Supreme Court allows appeal and remands case to continue trial after finding procedural defect in lower court decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against the first-instance judgment, finding a procedural defect in the lower court's handling of the case. The appellant argued that the first-instance decision was flawed, while the appellees contended their legal position was sound. The court decided to uphold the appeal, remand the case for continued proceedings, and order the appellees to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(1)-(2) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may continue the trial and adjudicate the case itself if it deems no further clarification is necessary after annulling a decision for any reason other than those specified in paragraphs 1 and 2.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1789 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1789/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα - Ξένου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) με την επωνυμία "Δ. Ε. Υ. Α. Κ." (Δ.Ε.Υ.Α.Κ.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Κόρινθο και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Σφυρή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1)Α. Α. του Σ., 2) Γ. Α. του Α., 3) Κ. Α. του Α., 4) Α. Β. του Π., 5) Μ. Β. του Ι., 6) Α. Γ. του Α., 7) Κ./νου Δ. του Θ., 8) Α. Δ. του Γ., 9) Π. Δ. του Σ., 10) Α. Δ. του Σ., 11) Γ. Ζ. του Α., 12) Π. Δ. - Ζ. του Σ., 13) Η. Θ. του Γ., 14) Α. Κ. του Σ., 15) Δ. Κ. του Γ., 16) Ν. Κ. του Η.,17) Α. Κ. του Χ., 18) Α. Κ. του Ν., 19) Γ. Κ. του Δ., 20) Ζ. Κ. του Α., 21) Μαρίνας ΚΟΥΪΝΗ του Δημητρίου, 22) Δ. Λ. του Ε., 23) Γ. Λ. του Ν., 24) Ν. Μ. του Α., 25) Ο.-Μ. Μ. του Ε., 26) Δ. Π. του Ν., 27) Ι. Π. του Α., 28) Π. Π. του Α., 29) Δ. Ρ. του Α., 30) Γ. Σ. του Ν., 31) Δ. Τ. του Γ., 32) Π. Τ. του Δ. και 33) Κ./νου Χ. του Β., κατοίκων …., εκ των οποίων ο 24ος δεν παραστάθηκε, ο με α/α 3ος παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Γεωργίου Παναγιώτου και Σπύρο Μπαλατσούκα, όλοι οι λοιποί παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπύρο Μπαλατσούκα, που κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-2-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν η 8/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 242/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά το αναιρεσείον με την από 15-10-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δουρουκλάκης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.
Σε περίπτωση που στη δίκη μετέχουν περισσότεροι οι οποίοι τελούν σε αναγκαστική ομοδικία με τον μη κλητευθέντα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους ομοδίκους (ΑΠ 1322/2017, 1322/2014). Εάν, όμως, συνδέονται με απλή ομοδικία, τότε, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 εδ. β` του άνω άρθρου, που προστέθηκε σ` αυτό με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, χωρίζεται η υπόθεση ως προς τον μη εμφανισθέντα και μη κλητευθέντα ομόδικο και κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτόν, χωρεί, δε, νόμιμα η συζήτηση ως προς τους λοιπούς ομόδικους που εκπροσωπούνται ή έχουν κληθεί νόμιμα (Ολ.
ΑΠ 14/2015, ΑΠ 1305/2020, 1266/2019, 608/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από το αναιρεσείον …../7-9-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Ναυπλίου Σ. Κ., σε συνδυασμό με την κάτω από αυτή από 18-6-2015 απόδειξη παραλαβής εγγράφου, που θυροκολλήθηκε, του Αξιωματικού Υπηρεσίας του Α.Τ.
…. και την με ίδια ημερομηνία βεβαίωση του ως άνω δικαστικού επιμελητή περί αποστολής συστημένης επιστολής στον 24ο αναιρεσίβλητο, Ν. Μ., προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία ορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτησή της η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, καθώς και κλήση για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση αυτής.
Ο αναιρεσίβλητος αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, επομένως, ως προς τον ανωτέρω αναιρεσίβλητο πρέπει να χωρήσει η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ως προς αυτόν ωσεί παρόντα.
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α`, 287 και 290 KΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1857 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο απόσπασμα της 23-2-2021 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου Δ.Ε.
…. και των …./2022 και …./2021 πιστοποιητικών του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, ο 31ος των αναιρεσιβλήτων Δ. Τ., απεβίωσε την 29-6-2021, ήτοι μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, που κατατέθηκε στις 16-10-2020, κατέλιπε δε, δυνάμει της από 28-2-2020 ιδιογράφου διαθήκης του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το …./2021 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Κορίνθου και όπως προκύπτει από το ……/16-7-2021 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του Δήμου ……, πλησιέστερους συγγενείς και μοναδικούς εκ διαθήκης κληρονόμους του, τη σύζυγό του Μ.
Κ. και τα τέκνα του Γ., Ι. και Κ. Τ., που δεν αποποιήθηκαν την κληρονομία του (βλ. το …./2022 πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Κορίνθου). Επομένως, νόμιμα, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, οι ανωτέρω κληρονόμοι του αρχικού διαδίκου δήλωσαν με τις από 11-1-2022 προτάσεις τους, που κατατέθηκαν είκοσι ημέρες πριν από την αρχικά αναφερόμενη δικάσιμο για συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, το θάνατο του εν λόγω αναιρεσιβλήτου και την εκούσια, στο όνομά τους, ως εκ διαθήκης κληρονόμων του ως άνω αποβιώσαντος αρχικώς αναιρεσιβλήτου, επανάληψη της βιαίως εκ του λόγου τούτου διακοπείσας δίκης.
Κατόπιν τούτου και αφού δεν αμφισβητείται από το αναιρεσείον η ιδιότητα των ανωτέρω προσώπων ως κληρονόμων του θανόντος αναιρεσιβλήτου, η διακοπείσα δίκη νομίμως και παραδεκτώς συνεχίζεται από αυτούς, κατά τα ανωτέρω. Με την από 15-10-2020 και αριθ. κατάθ. …./16-10-2020 αίτηση προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ` αριθ. 242/15-9-2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που δίκασε ως Εφετείο.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 § 1 KΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 KΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 § 3 KΠολΔ). Περαιτέρω δε ο επικαλούμενος με τις νομίμως προ 20ημέρου κατατεθείσες προτάσεις ισχυρισμός των αναιρεσιβλήτων περί υπάρξεως δεδικασμένου από την υπ` αριθ. 401/2017 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, απαραδέκτως προτείνεται ενώπιον του Αρείου Πάγου και πρέπει ν` απορριφθεί, δυνάμενος να προβληθεί μόνο είτε ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής, αν αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, είτε με αναψηλάφηση, αν μεταξύ της απόφασης στην παραπάνω δίκη και της απόφασης, από την οποίαν πηγάζει το δεδικασμένο, υπάρχει αντίφαση κατ` άρθρο 544 αρ. 1 KΠολΔ (ΑΠ 63/2023, 413/2017, 571/1994).
Με το άρθρο 1 παρ. 1 και 3 του ν. 1069/1980 "Περί κινήτρων δια την ίδρυση Επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως "(ΦΕΚ Α' 191), όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του Ν. 4483/2017 (ΦΕΚ Α' 107), προβλέφθηκε για την άσκηση των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος ύδρευσης και αποχέτευσης οικιστικών κέντρων της χώρας (με εξαίρεση τις πόλεις των Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Βόλου και των μειζόνων περιοχών τους), η δυνατότητα της σύστασης σε κάθε δήμο ή κοινότητα, κατόπιν απόφασης του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, ενιαίων επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης, οι οποίες αποτελούν ίδια νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) κοινωφελούς χαρακτήρα, τα οποία διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο, λειτουργούν με τη μορφή δημοτικής ή κοινοτικής επιχείρησης και διέπονται ως προς τη διοίκηση, οργάνωση, εκτέλεση, λειτουργία, συντήρηση των έργων της αρμοδιότητάς τους, καθώς και τις πηγές της χρηματοδότησής τους από τις διατάξεις του νόμου αυτού, εφαρμοζομένων, κατά τα λοιπά, των διατάξεων του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα.
Σύμφωνα με τις επιμέρους ρυθμίσεις του ως άνω νόμου ορίζεται ότι: α) η δημοτική επιχείρηση ύδρευσης και αποχέτευσης, αποτελούσα, κατά τα προαναφερθέντα, αυτοτελές νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, διοικείται από ίδιο διοικητικό συμβούλιο, του οποίου τα μέλη, ο Πρόεδρος και Αντιπρόεδρος, ορίζονται κατά τις περί συγκροτήσεως της Επιτροπής Δημοτικών Επιχειρήσεων του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικος διατάξεις (άρθρο 3 παρ. 1), β) καθορίζεται με οργανισμό εσωτερικής υπηρεσίας, που συντάσσεται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης και εγκρίνεται από τον Υπουργό Εσωτερικών, μετά γνώμη των οικείων δημοτικών ή κοινοτικών Συμβουλίων, η οργάνωση, η σύνθεση και η αρμοδιότητα των υπηρεσιών, ο αριθμός των θέσεων του πάσης φύσεως προσωπικού της, το οποίο συνδέεται με την επιχείρηση με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανάλογα προς τις ανάγκες της επιχείρησης, η κατά μισθολογικά κλιμάκια κατανομή των θέσεων αυτού, κατά ομάδες ειδικοτήτων και ανάλογα με τη βαθμίδα εκπαίδευσης, οι αποδοχές, καθώς και ο τρόπος πρόσληψης και απόλυσης και το αρμόδιο προς τούτο όργανο (άρθρο 7 παρ. 1 και 2), γ) η επιχείρηση έχει ιδία περιουσία και δικούς της πόρους (άρθρο 8 παρ. 1), δ) στους πόρους της επιχείρησης, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνονται τα τέλη σύνδεσης με τα δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης, η αξία του καταναλισκομένου ύδατος κ.λ.π., ενώ οι ως άνω πόροι της επιχείρησης χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για τη μελέτη, κατασκευή, ανακατασκευή ή επέκταση ύδρευσης και αποχέτευσης ή την εξόφληση τοκοχρεωλυσίων από δάνεια (άρθρο 10 παρ. 1 και 2), ε) οι διατάξεις περί προστασίας δημοτικών και κοινοτικών κτημάτων εφαρμόζονται και επί της περιουσίας της επιχείρησης (άρθρο 8 παρ. 3), στ) το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων συμβάλλει με δωρεάν επιχορήγηση μέχρι ποσοστού 35% στις δαπάνες μελετών και κατασκευών των πάσης φύσεως έργων που ανήκουν στην αρμοδιότητα των δημοτικών επιχειρήσεων και μέχρι του ύψους των εγκρινομένων κατ' έτος για το σκοπό αυτό πιστώσεων (άρθρο 13 παρ. 1), ζ) η οικονομική διαχείριση της επιχείρησης ενεργείται με βάση δικό της προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων, έχει δε η επιχείρηση δική της αυτοτελή ταμειακή υπηρεσία και διατάκτης αυτής είναι ο γενικός διευθυντής, σε σύμπραξη με τον προϊστάμενο των οικονομικών υπηρεσιών της επιχείρησης (άρθρο 17 παρ. 1), η) ο τακτικός οικονομικός έλεγχος της διαχείρισης της επιχείρησης ενεργείται από δύο ορκωτούς λογιστές - εκτιμητές, που διορίζονται από το Γραμματέα της Περιφέρειας στην αρχή κάθε οικονομικού έτους (άρθρο 18, ως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 7 του ν. 4483/2018), θ) ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας ασκεί έλεγχο νομιμότητας στις αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου για την ψήφιση του προϋπολογισμού της επιχείρησης, του τεχνικού προγράμματος έργων και για κάθε τροποποίησή του, για την αγορά και εκποίηση ακινήτων ή την επιβάρυνσή τους με εμπράγματα βάρη, για τη σύναψη δανείων, για τις μελέτες, έργα και προμήθειες και ελέγχει τον ισολογισμό, απολογισμό και την έκθεση πεπραγμένων και μπορεί να διατάξει έκτακτο διαχειριστικό και ταμειακό έλεγχο από ορκωτούς λογιστές (άρθρο 20), ι) τα σχετικά με τη λειτουργία και διαχείριση της επιχείρησης, σύμφωνα με τις, γενικής παραδοχής, λογιστικές και οργανωτικές αρχές, ρυθμίζονται κάθε φορά με κανονισμούς, που συντάσσονται και ψηφίζονται από το διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης και ελέγχονται από το οικείο δημοτικό συμβούλιο (άρθρο 21), ια) τα από την επιχείρηση εκτελούμενα έργα χαρακτηρίζονται δημοσίας ωφέλειας, τα δε προς τούτο αναγκαία ακίνητα απαλλοτριώνονται αναγκαστικά υπέρ και με δαπάνες της, κατόπιν αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου (άρθρο 34) και ιβ) με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου που εγκρίνεται από το οικείο δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο καθορίζονται χωριστά τιμολόγια για την υπηρεσία ύδρευσης και αποχέτευσης (άρθρο 25 παρ. 1).
Εξάλλου στο δέκατο μέρος του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το ν. 3463/2006 (ΦΕΚ Α' 114), το οποίο φέρει τον τίτλο "Επιχειρήσεις Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης" ορίζονται τα εξής: "1. Οι δήμοι και οι κοινότητες μπορούν να συνιστούν ή να συμμετέχουν σε επιχειρήσεις, οι οποίες καλούνται επιχειρήσεις Ο.Τ.Α., σύμφωνα με τις παρακάτω ειδικότερες ρυθμίσεις ... 4.
Επιχειρήσεις Ο.Τ.Α. που συνιστώνται βάσει ειδικών διατάξεων νόμου, οι οποίες διέπουν την οργάνωση και λειτουργία τους, αποτελούν αντίστοιχες επιχειρήσεις Ο.Τ.Α. ειδικού σκοπού. 5. Οι επιχειρήσεις των προηγούμενων παραγράφων αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου ... "(άρθρο 252 παρ. 1, 4 και 5). "1. Οι κοινωφελείς επιχειρήσεις διοικούνται από διοικητικό συμβούλιο, αποτελούμενο από επτά (7) έως έντεκα (11) μέλη, τα οποία ορίζονται μαζί με τους αναπληρωτές τους από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο .
Από τα μέλη αυτά τουλάχιστον τρεις (3) είναι αιρετοί εκπρόσωποι του Δήμου ή της Κοινότητας, ένας (1) είναι εκπρόσωπος των εργαζομένων στην επιχείρηση αν αυτή απασχολεί περισσότερους από είκοσι (20) εργαζόμενους, υποδεικνυόμενος από τη γενική συνέλευση αυτών και ένας (1) είναι εκπρόσωπος κοινωνικού φορέα της περιοχής.
Τα υπόλοιπα μέλη είναι δημότες ή κάτοικοι του Δήμου ή της Κοινότητας, που έχουν πείρα ή γνώσεις, σχετικές με το αντικείμενο της επιχείρησης. Στην περίπτωση των αιρετών μελών τουλάχιστον ένα μέλος εξ αυτών προέρχεται από τη μειοψηφία. 2. Η θητεία του διοικητικού συμβουλίου ακολουθεί τη θητεία του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, εκτός αν στην πράξη σύστασης της επιχείρησης προβλέπεται μικρότερη θητεία.
Σε κάθε περίπτωση, η θητεία του λήγει το αργότερο τρεις (3) μήνες μετά την εγκατάσταση του νέου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου. 3. Μέλη του διοικητικού συμβουλίου είναι δυνατόν να αντικατασταθούν κατά τη διάρκεια της θητείας τους, με αιτιολογημένη απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου που τα όρισε, η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των μελών του.
Για την αντικατάσταση του εκπροσώπου των εργαζομένων και του κοινωνικού φορέα της περιοχής, απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του οργάνου που τους πρότεινε. 4. Το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο ορίζει από τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου τον πρόεδρο και τον αντιπρόεδρο του. Με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης προσλαμβάνεται διευθυντής μετά από σχετική προκήρυξη.
Στον κανονισμό προσωπικού καθορίζονται τα προσόντα που πρέπει να έχει ο διευθυντής της επιχείρησης ... "(άρθρο 255 παρ. 1, 2, 3, 4). "Το διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης συντάσσει υποχρεωτικά τους ακόλουθους κανονισμούς: α. Εσωτερικό κανονισμό υπηρεσιών με τον οποίο καθορίζονται η οργάνωση, η διάρθρωση και οι αρμοδιότητες των υπηρεσιών της επιχείρησης, οι θέσεις του προσωπικού, κατά ειδικότητα, καθώς και το ανώτατο όριο αυτού β.
Κανονισμό προσωπικού, ο οποίος καθορίζει την υπηρεσιακή κατάσταση αυτού, τα προσόντα πρόσληψης, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις καθώς και τις πειθαρχικές του ευθύνες. γ. Κανονισμό οικονομικής διαχείρισης. Με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης, μπορεί να συντάσσονται και άλλοι κανονισμοί, οι οποίοι κρίνονται απαραίτητοι για τη λειτουργία αυτής "(άρθρο 257 παρ. 1). "Η κοινωφελής επιχείρηση είναι δυνατόν να χρηματοδοτείται από τον οικείο δήμο για τις δραστηριότητές της, μετά από σχετική απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του "(άρθρο 259 παρ. 1 εδ.
α', όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 14 του ν. 4071/2012). "1. Η διαχείριση των κοινωφελών επιχειρήσεων γίνεται σύμφωνα με ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων και είναι ανεξάρτητη από την υπόλοιπη δημοτική ή κοινοτική διαχείριση. 2. .... 3. Η έγκριση του προϋπολογισμού της επιχειρήσεως από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο, λαμβάνει χώρα το αργότερο εντός μηνός από την ψήφιση του προϋπολογισμού του οικείου Ο.Τ.Α. 4. ... 5.
Ο Δήμος ή η Κοινότητα δεν ευθύνεται για οφειλές ή οποιεσδήποτε υποχρεώσεις έχει αναλάβει η επιχείρηση έναντι τρίτων "(άρθρο 260 παρ. 1, 3 και 5). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 276 οι επιχειρήσεις Ύδρευσης - Αποχέτευσης απαλλάσσονται εν γένει από κάθε δημόσιο, άμεσο ή έμμεσο, δημοτικό, κοινοτικό ή λιμενικό φόρο, τέλος, δικαστικό ένσημο και εισφορά υπέρ οποιουδήποτε ταμείου, εισφορά υπέρ της Ε.Ρ.Τ.- Α.Ε., από κρατήσεις και από κάθε δικαστικό τέλος στις δίκες τους, με την επιφύλαξη των εκάστοτε ισχυουσών φορολογικών ρυθμίσεων.
Επίσης, έχουν όλες ανεξαιρέτως τις ατέλειες και τα δικαστικά, διοικητικά και δικονομικά προνόμια, που παρέχονται στο Δημόσιο. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι οι Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης, ναι μεν χαρακτηρίζονται από τον ιδρυτικό τους νόμο ως νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, δεν αποτελούν, ωστόσο, αυτόνομα νομικά πρόσωπα του ιδιωτικού τομέα, αλλά πρόκειται για ετεροκαθοριζόμενα νομικά πρόσωπα, τα οποία εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον και παρέχουν δημόσιο - αυτοδιοικητικό σκοπό (ύδρευση-αποχέτευση), τελούν δε σε καθεστώς έντονης εξάρτησης από τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Δήμων και Περιφερειών), στα οποία ανήκουν και υπάγονται, καθώς:
α) η σύσταση κάθε επιχείρησης λαμβάνει χώρα με απόφαση του οικείου δημοτικού συμβουλίου, β) το διοικητικό συμβούλιο κάθε επιχείρησης ορίζεται από το οικείο δημοτικό συμβούλιο, γ) ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης διορίζονται εκλεγμένοι δημοτικοί σύμβουλοι, από τους οποίους ο ένας αναγκαστικά προέρχεται από την εκάστοτε μειοψηφία, δ) ο Οργανισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας της επιχείρησης εγκρίνεται από τον Υπουργό Εσωτερικών, μετά από γνώμη του οικείου δημοτικού συμβουλίου, ε) ο τακτικός οικονομικός έλεγχος της διαχείρισης κάθε επιχείρησης ενεργείται από δύο ορκωτούς λογιστές, που διορίζονται από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας στην αρχή κάθε έτους, στ) ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας ασκεί έλεγχο νομιμότητας των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου για τα σοβαρότερα ζητήματα και συγκεκριμένα για την ψήφιση και κάθε τροποποίηση του προϋπολογισμού της επιχείρησης και του τεχνικού προγράμματος έργων, την αγορά και εκποίηση ακινήτων κτημάτων της επιχείρησης ή την επιβάρυνση αυτών με εμπράγματα δικαιώματα, τη σύναψη δανείων, τις μελέτες, τα έργα και τις προμήθειες, ζ) ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας ελέγχει τον ισολογισμό, τον απολογισμό και την έκθεση πεπραγμένων και μπορεί να διατάξει τη διενέργεια έκτακτου διαχειριστικού και ταμειακού ελέγχου από ορκωτούς ελεγκτές, η) οι κανονισμοί λειτουργίας και διαχείρισης, που ψηφίζονται από το διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης, ελέγχονται από το οικείο δημοτικό συμβούλιο και, τέλος, θ) οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης, αναφορικά με τα χωριστά τιμολόγια ύδρευσης και αποχέτευσης ή τη διαφοροποίηση των εισπραττόμενων τελών, πρέπει να εγκριθούν από το οικείο δημοτικό συμβούλιο.
Περαιτέρω στις ανωτέρω επιχειρήσεις απονέμονται προνόμια και ατέλειες, με αποτέλεσμα την απαλλαγή τους από τον ανταγωνισμό, ενώ ως πόροι κάθε επιχείρησης ορίζονται, μεταξύ άλλων, διάφορα ανταποδοτικά τέλη. Τέλος, οι ως άνω επιχειρήσεις επιχορηγούνται από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων για τη μελέτη και την κατασκευή έργων ύδρευσης και αποχέτευσης, κατά ποσοστό 35%, από τις πιστώσεις της επιχείρησης, που εγκρίνονται κατ' έτος, για τον σκοπό αυτό.
Τα έργα που εκτελούνται από την επιχείρηση χαρακτηρίζονται δημόσιας ωφέλειας, με αποτέλεσμα να προβλέπεται δυνατότητα αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των αναγκαίων ακινήτων ή σύστασης δουλείας οιασδήποτε μορφής επ' αυτών με σχετική απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης. Εν κατακλείδι, από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η δομή και η οργάνωση, καθώς και η χρηματοδότηση των Δ.Ε.Υ.Α., ταυτίζεται με την έννοια της δημόσιας επιχείρησης, δηλαδή εκείνης για την οποία νόμος, είτε ιδρυτικός της, είτε άλλος, προβλέπει ότι λειτουργεί χάριν του δημόσιου συμφέροντος και η οποία, περαιτέρω, οργανωμένη σε νομικό πρόσωπο, επί του οποίου το κράτος ασκεί αποφασιστική επιρροή (μέσω χρηματοδοτήσεων και οικονομικών ελέγχων), λειτουργεί με κριτήρια επιδιώξεως οικονομικού αποτελέσματος, με την έννοια όχι της κερδοσκοπίας, αλλά της δημιουργίας των οικονομικών δυνατοτήτων, για την επίτευξη των βασικών σκοπών της.
Επιπλέον, η παροχή υπηρεσιών κοινής ωφελείας, δεν συνιστά δραστηριότητα αναπόσπαστη από τον πυρήνα της κρατικής εξουσίας, επομένως, εφόσον σκοπός των Δ.Ε.Υ.Α. είναι, όπως προαναφέρθηκε, να μεριμνούν για τον συνεχή εφοδιασμό όσων κατοικούν ή διαμένουν στην περιφέρειά τους, με επαρκή, για τις προσωπικές και οικογενειακές τους ανάγκες, ποσότητα πόσιμου ύδατος, το οποίο πληροί τους απαραίτητους όρους υγιεινής και διατίθεται σε προσιτή τιμή, ταυτοχρόνως δε για την κρίσιμη για την δημόσια υγεία παροχέτευση των ακάθαρτων υδάτων και των λυμάτων, δικαιολογείται η λήψη μέτρων, που εντάσσονται σε ενιαία δημοσιονομική πολιτική, όπως η περικοπή των μισθολογικών παροχών, ώστε να εξασφαλιστεί η επίτευξη του δημόσιου σκοπού τους, όπως αρχικά συνέβη με τους Ν. 3833 και 3845/2010 (Ολ.Α.Π. 5/2022).
Οι υπηρεσίες αυτές παρέχονται μονοπωλιακώς, σε πληθυσμό διαβιούντα σε συγκεκριμένο νομό, από δίκτυα που είναι μοναδικά και ανήκουν στα πάγια περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησης. Αβεβαιότητα, ως προς την συνέχεια της παροχής προϊόντων υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, με αυτόν το βαθμό αναγκαιότητας, δεν συγχωρείται από το άρθρο 5 παρ. 5 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει το δικαίωμα στην προστασία της υγείας, καθώς και από το άρθρο 21 παρ. 3 του Συντάγματος που ορίζει ότι το κράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών, εξ ου και ο εξοπλισμός των Δ.Ε.Υ.Α.
με την αρμοδιότητα κήρυξης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης. Την ένταξη δε των Δ.Ε.Υ.Α. στα δημοσιονομικά μέτρα, που λαμβάνονται για τη μείωση των κρατικών ελλειμάτων δικαιολογεί και η προναφερθείσα επιχορήγησή τους από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων για τη μελέτη και την κατασκευή έργων ύδρευσης και αποχέτευσης.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο όρος "ανήκει", στη φράση "Ν.Π.Ι.Δ. που ανήκουν στο Κράτος, σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α.", που διαλαμβάνουν οι ως άνω νόμοι, αναφορικά με το ρυθμιστικό τους πεδίο, εκφεύγει των στενών ορίων της έννοιας της ιδιοκτησίας και καταλαμβάνει κάθε Ν.Π.Ι.Δ., η δραστηριότητα του οποίου εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό και τελεί υπό τη δημοσιονομική μέριμνα του κράτους, ερμηνεία που επιβάλλεται τελολογικώς από τον σκοπό του νόμου.
Είναι δε αδιάφορο για την εφαρμογή των ρυθμίσεων των ν. 3833/2010 και 3845/2010 (με τις οποίες το πρώτον έλαβε χώρα μείωση των αποδοχών των εργαζομένων, χωρίς εξαίρεση, σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που ανήκουν στο κράτος σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α. ή επιχορηγούνται τακτικά από τον κρατικό προϋπολογισμό ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις, κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005), εάν οι επιχειρήσεις αυτές, τόσο κατά το ενωσιακό, όσο και κατά το εθνικό δίκαιο, δεν συγκαταλέγονται στους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, όπως αυτοί προσδιορίζονται από το Μητρώο φορέων Γενικής Κυβέρνησης, που τηρείται με ευθύνη της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής.
Περαιτέρω, με τον Ν. 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο-βαθμολόγιο εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015 "(ΦΕΚ Α' 226/27-10-2011), προβλέφθηκε ανώτατο όριο για το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών των απασχολούμενων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.
Ειδικότερα, προβλέφθηκε μισθολόγιο για τους απασχολούμενους στο με στενή έννοια δημόσιο τομέα, στο δε άρθρο 29 παρ. 2 αυτού όπως τροποποιήθηκε από τότε που ίσχυσε, με το άρθρο 3 παρ. 3 της ΠΝΠ 16/16-12-2011 (ΦΕΚ Α' 262), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4047/2012 (ΦΕΚ Α' 31/232/2012) ορίζεται ότι : "Σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του Κεφαλαίου αυτού προκύπτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μεγαλύτερες από αυτές που έπαιρναν οι δικαιούχοι τους κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαίου, η προκαλούμενη αύξηση καταβάλλεται ως εξής :
α) ... β) ... Εφόσον προκύπτει μείωση, η οποία είναι μεγαλύτερη κατά ποσοστό του 25% των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι, κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, η συνολική μείωση κατανέμεται ως εξής : α) 25% μείωση επί των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι, κατά τον τελευταίο μήνα, πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου με την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, β) η υπερβάλλουσα μείωση ισόποσα σε χρονικό διάστημα δύο (2) ετών, το οποίο αρχίζει ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου. 3. ... 4.
Τα θέματα του Κεφαλαίου αυτού δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων". Στο άρθρο 31 του νόμου και υπό τον τίτλο "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα", ορίζονται τα ακόλουθα: "1. α) Στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που ανήκουν στο κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ.
ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων, κατά 50%, τουλάχιστον, του ετήσιου προϋπολογισμού τους ...
εφαρμόζεται ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών προσωπικού, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους [...] 3. Για τους εργαζόμενους στους φορείς της υποπαραγράφου 1α, με σχέση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, το ανώτατο όριο των μηνιαίων τακτικών αποδοχών για κάθε εκπαιδευτική κατηγορία ΥΕ, ΔΕ, ΤΕ και ΠΕ, ισούται με το αντίστοιχο ανώτατο όριο, που προκύπτει κατ' εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου για τους υπαλλήλους με αντίστοιχη σχέση εργασίας (ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου) στο Δημόσιο [...] 4.
Το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, εξαιρουμένων των εργοδοτικών εισφορών, των φορέων της υποπαραγράφου 1α του παρόντος άρθρου, απαγορεύεται να υπερβαίνει τα χίλια εννιακόσια (1.900) ευρώ το μήνα ... Αν με την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, προκύπτει μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, του πάσης φύσεως προσωπικού του φορέα, μικρότερο του 65% του μέσου κατά κεφαλή αντίστοιχου κόστους του φορέα, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά την 31-12-2009, ισχύει ως όριο, το ως άνω όριο του 65% "(το τελευταίο εδάφιο της παρ. 4 προστέθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 1 της από 31-12-2011 ΠΝΠ (ΦΕΚ Α' 268, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο δεύτερο του ως άνω Ν. 4047/2012) ... 7.
Οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 29 εφαρμόζονται αναλογικά και στους εργαζόμενους των φορέων, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου, εφόσον προκύπτει μείωση των συνολικών μηνιαίων αποδοχών τους μεγαλύτερη από το ποσοστό που ορίζεται στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 29 [...] 9.
Από την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαίου καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρος συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας, που καθορίζει αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές, που υπερβαίνουν τα ανώτατα κατά περίπτωση όρια που ορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους "Και με το άρθρο 32 παρ. 4 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι : "Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου αρχίζει την 1-11-2011".
Καθίσταται σαφές ότι η ανωτέρω διάταξη, η οποία θεσπίστηκε για τη λήψη άμεσων δημοσιονομικών μέτρων για την εξοικονόμηση πόρων με μείωση των δημόσιων δαπανών, ώστε η Χώρα να υλοποιήσει τις δεσμεύσεις που ανέλαβε με το Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης (Π.Σ.Α.) και να επιτύχει τη δημοσιονομική εξυγίανση με συγκεκριμένους στόχους και σε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, δεν προσδίδει επιπλέον κανονιστικό περιεχόμενο, σε σχέση με τις ρυθμίσεις των Ν. 3833 και 3845/2010, αλλά έχει διευκρινιστική διατύπωση και καθιστά σαφέστερο το νόημα του όρου "ανήκουν ", συνδέοντάς τον με την επίτευξη συγκεκριμένου σκοπού, ώστε πλέον να μην καταλείπονται αμφιβολίες για τη γραμματική ερμηνεία της διάταξης, ότι δηλαδή οι δημοτικές επιχειρήσεις, περιλαμβανομένων και των δημοτικών επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης, περιλαμβάνονται στους δημοσιονομικούς περιορισμούς που οι διατάξεις αυτές προβλέπουν .
Τέλος, κατ' εφαρμογή του ν. 4046/2012 "Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Ε.Τ.Χ.Σ.) της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας "(ΦΕΚ Α' 28) και στο πλαίσιο του εκεί τεθέντος στόχου της επίτευξης, με δημοσιονομικές παρεμβάσεις, πρωτογενούς πλεονάσματος της Γενικής Κυβέρνησης, που θα επέτρεπε τη σταθεροποίηση, σε πρώτη φάση και τη μείωση, στη συνέχεια, του δημοσίου χρέους, εκδόθηκε ο ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016" (ΦΕΚ Α' 222/12.11.2012), ο οποίος στο άρθρο πρώτο, παρ.
Γ υποπαρ. Γ. 1, υπό τον τίτλο: "Μισθολογικές διατάξεις του Δημοσίου Τομέα", ορίστηκαν τα εξής: "1. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ.
και Ο.Τ.Α., καθώς και για τα μόνιμα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχους της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, καταργούνται από 1-1-2013 [...] 12. Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011, που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, έχουν ανάλογη εφαρμογή, από 1-1-2013, και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που ανήκουν στο Κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ.
ή σε Ο.ΤΑ., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων, κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανωνύμων εταιρειών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005, όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010. [...] .
Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, για τους ανωτέρω παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 4042/2011, εκτός από αυτές της παραγράφου 2". Με τις διατάξεις του νόμου αυτού, προς εφαρμογή του εγκριθέντος με το ν. 4046/2012 δεύτερου Μνημονίου Συνεννόησης, ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η Χώρα εξακολουθεί να έχει συνεχή προβλήματα με τη φορολογική "συμμόρφωση", την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Κράτος και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων, ως άμεσο μέτρο, στο πλαίσιο αυτό, για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, με την επίμαχη διάταξη της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του εν λόγω ν. 4093/2012, την ένταξη από 01-01-2013 του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα στο ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο, που είχε θεσπιστεί με το ν. 4024/2011.
Το μέτρο αυτό αποτελεί τμήμα ευρύτερου, ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής "Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016" και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, που αποσκοπεί στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας, όσο και τη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασης, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν, κατ' αρχήν, τη λήψη μέτρων ρύθμισης μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων, που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.
Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι και τα αναφερόμενα στην περ. 12 της παραγράφου Γ' υποπαράγραφο Γ1 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 νομικά πρόσωπα, λειτουργούν χάριν του δημοσίου συμφέροντος και, λόγω ακριβώς της ουσιαστικής ένταξής τους στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και του σκοπού τους, είναι δυνατή, με ειδική νομοθετική πρόβλεψη, η υπαγωγή τους σε καθεστώς μισθολογικών μέτρων, που αποσκοπούν στην αναμόρφωση του συστήματος οικονομικών απολαβών του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των νόμων 3833/2010, 3845/2010, 4024/2011 και 4093/2012 και ενόψει του διέποντος αυτές νομοθετικού πλαισίου (ν.1069/1980 και 3463/2006) προκύπτει ότι, οι Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης υπάγονται στο ρυθμιστικό πεδίο των άρθρων 1 παρ. 5 και 2 παρ. 2 του ν. 3833/2010, 3 παρ. 4 και 6 του ν. 3845/2010, ως και εκείνων των άρθρων 31 παρ. 1α, 3 και 4 του ν. 4024/2011, καθώς και στην περίπτωση 12 της υποπαρ.
Γ1 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου ν. 4093/2012, η εφαρμογή των οποίων συνιστά και το αντικείμενο της ένδικης διαφοράς και ειδικότερα συγκαταλέγονται στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, αφού είναι επιχειρήσεις Ο.Τ.Α. ειδικού σκοπού, έχουν κοινωφελή χαρακτήρα, παρέχοντας ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο υπηρεσίες (ύδρευση - αποχέτευση) και πληρούν το κριτήριο που τάσσεται από τους μνημονιακούς νόμους, ήτοι ανήκουν σε συγκεκριμένο Ο.Τ.Α. (εν προκειμένω Δήμο ……), κατά την έννοια της επίτευξης αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της διοίκησής τους και, ως εκ τούτου, η γενομένη, κατ' εφαρμογή τους, μείωση των αποδοχών του προσωπικού τους είναι νόμιμη (Ολ.
Α.Π. 5/2022, 1/2021, Α.Π. 2040/2022, 626/2021, 738/2020, 1097/2018). Περαιτέρω, οι διατάξεις των ν. 3833/2010, 3845/2010, 4024/2011 και 4093/2012, δεν αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 5, 22 παρ. 1-2, 23 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.).
Και αυτό διότι, αυτή καθ' εαυτή, η υπαγωγή του προσωπικού των Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης στο μισθολόγιο των άνω νόμων και ο κανονισμός των αποδοχών τους, που αποτελεί κύριο αντικείμενο των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (άρθρο 2 του ν.1876/1990), με τυπικό νόμο, αιτιολογείται επαρκώς στο πλαίσιο της προσπάθειας που καταβάλλεται από την Ελληνική Κυβέρνηση στην παρούσα δημοσιονομική συγκυρία, για την εξοικονόμηση των δαπανών και τον εξορθολογισμό της υφιστάμενης προβληματικής κατάστασης, η οποία είχε διαμορφωθεί με βάση το ισχύον, παρωχημένο και, σε κάποιες περιπτώσεις, αυθαίρετο σύστημα οικονομικών απολαβών, τόσο στο στενό, όσο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (βλ.
αιτιολογική έκθεση του Ν. 4024/2011).
Συνεπώς, η υπαγωγή του προσωπικού των επιχειρήσεων αυτών - που έχουν κοινωφελή χαρακτήρα και ανήκουν στους Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημοσίου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της διοίκησής του - στις ρυθμίσεις του Ν. 4024/2011 και, στη συνέχεια, στις ρυθμίσεις του Ν. 4093/2012 (όπως άλλωστε και στις ρυθμίσεις των Ν. 3833/2010 και 3845/2010), με συνέπεια την ανάλογη μείωση των αποδοχών τους, εξυπηρετεί θεμιτό σκοπό δημόσιας ωφέλειας και βρίσκει αιτιολογικό έρεισμα στην έκτακτη και πρωτοφανή δημοσιονομική κρίση που αντιμετώπισε η Χώρα (συνεπεία της οποίας μάλιστα μεγάλο ποσοστό των απασχολούμενων στον ιδιωτικό τομέα, είτε μισθωτών, είτε αυτοαπασχολούμενων, κατέστησαν άνεργοι, σε αντίθεση με τους απασχολούμενους στο στενό και ευρύτερο δημόσιο τομέα).Σε κάθε περίπτωση, η έλλειψη αμιγώς προσωρινού χαρακτήρα των μέτρων αυτών (έστω κι αν η παρέμβαση του νομοθέτη υπόκειται σε χρονικό περιορισμό, ο οποίος συμπίπτει με τη λήξη του εγκριθέντος με το Ν. 4093/2012 Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής) είναι δικαιολογημένη, διότι ο σκοπός του νομοθέτη ήταν, όχι μόνο να αντιμετωπίσει την οξεία δημοσιονομική κρίση, αλλά κυρίως να εξυγιάνει τα δημόσια οικονομικά, κατά τρόπο μόνιμο, η λήψη δε των μέτρων αυτών δικαιολογείται στο πλαίσιο υιοθέτησης ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο στόχευε στην αντιμετώπιση της άμεσης ανάγκης χρηματοδότησης της χώρας, αλλά και στην βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής κατάστασης και της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας (Ολ.
Α.Π. 1/2021). Επιπλέον, ούτε η επί τω χείρω μεταβολή των συμφωνηθέντων με τον εργοδότη όρων εργασίας του ως άνω προσωπικού πλήττει την προστατευόμενη από το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος συμβατική ελευθερία αμφότερων των μερών της εργασιακής σχέσης, ούτε το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.
κατοχυρώνει δικαίωμα σε διαρκή απόληψη αποδοχών ορισμένου ύψους, αφού δεν κωλύεται καταρχήν ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση του Κράτους, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις (Ολ.
ΣτΕ 668/2012, ΣτΕ 1283/2012). Ως εκ τούτου, η διάταξη του άρθρου 31 παρ. 1α, 3 και 4 του Ν. 4024/2011, καθώς και η διάταξη της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, η εφαρμογή ή μη των οποίων στο, με σχέση ιδιωτικού δικαίου, προσωπικό της αναιρεσίβλητης δημοτικής επιχείρησης ύδρευσης και αποχέτευσης συνιστά αντικείμενο της ένδικης διαφοράς, δεν αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 2-3 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., ούτε στη συνταγματικώς κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1, αρχή της αναλογικότητας, αφού δεν άγουν σε υπέρμετρη απώλεια των αποδοχών τους, σε σχέση με αυτή, που βάσει των ίδιων διατάξεων υπέστη το προσωπικό ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ.
και τους ΟΤΑ, ούτε ανατρέπουν ριζικά τα δεδομένα της οικονομικής τους κατάστασης, στα οποία είχαν καλοπίστως αποβλέψει (Ολ.Α.Π. 1/2021, Α.Π 2040/2022, 2084/2022, 738/2020, 1097/2018). Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδαφ. α του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό η ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών (ΟλΑΠ 1/2021, 2084/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα:
Οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι με την υπό κρίση, από 2-1-2017 με αρ. εκθέσεως καταθέσεως …/2-1-2017 αγωγή, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, ισχυρίστηκαν ότι προσλήφθηκαν έκαστος εξ αυτών από το εναγόμενο νομικό πρόσωπο, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθούν με την ειδικότητα και τους όρους εργασίας, που εκτίθενται αναλυτικά στην αγωγή, αντί μισθού καθοριζόμενου εκάστοτε από τις οικείες ομοιοεπαγγελματικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας και τις διατάξεις του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας του εναγομένου και προσφέρουν την εργασία τους έκτοτε συνεχώς μέχρι σήμερα, με τις αναφερόμενες ειδικότητες ο καθένας τους.
Ότι μέχρι τη θέση σε ισχύ των ν. 3833/2010, 3845/2010 και 4024/2011, οι εν γένει αποδοχές τους και οι συνθήκες της εργασίας τους ρυθμίζονταν από την επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας (ν.1876/1990), η τελευταία δε ΣΣΕ που ρύθμισε τα μισθολογικά τους ζητήματα ήταν η από 13-3-2014 κλαδική ΣΣΕ, η οποία ισχύει μέχρι 31-12-2016. Ότι με την εφαρμογή του άρθρου 1 του ν. 3833/2010 πραγματοποιήθηκαν περικοπές των αποδοχών τους, σε ύψος 7% και, ακολούθως, με την εφαρμογή του άρθρ. 3 ν. 3845/2010 πραγματοποιήθηκαν περαιτέρω περικοπές της τάξης του 3%, καθώς και περικοπές των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, όπως και του επιδόματος αδείας.
Ακολούθως, κατ` εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 31 και του τελικού εδαφίου του άρθρου 29 του ν.4014/2011, πραγματοποιήθηκε περαιτέρω μείωση των αποδοχών τους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις οικείες διατάξεις κατά ποσοστό 25%.. Ότι δυνάμει της διάταξης του άρθρου πρώτου παραγράφου Γ υποπαραγράφου Γ.1.12 ν. 4093/2012 ανεστάλη από 31-10-2012 έως 31-12-2016 η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 29 παρ. 2 περ.
β' εδ. τελευταίο ν. 4024/2011, περί περαιτέρω περικοπής επί των καταβαλλόμενων αποδοχών τους. Ότι το εναγόμενο, επικαλούμενο την υπ' αριθμ. πρωτ. οικ. 2/85127/0022/22.11.2012 ερμηνευτική εγκύκλιο της Διεύθυνσης 22η Μισθολογίου της Γενικής Διεύθυνσης Μισθών του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους αρνείται να εφαρμόσει την ανωτέρω διάταξη περί αναστολής του άρθρου 29 παρ. 2 περ.
β' εδ. τελευταίο ν. 4024/2011, με αποτέλεσμα να εντάσσονται από 1-1-2013 στο ενιαίο μισθολόγιο με περαιτέρω περικοπές κατά 25% των αποδοχών τους, κατά παράβαση των διατάξεων του νόμου 4093/2012, με συνέπεια στο σύνολό τους οι περικοπές να υπερβαίνουν το 55%. Ότι η μείωση αυτή των αποδοχών τους κατ' εφαρμογή του ενιαίου μισθολογίου είναι μη σύννομη γι' αυτούς καθόσον η εναγόμενη δεν υπάγεται στο ρυθμιστικό πεδίο του Ν. 4093/2012, καθώς αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και διέπεται από το καθεστώς της ιδιωτικής οικονομίας, επικουρικά, η διπλή αυτή μείωση συνιστά ανεπίτρεπτη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας και δεν τυγχάνει συμβατή προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.5 και 25 παρ.1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), την αρχή της αναλογικότητας και την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ. να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους, καταβάλλοντάς τους τις αποδοχές τους, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί την 31-10-2012 και για τα αναφερόμενα για έκαστο των εναγόντων χρονικά διαστήματα καθώς και να αναγνωρισθεί ότι η σχέση εργασίας τους με το εναγόμενο διέπεται από την αναφερόμενη στην αγωγή συλλογική σύμβαση εργασίας και ότι η εγκύκλιος με αριθμ.
πρωτ. οικ. 2/85127/0022/22.11.2012 της Διεύθυνσης 22η Μισθολογίου της Γενικής Διεύθυνσης Μισθών του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους δεν έχει εφαρμογή στη σχέση εργασίας τους με το εναγόμενο. Ζητούσαν επίσης, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα εξ αυτών τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, όπως αναφέρονταν στους ενσωματωμένους στην αγωγή πίνακες για τον καθένα, ανά μήνα και συνολικά κατ' έτος, για το χρονικό διάστημα 1-7-2014 έως 31-12-2015, ως διαφορά αποδοχών (τακτικές αποδοχές, δώρο Χριστουγέννων, Πάσχα, επίδομα αδείας) για τα αναφερόμενα ως προς έκαστο των εναγόντων χρονικά διαστήματα, άλλως επικουρικά κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις και όλως επικουρικότερα κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την με αρ. 8/2018 απόφασή του, απέρριψε ως απαράδεκτα: α) το αίτημα να αποδέχεται το εναγόμενο τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους, καταβάλλοντας σ` αυτούς τις αποδοχές, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί την 31-10-2012, β) το αίτημα να αναγνωριστεί ότι η με αριθμό πρωτ. οικ 2/85127/0022- 22-11-2012 εγκύκλιος της 22ης διεύθυνσης μισθολογίου με θέμα "κοινοποίηση μισθολογικών διατάξεων" δεν έχει εφαρμογή στη σχέση εργασίας των εναγόντων, και έκρινε την αγωγή νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη ως προς την κυρία βάση της και υποχρέωσε το εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ.
να καταβάλει σε έκαστο εξ αυτών τα αιτούμενα με την αγωγή ποσά, απορρίπτοντας σιγή τις επικουρικές βάσεις τις αγωγής από τις διατάξεις περί αδικοπραξιών και αδικαιολογήτου πλουτισμού. Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους του εναγομένου Ν.Π.Ι.Δ, το Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, δικάζοντας ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι η αγωγή ήταν νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη και απέρριψε την έφεση.
Με την κρίση του αυτή το Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, που απέρριψε τον σχετικό λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος, παραβίασε, κατά τα αναπτυχθέντα στη νομική σκέψη, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 και 29 του Κεφαλαίου Δεύτερου υπό τον τίτλο "Σύστημα βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του Κράτους, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α` και Β` βαθμού και άλλων φορέων του Δημόσιου Τομέα και συναφείς διατάξεις" και άρθρων 31 και 32 υπό τον τίτλο "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα" του Ν.4024/2011 και του άρθρου 12 της παραγράφου Γ υποπαραγράφου Γ.1 με τίτλο " Ρυθμίσεις Θεμάτων Γενικής Γραμματείας Δημοσιονομικής Πολιτικής", οι οποίες είναι συμβατές με το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο και ήταν εφαρμοστέες, καθόσον, Α) Το αναιρεσείον, ΝΠΙΔ "Δ.
Ε. Ύ. και Α. Κ.", συγκαταλέγονταν στα ΝΠΙΔ της υποπαραγράφου 1α του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, αφού: α) επιδιώκει σκοπό δημοσίου συμφέροντος, συνιστάμενο στην παροχή ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο υπηρεσιών, β) τα μέλη του διοικητικού του συμβουλίου ορίζονται από το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου και γ) τελεί υπό την εποπτεία του τελευταίου και του Γενικού Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης.
Ως εκ τούτου, υπό το καθεστώς του νόμου αυτού, οι αποδοχές του προσωπικού του εξαιρέθηκαν μεν της εφαρμογής του μισθολογίου που καθιερώθηκε για τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των .. και των ΝΠΔΔ, υπήχθησαν, όμως, από 1-11-2011, σε διπλό περιορισμό ανωτάτου ορίου, με κριτήρια αφενός την κατηγορία εκπαίδευσης, σε συνάρτηση με τις αποδοχές που προέβλεπε για κάθε κατηγορία το μισθολόγιο, αφετέρου το μέσο μισθολογικό κόστος.
Και Β) Με το ν. 4093/2012 οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011 που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων, έχουν ανάλογη εφαρμογή, από 1.1.2013, και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που ανήκουν στο Κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, το δε αναιρεσείον - που έχει κοινωφελή χαρακτήρα - ανήκει στους ΟΤΑ.
Συνεπώς η γενόμενη, κατ` εφαρμογή των άνω νόμων, ανάλογη μείωση των αποδοχών του προσωπικού του, που εξυπηρετεί θεμιτό σκοπό δημόσιας ωφέλειας, είναι νόμιμη, διότι ο σκοπός του νομοθέτη ήταν όχι μόνο να αντιμετωπίσει την οξεία δημοσιονομική κρίση, αλλά κυρίως να εξυγιάνει τα δημόσια οικονομικά, κατά τρόπο μόνιμο, η λήψη δε των μέτρων αυτών δικαιολογείται στο πλαίσιο υιοθέτησης ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο στόχευε στην αντιμετώπιση της άμεσης ανάγκης χρηματοδότησης της χώρας, αλλά και στην βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής κατάστασης και της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 KΠολΔ, που πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για την προαναφερομένη πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η έρευνα του δευτέρου λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, διότι καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του πρώτου λόγου. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' KΠολΔ "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".
Εν προκειμένω, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως. Στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατόπιν εφέσεως του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση στο σύνολό της, διότι η αγωγή είχε γίνει εν μέρει δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και το εναγόμενο επιδίωκε την απόρριψή της. Από τις αιτιολογίες που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα του πρώτου λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη ως προς όλες τις βάσεις αυτής. Επομένως, δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο και να γίνει δεκτή η έφεση του αναιρεσείοντος, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, καθ' ο μέρος δέχθηκε την αγωγή, και να απορριφθεί η αγωγή ως μη νόμιμη, καθ' ο μέρος είχε γίνει δεκτή πρωτοδίκως. Οι αναιρεσίβλητοι, που νικήθηκαν, πρέπει να καταδικασθούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται τη δήλωση για συνέχιση της δίκης που διακόπηκε βιαίως με τη γνωστοποίηση του θανάτου του τριακοστού πρώτου αναιρεσιβλήτου Δ. Τ. του Γ. από τους αναφερόμενους στο σκεπτικό καθολικούς διαδόχους του και
Κηρύσσει αυτή επαναληφθείσα.
Αναιρεί την 242/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου.
Κρατεί και Δικάζει την υπόθεση.
Δέχεται την από 6-2-2018 με αρ. εκθ. καταθ. …/2018 έφεση.
Εξαφανίζει την 8/2018 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, καθ' ο μέρος δέχθηκε την αγωγή.
Απορρίπτει την από 2-1-2017 με αρ. εκθ. καταθ. …./2017 αγωγή, καθ' ο μέρος έγινε δεκτή πρωτοδίκως. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ