Legislator Case Law & Legislation
178/2008 AI generated

178/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 178/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/7/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2095/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 764/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25/5/2006 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

178/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στις .... προσλήφθηκε από την εναγόμενη εταιρεία, που διατηρεί μαιευτικό και γυναικολογικό κέντρο, με "σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών" λήγουσα στις ..... δια να προσφέρει, σύμφωνα με την προσαγόμενη έγγραφη σύμβαση, τις ανεξάρτητες υπηρεσίες του: α) του Συμβούλου Διοικήσεως και β) του μελετητή Οργανωτικών Θεμάτων του Μαιευτηρίου, όπως ειδικότερα περιγράφεται, αντί μηνιαίου μισθού 200.000 δρχ.

Keywords

AI generated
misappropriation of salary deductions extortion of excessive official fees currency in which remuneration paid excessive remuneration decisions relating to emoluments deductions and refunds
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 178 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 178/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ρουπακιώτη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας "ΜΑΙΕΥΤΗΡΙΟ ΜΗΤΕΡΑ - Μαιευτικό και Γυναικολογικό Κέντρο Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/7/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2095/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 764/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25/5/2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 2/11/2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και του δεύτερου λόγου της αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 2 εδ α' της διεθνούς σύμβασης της Washington που κυρώθηκε με το νόμο 2269/1920 και από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με το άρθρο 1 παρ. 2 του β.δ. της 24.7/21.8.1920, το άρθρο 1 παρ. 4 του ν. 539/1945 και το νόμο 690/1945, προκύπτει ότι υπάλληλοι που έχουν εξαιρετικά προσόντα και απολαύουν της εμπιστοσύνης του κυρίου της επιχείρησης, στους οποίους ανατίθενται καθήκοντα εποπτείας του προσωπικού και γενικότερης διεύθυνσης μεγάλης επιχείρησης ή σημαντικού τομέα της με τέτοιο τρόπο, ώστε να επηρεάζουν αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχείρησης αυτής και να διακρίνονται των άλλων υπαλλήλων ως ασκούντες σε μεγάλο βαθμό τα δικαιώματα του εργοδότη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η πρόσληψη και η απόλυση προσωπικού ή η ανάληψη ποινικών ευθυνών για την τήρηση των εργατικών νόμων, δεν παύουν μεν να είναι μισθωτοί που αμείβονται συνήθως με αποδοχές πολύ ανώτερες των νομίμων, αλλ' εξαιρούνται όμως από την εφαρμογή των ασυμβίβαστων με την εξέχουσα θέση τους διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τη χορήγηση κανονικών αδειών, την αμοιβή νυκτερινής εργασίας και Κυριακών, την εβδομαδιαία ανάπαυση και το επίδομα αδείας.

Εξάλλου, από τις διατάξεις της ανωτέρω διεθνούς σύμβασης, δεν προκύπτει ότι οι υπάλληλοι που κατέχουν θέσεις εποπτείας και διεύθυνσης δεν έχουν το δικαίωμα να παίρνουν ούτε και δώρα εορτών, τα οποία δικαιούνται να λαμβάνουν, εκτός και αν έχει συναφθεί σχετική ρητή αντίθετη συμφωνία. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι ο αναιρεσείων ανήκε στην κατηγορία των διευθυνόντων υπαλλήλων της εναγομένης και ειδικότερα για τη διαδρομή της εργασιακής σχέσης αυτού δέχεται τα ακόλουθα: "Ο ενάγων είναι πτυχιούχος οικονομικών και εμπορικών επιστημών, ειδικευθείς στην οικονομική οργάνωση και λειτουργία των νοσοκομείων.

Στις .... προσλήφθηκε από την εναγόμενη εταιρεία, που διατηρεί μαιευτικό και γυναικολογικό κέντρο, με "σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών" λήγουσα στις ..... δια να προσφέρει, σύμφωνα με την προσαγόμενη έγγραφη σύμβαση, τις ανεξάρτητες υπηρεσίες του: α) του Συμβούλου Διοικήσεως και β) του μελετητή Οργανωτικών Θεμάτων του Μαιευτηρίου, όπως ειδικότερα περιγράφεται, αντί μηνιαίου μισθού 200.000 δρχ.

χωρίς να δικαιούται έκτακτης αμοιβής για απασχόλησή του υπέρ του συνήθους ωραρίου. Μετά τη λήψη της σύμβασης αυτής συνέχισε να παρέχει ίδιες υπηρεσίες, καταρτίστηκε δε μεταξύ τους η από ..... νέα σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών αορίστου χρόνου κατά την οποία ο ενάγων θα παρείχε ίδιες υπηρεσίες του συμβούλου επί θεμάτων Διοίκησης, Μελετητή Οργανωτικών Θεμάτων, Θεμάτων Μηχανογράφησης ή Τεχνοοικονομικών Μελετών, αντί μηνιαίου μισθού 150.000 δρχ.

Στις ...... υπογράφηκε μεταξύ τους νέα σύμβαση με τον τίτλο "εξαρτημένης εργασίας Διευθυντικού Στελέχους ορισμένου χρόνο" μέχρι ....... με την οποία εξειδικεύτηκαν τα καθήκοντα του ενάγοντος ως Συμβούλου Διοίκησης ως εξής: είχε την ευθύνη της υλοποίησης και εκτέλεσης αποφάσεων του ΔΣ, προέβαινε σε οικονομικό προγραμματισμό, είχε την ευθύνη των εργασιών Μηχανογράφησης, επόπτευε επί του προσωπικού εξαρτημένης εργασίας του "ΜΗΤΕΡΑ", και ως προς την υπαλληλική τους επάρκεια, επιμελούμενος για την παραγωγικότερη αξιοποίησή τους, εισηγείτο για την επαγγελματική αναβάθμιση, εξέλιξη ή για την αντικατάσταση του προσωπικού, είχε την ευθύνη επιβλέψεως ως προς την εφαρμογή των αποφάσεων της Δημόσιας Διοίκησης και του Εσωτερικού Κανονισμού, επιμελείτο σε συνεργασία με τη Νομική Υπηρεσία, δικαστικών υποθέσεων, εισηγείτο στο ΔΣ τα αιτήματα και προβλήματα των Διευθυντών ή προϊσταμένων των Τμημάτων, ηδύνατο κατόπιν αποφάσεως του ΔΣ να διορίζεται νόμιμος εκπρόσωπος του Μαιευτηρίου ΜΗΤΕΡΑ ενώπιον παντός Δικαστηρίου και των αρχών κλπ.

Ως μηνιαίος μισθός ορίστηκε για τον πρώτο χρόνο το ποσό των 275.000 δρχ. και για τον δεύτερο χρόνο το ποσό των 350.000 δρχ. Με την από ...... σύμβαση "εξαρτημένης εργασίας Διευθυντικού Στελέχους ορισμένου χρόνου" μέχρι ......εξακολούθησε να παρέχει τις ίδιες υπηρεσίες αντί μηνιαίου μισθού 350.000 δρχ. Με την από ....... σύμβαση με τίτλο "Ανεξαρτήτων Υπηρεσιών Συμβούλου Διοίκησης ορισμένου χρόνου" μέχρι .......

εξακολούθησε να παρέχει τις ίδιες υπηρεσίες, ως αμοιβή του δε ορίστηκε κατ' αποκοπή το συνολικό ποσό των 7.000.000 δρχ κατ' έτος, δυναμένου να προβαίνει σε μηνιαίες ή περιοδικές απολήψεις έναντι νομοτύπου παροχής υπηρεσιών. Η αμοιβή του αυξήθηκε από 1-6-1993 κατά 1.960.000 δρχ με την δε, από ..... νέα όμοιου τύπου σύμβαση λήξεως......

η κατ' αποκοπή αμοιβή ορίστηκε στο συνολικό ποσό των 9.800.000 δρχ. Στις 4-6-1996 συμφωνήθηκε η παράταση της σύμβασης έως ...... Ακολούθως με το 939/1998 πρακτικό του, το ΔΣ αποφάσισε τη συνέχιση της εργασίας του ενάγοντος, με την από ....... δε νέα σύμβαση με τίτλο: "Ανεξαρτήτων Υπηρεσιών Συμβούλου του ΔΣ" ισχύος μέχρι ......

ορίστηκε η κατ' αποκοπή αμοιβή του στο ποσό των 26.550.000 δρχ. Τέλος στις ...... υπογράφηκε νέα σύμβαση λήγουσα στις ......, κατά την οποία η αμοιβή ανήλθε κατ' αποκοπή στο ποσό των 28.000,000 δρχ.". Στη συνέχεια η προσβαλλόμενη απόφαση αφού χαρακτηρίζει τη σχέση εργασίας που συνέδεε τον αναιρεσείοντα με την αναιρεσίβλητη ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας δέχεται σχετικά με το αίτημα της αγωγής για επιδίκαση των επιδομάτων εορτών, το οποίο είχε γίνει δεκτό με την απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και αποτελούσε λόγο έφεση της εναγομένης, τα ακόλουθα: "όπως προαναφέρεται ο ενάγων μέχρι 31-8-1992 αμείβετο με μηνιαίο μισθό ο οποίος τότε ανήρχετο στις 350.000 δρχ.

Επιπλέον ελάμβανε και τα ως άνω δώρα, όπως άλλωστε και ο ίδιος συνομολογεί τουλάχιστον για το χρονικό διάστημα από 1-9-1988 έως 31-5-1992. Από 10-6-1992 οι διάδικοι συμφώνησαν αφού εξειδικεύτηκαν κατά τα παραπάνω οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα του ενάγοντος, όπως ο ενάγων αμείβεται κατ' αποκοπή ετησίως με τις υψηλές αποδοχές του ποσού των 7.000.000 δρχ στο οποίο, δεν χωρεί αμφιβολία ότι ρητά συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών όπως περιλαμβάνονται και τα δώρα Χριστουγέννων-Πάσχα, όπως επιβεβαίωσε και η εξετασθείσα με επιμέλεια της εναγομένης ως μάρτυρας υπάλληλος Γ1 στην ένορκη βεβαίωσή της, υπ' αριθμ 5297/2003.

Η τελευταία άποψη ενισχύεται και από το γεγονός, αφενός ότι ο μισθός του ενάγοντος αυξήθηκε σημαντικά από τον έως τότε καταβαλλόμενο σε μηνιαία βάση (από 350.000δρχ Χ 12= 4.200.000+δώρα σε 7.000.000δρχ), αφετέρου ότι συμπεριελήφθη προς άρση κάθε αμφιβολίας ρητός όρος στο συμβόλαιο αρνητικά διατυπούμενος, ότι ο ενάγων "δεν δικαιούται δώρων Χριστουγέννων-Πάσχα" (αφού συμπεριλαμβάνονταν στις υπέρτερες αποδοχές του).

Ο τελευταίος όρος συμπεριελήφθη αυτούσιος και στην επόμενη, από ......, σύμβαση ισχύουσα μέχρι ...... με την οποία αναπροσαρμόστηκε η ετήσια αμοιβή του σε 9.800.000 δρχ ενώ εδικαιούτο να προβαίνει σε μηνιαίες απολήψεις μισθών έναντι δελτίου παροχής υπηρεσιών (δηλαδή ουσιαστικά επρόκειτο και πάλι για μηνιαίες αποδοχές όπως αμείβετο και προηγουμένως οπότε εισέπραττε επίσης δώρα) καθώς επίσης και να εκχωρεί μέρος των αποδοχών του στους δύο γυιούς του, όπως και έγινε, οι μεθοδεύσεις δε αυτές (καθόσον αφορά τον τρόπο απολήψεως των αποδοχών του) έγιναν με πρωτοβουλία του για την εξυπηρέτηση δικών του φορολογικών σκοπών.

Στις μετέπειτα συμβάσεις σχεδόν πανομοιότυπες ναι μεν δεν συμπεριελήφθη παρόμοιος όρος για τα δώρα εορτών, πλην όμως αυτές κατά κύριο λόγο σκοπό είχαν μόνο την τροποποίηση των όρων περί παρατάσεως του χρόνου του ενάγοντος και κυρίως αυξήσεως των αποδοχών του, που ανήλθαν κατά το ένδικο διάστημα 1997-2001 σε 9.800.000 δρχ μέχρι 6-4-1999, σε 26.500.000 δρχ μέχρι 31-5-2000, και τέλος σε 28.000.000 δρχ και όχι στην κατάργηση της συμφωνίας ότι στις αποδοχές αυτές που τετραπλασιάστηκαν ωστόσο, δεν συμπεριλαμβάνονται τα επιδόματα εορτών".

Η προσβαλλόμενη απόφαση στη συνέχεια δέχεται το σχετικό λόγο έφεσης της εναγομένης, εξαφανίζει την εκκαλουμένη και απορρίπτει το προαναφερόμενο αίτημα της αγωγής για τα επιδόματα εορτών. Έτσι που έκρινε δεν παραβίασε τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, οι οποίες απαιτούν συμφωνία μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου για την εξαίρεσή του από την καταβολή των επιδομάτων εορτών, εφόσον δέχεται ότι περιέχεται τέτοια συμφωνία και στις συμβάσεις εργασίας που αναφέρονται στο επίδικο διάστημα από 1997 και επέκεινα, ερμηνεύοντας συνολικά τις επιμέρους συμβάσεις σε συνδυασμό με την όλη πορεία της εργασιακής σχέσης την οποία χαρακτηρίζει ως σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπαλλήλου που κατέχει θέση εποπτείας και διεύθυνσης.

Ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, επομένως, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, εφόσον το εφετείο δέχεται ρητή συμφωνία ότι περιέχονταν στις υψηλότερες καταβαλλόμενες αποδοχές και οι αποδοχές για τα επιδόματα εορτών. Κατ' ακολουθίαν εφόσον δεν περιέχεται στο δικόγραφο αιτίαση ότι η ανωτέρω ερμηνεία έγινε κατά τρόπο που αντίκειται στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, είναι απορριπτέος.

Περαιτέρω, το εφετείο με τις ανωτέρω παραδοχές του περιέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για το κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης ή όχι αξίωσης του ενάγοντος για καταβολή επιδομάτων εορτών, αφού αναφέρονται οι ετήσιες αποδοχές αυτού από τις οποίες εξάγεται ο μηνιαίος μισθός, οι νόμιμες δε αποδοχές είναι γνωστές στο δικαστήριο, και ο ενάγων δεν πλήττει τις παραδοχές της απόφασης για τη φύση της εργασιακής σχέσης, αλλά μόνο την κρίση για ύπαρξη ή όχι ρητής συμφωνίας σχετικά με τα ανωτέρω επιδόματα.

Το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου και ο δεύτερος, επομένως, λόγος αναίρεσης που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι.

Ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στο εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τις συμβάσεις που είχαν υπογραφεί μεταξύ του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αρ. 11, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ως προς την αγωγή του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και όλα τα εκατέρωθεν προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, τις συμβάσεις δε μνημονεύει και ειδικά σε διάφορα σημεία αυτής.

Ο ίδιος λόγος κατά το σκέλος που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια για παραμόρφωση εγγράφου είναι απαράδεκτος, διότι βρίσκεται σε αντίφαση με τον προηγούμενο, σύμφωνα με τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις συμβάσεις. Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως περιέχουσα ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη δίκη, αφού "η παραδοχή ότι σκοπός των συμβάσεων δεν ήταν η κατάρτιση της συμφωνίας συμψηφισμού αλλά κατά κύριο λόγο, μόνο η παράταση του χρόνου απασχόλησης και αύξησης των αποδοχών".

Η ανωτέρω περικοπή όμως δεν αποτελεί αιτιολογία της απόφασης για το ανωτέρω ζήτημα αλλά επιχείρημα για τη στήριξη της παραδοχής ότι στις καταβαλλόμενες αποδοχές περιλαμβάνονταν και τα επιδόματα εορτών.

Με τον πέμπτο λόγο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για την απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής σχετικά με τα επιδόματα εορτών, ισχυριζόμενος ότι η παραδοχή της απόφασης "απορριπτέα είναι και η επικουρική βάση της αγωγής περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης, αφού, όπως προελέχθη το κονδύλιο είναι νόμιμο κατά τη κύρια βάση και απορριπτέο κατ' ουσίαν, αφού κρίθηκε ότι τούτο καταβαλλόταν νομίμως στον ενάγοντα κατά τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, οι οποίες ως προς το επίδομα αυτό κατά τα προλεγόμενα, εφαρμόζονται και στους υπαλλήλους που ασκούν διευθυντικά καθήκοντα" περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες.

Ο λόγος είναι προεχόντως αόριστος αφού δεν προσδιορίζεται κάποια αντίφαση, πλην όμως η αιτιολογία απόρριψης και της επικουρικής βάσης είναι πλήρης, σαφής και χωρίς αντιφάσεις. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Για το ορισμένο του λόγου πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο ποια ήσαν τα πράγματα και ποια επίδραση θα ασκούσαν, καθώς και τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι τα "πράγματα" αυτά προτάθηκαν παραδεκτά από τον αναιρεσείοντα στο εφετείο. Και επί μη λήψεως ομολογίας πρέπει να εκτίθεται πως έγινε η ομολογία και ότι προτάθηκε στο εφετείο.

Με τον έκτο λόγο της αναίρεσης αληθώς από τον αριθμό 11 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την προαναφερόμενη πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη ομολογία της αναιρεσίβλητης περί καταβολής σ' αυτόν επιδομάτων αδείας, επειδή αναπτύσσει στις προτάσεις της ότι κατά τη συμφωνία των μερών συμπεριλαμβάνονταν τα ανωτέρω επιδόματα στις καταβαλλόμενες αποδοχές.

Ο λόγος είναι αόριστος, εφόσον δεν ο αναιρεσείων δεν εκθέτει στο αναιρετήριο αν την "ομολογία" αυτή επικαλέστηκε στο εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Εξάλλου, σύμφωνα με τις σκέψεις που αναπτύσσονται στον πρώτο λόγο της αναίρεσης, το εφετείο κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα της αγωγής για επιδίκαση επιδομάτων αδείας, εφόσον δέχθηκε ότι επρόκειτο για υπάλληλο της αναιρεσίβλητης που είχε εξαιρετικά προσόντα και απέλαυε της εμπιστοσύνης της, αφού σύμφωνα με τις μνημονευόμενες παραπάνω διατάξεις, οι ανωτέρω υπάλληλοι εξαιρούνται από την εφαρμογή των ασυμβίβαστων με την εξέχουσα θέση τους διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια της εργασίας, τη χορήγηση κανονικών αδειών, την αμοιβή νυκτερινής εργασίας και Κυριακών, την εβδομαδιαία ανάπαυση και το επίδομα αδείας.

Και ο έβδομος λόγος της αναίρεσης, επομένως, ο οποίος περιέχει αιτίαση για την απόρριψη του λόγου έφεσης επί του ανωτέρω αιτήματος της αγωγής, είναι αβάσιμος.

Από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, που απορρέει από τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ και ευρίσκει έρεισμα στο άρθρο 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ β' του Συντάγματος και 141 της Συνθήκης ΕΚ, προκύπτει ότι στο πλαίσιο της εργασιακής συμβάσεως δεν επιτρέπεται η άνιση μεταχείριση από τον εργοδότη των μισθωτών της αυτής εκμεταλλεύσεως που έχουν τα ίδια προσόντα και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες υπό τις αυτές συνθήκες, εκτός αν δικαιολογείται η εξαίρεση αυτή εξαιτίας αντικειμενικού λόγου.

Με βάση την παραπάνω αρχή ο εργοδότης οφείλει να επεκτείνει σε όλους τους εργαζομένους που παρέχουν την ίδια εργασία υπό τις αυτές συνθήκες και με τα αυτά προσόντα, τις προς ορισμένους από αυτούς παρεχόμενες, όχι συνεπεία νομικής επιταγής αλλά οικειοθελώς μισθολογικές ή άλλες εργασιακές παροχές, είτε πρόκειται για μονομερείς οικειοθελείς παροχές, είτε πρόκειται περί παροχών που ο εργοδότης έχει αναλάβει συμβατικώς έναντι ορισμένων εργαζομένων.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το εφετείο σχετικά με τη βάση της αγωγής για παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα: "Τέλος αναφορικά με την βάση της αγωγής περί παραβίασης από την εναγόμενη της αρχής της ίσης μεταχείρισης ως προς τα αιτούμενα κονδύλια :

α) 8.150.000 δρχ. για επιδόματα άδειας και αποδοχές άδειας, β) 50.000.000 δρχ. ως επίδομα παραγωγικότητας (bonus), ήτοι ότι τα παραπάνω επιδόματα εχορηγούντο και στα λοιπά κατονομαζόμενα διευθυντικά στελέχη της εταιρείας Ζ1, οικονομικό διευθυντή, Ζ2, Γενικό διευθυντή και Ζ3, ηλεκτρολόγο-μηχανολόγο: Α) καθόσον αφορά τον Ζ2, Γενικό Διευθυντή της εναγομένης, όπως αποδεικνύεται από την προσαγόμενη από τους διαδίκους από 8-2-1999 σύμβασή του με την εναγόμενη, με την οποία ρητώς ορίζεται ότι οι αποδοχές του ανέρχονται μηνιαίως σε 3.000.000 δρχ.

πλέον δώρων εορτών και αποζημίωσης άδειας, συγκρινόμενου με τον ενάγοντα του οποίου τα καθήκοντα και υποχρεώσεις εκτενώς προεξετέθηκαν δεν πρόκειται για όμοιας κατηγορίας μισθωτών με τα αυτά τυπικά προσόντα και ουσιαστικές αρμοδιότητες δεδομένου ότι: ο παραπάνω ως γενικός διευθυντής είχε διευρυμένες σε σχέση με τον ενάγοντα αρμοδιότητες και εξουσίες.

Ειδικότερα, είχε τη συνολική εποπτεία και διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, την εξουσία να διενεργεί όλες τις πράξεις που ανάγονται στον εταιρικό σκοπό, εκτός από εκείνες που από τη φύσης τους προσιδιάζουν στο ΔΣ, προτείνει επί παντός θέματος που αφορά την εύρυθμη διοίκηση της εταιρείας και τη διαχείριση της περιουσίας και των πόρων της, ασκεί εποπτεία επί παντός θέματος που αφορά την εταιρεία, αναλαμβάνει, την προβολή, με κάθε μέσο της εταιρείας, το οργανόγραμμα και τη διάρθρωση των υπηρεσιών, την ανασύσταση της υλικοτεχνικής υποδομής, το αναπτυξιακό και επενδυτικό πρόγραμμα της εταιρείας, εισηγείται για τον καθορισμό στρατηγικών στόχων και την υλοποίησή τους μέσω του προϋπολογισμού, έχει αρμοδιότητα για την επιλογή Στελεχών Υπευθύνων Τομέων και τον καθορισμό των αρμοδιοτήτων τους, υποβάλλει στο ΔΣ τον ετήσιο προϋπολογισμό κλπ.

Ταυτόχρονα σε σχέση με τον ενάγοντα, με την από ....... σύμβαση του τελευταίου που συνήφθη μετά την πρόσληψη του παραπάνω διευκρινίζεται ότι ο ενάγων δεν αποτελεί μέλος του Οργανογράμματος της Εταιρείας, δεν μετέχει στο λειτουργικό Επιτελείο της Κλινικής ούτε αποτελεί αποτελεί αποφασιστικό όργανο αυτής, αλλά μόνο ως γνωμοδοτικό όργανο μετέχει οσάκις κληθεί, οι αρμοδιότητές του δε του ανατίθενται από τον γενικό διευθυντή.

Ειδικότερα, δε ως προς την καταβολή "εταιρικού πριμ" (bonus) συμφωνήθηκε με τον Ζ2 και την εναγομένη ειδικώς ότι: μετά την πάροδο έτους και μετά από εκτίμηση των υπηρεσιών του ως γενικού διευθυντή από το ΔΣ θα αποφασισθεί για την χορήγηση του επιδόματος αυτού για το παρελθόν διαχειριστικό έτος μετά από αξιολόγηση της απόδοσής του:

α) 20% του συνολικού οριζόμενου ποσού (10.000.000 δρχ) στην περίπτωση ουσιώδους βελτίωσης της οργάνωσης των λειτουργών της εταιρείας, β) 20% σε περίπτωση επιτυχούς σχεδιασμού και εγκατάστασης συστήματος διοίκησης πληροφόρησης και, γ) 60% σε περίπτωση βελτίωσης της κερδοφορίας της εταιρείας. Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι δεν πρόκειται για όμοιες κατηγορίες μισθωτών με τον ενάγοντα με τα ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και αρμοδιότητες οι οποίες ως προς τον παραπάνω γενικό διευθυντή είναι κατά πολύ διευρυμένες ποσοτικώς και ποιοτικώς και επομένως δεν παρέχεται εργασία υπό τις αυτές συνθήκες για να έχει εφαρμογή η αρχή της ίσης μεταχείρισης.

Πέραν του γεγονότος ότι κατά την κοινή πείρα και λογική, για την εξασφάλιση των υπηρεσιών, προσώπων με εξαιρετικά τυπικά και ουσιαστικά προσόντα όπως εν προκειμένω του γενικού διευθυντή, όπως προπεριγράφονται, για την αντιμετώπιση ιδιαζούσης φύσεως θεμάτων σε νευραλγικούς τομείς επιχειρήσεων, ο εργοδότης εξαναγκάζεται να δεχθεί τους προτεινόμενους από τον υποψήφιο όρους, για την εξασφάλιση των υπηρεσιών του με αποτέλεσμα οι συμφωνημένες πολύ υψηλές αποδοχές και έχτρα παροχές να μην έχουν την έννοια της οικειοθελούς παροχής αφού δεν εξαρτώνται από τη θέληση του εργοδότη αλλά επιβάλλονται από τους προαναφερόμενους ειδικούς λόγους.

Πέραν του ότι οι υπηρεσίες των εν λόγω προσώπων είναι ιδιαζούσης φύσεως και επομένως δεν προσφέρονται προς σύγκριση με τους λοιπούς υπαλλήλους αφού παρέχονται υπό διαφορετικές συνθήκες. Επομένως, ως προς τον προτεινόμενο ως άνω γενικό διευθυντή, τα προαναφερόμενα κονδύλια πρέπει ν' απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα".

Με τις παραδοχές αυτές το εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού δεν πρόκειται για εργαζομένους με ίδια προσόντα, ούτε παρέχοντες την ίδια εργασία και γι' αυτό ο όγδοος λόγος της αναίρεσης κατά το σκέλος που αποδίδει πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

Κατά το σκέλος που ο ανωτέρω λόγος αποδίδει πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο λόγος είναι απορριπτέος καθόσον η κρίση περί μη προσφορότητας συγκρίσεως των παρεχομένων από τον αναιρεσείοντα υπηρεσιών με εκείνες άλλου Γεν. Διευθυντή δεν συνιστά πράγμα κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου αλλά αποτελεί συμπέρασμα του δικαστηρίου που προέκυψε από τις αποδείξεις.

Από τα άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ως προς την τελική κατανομή των δικαστικών εξόδων των διαδίκων καθιερώνεται η αρχή της ήττας, η οποία ισχύει και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση με τον ένατο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή μετά την απόρριψη της αγωγής του τον υποχρέωσε στην καταβολή των δικαστικών εξόδων ύψους 8.500 ευρώ, και ότι με αυτή του την κρίση παραβίασε εις βάρος του την αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέτρου και του επιδιωκομένου σκοπού, η οποία αρχή απορρέει από τη συνταγματική αρχή του Κράτους Δικαίου και έχει καθιερωθεί στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Ο λόγος αόριστος, αφού δεν εντοπίζεται παραβίαση των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που ισχύουν για την επιδίκαση των δικαστικών εξόδων και πως με την καθιέρωση από αυτές της αρχής της ήττας επέρχεται παραβίαση μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού και εντεύθεν της αρχής της αναλογικότητας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25 Μαϊου 2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 764/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα να καταβάλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εταιρίας, το ύψος των οποίων ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ