Legislator Case Law & Legislation
178/2010 AI generated

178/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 178/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

178/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για τον λόγο αυτόν, άλλωστε, με το άρθ. 18§1 ν. 1082/1980 επιβάλλεται στον εργοδότη η υποχρέωση να χορηγεί, κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού του, εκκαθαριστικό σημείωμα ή σε περίπτωση εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος ανάλυση μισθοδοσίας που θ' απεικονίζουν αναλυτικά τις πάσης φύσεως αποδοχές του προσωπικού και τις επ' αυτών κρατήσεις.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 178 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 178/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντίνα Καλουπάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τεχνικής εταιρίας με την επωνυμία "Σ. Χ. ΣΟΥΡΤΖΗΣ ΑΤΕΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Βλαστό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 10-1-2003 ανταγωγή δια των προτάσεων της ήδη αναιρεσίβλητης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 421/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 6807/2005 μη οριστική και 3652/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-1-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 15-1-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Περαιτέρω κατά το άρθρο 262§1 του ίδιου Κώδικα η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή των γεγονότων που την θεμελιώνουν, διαφορετικά είναι αόριστη, η αοριστία δε αυτή εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο και επιφέρει την απόρριψη της ως απαράδεκτης.

Η έλλειψη των παραπάνω στοιχείων δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε έγγραφα, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Εξάλλου, από την διάταξη του άρθ. 416 ΑΚ, που ορίζει ότι η ενοχή αποσβέννυται με καταβολή, συνάγεται ότι στοιχεία της ένστασης εξόφλησης είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής.

Επομένως, για να είναι ορισμένη, ειδικότερα, η υποβαλλομένη από τον εναγόμενο εργοδότη ένσταση εξόφλησης των πάσης φύσεως αποδοχών και αξιώσεων του εργαζομένου από την σχέση εργασίας, με την επίκληση σχετικής έγγραφης απόδειξης του μισθωτού περί πληρωμής όλων των απαιτήσεων του, δεν αρκεί να διαλαμβάνεται κατά τρόπο γενικό το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στον μισθωτό για την παρεχομένη εργασία του, εκτός εάν πρόκειται για μία και μόνη απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής, αλλά και τα επί μέρους ποσά που καταβλήθηκαν για κάθε αιτία και ο χρόνος καταβολής αυτών, διότι έτσι μόνο προστατεύεται ο εργαζόμενος από τυχόν καταστρατήγηση των εργατικών νόμων που απαγορεύουν τον περιορισμό των δικαιωμάτων του για την απόληψη των ελαχίστων ορίων αποδοχών (άρθ. 3,174,679 ΑΚ, 8 ν.2112/1920, 8§4 ν. 4020/1959).

Για τον λόγο αυτόν, άλλωστε, με το άρθ. 18§1 ν. 1082/1980 επιβάλλεται στον εργοδότη η υποχρέωση να χορηγεί, κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού του, εκκαθαριστικό σημείωμα ή σε περίπτωση εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος ανάλυση μισθοδοσίας που θ' απεικονίζουν αναλυτικά τις πάσης φύσεως αποδοχές του προσωπικού και τις επ' αυτών κρατήσεις.

Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης αυτής (άρθ. 561 §2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι: (α) Με την ένδικη από 28-2-2002 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο ενάγων, επικαλούμενος ότι η εναγομένη εταιρεία (αναιρεσίβλητη) τον προσέλαβε περί τα τέλη Μαΐου 2000 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως ανειδίκευτο εργάτη-οικοδόμο, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει για το χρονικό διάστημα μέχρι την αποχώρηση του από την εργασία αυτή, περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 2001, για οφειλόμενες διαφορές αποδοχών από την απασχόληση του πέραν του νομίμου ωραρίου και δη για εργασία του κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, για υπερεργασία και παράνομη υπερωριακή απασχόληση το συνολικό ποσό των 6279,4€ (β) Με την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η αγωγή αυτή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά παραδοχή ένστασης εξόφλησης που προέβαλε η εναγομένη με τις προτάσεις της, στην οποία εξέθετε ότι, πλέον των ποσών για τις συμβατικές εντός του νομίμου ωραρίου αποδοχές του (που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της δίκης), κατέβαλε στον ενάγοντα με βάση τις αντίστοιχες έγγραφες αποδείξεις, φέρουσες την ιδιόχειρη υπογραφή του "επί πλέον, λόγω ιδιαίτερης-αυτοτελούς αμοιβής του για πρόσθετη εν γένει εργασία του "ήτοι υπερωριακή, νόμιμη ή παράνομη, υπερεργασιακή, Κυριακών, Σαββάτων, αργιών κλπ." και το συνολικό ποσό των 2.929.000 δρχ.

ή των 8595,74€, το οποίο αναλύεται ως ακολούθως", παραθέτοντας στην συνέχεια απλώς τους χρόνους καταβολής των επιμέρους ποσών που συναποτελούσαν το ως άνω συνολικό ποσό, χωρίς περαιτέρω ανάλυση και εξειδίκευση αυτών. Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα η ένσταση αυτή ήταν αόριστη, αφού δεν αναφέρονταν τα μερικότερα καταβληθέντα ποσά και ο χρόνος καταβολής αυτών για κάθε μία επίδικη αξίωση, η αοριστία δε αυτή δεν μπορούσε να συμπληρωθεί παραδεκτά από τις αποδείξεις (γ) Με την προσβαλλομένη 3652/2006 απόφαση του το Εφετείο Αθηνών, ενώπιον του οποίου η ένσταση αυτή της εναγομένης αναιρεσίβλητης διατυπώθηκε με τις προτάσεις της κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο, κρίνοντας ύστερ' από την άσκηση εφέσεων εκ μέρους αμφοτέρων των διαδίκων (λαμβανομένου υπόψη ότι με την πρωτόδικη απόφαση είχε απορριφθεί ως αόριστη ανταγωγή της εναγομένης για τα φερόμενα ως καταβληθέντα απ' αυτήν ποσά πέραν των οφειλομένων) απέρριψε και την έφεση του ενάγοντος αναιρεσείοντος, με τον 2ο λόγο της οποίας, αλλά και με τις ενώπιον αυτού προτάσεις του, παρεπονείτο κατά της πρωτόδικης απόφασης για την μη απόρριψη της ως άνω ένστασης για την αιτία αυτή.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε την ένσταση εξόφλησης ως αόριστη και εντεύθεν απαράδεκτη και επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, παρελκούσης της έρευνας του δευτέρου (και τελευταίου) λόγου από τον αριθμό 19 του ιδίου άρθρου για ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης ως προς την παραδοχή της ως άνω ένστασης εξόφλησης.

Σύμφωνα με τα προδιαληφθέντα πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθ. 580§3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3652/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Φεβρουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ