλευση του κτιρίου, οι συνιδιοκτήτες είναι υποχρεωμένοι να αποζημιώσουν την ΙΑC (ακολουθούν τα συμφωνηθέντα ποσά αποζημιώσεως). Τέλος με τον όρο 12 του συμφωνητικού συμφωνήθηκε ότι "τα ποσά των αποζημιώσεων που προβλέπονται στις παραγρ. 9, 10 και 11 θα είναι καταβλητέα προς την ΙΑC κατά την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου μεταβιβάσεως, υπό την απαραίτητον όμως προϋπόθεση, ότι θα έχει δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως η απόφασις περί των συμπληρωματικών όρων δομήσεως του κτιρίου (ειδική ρύθμιση), σύμφωνα με τα υποβληθέντα σχέδια της ΙΑC για την ανάπλαση του κτιρίου καθώς και εκείνη περί της υπαγωγής του έργου στο Ν. 2601/1998 και εγκρίσεως των επιχορηγήσεων και επιδοτήσεων για το κόστος αναπλάσεώς του και θα έχει παρασχεθεί στο νέο αγοραστή η δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τα όσα προαναφέρονται. Εις τα ποσά αυτά προσδιορίζουν εκ συμφώνου τα συμβαλλόμενα μέρη την θετικήν και αποθετικήν ζημίαν της ΙΑC, η δε τελευταία παραιτείται πάσης άλλης τυχόν αξιώσεώς της". Το εν λόγω κτίριο (συνεχίζει το Εφετείο) μεταβιβάσθηκε τελικά με το με αριθμό .../1-9-2004 συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτου της συμβ/φου Αθηνών Ελένης Κωνσταντίνου Καρκανοπούλου προς την εταιρία με την επωνυμία " REGATA.ΕΠΕ", έναντι του ποσού των 29.500.000 ευρώ, χωρίς τη μεσολάβηση της ενάγουσας (...), η δε αγοράστρια εταιρία έκανε χρήση των προαναφερόμενων εργασιών της ενάγουσας και ωφελήθηκε από την έκδοση της με αριθμό 3734/28-1-2004 απόφασης της Υφυπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. "περί καθορισμού συμπληρωματικών ειδικών όρων και περιορισμού δόμησης" στο διατηρητέο ως άνω κτίριο. Όπως όμως βάσιμα ισχυρίσθηκαν οι εναγόμενοι πρωτοδίκως κατ' ένσταση, νόμιμη κατ' άρθρο 201 ΑΚ και 262 ΚΠολΔ, η υποχρέωση των συνιδιοκτητών να καταβάλουν στην ενάγουσα τα συμφωνηθέντα στον όρο 11, όπως και στους όρους 9 και 10 ως άνω ποσά, τελούσε, σύμφωνα με τον προαναφερθέντα όρο 12 του ως άνω συμφωνητικού, υπό την αίρεση της εκδόσεως δύο υπουργικών αποφάσεων, ήτοι αυτής περί εκδόσεως των συμπληρωματικών όρων δόμησης του κτιρίου από το ΥΠΕΧΩΔΕ και η οποία εκδόθηκε, κατά τα προαναφερθέντα, και εκείνης περί υπαγωγής του σχεδίου μετατροπής και αναπλάσεως του ακινήτου στον Ν. 2601/1998 περί χορήγησης επιδοτήσεων, η οποία ουδέποτε εκδόθηκε. Αντίθετα δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός (αντένσταση του άρθρου 207 ΑΚ) που η ενάγουσα πρόβαλε καθ' υποφορά στην αγωγή ότι η πλήρωση αυτής της αίρεσης ματαιώθηκε από υπαιτιότητα των τότε ιδιοκτητών ήτοι και των εναγομένων, επικαλούμενη ότι μετά την ματαίωση της πώλησης στην υποψήφια αγοράστρια PRICOA οι συνιδιοκτήτες δεν ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση της να αναλάβουν τη δαπάνη αναπλάσεως προκειμένου να προχωρήσει η υπαγωγή του κτιρίου στο πρόγραμμα επιδοτήσεως, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, οι συνιδιοκτήτες ουδέποτε ανέλαβαν υποχρέωση είτε προφορικά είτε με οποιονδήποτε όρο του προαναφερθέντος ιδιωτικού συμφωνητικού να συμπράξουν με οποιονδήποτε τρόπο για να υπαχθεί το κτίριο στο Ν. 2601/1998. Η μόνη αναφορά που γίνεται στο εν λόγω συμφωνητικό για την υπαγωγή του κτιρίου στο Ν. 2601/1998 είναι στον όρο Γ περ. β., όπου διατυπώνεται η ανάληψη της υποχρέωσης της ενάγουσας για την σύνταξη αιτήσεων, σχεδίων κλπ. με σκοπό την υπαγωγή στο νόμο αυτό, και στον προαναφερθέντα όρο 12 χωρίς να γίνεται καμία πρόβλεψη οποιασδήποτε επιβάρυνσης ή οποιασδήποτε υποχρέωσης των συνιδιοκτητών να αναλάβουν οι ίδιοι την δαπάνη αναπλάσεως του κτιρίου για την υπαγωγή στο νόμο αυτό. Το επικαλούμενο από την ενάγουσα (με την αγωγή) επιχείρημα ότι μόνον οι ίδιοι οι συνιδιοκτήτες νομιμοποιούντο να ενεργήσουν για την υπαγωγή της επένδυσης στον Αναπτυξιακό Νόμο, δεν καθιστούσε αυτούς και υπόχρεους ούτε με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών να ανταποκριθούν στην πρόταση της ενάγουσας και να αναλάβουν μια τέτοια δαπάνη προκειμένου να καθίστατο δυνατή η υπαγωγή του έργου της ανάπλασης στον παραπάνω νόμο και κατά συνέπεια να πληρωθεί η δεύτερη προϋπόθεση της παραπάνω αιρέσεως. Το έτερο επιχείρημα εξάλλου που πρόβαλε η ενάγουσα με την αγωγή ότι οι λοιποί (πλην των εναγομένων) 13 συνιδιοκτήτες με το από 9-10-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό εξώδικου συμβιβασμού, αναγνώρισαν και αποδέχθηκαν την υποχρέωσή τους από το επίδικο ως άνω συμφωνητικό να της καταβάλουν και πράγματι της κατέβαλαν τελικά ποσό 1.016.868,42 ευρώ, ουδόλως συνηγορεί υπέρ του ισχυρισμού της ενάγουσας ότι και οι εναγόμενοι υποχρεούνται να της καταβάλουν τα αιτούμενα με την αγωγή ποσά, εφόσον κατά τον βάσιμο ισχυρισμό των εναγομένων δεν πληρώθηκε η δεύτερη προϋπόθεση της αίρεσης του άρθρου 12 του επίδικου συμφωνητικού, στους προαναφερθέντες όρους του οποίου και μόνον η ενάγουσα θεμελίωνε με την αγωγή τις επίδικες αξιώσεις της. Ορθά επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εκτιμώντας τις αποδείξεις δέχθηκε ως βάσιμο κατ' ουσίαν τον ισχυρισμό των εναγομένων περί εξαρτήσεως των συμφωνηθέντων, με το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό, ποσών αμοιβής της ενάγουσας από την αναβλητική κατ' άρθρο 201 ΑΚ αίρεση του προαναφερθέντος όρου 12 του συμφωνητικού και περί μη πληρώσεως της δεύτερης προϋποθέσεως της αιρέσεως αυτής και απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Όσα επομένως η ενάγουσα αντίθετα υποστηρίζει με τους σχετικούς (δεύτερο και τρίτο) λόγους της εφέσεως είναι αβάσιμα και πρέπει ν'απορριφθούν". Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 του ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με τις παραδοχές του αυτές παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 201 και 207 του ΑΚ, καθώς και τις ερμηνευτικές των δικαιοπραξιών διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ιδίου Κώδικα, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες και δεν εκτίμησε ορθώς το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, όπως ειδικότερα η αναιρεσείουσα αναφέρει στον πρώτο αυτόν λόγο του αναιρετηρίου, ο οποίος έχει κατά λέξη ως εξής ήτοι: "Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας: α)παραβίασε ευθέως, αλλά και εκ πλαγίου τις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 201 και 207 Α.Κ.σε συνδυασμό με άρθρ. 361 και 713 επ. Α.Κ. γιατί δέχτηκε ότι για την παρακώλυση της πλήρωσης της αναβλητικής αιρέσεως απαιτείται υπαίτια παραβίαση υποχρεώσεως, ενώ κατ' άρθρ. 207 Α.Κ. απαιτείται μόνο συμπεριφορά αντίθετη προς την καλή πίστη, β) παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. κατά την ερμηνεία των όρων των εγγράφων συμβάσεων, ήτοι των όρων 10, 11 και 12 του από 9/10/2003 ιδιωτικού συμφωνητικού, καθόσον, αν και διαπίστωσε κενά και αμφίβολα σημεία, δεν προσέφυγε στις διατάξεις αυτές για να ερμηνεύσει τις διαλαμβανόμενες στο συμφωνητικό δηλώσεις σύμφωνα με τις διαλαμβανόμενες στις διατάξεις (άρθρα 173,200 Α.Κ.) αρχές προς ανεύρεση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων, ήτοι της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, χωρίς την στυγνή προσήλωση στις λέξεις. Το ότι προέκυψαν κενά και αμφίβολα σημεία κατά την ερμηνεία των όρων της σύμβασης (ιδιωτικού συμφωνητικού) καθίσταται εναργές από την όλη δομή του σκεπτικού της απόφασης και ειδικότερα: Καίτοι δέχεται ότι διατυπώνεται σε συγκεκριμένο όρο του συμφωνητικού η υποχρέωση της εταιρείας μας "για την σύνταξη αιτήσεως, σχεδίων κ.τ.λ. με σκοπό την υπαγωγή στο νόμο αυτό", δεν δίνει εξήγηση στον ισχυρισμό μας ότι ματαιώθηκε η έκδοση σχετικής απόφασης υπαγωγής στο ν. 2601/1998 γιατί δεν συνέπραξαν οι αντίδικοι οι οποίοι και μόνο ως ιδιοκτήτες του ακινήτου ενομιμοποιούντο, αλλά ότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι ανέλαβαν την δαπάνη της ανάπλασης. Στο σημείο αυτό το Εφετείο υπέπεσε σε δύο παραβάσεις του νόμου, ήτοι :1) αφενός δέχτηκε ότι για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 207 Α.Κ. απαιτείται παράβαση της σύμβασης και μάλιστα υπαίτια, ενώ η διάταξη απαιτεί μόνο αντίθεση στην καλή πίστη, και 2) δεν αιτιολογεί αν είναι σύμφωνη με τις αρχές της καλής πίστης η άρνηση της σύμπραξης των αντιδίκων, που μόνον αυτοί ενομιμοποιούντο. Περαιτέρω, καίτοι δέχεται ότι οι 13, επί συνόλου 19, συνιδιοκτήτες αναγνώρισαν και αποδέχτηκαν την από τη σύμβαση υποχρέωσή τους για το ίδιο κτίριο στη συνέχεια καταλήγει ότι δεν προκύπτει από το γεγονός αυτό υποχρέωση των εναγομένων, γιατί δεν αποδείχτηκε η δεύτερη προϋπόθεση της αίρεσης του άρθρου 12 του συμφωνητικού. Η αιτιολογία αυτή είναι όχι μόνο ελλιπής αλλά και ανύπαρκτη, γιατί η παρακώλυση της πλήρωσης της αίρεσης του άρθρου 207 Α.Κ., δηλαδή εν προκειμένω η έρευνα της αντένστασής μας, ανακύπτει μετά το βάσιμο της υποχρέωσης, την οποία επικαλεστήκαμε, ήτοι ότι για το ίδιο ζήτημα, την παροχή των αυτών υπηρεσιών για το ίδιο κτίριο οι 13 από τους 19 συνιδιοκτήτες αναγνωρίζουν την υποχρέωσή τους και πληρώνουν, ενώ οι αντίδικοι καλύπτονται πίσω από κενά του εγγράφου συμφωνητικού και αποφεύγουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους. Πέραν τούτων στο σημείο αυτό το Εφετείο δεν προσέφυγε στην ερμηνεία των όρων της σύμβασης με προσφυγή στις αρχές των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., αν και προς στήριξη του αρνητικού για μας πορίσματος χρησιμοποίησε στοιχεία πέραν του εγγράφου και πλείστα όσα επιχειρήματα, τα οποία διαλαμβάνονται στις πιο πάνω παραδοχές και τείνουν στο να άρουν την υπαιτιότητα των εναγομένων για την παρακώλυση της πλήρωσης της αίρεσης (κατά την 2η προϋπόθεση), η οποία και δεν απαιτείται κατά νόμο (άρθρ.207 ΑΚ), αλλ' αρκεί συμπεριφορά αντίθετη προς την καλή πίστη, πράγμα που δεν έχει εν προκειμένω την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (άρθρ. 93 παρ.3 Συντάγματος). Τέλος, το Εφετείο δεν εκτίμησε ορθώς το δικόγραφο της αγωγής, κατά το τμήμα του, στο οποίο καθ' υποφοράν, όπως δέχεται, διαλαμβάνεται η εκ του άρθρου 207 Α.Κ. αντένσταση. Ειδικότερα, για να στηρίξει το δυσμενές για μας πόρισμά του κατ' επανάληψη επιχειρηματολογεί ότι οι εναγόμενοι στη σύμβαση, με την οποία υποσχέθηκαν την ένδικη αμοιβή-αποζημίωση, δεν ανέλαβαν υποχρέωση να καταβάλουν την δαπάνη ανάπλασης του κτιρίου. Όμως εμείς δεν εκθέτουμε στο οικείο τμήμα της αγωγής ότι ανέλαβαν τέτοια υποχρέωση, αλλά ότι συνέπραξαν στην πλήρωση της 2ης προϋπόθεσης πλήρωσης της αίρεσης (βλ. κεφ. ΣΤ' σελ. 13) "Καθ' όσον όμως αφορά τη δεύτερη (β) προϋπόθεση, καίτοι είχαμε πλήρως υλοποιήσει την δική μας συμβατική υποχρέωση για την πραγματοποίηση αυτής, άλλως προβήκαμε σε όλες τις αναγκαίες προπαρασκευαστικές ενέργειες προκειμένου ο αγοραστής ή οι ιδιοκτήτες του κτιρίου να έχουν, μετά από τη σχετική κατά νόμο απαιτούμενη αίτηση τη δυνατότητα υπαγωγής στον Αναπτυξιακό Νόμο 2601/98, οι εναγόμενοι (μετά την μη επίτευξη της συμφωνίας αγοραπωλησίας του κτιρίου προς την κατά τον Δεκέμβριο 2003 υποψήφια αγοράστρια "ΡRICΟΑ") αν και οχλήθηκαν από εμάς προς τούτο, σύμφωνα με τα στην αρχή της παρούσας προαναφέρονται, δεν προέβησαν στις απαραίτητες ενέργειες και κυρίως στην έκδοση οικοδομικής άδειας, σύμφωνα με τα σχέδια ανάπλασης, μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, από την υποβολή της αίτησής μας για την υπαγωγή στο ν. 2601/1998 και ως εκ τούτου εκ πταίσματος των ιδίων αποκλειστικά δεν κατέστη δυνατή η υπαγωγή του έργου της ανάπλασης στον ως άνω Νόμο". Πρέπει να σημειωθεί ότι σε κανένα άλλο δικόγραφο, όπως προτάσεις, έφεση κ.τ.λ προκύπτει ότι εμείς θέσαμε θέμα ανάληψης δαπάνης από τους αντιδίκους για την ανάπλαση του κτιρίου, πράγμα που αφορούσε αυτούς και τους υποψήφιους αγοραστές. Κατ' ακολουθίαν τούτων η απόφαση πρέπει να αναιρεθεί για πλημμέλειες από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ". Ο λόγος αυτός του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος και απορριπτέος, στηριζόμενος εν πολλοίς σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Ειδικότερα, από το ως άνω περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτουν τα εξής: α. Το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι "για την παρακώλυση της πλήρωσης της αναβλητικής αιρέσεως απαιτείται υπαίτια παραβίαση υποχρεώσεως" (ενώ κατ' άρθρον 207 του ΑΚ απαιτείται μόνο συμπεριφορά αντίθετη προς την καλή πίστη), όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, αλλά ότι (δέχθηκε το Εφετείο) δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός (αντένσταση κατ' άρθρον 207 του ΑΚ) που η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) πρόβαλε καθ' υποφοράν στην αγωγή ότι "η πλήρωση της αίρεσης αυτής ματαιώθηκε από υπαιτιότητα των τότε ιδιοκτητών, ήτοι και των εναγομένων", ενώ απεναντίας το Εφετείο δέχεται εν συνεχεία ότι β. δεν υπήρχε συμβατική υποχρέωση των αναιρεσίβλητων-εναγομένων "ούτε με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών να ανταποκριθούν στην πρόταση της αναιρεσείουσας-ενάγουσας και να αναλάβουν μια τέτοια δαπάνη προκειμένου να καθίστατο δυνατή η υπαγωγή του έργου της ανάπλασης στον παραπάνω νόμο (2601/98), και κατά συνέπεια να πληρωθεί η δεύτερη προϋπόθεση της παραπάνω αιρέσεως", κρίνοντας έτσι (το Εφετείο) ότι η πλήρωση της αιρέσεως δεν εμποδίστηκε από τους εναγομένους αντίθετα προς την καλή πίστη (άρθρο 207 του ΑΚ), σημειουμένου ενταύθα και του ότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει στο αναιρετήριο ότι ισχυρίστηκε τούτο (παρακώλυση πληρώσεως αιρέσεως αντίθετα προς την καλή πίστη). γ. Το Εφετείο δεν δέχθηκε, ούτε και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας ως προς την αληθή βούληση των συμβληθέντων διαδίκων που εκφράστηκε στους προειρημένους όρους 10,11 και 12 του από 9-10-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού, ώστε να είναι υποχρεωμένο να προσφύγει στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρ.173 και 200 του ΑΚ) για την ανεύρεση της αληθούς αυτής βουλήσεως των μερών, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, η δε κατά τα ανωτέρω αναφορά της αναιρεσιβαλλομένης στην καλή πίστη (και τα συναλλακτικά ήθη) έγινε σχετικά με τη συνδρομή, κατά τις παραδοχές της, παρακώλυσης πληρώσεως της αιρέσεως εκ μέρους των εναγομένων αντίθετα προς τις αρχές αυτές της καλής πίστης. Και, τέλος, δ.το Εφετείο, με τις ανωτέρω παραδοχές του, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες εν προκειμένω ζήτημα της μη πληρώσεως, πλασματικώς, κατ' άρθρον 207 παρ.1 του ΑΚ, της αναβλητικής αίρεσης της ένδικης δικαιοπραξίας, από την οποία αίρεση, κατά την αγωγή, είχε εξαρτηθεί το ασκηθέν δικαίωμα αποζημιώσεως της ενάγουσας και της οποίας (αίρεσης) την (πλασματική) πλήρωση που επεκαλείτο η αναιρεσείουσα-ενάγουσα δεν δέχθηκε το Εφετείο ως αποδειχθείσα, κατά τα προεκτεθέντα. Ειδικότερα, όπως σαφώς προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, αλλά και από τις προαναφερθείσες παραδοχές του Εφετείου, η αναιρεσείουσα στήριξε το αίτημά της στον ισχυρισμό ότι "εκ πταίσματος των ιδίων αποκλειστικά" των εναγομένων δεν πληρώθηκε η αναβλητική αίρεση της υπαγωγής, κατόπιν υποβληθείσης αιτήσεως της αναιρεσείουσας, υπόχρεης προς τούτο από την ένδικη σύμβαση, της σχετικής με το αναφερόμενο διατηρητέο κτήριο επένδυσης στον αναπτυξιακό νόμο 2601/1998, αφού, κατά τον ίδιο αγωγικό ισχυρισμό, οι συνιδιοκτήτες του κτηρίου, μεταξύ των οποίων και οι εναγόμενοι (αναιρεσίβλητοι), αν και οχλήθηκαν από την ενάγουσα προς τούτο δεν προέβησαν στις απαραίτητες ενέργειες και κυρίως στην έκδοση της οικοδομικής αδείας σύμφωνα με τα σχέδια της ανάπλασης του κτηρίου μέσα σε συγκεκριμένο διάστημα από την υποβολή της αίτησής της για την υπαγωγή του στον ν.2601/98 και ως εκ τούτου δεν κατέστη δυνατή η υπαγωγή του έργου της ανάπλασης στον ως άνω νόμο. Ο ισχυρισμός δε αυτός, μαζί με τους λοιπούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας περί συνάψεως της ένδικης σύμβασης (κατά το αντικείμενο και την αμοιβή) και εξαρτήσεως της πληρωμής της από την τεθείσα ως άνω αναβλητική αίρεση, αποτελούσαν, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην αρχή της παρούσης παραγράφου, την ιστορική βάση της αγωγής, στηριζομένης στις διατάξεις των άρθρων 681 επ. και 201, 207 παρ.1 του ΑΚ, το δικόγραφο της οποίας ορθώς εκτίμησε το Εφετείο. Το ότι δε, όπως από την αναιρεσιβαλλομένη προκύπτει, το Εφετείο υπολαμβάνει τον ως άνω ισχυρισμό ως αντένσταση, καθ' υποφοράν περιεχόμενη στην αγωγή (όπως τον υπολαμβάνει και η αναιρεσείουσα), στον ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων περί εξαρτήσεως της αμοιβής της αναιρεσείουσας από την προειρημένη αναβλητική αίρεση που δεν πληρώθηκε, τον οποίο (ισχυρισμό) αν και αποτελεί εν προκειμένω άρνηση της αγωγής το Εφετείο επίσης τον υπολαμβάνει ως ένσταση, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα, αφού πρόκειται για σφάλμα στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης που δεν επηρεάζει το ορθό, κατά τα προεκτεθέντα, διατακτικό της (άρθρ.578 του ΚΠολΔ). Περαιτέρω, με τον δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ.1 και 14 του ΚΠολΔ, λόγο του αναιρετηρίου υποστηρίζονται τα εξής, ήτοι "Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε κατά λέξη ότι (η ενάγουσα) "απαραδέκτως κατ' άρθρο 527 παρ.1 του ΚΠολΔ προβάλλει για πρώτη φορά (με τον πρώτο λόγο της εφέσεως) νέο ισχυρισμό περί ουσιώδους τροποποίησης του από 9.10.2003 ιδιωτικού συμφωνητικού, με την από 13.1.2004 έγγραφη εντολή, επικαλούμενη ότι σ' αυτήν δεν υπήρξε ειδική αναφορά στον όρο 12 του συμφωνητικού - τον οποίο σημειωτέον ότι η ενάγουσα επικαλείτο και παρέθεσε αυτούσιο στην αγωγή -επιχειρώντας απαράδεκτη συμπλήρωση του δικογράφου της αγωγής και μεταβολή των πραγματικών περιστατικών της". Ο ισχυρισμός αυτός δικονομικά αποτελεί αντένσταση στην ένσταση των εναγομένων, η οποία (ένσταση) συνίσταται στο καταλυτικό γεγονός ότι η κατ' αρθρ. 201 ΑΚ υποχρέωση τούτων εξαρτάται και από την έκδοση της άδειας υπαγωγής στο ν. 2601/1998 και η οποία αντένσταση στηρίζεται κατά κύριο λόγο στο άρθρο 207 Α.Κ., συνάμα και στην κατ' αρθρ. 361 Α.Κ. επίκληση της τροποποίησης του όρου του συμφωνητικού, που προέβλεπε την άδεια, με την από 13/1/2004 επιστολή των εναγομένων, στην οποία δεν διελαμβάνετο ο όρος αυτός. Με βάση τη δικονομική αυτή θέση, η επίκληση της τροποποίησης παραδεκτώς γίνεται με την προθήκη των προτάσεων κατ'αρθρ.237 παρ.3 περ.γ' ΚΠολΔ. Ειδικότερα, στην αγωγή μας, κατά την αναφορά στον όρο 5 του από 9/10/2003 συμφωνητικού δύο φορές αναφέρεται η από 13/1/2004 έγγραφη εντολή, όπως (βλ. σελ. 7 της αγωγής): α) "Η αναφερόμενη ανωτέρω έγγραφη εντολή εδόθη τελικά στην εταιρεία μας στις 13/1/2004" και β) "Στην εν λόγω από 13/1/2004 έγγραφη εντολή γίνεται αναφορά και στο δικαίωμα πώλησης του ακινήτου από τους ίδιους τους ιδιοκτήτες, σε περίπτωση ευρέσεως αγοραστή από αυτούς ...". Περαιτέρω, στην προσθήκη των προτάσεων, που καταθέσαμε στον πρώτο βαθμό προς απόκρουση της ένστασης των εναγομένων, παραδεκτώς επικαλεστήκαμε την από 13/1/2004 έγγραφη εντολή στην παρ. Ι (7) και στην παρ. II (4), όπως: "Επικαλούμεθα επίσης και παραθέτουμε το σχετικό τμήμα της δεύτερης παραγράφου της από 13/1/2004 αποκλειστικής εντολής προς πώληση ακινήτου...". Το πρωτόδικο δικαστήριο, καίτοι δέχτηκε την έγγραφη αυτή εντολή των εναγομένων προς την εταιρεία μας, δεν εξέφερε κρίση σχετικά με την προβλεπόμενη σ' αυτή αμοιβή, η οποία αποτελεί και την ένδικη διαφορά. Κατόπιν τούτων με τον πρώτο λόγο της έφεσης ισχυριστήκαμε: "Επειδή, κατά εσφαλμένη ερμηνεία του αποδεικτικού υλικού, η εκκαλουμένη αν και αναφέρεται ρητά στην από 13/1/2004 έγγραφη και αποκλειστική εντολή όλων των συνιδιοκτητών (συμπεριλαμβανομένων και των αντιδίκων) προς εμάς για την εξεύρεση νέου αγοραστού και πωλήσεως του κτιρίου, δεν την ερμήνευσε σωστά και εσφαλμένα απέρριψε την αγωγή μας. Ειδικότερα η εκκαλουμένη δεν έλαβε υπόψη της, ότι η παραπάνω νεότερη εντολή, που μας δόθηκε μετά την αποχώρηση του υποδειχθέντος από εμάς και μέχρι τότε ενδιαφερομένου αγοραστή ΡRICOA (που ενδιαφερόταν και για την αναμόρφωση του κτιρίου και την υπαγωγή της σχετικής επένδυσης στο Ν. 2601/1998) τροποποιούσε ουσιωδώς το από 9 Οκτωβρίου 2003 μεταξύ μας συμφωνητικό. Προκειμένου να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα μετά την αποχώρηση της ΡRICOA με τη νεότερη και αποκλειστική αυτή εντολή, οι συνιδιοκτήτες μεταξύ των οποίων και οι αντίδικοι, ανέθεσαν στην εταιρεία μας την πώληση του κτιρίου, σύμφωνα με τους όρους 6 και 7 του από 9 Οκτωβρίου 2003, συμφωνητικό, χωρίς ειδική αναφορά στον όρο 12 αυτού, δεδομένου ότι η χρησιμοποίηση της εργασίας μας για την αναμόρφωση του κτιρίου και την υπαγωγή της σχετικής επένδυσης στο ν. 2601/1998 και την πλήρωση και της δεύτερης των προϋποθέσεων/αιρέσεων γινόταν πλέον δυνητική και θα εξαρτιόταν από την ανεύρεση νέου αγοραστή που θα ενδιαφερόταν και για την υπαγωγή του κτιρίου στις διατάξεις του Νόμου 2601/1998, σύμφωνα με τα σχέδια μας (όπως στην περίπτωση της ΡRICOA) ή από τους ίδιους τους ιδιοκτήτες". Το Εφετείο με το να απορρίψει τον ισχυρισμό μας αυτό παραβίασε αφενός ευθέως το νόμο, ήτοι τις διατάξεις στις οποίες στηρίζεται η αγωγή (άρθρ. 361, 713 επ, 201, 207 Α.Κ), γιατί δεν εκτίμησε ορθώς το περιεχόμενο αυτής και αφετέρου κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο τον σχετικό ισχυρισμό μας, γι' αυτό πρέπει να αναιρεθεί για πλημμέλειες από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.1 και 14 ΚΠολΔ". Ο λόγος αυτός του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος και απορριπτέος, στηριζόμενος και σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού α)ο αναφερόμενος ισχυρισμός περί τροποποιήσεως του όρου 12 του ειρημένου από 9-3-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού με την επικαλούμενη από 13-1-2004 (μεταγενέστερη) έγγραφη εντολή, από την οποία, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, απαλείφθηκε ο ανωτέρω όρος 12 του αρχικού συμφωνητικού και κατ'επέκταση και η περιεχόμενη σ'αυτόν και αναφερόμενη στην αγωγή ως άνω αναβλητική αίρεση από την οποία εξαρτήθηκε η αμοιβή της αναιρεσείουσας, δεν συνιστά (ο ανωτέρω ισχυρισμός), όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, αντένσταση της τελευταίας (ως ενάγουσας) κατά του ισχυρισμού των εναγομένων περί υπάρξεως της αναβλητικής αυτής αίρεσης και μη πληρώσεώς της, που αποτελεί (ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός), κατά τα αμέσως προεκτεθέντα (σχετικά με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου), άρνηση της αγωγής και όχι ένσταση, όπως επίσης υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, επομένως δε β)ο ισχυρισμός αυτός (της αναιρεσείουσας-ενάγουσας), που δεν περιείχετο στην αγωγή και με τον οποίο πράγματι επιχειρείται μεταβολή της βάσεως της αγωγής, απαραδέκτως, κατά το άρθρο 237 παρ.3 του ΚΠολΔ, προτάθηκε με την προσθήκη των πρωτόδικων προτάσεων της αναιρεσείουσας, τις οποίες αυτή επικαλείται, καθώς και ενώπιον του Εφετείου, με τον πρώτο λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας, όπως ορθώς, κατά το άρθρο 527 του ΚΠολΔ, δέχθηκε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν -λόγο εφέσεως και το οποίο επομένως ούτε τις διατάξεις των άρθρων 361, 713 επ., 201 και 207 του ΑΚ παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή, ούτε παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο, απορρίπτοντας τον ως άνω ισχυρισμό, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα. Τέλος, η καταδίκη του ηττηθέντος διαδίκου στη δικαστική δαπάνη του αντιδίκου του είναι συνέπεια της αρχής της ήττας (άρθρ.176 του ΚΠολΔ) και δεν χρειάζεται ειδική αιτιολογία, ο δε συμψηφισμός, ενόλω ή εν μέρει, της δικαστικής δαπάνης (και) στην περίπτωση κατά την οποία ο κανόνας δικαίου που εφαρμόστηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρ.179 του ΚΠολΔ, όπως αντικ. με το άρθρο 2 παρ.2 του ν.2915/01) απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (βλ. και ΑΠ 859/02). Επομένως η κρίση του Εφετείου, που απέρριψε τον σχετικό με την επιβληθείσα πρωτοδίκως στην αναιρεσείουσα που ηττήθηκε δικαστική δαπάνη λόγο εφέσεως με την αιτιολογία ότι "απορριφθείσης της αγωγής ορθά κατ' άρθρο 176 του ΚΠολΔ το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επέβαλε στην ενάγουσα τη δικαστική δαπάνη των εναγομένων, εφόσον αυτή ηττήθηκε, και δεν υπερχεούτο, αλλά ηδύνατο να συμψηφίσει αυτήν για την παρούσα υπόθεση μόνον στην περίπτωση που η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε ήταν δυσχερής, περίπτωση που δεν συμβαίνει εν προκειμένω", δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, και ο τρίτος και τελευταίος, από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με τις ως άνω παραδοχές του παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 176 και 179 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.
IV. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρ.176, 183, 191 παρ.2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-6-2009 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "INTERNATIONAL ADVANTAGE CORPORATION" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1219/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 31 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ