178/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 178 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 178/2011
Legislator headnote
AI generated178/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 178 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 178/2011
Full text
Απόφαση 178 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 178/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε. Από την με ημερομηνία 12-11-2010 τηλεομοιοτυπία προκύπτει ότι ο αναιρεσείων απεβίωσε στις 18 Οκτωβρίου 2010 σύμφωνα με την με αριθμ. .../2010 και ημερομηνία δήλωσης 20-10-2010 ληξιαρχική πράξη θανάτου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Κ. Τ. του Χ. και 2. Ε. συζ. Κ. Τ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Αναγνωστόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρ. 242 παρ, 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Σεπτεμβρίου 1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 101/2000 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 469/2001 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16 Απριλίου 2003 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 6 Σεπτεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 16 Απριλίου 2003 αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από τις διατάξεις των άρθρων 286, 287 και 288 του Κ.Πολ.Δ που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 § 1 του Κ.Πολ.Δ και όλη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, προκύπτει ότι σε περίπτωση θανάτου κάποιου διαδίκου, δεν διακόπτεται βιαίως η δίκη πριν από την προσήκουσα γνωστοποίηση του λόγου αυτού της διακοπής εκ μέρους των κληρονόμων του θανούντος προς τον αντίδικο έστω και εάν ο τελευταίος ή το δικαστήριο λάβουν γνώση εξωδίκως του λόγου της διακοπής, μέχρι δε της νομότυπης γνωστοποίησης, εγκύρως συνεχίζεται η δίκη. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης προσκομίστηκε από τη Γραμματέα ( και περιλαμβάνεται στη δικογραφία) η αποσταλείσα προς τη Γραμματεία τηλεομοτυπία της υπ' αριθ. .../20-10-2010 Ληξιαρχικής πράξης θανάτου, του Δημάρχου Πατρών, απ' την οποία προκύπτει ότι ο αναιρεσείων Γ. Π. απεβίωσε στην Αθήνα στις 18-10-2010. Δεν προκύπτει όμως ότι μεσολάβησε νομότυπη γνωστοποίηση του περιστατικού του θανάτου, ώστε να επέλθει η προβλεπόμενη εντεύθεν βίαιη διακοπή της προκειμένης δίκης, η οποία εντεύθεν εγκύρως συνεχίζεται , στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος.
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της ένδικης υπόθεσης, που έγινε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας μετ' αναβολή δικάσιμο του δικαστηρίου τούτου (6-12-2010) από την αρχικά προσδιορισμένη δικάσιμο της 4-10-2010 με εκφώνηση με τη σειρά της από το πινάκιο, παρέστησαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο τους Βασ. Αναγνωστόπουλο, που υπέβαλε την κατά το άρθρο 242 § 2 του Κ.Πολ.Δ. έγγραφη δήλωση. Δεν εμφανίστηκε όμως ο αναιρεσείων Γ. Π., ο οποίος όπως προκύπτει από την με χρονολογία 11-12-2009 πράξη του δικαστικού επιμελητή ..., επί του επισταλέντος στους αναιρεσίβλητους αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης επέσπευσε τη συζήτηση της για την αρχικά προσδιορισμένη δικάσιμο της 4-10-2010, με την επίδοσή της νωρίτερα από παραγγελία του φερομένου ως πληρεξουσίου Δικηγόρου του Κων/νου Λέων.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφία, (φωτοτυπία του πινακίου δικασίμου της 4-10-2010 και του κατατεθέντος κατά την ίδια δικάσιμο σημειώματος εκ μέρους του αναιρεσείοντος για τη χορηγηθείσα αναβολή), κατά τη δικάσιμο εκείνη συμπαραστάθηκε στο ακροατήριο ο αναιρεσείων με τον πληρεξούσιο Δικηγόρο του Νικόλαο Γασπαράκη, και ζήτησε την αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης, λόγω κωλύματος στο πρόσωπο του πληρεξούσιο Δικηγόρου του Κων/νου Λέων, που υπέγραψε το αναιρετήριο και την κλήση επίσπευσης της συζήτησής του, ώστε με την προφορική αυτή δήλωση χορήγησε ο αναιρεσείων την αναγκαία πληρεξουσιότητα στον ίδιο Δικηγόρο. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η παρούσα μετ' αναβολή συζήτηση, παρά την απουσία του αναιρεσείοντος (άρθρα 575, 576, § 1 του Κ.ΠολΔ). Εξάλλου, με την παράσταση του αναιρεσείοντος με τις προαναφερθείσες συνθήκες στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου κατά τη δικάσιμο της 4-10-2010, εγκρίθηκε και η εκ μέρους του ίδιου πληρεξουσίου Δικηγόρου του αίτηση της ένδικη αίτησης αναίρεσης, κατά παράκαμψη της άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, που εκδόθηκε ερήμην του αναιρεσείοντος, και των οριζομένων από τη διάταξη του άρθρου 553 § 1 του Κ.Πολ.Δ, ενόψει και των εκτιθεμένων στην ένδικη αίτηση αναίρεσης ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν είχε επιδοθεί στον αναιρεσείοντα μέχρι την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Επομένως, τα όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι αναιρεσίβλητοι κρίνονται αβάσιμα.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δίκαιου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1 /1999).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 152 έως 158 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται και στην περίπτωση απώλειας της προθεσμίας για την κατάθεση των εγγράφων προτάσεων των διαδίκων που οδηγεί σε ερημοδικία του διαδίκου που δεν κατέθεσε εμπρόθεσμα τις έγγραφες προτάσεις του, προκύπτουν τα έξης: 1) ο θεσμός της επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση από την αδυναμία τήρησης κάποιας δικονομικής προθεσμίας, που στηρίζεται στην αρχή της επιείκειας και αποτελεί ένδικο βοήθημα, χωρίς να υποκαθιστά οποιοδήποτε ένδικο μέσο, παρέχει τη δυνατότητά της, με δικαστική παρέμβαση, άρσης νομικής και επιβλαβούς για το διάδικο κατάστασης, που δημιουργήθηκε από τη μη τήρηση της ορισμένης ως άνω προθεσμίας για δύο λόγους, δηλαδή την ανωτέρα βία, ή το δόλο του αντιδίκου του, 2) Η αίτηση επαναφοράς που απευθύνεται στο κατά νόμο αρμόδιο δικαστήριο, και έχει ως περιεχόμενο τη διενέργεια ήδη της παραληφθείσας πράξης, ασκείται με τα διαμειβόμενα στη δίκη δικόγραφα, είτε με τις προτάσεις είτε με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται κατά τις διατάξεις για την αγωγή και κοινοποιείται στον αντίδικο μέσα στην κατ' αρθρ. 153 του Κ.Πολ.Δ. οριζόμενη 30νθήμερη προθεσμία από την άρση του κωλύματος που συνιστά την ανωτέρα βία ή τη γνώση του δόλου του αντιδίκου, 3) Με τη διάταξη του αρθ. 158 του Κ.Πολ.Δ., με την οποία επιδιώκεται η εξασφάλιση σταθερότητας στη διαδικασία και η αποτροπή διατήρησης της εκκρεμότητας για μακρό χρόνο, τίθεται περιορισμός σχετικά με την αίτηση δικαστικής επαναφοράς, ο οποίος συνιστάται στον αποκλεισμό της υποβολής της αίτησης αποκατάστασης των πραγμάτων, αν για οποιοδήποτε λόγο ακόμη και από δόλο του αντιδίκου του αιτούντος, αφού δεν κάνει διάκριση η διάταξη, χάθηκε η οριζόμενη στο άρθρο 153 τριακονθήμερη προθεσμία άσκησής της. 4) Ως ανωτέρα βία νοείται στην προαναφερόμενη διάταξη, το παρακωλυτικό γεγονός της τήρησης της προθεσμίας, που ήταν απρόβλεπτο και δεν μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποτραπεί ούτε με ενέργεια άκρας επιμέλειας και σύνεσης (ΑΠ 141/2005, 1911/1999). 5) Στην παράγραφο 2 του άρθρου 152 του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι πταίσμα του δικαστικού πληρεξουσίου του αιτούντος διαδίκου δεν αποτελεί λόγο για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. 6) Κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του διαδίκου οφείλει να προβαίνει έγκαιρα σε κάθε ενδεικνυόμενη λογικώς και υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, συνετή και άκρως ακόμη επιμελή ενέργεια, ώστε να καταλείπεται σ' αυτόν μέχρι τη λήξη της αντίστοιχης δικονομικής προθεσμίας, χρόνος επαρκής, αξιοποιήσιμος και σύμφωνα με την ενδεικνυόμενη δικονομική επιμέλεια και σύνεση, αλλά και τις αρχές της διαδικαστικής καλής πίστης και της μη παρέλκυσης των δικών (Κ.Πολ.Δ. 116), αξιοποιητέος για τη διενέργεια της συγκεκριμένης διαδικαστικής ενέργειας (Ολ.ΑΠ 29/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προβαλλόμενη υπ' αριθμ. 468/2001 απόφαση του Εφετείου Πατρών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Ακολούθως, αντίγραφο της έφεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου, στην οποία σημειώνεται η ανωτέρω (8-3-2001), ως και κλήση να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτής, με επιμέλεια και κατόπιν παραγγελίας αυτού του πληρεξουσίου δικηγόρου του εκκαλούντος επεδόθηκε στους εφεσίβλητους (βλέπε την επί του δικογράφου της έφεσης στους εφεσίβλητους από τον επιδόσαντα δικ. επιμελητή ...). Κατά τη δικάσιμο αυτή, που η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του πινακίου της, παρέστη μεν ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος, ο οποίος όμως παρέλειψε, ως ήταν κατά νόμο υποχρεωμένος, να καταθέσει έγγραφες προτάσεις το αργότερον ως την έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης τις οποίες κατέθεσε εκπροθέσμως και συγκεκριμένα την 9-3-2001 ώρα 12.13' ήτοι την επομένη της συζητήσεως καθώς τούτο βεβαιώνει με επισημείωσή της η αρμοδία υπάλληλος της γραμματείας του Δικαστηρίου τούτου κατ' άρθρο 237 παρ. 2 εδάφ. α' Κ.Πολ.Δ.. Ο εκκαλών ισχυριζόμενος ότι "η εκπρόθεσμη κατάθεση των προτάσεων του έγινε εξ ανωτέρας βίας και ανυπερβλήτου κωλύματος στο πρόσωπο του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κων/νου Χαρτοφύλακα, ο οποίος έπρεπε να καταθέσει εμπρόθεσμα στον Άρειο Πάγο τα από 8-3-2001 υπομνήματά του, μετά από συζήτηση στις 6-3-2001 αιτήσεων αναιρέσεως του κατά των υπ' αριθμ. 2510, 2511, 2512, 2513, 2514 και 2515/2000 αποφάσεων του Τριμ. Πλημ. Πατρών", ζήτησε να θεωρηθεί εμπρόθεσμη η κατάθεση των προτάσεών του. Ο ισχυρισμός αυτός του εκκαλούντος, κατ' ορθήν εκτίμηση του, συνιστά αίτηση για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, η οποία παραδεκτώς κατ' άρθρο 155 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. ασκείται με τις εκπρόθεσμες προτάσεις, πλην όμως το Δικαστήριο κρίνει ότι τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν την κατ' άρθρον 152 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ανωτέρα βία δικαιολογούντα την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγουμένη κατάσταση. Ανεξαρτήτως δε τούτου, η κατάθεση των προτάσεων δεν προϋποθέτει πράξη γενομένη αποκλειστικώς υπό του εν λόγω δικηγόρου, ο οποίος, εν συνεννόηση με τον εκκαλούντα, αφού προηγουμένως είχε προβεί στην σύνταξη των προτάσεων μπορούσε να αναθέσει την κατάθεση αυτών στον παραστάντα κατά την εκφώνηση της υπόθεσης δικηγόρο, πολύ δε περισσότερον ο εν λόγω δικηγόρος του εκκαλούντος μπορούσε μόνος του να καταθέσει τις προτάσεις και προ της ημερομηνίας της συζήτησης της έφεσης. Κατόπιν τούτων το αίτημα του εκκαλούντος, όπως θεωρηθεί εμπρόθεσμη η κατάθεση των προτάσεών του, είναι κατ' ουσίαν αβάσιμο και απορρίπτεται. Κατ' ακολουθίαν ο εκκαλών, που, κατά τα ανωτέρω, κατέθεσε εκπροθέσμως τις προτάσεις του, πρέπει να δικασθεί ερήμην και να απορριφθεί η έφεσή του, κατά τις διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 1, 524 παρ. 1 και 272 Κ.Πολ.Δ.".
Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις το αίτημα επαναφοράς του αναιρεσείοντος και στη συνέχεια ως ανυποστήρικτη και την έφεσή του κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε την εφαρμοσθείσα ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 152 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της ανώτερης βίας και δικαιολογούν την απόρριψη του αιτήματος επαναφοράς του αναιρεσείοντος.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με
πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 152 του ΑΚ την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει αναιρεσείων με τον ίδιο λόγο του αναιρετηρίου κατά το δεύτερο μέρος του τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθ. 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεση. Εν όψει δε των πιο πάνω παραδοχών του Εφετείου, όχι παρά το νόμο στη συνέχεια κήρυξε απαράδεκτη την εκπρόθεσμη κατάθεση των προτάσεων του αναιρεσείοντος και θεώρησε τον αναιρεσείοντα και τότε εκκαλούντα ως δικονομικά απόντα κατά τις διατάξεις των άρθρων 524 παρ. 1 και 272 του Κ.Πολ.Δ., λόγω της μη εμπρόθεσμης κατάθεσης των προτάσεών του και απέρριψε την έφεσή του ως ανυποστήρικτη. Επομένως, ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το τρίτο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνεται αβάσιμος.
ΙΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996). Με τον ίδιο λόγο του αναιρετηρίου κατά το τελευταίο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για τη συνδρομή περίπτωσης ανώτερης βίας κατά την εκπρόθεσμη κατάθεση των εγγράφων προτάσεών του. Το Εφετείο, όμως τον πιο πάνω αυτοτελή ισχυρισμό, τον απέρριψε ρητά ως αβάσιμο, αφού δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που συγκροτούν τον ισχυρισμό αυτό, δηλαδή ότι συνέτρεξε αμέλεια μη δικαιολογούμενη του πληρεξουσίου Δικηγόρου του αναιρεσείοντος, κατά την εκπρόθεσμη κατάθεση των προτάσεών του και επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (αρθρ. 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ) και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-4-2003 αίτηση του Γ. Π. του Α. για αναίρεση της υπ' αριθ. 468/2001 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20-12- 2010 και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ