Legislator Case Law & Legislation
1789/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on costs calculation error, ruling appellate court correctly applied graduated scale method.

Case Number 1789/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding legal costs. The appellant argued the appellate court failed to apply the graduated scale method for calculating fees, resulting in an inflated amount, but the court found this claim unfounded. The court determined the appellate court correctly applied the statutory scale to the compensation portion while adding a specific portion for moral damages, rejecting the appellant's assertion of a calculation error.

Legislator headnote

AI generated

Articles 63(1), 68(1), 75(1) of Law 4194/2013; The appellate court correctly applied the graduated scale method for calculating legal costs, and an appeal based on alleged miscalculation of these costs is inadmissible.

Keywords

AI generated
legal costs calculation graduated scale method appellate review moral damages costs of litigation Article 559 KPolD Supreme Court appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 63(1) of Law 4194/2013
Article 68(1) of Law 4194/2013
Article 75(1) of Law 4194/2013
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1789 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1789/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης ελληνικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΑΥΠΗΓΟΕΠΙΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΣΑΛΑΜΙΝΟΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΣΑΛΑΜΙΝΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Χαλιακόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) εταιρείας με την επωνυμία "CAPITA GROUP PLC", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) P. P., κατοίκου ..., 3) εταιρείας με την επωνυμία "CAPITA FINANCIAL MANAGERS LTD", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) C. A., κατοίκου ..., 5) H. A., κατοίκου ... και 6) R. R., κατοίκου ... Οι πρώτη, δεύτερος, τρίτη και τέταρτος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Γεώργιο Σιαφάκα και Νίκη Ορφανίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ οι πέμπτος και έκτος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Νίκη Πανταζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. καθώς και από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Παναγιώτη Βρυώνη και Κωνσταντίνο Πλιάτσικα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...-2012 και με αριθμό κατάθεσης .../2012 αγωγή, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: .../2014 μη οριστική, όπως αυτή ερμηνεύτηκε με την υπ' αριθ. .../2014 του ίδιου Δικαστηρίου, .../2015 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και .../2017 του Εφετείου Πειραιώς. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η υπ' αριθ. .../2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε εν μέρει την υπ'αριθ. .../2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς και παρέπεμψε την υπόθεση κατά το ανωτέρω μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ'αριθ. .../2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από ...-2022 αίτησή της και τους από ...-2023 προσθέτους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, οι παραστάντες πληρεξούσιοι των πέμπτου και έκτου αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η αναιρεσείουσα από κοινού με άλλα δέκα τρία [13] φυσικά και νομικά πρόσωπα άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από ...-2012 αγωγή, την οποία έστρεψε κατά των ήδη αναιρεσίβλητων και άλλων τεσσάρων [4] αλλοδαπών φυσικών και νομικών προσώπων. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκαν οι υπ' αριθ. .../2014 [μη οριστική], .../2014 [οριστική] και .../2015 [εν μέρει οριστική] αποφάσεις του παραπάνω δικαστηρίου, με την τελευταία από τις οποίες κρίθηκε ότι η αγωγή των λοιπών, πλην της αναιρεσείουσας, είχε ανακληθεί και ότι η σωρευθείσα στο ίδιο αγωγικό δικόγραφο αγωγή της αναιρεσείουσας, κατά το μέρος που στράφηκε κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, είχε ασκηθεί απαραδέκτως, ελλείψει διεθνούς δικαιοδοσίας του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο επιπλέον ανέβαλε τη συζήτηση της αγωγής της αναιρεσείουσας, κατά το μέρος που στρεφόταν κατά των λοιπών εναγομένων [πλην των αναιρεσιβλήτων].

Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης όλοι οι ενάγοντες άσκησαν την από 15-6-2016 έφεσή τους και οι τέσσερις πρώτοι από τους ήδη αναιρεσίβλητους άσκησαν την από 17-8-2016 έφεσή τους. Επί των εφέσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθ. .../2017 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία οι ως άνω εφέσεις απορρίφθηκαν.

Κατά της ως άνω απόφασης όλοι οι ενάγοντες άσκησαν την από 15-12-2017 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. .../2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω .../2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, μόνο κατά το μέρος που απέρριψε την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων και παραπέμφθηκε η υπόθεση μόνο κατά το μέρος αυτό προς εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, που θα συγκροτείτο από άλλους δικαστές, αφού κρίθηκε ότι το δικαστήριο είχε διεθνή δικαιοδοσία να δικάσει την υπό κρίση υπόθεση.

Έτσι, η από 15-6-2016 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας εισήχθη προς συζήτηση με την από 20-1-2020 κλήση της και μετά από αναβολές εκδικάστηκε την ...-2021 και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. .../2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, το οποίο, κρίνοντας ότι έχει διεθνή δικαιοδοσία προς εκδίκαση της αγωγής, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας και εξαφάνισε την εκκαλούμενη (πρωτόδικη) απόφαση κατά το μέρος που είχε απορρίψει ως απαράδεκτη την αγωγή, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη και με επάλληλη αιτιολογία λόγω πλασματικής ερημοδικίας της αναιρεσείουσας εξ αιτίας ελλιπούς καταβολής του αναλογούντος δικαστικού ενσήμου.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η ένδικη από ...-2022 αίτηση αναίρεσης νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552,553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ]. Επομένως, η αίτηση είναι παραδεκτή [άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ]. Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 2 εδ.

α και β του άρθρου 569 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 569 διαμορφώθηκε δυνάμει των άρθρων 37 και120 του Ν. 4912/2022, ισχύει δε από 1-1-2022 και σύμφωνα με το άρθρο 116 παρ. β του Ν. 4842/2021 εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών ενδίκων μέσων, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.

Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία τον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους [ΑΠ 1376/2022]. Στην προκειμένη περίπτωση, οι από ...-2023 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, που κατατέθηκαν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 20-12-2023 και επιδόθηκαν στους αναιρεσίβλητους, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα και, επομένως, είναι παραδεκτοί και πρέπει να συνεκδικασθούν με την αίτηση αναίρεσης και να ερευνηθούν για το παραδεκτό και το βάσιμό τους.

Από τις διατάξεις των άρθρων 2 επ., 62, 63, 94, 118 αρ. 4, 216 παρ. 1 β, 322 παρ. 1 και 324 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται και η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων, δεν αποτελούν ιδιαίτερο αυτοτελές αντικείμενο της δίκης και για το λόγο αυτό εξετάζονται και επιλύονται πάντοτε σε σχέση με το αντικείμενό της.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Από το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης το Εφετείο αποκτά την εξουσία να εξετάσει όλους τους ισχυρισμούς που υποβάλλονται κατά τις διατάξεις των άρθρων 525 έως 527 ΚΠολΔ [ΑΠ 806/2014].

Επίσης, κατά το άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο λόγος της έφεσης κριθεί βάσιμος, η απόφαση που προσβάλλεται εξαφανίζεται και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρατεί την υπόθεση και την δικάζει κατ' ουσίαν. Επομένως, το Εφετείο κρατεί και δικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση, οποιοδήποτε και αν είναι το περιεχόμενο της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, είτε δηλαδή είχε κάνει δεκτή είτε είχε απορρίψει την αγωγή για τυπικό ή ουσιαστικό λόγο, χωρίς να παραβιάζεται η καθιερούμενη με το άρθρο 12 ΚΠολΔ αρχή της μη υπερβάσεως του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, από την οποία εισάγεται, με το ως άνω άρθρο 535 θεμιτή απόκλιση (ΑΠ 447/2002).

Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το εφετείο, όταν μετά την παραδοχή βάσιμου λόγου εφέσεως κρατεί την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, υποκαθιστά σε όλα τα δικαιώματά του το πρωτοδικείο και καθίσταται αρμόδιο να εξετάσει όπως εκείνο και να λύσει όλα τα ζητήματα που είχαν υποβληθεί πρωτοδίκως και είναι αναγκαία για την οριστική διάγνωση της διαφοράς, καθόσον δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή (ΑΠ 756/2019, ΑΠ 770/2013).

Εκδίκαση δε της υποθέσεως κατ' ουσίαν, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης συνιστά και η έρευνα της νομικής βασιμότητας της αγωγής και, συνεπώς, αν το εφετείο δεχθεί την έφεση του ενάγοντος και εξαφανίσει την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, κρατεί την υπόθεση και, ερευνώντας την αγωγή, μπορεί να την απορρίψει ως νομικά ή ουσιαστικά αβάσιμη, δυνάμενο έτσι να καταστήσει και δυσμενέστερη τη θέση του εκκαλούντος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 536 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 1026/2007).

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων και όχι διατάξεων ουσιαστικού δικαίου [ΑΠ 1268/2022, ΑΠ 236/2020].

Συνεπώς, ο λόγος αυτός αποβλέπει στην ομαλή εξέλιξη της διαδικασίας, ώστε να καθίσταται εφικτή η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των διαδίκων και η ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Ως εκ τούτου, ο λόγος αυτό αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά έγγραφα [ αγωγές, ανακοπές κ.λπ.] ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία [ολΑΠ 1/2019, ολΑΠ 25/2008, ΑΠ 1268/2022].

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τους πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος, και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 8 και 14 [κατ' εκτίμηση] του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δέχθηκε τη νομική και ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγής [λόγω μη καταβολής του αναλογούντος δικαστικού ενσήμου], δηλαδή για κεφάλαια άσχετα με τη μοναδική κρίση του Πρωτοδικείου για απόρριψη της αγωγής για έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας, για την οποία παραπονείτο η ενάγουσα με το δικόγραφο της έφεσής της, ενώ έπρεπε να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής και να παραπέμψει την υπόθεση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, για να μην στερηθεί η ενάγουσα τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, καθιστώντας έτσι χειρότερη τη θέσης της.

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, που είχε απορρίψει την αγωγή της αναιρεσείουσας για έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας, διακράτησε την υπόθεση και την εκδίκασε κατ' ουσίαν, κρίνοντας ότι δεν έχει δικαίωμα αναπομπής της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μολονότι με τον τρόπο αυτό οι διάδικοι στερούνται τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, από τον οποίο δεν διήλθε η υπόθεση ως προς την ουσία της, καθόσον κατά την έννοια του άρθρου 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, ακόμη και αν η αγωγή απορρίφθηκε πρωτοδίκως για τυπικούς λόγους, το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, κρατεί την υπόθεση και την δικάζει το ίδιο κατ' ουσίαν, κατ' εφαρμογή της αρχής της οικονομίας της δίκης και κατά παρέκκλιση από τον κανόνα των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, που στην περίπτωση αυτή κάμπτεται υπέρ του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, στο οποίο άλλωστε με την έφεση έχει μεταβιβαστεί η διαφορά στο σύνολό της, αφού καταργήθηκε η εκκρεμοδικία στον πρώτο βαθμό.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις δικονομικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 106, 532, 533 παρ. 1, 535 ΚΠολΔ, καθόσον μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, κρίνοντας, κατά παραδοχή της έφεσης της αναιρεσείουσας, ότι τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία για την εκδίκαση της αγωγής, συμμορφούμενο έτσι με την προαναφερθείσα .../2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, παραδεκτώς κράτησε την υπόθεση και ερεύνησε την αγωγή, αναφορικά με την καταβολή ή μη από την ενάγουσα - αναιρεσείουσα του προσήκοντος τέλους δικαστικού ενσήμου για ολόκληρο το αντικείμενο της αγωγής, και ως εκ τούτου δεν υπέπεσε στην από τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Σημειωτέον ότι η έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων, που δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης και όχι ιδιαίτερο, αυτοτελές κεφάλαιο σε σχέση με την ασκούμενη με την ένδικη αγωγή αξίωση και η έρευνα αυτής, κατόπιν άσκησης έφεσης από την ηττηθείσα ενάγουσα, αποτελεί αναγκαίο προαπαιτούμενο, για την έρευνα της ένδικης αξίωσης, η οποία δεν είχε γίνει από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και για την οποία η ενάγουσα, με την έφεσή της ζητούσε να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν.

Επομένως, οι πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος, και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης από τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Κατά την έννοια των άρθρων 2 και 8 του ν. ΓΠΟΗ/1912 "περί δικαστικών ενσήμων", όπως μεταγενέστερα ερμηνεύθηκε αυθεντικά, με το ν. δ/γμα 1544/1942 και τροποποιήθηκε με το ν. δ/γμα 4189/1961, αν ο ενάγων παραλείψει την προκαταβολή του οφειλόμενου τέλους δικαστικού ενσήμου, λογίζεται ερήμην δικαζόμενος και η αγωγή του απορρίπτεται, η απόρριψη δε αυτή θεωρείται ότι γίνεται για ουσιαστικό [και όχι για τυπικό] λόγο, γεγονός που συνεπάγεται τη δημιουργία δεδικασμένου περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της αγωγής, εάν η σχετική απόφαση καταστεί τελεσίδικη [ΑΠ 140/2023].

Οι ίδιες ως άνω συνέπειες επέρχονται και στην περίπτωση ελλιπούς προκαταβολής του οφειλόμενου τέλους δικαστικού ενσήμου (ΑΠ 538/2019, ΑΠ 27/2000, ΑΠ 335/1997, ΑΠ 44/1962). Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 της κυρωθείσας με το ν. δ/γμα 53/1974 Ευρωπαϊκής Σύμβασης της Ρώμης του έτους 1950 για τα δικαιώματα του ανθρώπου, καθιερώνεται η προστασία του δικαιώματος του διαδίκου να διατυπώσει τις απόψεις του ενώπιον του δικαστηρίου.

Οι διατάξεις, όμως, αυτές δεν αποκλείουν παράλληλα στον κοινό νομοθέτη, να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις για δαπανήματα και γενικότερα διατυπώσεις για την πρόοδο της δίκης, αρκεί αυτές να συνάπτονται προς τη λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και, περαιτέρω, να μην υπερβαίνουν τα όρια εκείνα, πέραν των οποίων επάγονται την άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευόμενου από τις εν λόγω διατάξεις ατομικού δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας.

Στο πλαίσιο αυτό επιτρεπτώς επιβάλλεται από το ν. ΓΠΟΗ/1912, η υποχρέωση καταβολής αναλογικού τέλους δικαστικού ενσήμου επί των αναφερόμενων στις διατάξεις του αποτιμητών σε χρήμα αγωγών, χωρίς εντεύθεν να αναιρείται ή να περιορίζεται το ατομικό δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και ακροάσεως του διαδίκου από τη δικονομική συνέπεια της ερημοδικίας του, σε περίπτωση παράλειψής του να ανταποκριθεί στην εν λόγω υποχρέωσή του, που καθιερώνεται με το άρθρο 2 του ν.

ΓΠΟΗ/1912 και 7 παρ. 1 του ν. δ/τος 1544/1942 [ΑΠ 140/2023, ΑΠ 65/2022, ΑΠ 1470/2019, ΑΠ 2031/2017]. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 223 ΚΠολΔ, όταν επέλθει η εκκρεμοδικία είναι απαράδεκτη η μεταβολή του αιτήματος της αγωγής. Κατ' εξαίρεση μπορεί ο ενάγων με τις προτάσεις του εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό, να περιορίσει το αίτημα της αγωγής.

Με τη διάταξη αυτή επιτρέπεται, μεταξύ άλλων, η ολική ή μερική παραίτηση του ενάγοντος από το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής και έτσι περιορίζεται η αγωγή στο αναγνωριστικό του δικαιώματος αίτημα, το οποίο υποκρύπτεται στο καταψηφιστικό. Στην περίπτωση αυτή, ο περιορισμός του αιτήματος αν και κατά τη διάταξη του άρθρου 295 παρ. 1 εδ.

β ΚΠολΔ, θεωρείται μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής [ολΑΠ 6/1997], δεν κρίνεται κατά τις διατάξεις που αφορούν την παραίτηση από το δικόγραφο [άρθρο 297 ΚΠολΔ], αλλά εφαρμόζονται οι διατάξεις, που προβλέπουν ειδικά τη θεμιτή μεταβολή του αιτήματος της αγωγής, με συνέπεια να μην υπόκειται στον διαγραφόμενο από το άρθρο 297 ΚΠολΔ τύπο.

Κατά συνέπεια, ο περιορισμός του αιτήματος γίνεται με βάση τη διάταξη του άρθρου 223 ΚΠολΔ, η οποία είναι ειδική σε σχέση με εκείνη του άρθρου 297 ΚΠολΔ, δηλαδή γίνεται με τις προτάσεις ή όπου δεν είναι υποχρεωτική η υποβολή αυτών, με δήλωση που καταχωρείται στα πρακτικά, άλλως θεωρείται ανίσχυρος και δεν λαμβάνεται υπόψη [ΑΠ 140/2023].

Από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 223 ΚΠολΔ, κατά τη σαφή λεκτική της διατύπωση, σε συνδυασμό με το άρθρο 526 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο περιορισμός του αγωγικού αιτήματος δύναται να γίνει έως την περάτωση της δίκης στον πρώτο βαθμό και επομένως αυτός αποκλείεται στην κατ' έφεση δίκη, στην οποία αποκρούεται και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτος, έστω και αν συναινεί ο αντίδικος [ΑΠ 140/2023, ΑΠ 1470/2019, ΑΠ 538/2019, ΑΠ 368/2016, ΑΠ 1572/2013].

Ο απαράδεκτος δε περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου έχει ως συνέπεια το αίτημα της αγωγής να παραμένει καταψηφιστικό και ο ενάγων να υποχρεούται στην καταβολή του οφειλόμενου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 8 του ν. ΓΠΟΗ/1912, τέλους δικαστικού ενσήμου [ΑΠ 140/2023, ΑΠ 1485/2018].

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 2 και 8 του Ν. ΓΠΟΗ/1912 "περί δικαστικών ενσήμων", όπως αυτός μεταγενεστέρως ερμηνεύθηκε "αυθεντικώς, με το ν.δ. 1544/1942 και τροποποιήθηκε με το νδ. 4189/1961 - και των άρθρων 70 ν.3994/2011 και 21 ν.4055/12 (δηλαδή προ της ισχύος του άρθρου 33 ν.4446/2016), υφίσταται υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου και για τις αναγνωριστικές αγωγές που ασκήθηκαν μετά την ισχύ του ν. 3994/2011 (25.07.2021), καθώς και για τις ασκηθείσες καταψηφιστικές που μετατράπηκαν μετά την 25.07.2011 σε αναγνωριστικές.

Στη συνέχεια, με το άρθρο 33 του ν. 4446/2016, με τίτλο "Κατάργηση του δικαστικού ενσήμου στις αναγνωριστικές αγωγές" ορίστηκε ότι: 1. Η παρ. 3 του άρθρου 7 του ν.δ. 1544/1942, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 70 του ν. 3994/2011 και το άρθρο 21 του ν. 4055/2012, αντικαθίσταται ως εξής: 3. Στο τέλος που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν.

ΓΠΟΗ/1912, δεν υπόκεινται οι αναγνωριστικές αγωγές ... 2. Η διάταξη της προηγούμενης παραγράφου, εφαρμόζεται στις εκκρεμείς αναγνωριστικές αγωγές, καθώς και στις αγωγές που ασκήθηκαν ως καταψηφιστικές πριν τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εφόσον μετατραπούν σε αναγνωριστικές μετά τη δημοσίευσή του. Κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 33 του ν. 4446/2016 καταργήθηκε η υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου επί των αναγνωριστικών αγωγών, καθώς και επί των εκκρεμών [κατά την έναρξη ισχύος του] αναγνωριστικών αγωγών και επί των αγωγών που ασκήθηκαν ως καταψηφιστικές, πριν τη δημοσίευσή του, εφόσον μετατραπούν σε αναγνωριστικές μετά τη δημοσίευσή του, πλην όμως η μετατροπή αυτή αφορά τον πρώτο βαθμό, όπου μπορεί παραδεκτά να επιχειρηθεί ο εν λόγω περιορισμός μέχρι το πέρας της συζήτησης της αγωγής, κατά τα προεκτεθέντα.

Με την άσκηση δε της έφεσης, με την οποία αναβιώνει η εκκρεμοδικία της καταψηφιστικής αγωγής, καθίσταται και πάλι ενεργής η υποχρέωση εκπλήρωσης της νόμιμης υποχρέωσης προς καταβολή του προσήκοντος τέλους δικαστικού ενσήμου, βάσει του αγωγικού αιτήματος, όπως διατυπώθηκε και ίσχυε έως την περάτωση της δίκης στον πρώτο βαθμό, εφόσον η τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό το πρώτον στην έκκλητη δίκη είναι απαράδεκτη, ακόμη και αν συναινεί ο αντίδικος [ΑΠ 140/2023, ΑΠ 1470/2019, ΑΠ 558/2019, ΑΠ 1485/2015].

Ακολούθως, με το άρθρο 42 ν. 4640/2019 επαναφέρθηκε μερικώς η υποχρέωση καταβολής τέλους δικαστικού ενσήμου και στις αναγνωριστικές αγωγές που ασκούνται ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου. Ειδικότερα ορίστηκε ότι: "1. Η παράγραφος 3 του άρθρου 7 του ν.δ. 1544/1942 (Α' 189), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 70 του ν. 3994/2011 (Α' 165), το άρθρο 21 του ν. 4055/2012 (Α' 51) και το άρθρο 33 του ν. 4446/2016 (Α' 240), αντικαθίσταται εκ νέου ως εξής: "3.

Στο τέλος, που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν. ΓπΟΗ/1912, δεν υπόκεινται οι αναγνωριστικές αγωγές για όλες τις διαφορές που υπάγονται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων και των μονομελών πρωτοδικείων, καθώς και οι αγωγές για την εξάλειψη υποθήκης και προσημείωσης και εκείνες που αφορούν την ακύρωση πλειστηριασμού. 2.

Η διάταξη της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς αναγνωριστικές αγωγές, για τις οποίες η πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο διενεργείται μετά την 1η Ιανουαρίου 2020, καθώς και στις αγωγές που έχουν ασκηθεί ως καταψηφιστικές πριν από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εφόσον έχουν ήδη μετατραπεί ή μετατραπούν σε αναγνωριστικές μετά τη δημοσίευσή του και εισαχθούν σε πρώτη συζήτηση μετά την ως άνω ημερομηνία".

Συνεπώς, με την τελευταία αυτή ρύθμιση, εξαιρούνται της υποχρεώσεως προς καταβολή δικαστικού ενσήμου οι αναγνωριστικές αγωγές που ασκούνται ενώπιον του Ειρηνοδικείου ή του Μονομελούς Πρωτοδικείου, όχι όμως και εκείνες που ασκούνται ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και συζητούνται μετά την 1-1-2020, για τις οποίες οφείλεται δικαστικό ένσημο.

Έτσι, υπόκεινται σε δικαστικό ένσημο τόσο οι ασκηθείσες ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου αναγνωριστικές αγωγές που ήσαν εκκρεμείς στις 30-11-2019, όσο και εκείνες οι εκκρεμείς καταψηφιστικές αγωγές, οι οποίες είχαν ασκηθεί ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου πριν τις 30-11-2019, αλλά μετατράπηκαν σε αναγνωριστικές μέχρι την ημερομηνία αυτή, και οι οποίες συζητούνται μετά την 01-01-2020.

Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ως κανόνας ουσιαστικού δικαίου η παραβίαση του οποίου ιδρύει λόγο αναίρεσης της απόφασης, νοείται εκείνος που περιέχει αφηρημένους κανόνες εξ αντικειμένου δικαίου από τους οποίους επέρχονται έννομες συνέπειες αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις. Τέτοιο όμως κανόνα δεν περιέχει η διάταξη του άρθρου 2 του ν.

ΓΠΟΗ/1012 "περί δικαστικού ενσήμου", όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 παρ. 2 του ΝΔ 1542/42 και 11 του ΝΔ 4189/1961, γιατί εντάσσεται, ως εκ του περιεχομένου της, στο πλαίσιο των δικονομικών και όχι των ουσιαστικού δικαίου, υπό την προαναφερθείσα έννοια, διατάξεων, εφόσον καθορίζει τις προϋποθέσεις δικαστικής προστασίας στο πλαίσιο δικονομικού δικαίου (ΑΠ 65/2022, ΑΠ 2031/2017, ΑΠ 491/2015, ΑΠ 1077/2014, ΑΠ 181/2013, αντιθ.

ΑΠ 538/2019, ΑΠ 315/2010]. Επίσης σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής λόγω μη καταβολής δικαστικού ενσήμου, η απόρριψη αυτή έχει την έννοια ότι αναφέρεται σε περίπτωση ακυρότητας λόγω μη προσήκουσας παράστασης του ενάγοντος όπως αυτή επιβάλλεται από την ανωτέρω δικονομικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2 του Ν. ΓΠΟΗ/1912 επί αγωγής υποκείμενης σε τέλος δικαστικού ενσήμου, η οποία ακυρότητα, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως συνεπάγεται ακολούθως και την πλασματική ερημοδικία αυτού και την απόρριψη της αγωγής, ανεξαρτήτως μάλιστα αν ο ενάγων θεωρείται ως κατ' αντιμωλία δικαζόμενος, αφού τελικά η αγωγή απορρίπτεται λόγω μη καταβολής του δικαστικού ενσήμου.

Επομένως, σε περίπτωση, κατά την οποία η αγωγή απορρίφθηκε εσφαλμένως από το Εφετείο λόγω μη καταβολής δικαστικού ενσήμου, ιδρύεται ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παρά το νόμο ακυρότητας [ΑΠ 65/2022]. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 14 (κατ' εκτίμηση, και όχι από τον αρ. 9) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι άφησε αδίκαστη αίτηση και συγκεκριμένα ότι δεν δίκασε την υπόθεση για το τμήμα της αγωγικής αξίωσης, ύψους 499.956 ευρώ, το οποίο αίτημα της αγωγής παρέμεινε καταψηφιστικό, μετά τον περιορισμό του υπολοίπου τμήματος σε αναγνωριστικό, για το οποίο μάλιστα είχε καταβληθεί το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, κατά το ενδιαφέρον τον ως άνω αναιρετικό λόγο μέρος: "Στο ίδιο (απορριπτικό της αγωγής) διατακτικό θα κατέληγε το Δικαστήριο ακόμα και αν θεωρούσε την αγωγή νόμιμη. Η απόρριψη στην περίπτωση αυτή θα επερχόταν για ουσιαστικούς λόγους...

και εξαιτίας της πλασματικής ερημοδικίας της ενάγουσας (άρθρο 175 ΚΠολΔ) που θα οφειλόταν στο γεγονός ότι δεν κατέβαλε το τέλος δικαστικού ενσήμου, που αναλογεί στο χρηματικό αντικείμενο της αγωγής της. Το τέλος αυτό, του οποίου η προηγούμενη καταβολή αποτελεί προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας, η τήρηση της οποίας ελέγχεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο...., ανέρχεται σε ποσοστό οκτώ τοις χιλίοις (8%) επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής πλέον ποσοστού δέκα τοις εκατό (10%) υπέρ του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Τομέας Ασφάλισης Νομικών), πέντε τοις εκατό (5%) υπέρ του Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) και ποσοστού 2,4% για φόρου χαρτοσήμου, τα οποία ανωτέρω ποσοστά υπολογίζονται επί του ποσού του δικαστικού ενσήμου (άρθρο 2 § 1 του Ν.

ΓΠΟΗ/1912, όπως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου πρώτου παράγραφος ΙΓ περ. 6 του Ν. 4093/2012). Όπως προαναφέρθηκε, η αγωγή ασκήθηκε ως καταψηφιστική και κατά την (πρώτη) συζήτησή της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (6.5.2014), μετά την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. .../2014 μη οριστική απόφασή του, το αίτημά της μετατράπηκε σε εν μέρει αναγνωριστικό.

Η μετατροπή εκείνη δεν αναιρούσε την υποχρέωση της ενάγουσας για την καταβολή του τέλους δικαστικού ενσήμου, που αντιστοιχούσε στο σύνολο της επίδικης απαίτησής της, διότι κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (2012) στο τέλος αυτό υπέκειντο και οι αμιγώς αναγνωριστικές αγωγές, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 του Ν. 1544/1942, όπως είχε τροποποιηθεί από το άρθρο 70 του Ν. 3994/2011....

Την ίδια υποχρέωση υπέχει η ενάγουσα και κατά την παρούσα συζήτηση, επειδή, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, αυτή αναβίωσε μαζί με την εκκρεμοδικία της αγωγής της (ΑΠ 538/2019,...). Άλλωστε και σήμερα, οι αναγνωριστικές αγωγές που υπάγονται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα των πολυμελών πρωτοδικείων δεν εξαιρούνται από το τέλος δικαστικού ενσήμου, σύμφωνα με τη διάταξη της § 3 του άρθρου 7 του Ν. 1544/1942, όπως ισχύει μετά το άρθρο 42 § 1 του Ν. 4640/2019, αφού δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις της § 2 του άρθρου αυτού.

Η δε επιβολή του τέλους και σε αυτές τις αγωγές δεν εγείρει ζητήματα συμβατότητας της ρύθμισης με τη συνταγματική αρχή της δικαστικής προστασίας (άρθρο 20 Σ), αφού εκείνος που βρίσκεται σε απόλυτη αδυναμία καταβολής του μπορεί να τύχει απαλλαγής από τη σχετική υποχρέωση κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 3226/2004, όπως ισχύει μετά το Ν. 4267/2014 και το Ν. 4689/2020..., απορριπτομένων επομένως ως νομικά αβάσιμων των σχετικών αντίθετων ισχυρισμών της ενάγουσας, που ρητά με την προσθήκη στις προτάσεις της στην παρούσα συζήτηση επικαλείται την αντισυνταγματικότητα.

Επειδή, πάντως, στο δικόγραφό της αυτό (υποσ. 4 στη σελ. 8 της προσθήκης] η ενάγουσα επικαλέστηκε συγκεκριμένα γραμμάτια πληρωμής του τέλους δικαστικού ενσήμου, όπως είχε (σημ. με επιφύλαξη) πρωτοδίκως περιοριστεί, το μεν Δικαστήριο κάλεσε την ενάγουσα για την εντός προθεσμίας προσκομιδή τους, όπως προκύπτει από την από 15.3.2022 επισημείωση της Γραμματέα του στο φάκελο δικογραφίας, η δε τελευταία προσκόμισε πράγματι το υπ' αριθμόν ...

ηλεκτρονικό παράβολο της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών και την αντίστοιχη απόδειξη καταβολής της Εθνικής Τράπεζας ΑΕ, Ε, από όπου προκύπτει ότι στις 31.3.2022 κατέβαλε το χρηματικό ποσό των πέντε χιλιάδων διακοσίων ενενήντα πέντε ευρώ και πενήντα τριών λεπτών (5.295,53 €), για τέλος δικαστικού ενσήμου που αναλογεί σε κεφάλαιο τετρακοσίων ενενήντα εννέα χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα έξι ευρώ (499,956 €) και αντιστοιχεί στο παραμείναν καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής της.

Όμως, η μερική αυτή καταβολή δεν αποτρέπει την εκδίκαση της υπόθεσης ερήμην της ενάγουσας για το σύνολο της χρηματικής απαίτησής της..... Για την καταβολή του υπολοίπου τέλους δικαστικού ενσήμου η ενάγουσα δεν κλήθηκε, επειδή, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η μη προσκομιδή του τέλους δικαστικού ενσήμου στο σύνολό του με επίκληση των λόγων που κατά τη γνώμη της ενάγουσας την δικαιολογούν καθιστά την παράλειψή της μη τυπική, κατά την έννοια του άρθρου 227 § 1 ΚΠολΔ, που προϋποθέτει παραλείψεις δυνάμενες να αναπληρωθούν, όπως θα συνέβαινε, στην περίπτωση επικλήσεως της καταβολής αλλά από παραδρομή μη προσκομιδής του οικείου γραμματίου...

και δεν ενεργοποιεί το υπηρεσιακό καθήκον του Δικαστηρίου να καλέσει σε συμπλήρωσή του. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της παρούσας να σημειωθεί, πρώτον, ότι επειδή το Δικαστήριο δεν ερεύνησε τη διαφορά στην ουσία της το καταβληθέν τέλος δικαστικού ενσήμου, ως αναγόμενο στη φορολογία του αντικειμένου της δίκης, κρίνεται ότι δεν αναλώθηκε..., με συνέπεια η ενάγουσα να δύναται να το αναλάβει, υπό την προϋπόθεση της παραιτήσεώς της από τα ένδικα μέσα κατά της απόφασης αυτής και, δεύτερον, ότι ουδεμία εν προκειμένω επιρροή ασκεί το γεγονός ότι κατά το χρονικό διάστημα από 22.12.2016 έως 30.11.2019 είχε, δυνάμει του άρθρου 33 του Ν. 4446/2016, επανέλθει το καθεστώς της απαλλαγής των αναγνωριστικών αγωγών στο σύνολό τους από το τέλος δικαστικού ενσήμου, καθόσον η διάταξη αυτή δεν είχε εφαρμογή ούτε κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής ούτε κατά το χρόνο αναβίωσης της εκκρεμοδικίας της...

Τέλος, η πλασματική ερημοδικία της ενάγουσας αποτελεί και το λόγο της κατ' ουσίαν απόρριψης της αγωγικής αξίωσης προς αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης, στην έκταση που αυτή θεμελιώνεται στην επικαλούμενη δυσφημιστική συμπεριφορά των εναγομένων." Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο θεώρησε ως μη δικονομικώς προσήκουσα την παράσταση της αναιρεσείουσας, λόγω μη καταβολής του προσήκοντος δικαστικού ενσήμου για ολόκληρο το αντικείμενο της αγωγής, δηλαδή και για το περιορισθέν πρωτοδίκως αίτημα αυτής από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό, και άρα η παράστασή της δεν ήταν νόμιμη, με συνέπεια την πλασματική ερημοδικία της αναιρεσείουσας και, συνακόλουθα, την απόρριψη για το λόγο αυτό της αγωγής της, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά τον νόμο κήρυξης ακυρότητας.

Και τούτο διότι, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, α) η υπό κρίση αγωγή, ασκηθείσα το έτος 2012 ως καταψηφιστική και παραδεκτά τραπείσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου σε εν μέρει αναγνωριστική, υπέκειτο σε δικαστικό ένσημο και για το αναγνωριστικό αίτημά της, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 70 ν.3994/2011 και 21 ν.4055/12, β) η εν λόγω υποχρέωση της αναιρεσείουσας αναβίωσε με την άσκηση της από 15-6-2016 εφέσεώς της και εξακολουθούσε να υφίσταται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου στις 2-2-2017, οπότε εκδόθηκε η υπ' αριθμ. .../2017 απόφαση του πιο πάνω δικαστηρίου, που απέρριψε την έφεση, δεχόμενο έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, αφού κατά τον παραπάνω χρόνο, ίσχυε το άρθρο 33 του ν.4446/2016, με το οποίο καταργήθηκε η υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου επί των αναγνωριστικών αγωγών, καθώς και επί των εκκρεμών [κατά την έναρξη ισχύος του] αγωγών που ασκήθηκαν ως καταψηφιστικές, πριν τη δημοσίευσή του, εφόσον όμως μετατράπηκαν σε αναγνωριστικές μετά τη δημοσίευσή του, ενώ η προκείμενη αγωγή είχε ήδη μετατραπεί σε σε εν μέρει αναγνωριστική αγωγή πριν την δημοσίευση του ως άνω ν. 4446/2016, με συνέπεια να υπόκειται σε δικαστικό ένσημο, και γ) μετά την αναίρεση της πιο πάνω απόφασης του εφετείου, την εκ νέου συζήτηση της υπόθεσης από το δικαστήριο της παραπομπής στις ...-2021, κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, την παραδοχή με αυτή της έφεσης της αναιρεσείουσας και την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την αγωγή λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, το εφετείο, κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας πλέον όχι την έφεση αλλά την αγωγή, υποκαθιστώντας σε όλα τα δικαιώματά του το πρωτοδικείο και καθιστάμενο αρμόδιο να εξετάσει όπως εκείνο και να λύσει όλα τα ζητήματα που είχαν υποβληθεί πρωτοδίκως, μεταξύ δε αυτών και την υποχρέωση καταβολής από την αναιρεσείουσα του προσήκοντος τέλους δικαστικού ενσήμου, ορθώς έκρινε ότι η ένδικη αγωγή υπέκειτο και για το αναγνωριστικό αίτημά της σε δικαστικό ένσημο υπό την ισχύ πλέον του άρθρου 42 του ν. 4640/2019, με το οποίο επαναφέρθηκε η υποχρέωση καταβολής τέλους δικαστικού ενσήμου και στις αναγνωριστικές αγωγές που ασκούνται ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, εφόσον, όπως ήδη αναφέρθηκε, αυτό εφαρμόζεται και στις αγωγές που ασκήθηκαν μεν ως καταψηφιστικές πριν τις 30-11-2019, αλλά μετατράπηκαν σε αναγνωριστικές μέχρι την ημερομηνία αυτή και συζητούνται μετά την 01-01-2020, δεδομένου ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε ως καταψηφιστική το έτος 2012, μετατράπηκε σε αναγνωριστική πριν τις 30-11-2019 και συζητήθηκε στις ...-2021, οπότε και ερευνήθηκε το πρώτον η νομική βασιμότητά της, και ως εκ τούτου, εφόσον η αναιρεσείουσα κατέβαλε το ανάλογο δικαστικό ένσημο μόνο για το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής και όχι, όπως όφειλε, και για το αναγνωριστικό αίτημα, ορθώς το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε πλασματική ερημοδικία αυτής για το σύνολο της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς, αφού, κατά τη μείζονα σκέψη, δεν αρκούσε η καταβολή δικαστικού ενσήμου για μέρος μόνον της χρηματικής απαίτησής της [ΑΠ 538/2019, ΑΠ 44/1962].Επομένως, και ανεξαρτήτως του ότι η αναιρεσείουσα δεν προσβάλλει ευθέως και κατά τρόπο σαφή την κρίση του Εφετείου αναφορικά με την υποχρέωσή της προς καταβολή δικαστικού ενσήμου για το αναγνωριστικό αίτημα, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ [κατ' εκτίμηση], είναι σε κάθε περίπτωση αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, πλην άλλων, και στην περίπτωση που το δικαστήριο άφησε αδίκαστη αυτοτελή, περί παροχής έννομης προστασίας, αίτηση, η οποία αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενο από την παραπάνω διάταξη αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο παράλειψε να ασχοληθεί καθοιονδήποτε τρόπο με την ενώπιόν του κατατεθείσα προς κρίση αίτηση παροχής έννομης προστασίας (Ολ. ΑΠ 25/2003, ΑΠ606/2015). Για τη θεμελίωση του λόγου αυτού απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υφίσταται όχι μόνο στο αιτιολογικό αλλά και στο διατακτικό.

Συνεπώς, αν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας απορρίφθηκε στο σύνολό της, μολονότι δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς όλα τα αιτήματα (σιωπηρή απόρριψη) δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος (ΑΠ 177/2019, ΑΠ 246/2019, ΑΠ 528/2009), πολύ δε περισσότερο δεν ιδρύεται αυτός αν από την επισκόπηση της απόφασης (αρ. 561 § 2 Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι το δικαστήριο προέβη σε εξέταση και ακολούθως απέρριψε την υποβληθείσα αίτηση δικαστικής προστασίας (ΑΠ 1558/2018, ΑΠ 109/2019, ΑΠ 920/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, εφόσον ήθελε υποτεθεί ότι η προβαλλόμενη με τον ανωτέρω πρώτο, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγο της αίτησης αναίρεσης πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το δικαστήριο άφησε αδίκαστο το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής, για το οποίο κατέβαλε το ανάλογο δικαστικό ένσημο, ιδρύει τον από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από το ως άνω εκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο προέβη στην εξέταση και του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής και απέρριψε αυτήν στο σύνολό της λόγω της πλασματικής ερημοδικίας της αναιρεσείουσας, δεχόμενο ότι "η μερική αυτή καταβολή δεν αποτρέπει την εκδίκαση της υπόθεσης ερήμην της ενάγουσας για το σύνολο της χρηματικής απαίτησής της".

Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 68 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, προς τα άρθρα 556, 566 παρ. 1, και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, που ορίζουν ποια πρόσωπα έχουν δικαίωμα να ασκήσουν αναίρεση [άρθρο 556] και ποια είναι τα αναγκαία στοιχεία του αναιρετηρίου [άρθρο 566 παρ. 1], καθώς και την υποχρέωση του Αρείου Πάγου, μετά την εξέταση του παραδεκτού της αναίρεσης, να εξετάσει και το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ. 3], συνάγεται ότι, αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, εφόσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναίρεσης, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές αιτιολογίες θα πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς, γιατί η μη πληττόμενη ή μη πληττόμενη αποτελεσματικά αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης [ολΑΠ 25/2003, ΑΠ 483/2022, ΑΠ 630/2020 ΑΠ 175/2020].

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και τους τρεις πρόσθετους λόγους αυτής, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τος αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173, 200, 914, 932, 330, 297, 298 ΑΚ, 385 ΚΑΙ 386 ΠΚ, 1012 ΚΠολΔ και 205 ΚΙΝΔ, τις οποίες δεν εφάρμοσε αν και συνέτρεχαν οι όροι και οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, και συγκεκριμένα έκρινε ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή από αδικοπραξία, καθώς και ότι ως προς τη βάση αυτή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από αυτή, ενώ έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, σχετικά με το μέρος που αφορούσε τους πρώην ομοδίκους της, για τους οποίους περιέλαβε περιστατικά που είχαν προτείνει, παρότι δεν μετείχαν πλέον στη δίκη.

Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής, καθόσον πρόκειται περί επάλληλης αιτιολογίας του Εφετείου, η οποία δεν επηρεάζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού η ανωτέρω παραδοχή της μη καταβολής δικαστικού ενσήμου, δεν επλήγη αποτελεσματικά και συνεπώς στηρίζει επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Εξάλλου, οι δεύτερος και τρίτος πρόσθετοι λόγοι, κατά το μέρος που προβάλλονται με αυτούς οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 10, 11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι , αφού το Εφετείο απέρριψε τη αγωγή αδικοπραξίας ως μη νόμιμη και δεν εισήλθε στην ουσία της διαφοράς.

Η διάταξη του άρθρου 63 παρ. 1 Ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων", όπως η περ. ζ' αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 10 β Ν. 4205/2013, που ισχύει και εφαρμόζεται στην ένδικη περίπτωση, σχετικά με τον προσδιορισμό της νόμιμης αμοιβής δικηγόρου, όρισε: 1] "Η αμοιβή για τη σύνταξη κύριας αγωγής ορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της αγωγής, όπως παρακάτω:

α] 2 ο/ο όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται μέχρι του ποσού των 200.000 ευρώ, β] 1,5 ο/ο όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 200.001 ευρώ μέχρι 750.000 ευρώ, γ] 1 ο/ο όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται στο ποσό των 750001 ευρώ μέχρι 1.500.000 ευρώ, δ] 0,5 ο/ο όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται στο ποσό των 1500001 ευρώ μέχρι 3.000.000 ευρώ, ε] 0,3 ο/ο όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται στο ποσό των 3000001 ευρώ μέχρι 6000000 ευρώ, στ] 0,2 ο/ο όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται στο ποσό των 6000001 ευρώ μέχρι 12000000 ευρώ, ζ] 0,1 ο/ο όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται στο ποσό των 12000001 ευρώ μέχρι 25000000 ευρώ, η] 0,05 ο/ο όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται πέραν από το ποσό των 25000001 ευρώ [...]".

Ακόμη, η διάταξη του άρθρου 68 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα όρισε ότι: "Για τη σύνταξη προτάσεων κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, η αμοιβή του δικηγόρου του εναγομένου είναι ίση με την αμοιβή της παρ. 1 του άρθρου 63 του Κώδικα και του δικηγόρου του ενάγοντος ορίζεται στο μισό της αμοιβής αυτής". [ολΑΠ 8/2021]. Ακόμη, κατά το άρθρο 69 παρ. 1 του Ν. 4194/2013, για τη σύνταξη προτάσεων στην πρώτη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η αμοιβή των δικηγόρων όλων των διαδίκων είναι διπλάσια από αυτή που ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 68 του Κώδικα.

Με τις παραπάνω διατάξεις: α] προτάσσεται η ελευθερία των συμβαλλομένων για τον καθορισμό της δικηγορικής αμοιβής [άρθρα 57, 58 παρ. 1 -2, 63 παρ.3 ΚΔικ]. Το προβάδισμα της συμβατικής ρύθμισης διατηρείται ακόμη και αν η συμφωνία του δικηγόρου με τον εντολέα για τον προσδιορισμό της αμοιβής υπολείπεται των ελαχίστων ορίων που καθορίζουν τα άρθρα 63 επ.

ΚΔικ, β] μειώνονται οι ποσοστιαίοι συντελεστές υπολογισμού της δικηγορικής αμοιβής, κατ' αντίστροφη αναλογία προς την αύξηση της αξίας του αντικειμένου της δίκης [63 παρ. 3 περ. 1 στοιχ. α' - η' ΚΔικ] και γ] διατηρείται ως σημείο αναφοράς, κατ' αρχήν, το ποσοστό 2 ο/ο, ως ελάχιστη νόμιμη αμοιβή, για τη σύνταξη του δικογράφου της κύριας αγωγής, εφαρμοζόμενου, όμως, αυτού μόνο επί του τμήματος του οικονομικού αντικειμένου της δίκης, το οποίο δεν υπερβαίνει τις 200.000 ευρώ.

Για το υπερβάλλον ποσό η νόμιμη αμοιβή απομειώνεται σταδιακά, κατά τρόπο, που να περιορίζεται μέχρι το 0,05ο/ο για το τμήμα του αντικειμένου της αγωγής που υπερβαίνει τα 25000000 ευρώ. Έτσι, με βάση τον ανωτέρω τρόπο υπολογισμού των ελαχίστων ορίων της δικηγορικής αμοιβής, ήτοι κατά φθίνουσα κλίμακα συντελεστών, οι οποίοι αντιστοιχούν σε, κατ' αντίστροφη αναλογία [αύξουσα κλίμακα] οριζόμενα, επιμέρους ποσοτικά τμήματα του συνόλου του αντικειμένου της δίκης, το σύνολο αυτής [αμοιβής] εξάγεται από το άθροισμα των επιμέρους ποσών αυτών που αναλογούν σε κάθε επιμέρους τμήμα του συνόλου του αντικειμένου της [ολΑΠ 8/2021].

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 63 παρ. 1, 68 παρ. 1 και 75 παρ. 1 του ν. 4194/2013, κατά τον υπολογισμό των δικαστικών εξόδων, καθόσον δεν εφάρμοσε την κλιμακωτή μέθοδο που προβλέπεται από τις ανωτέρω διατάξεις και την οποία είχε εφαρμόσει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και έτσι υπολόγισε τη δαπάνη για τη δικηγορική αμοιβή στο ποσό των 110.000 ευρώ και όχι στο ποσό των 9.980,50 ευρώ, ενώ, επιπλέον, έπρεπε να μειώσει τα δικαστικά έξοδα για το κονδύλιο της ηθικής βλάβης ως προς το σύνολό του.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, παρεκτός της αοριστίας του λόγω του μη σαφούς προσδιορισμού του προτεινόμενου τρόπου υπολογισμού των δικαστικών εξόδων, είναι αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο ορθά εφάρμοσε την προαναφερόμενη κλιμακωτή μέθοδο υπολογισμού των δικαστικών εξόδων ως προς το ποσό της αποζημίωσης και στο ποσό που προέκυψε προσέθεσε ένα τμήμα των εξόδων για το κονδύλιο, ύψους 3999956 ευρώ, της ηθικής βλάβης, κατά την ανέλεγκτη, ως προς το τελευταίο, κρίση του.

Αντίθετα, ορθά δεν υπολόγισε τα δικαστικά έξοδα για το επίδικο ποσό αποζημίωσης των 4998674,50 ευρώ, με βάση το ελάχιστο ποσό της προβλεπόμενης κλίμακας [ήτοι 0,3 ο/ο], για όλο το αιτούμενο ποσό, όπως φαίνεται να προτείνει με την αίτηση αναίρεσης η αναιρεσείουσα. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο [άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ] και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, που ηττήθηκε, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, χωριστά για κάθε ομάδα από αυτούς που κατέθεσε ξεχωριστές προτάσεις και παραστάθηκε με διαφορετικό δικηγόρο [άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από ...-2022 αίτηση και τους από ...-2023 πρόσθετους λόγους αυτής της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΝΑΥΠΗΓΟΕΠΙΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΣΑΛΑΜΙΝΟΣ Α. Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΣΑΛΑΜΙΝΟΣ Α. Ε.", για αναίρεση της υπ' αριθ. .../2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείου του κατατεθέντος παραβόλου.

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2700] ευρώ για τους τέσσερις πρώτους αναιρεσίβλητους και στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2700] ευρώ για τους δύο τελευταίους αναιρεσίβλητους.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου καθώς και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ