Legislator Case Law & Legislation
1789/2013 AI generated

1789/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1789/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 1663/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την από 22.4.2008 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, ενώ δέχθηκε την από 29.4.2008 αντίθετη έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 29817/2007 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 23.10.2002 αγωγή του, χωρίς κατά τα λοιπά να θιγεί η απόφαση αυτή κατά το μέρος που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αντίθετη από 19.1.2006 αγωγή της αναιρεσείουσας, δέχθηκε ακολούθως η εφετειακή απόφαση εν μέρει στην ουσία της την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα υποχρεούται να του καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 76.832 ευρώ, ως οφειλόμενη σ' αυτόν αμοιβή για το έργο που εκτέλεσε κατά τη μεταξύ τους σύμβαση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ).

Legislator headnote

AI generated

1789/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η κρίση αυτή του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού είναι κρίση περί τα πράγματα, δηλαδή για πραγματικό γεγονός (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ) και συνεπώς η άρνηση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου να λάβει υπόψη τέτοια έγγραφα δεν ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 318/2011).

Keywords

AI generated
learning technique know-how agreement technological innovations unemployment due to technical progress compliance with technical standards technical barriers
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1789 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1789/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΧΥΤΗΡΙΟ ΑΕ", που εδρεύει στη …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Μπιτσάκη.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Μ. του Γ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστείδη Καζάκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23 Οκτωβρίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου ως και την από 19 Ιανουαρίου 2006 ομοία της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29817/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1663/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 27 Φεβρουαρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν μερικά δεκτοί οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος των λόγων της από 11.2.2011 αίτησης αναίρεσης της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΧΥΤΗΡΕΙΟ Α.Ε", να απορριφθούν κατά τα λοιπά οι λόγοι της αίτησης αυτής και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1663/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκούσια μερική εκτέλεση του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 1663/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την από 22.4.2008 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, ενώ δέχθηκε την από 29.4.2008 αντίθετη έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 29817/2007 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 23.10.2002 αγωγή του, χωρίς κατά τα λοιπά να θιγεί η απόφαση αυτή κατά το μέρος που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αντίθετη από 19.1.2006 αγωγή της αναιρεσείουσας, δέχθηκε ακολούθως η εφετειακή απόφαση εν μέρει στην ουσία της την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα υποχρεούται να του καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 76.832 ευρώ, ως οφειλόμενη σ' αυτόν αμοιβή για το έργο που εκτέλεσε κατά τη μεταξύ τους σύμβαση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ).

2. Κατά τις διατάξεις του άρθρ. 529 ΚΠολΔ, στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, το δευτεροβάθμιο όμως δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει ως απαράδεκτα τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται για πρώτη φορά σ' αυτό, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.

Η κρίση αυτή του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού είναι κρίση περί τα πράγματα, δηλαδή για πραγματικό γεγονός (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ) και συνεπώς η άρνηση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου να λάβει υπόψη τέτοια έγγραφα δεν ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 318/2011).

Με το πρώτο μέρος του πέμπτου λόγου της αίτησης αναίρεσης προσάπτει η αναιρεσείουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την κρίσιμη για την απόδειξη της ένδικης αγωγής της, αλλά και για την αντίκρουση της αγωγής του αντιδίκου της, υπ' αριθ. 2285/9.10.2009 ένορκη βεβαίωση του Α.

Π. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, την οποία αυτή από δικαιολογημένη αιτία προσκόμισε με επίκληση για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας εσφαλμένα το Εφετείο ότι από πρόθεση στρεψοδικίας, αλλά και από βαριά αμέλειά της, δεν φρόντισε να λάβει έγκαιρα και να προσκομίσει ήδη στο πρωτόδικο δικαστήριο την ένορκη αυτή βεβαίωση.

Με το περιεχόμενο αυτό ο παραπάνω λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ είναι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, απορριπτέος ως απαράδεκτος.

3. Από τις διατάξεις των άρθρ. 18§§1&2, 22 του κ.ν.2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών", 65, 67, 68, 70, 211, 216 και 713 του ΑΚ, προκύπτει μεν ότι το δικαίωμα της οργανικής εκπροσώπησης της ανώνυμης εταιρείας ανήκει στο Διοικητικό Συμβούλιό της που ενεργεί συλλογικώς και ότι αυτό, εφόσον το καταστατικό της εταιρείας το επιτρέπει, μπορεί να αναθέσει, ολικά ή μερικά , την εκπροσώπηση της εταιρείας ή τη διαχείριση της περιουσίας της σε υποκατάστατο πρόσωπο, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ή τρίτο πρόσωπο, που εκφράζει πρωτογενώς τη βούληση της εταιρείας ως όργανο διοίκησής της, αντλώντας την εξουσία του από το νόμο και το καταστατικό, όμως δεν εμποδίζεται το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας ή τα υποκατάστατα αυτού όργανα να αναθέσουν με απόφασή τους, που μπορεί να συνάγεται και ερμηνευτικά κατά τα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, την εκτέλεση συγκεκριμένων πράξεων σε υπάλληλο της εταιρείας ή σε άλλο πρόσωπο, που ενεργεί στο όνομα ή για λογαριασμό της εταιρείας ως άμεσος αντιπρόσωπός της ή ανάλογα ως εντολοδόχος της (έμμεσος αντιπρόσωπος).

Τα πρόσωπα αυτά συνάγεται ότι ενεργούν ως άμεσοι αντιπρόσωποι της εταιρείας κατά την κατάρτιση δικαιοπραξίας, όταν η εξωτερίκευση της δράσης τους, που εμφανίζεται στο κοινό, παρέχει την εντύπωση, σύμφωνα με τα κριτήρια που διαμορφώνονται στις συναλλαγές για το είδος της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εταιρείας, ότι με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ή των υποκατάστατων οργάνων της διοίκησής της ή έστω με την ανοχή τους ανατέθηκε στα πρόσωπα αυτά ο κύκλος εργασιών, που περιλαμβάνει και τη δικαιοπραξία στην οποία συνέπραξαν (ΑΠ 112/2008? 1191/2009).

Συνεπώς για να δεσμεύεται η ανώνυμη εταιρεία από τις συναλλαγές που έγιναν στο όνομά της, πρέπει το πρόσωπο που την εκπροσώπησε να είχε την αντίστοιχη ικανότητα κατά τις παραπάνω διακρίσεις, διαφορετικά η συναλλαγή δεν τη δεσμεύει, εκτός αν νόμιμα την εγκρίνει (άρθρ. 231§1 ΑΚ). Αντίστοιχα η εσφαλμένη ως προς το ζήτημα αυτό κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, το έγγραφο όμως που τυχόν συντάχθηκε για τη συναλλαγή και υπογράφτηκε στο όνομα της ανώνυμης εταιρείας από πρόσωπο στερούμενο της ικανότητας να την εκπροσωπεί, δεν είναι ανυπόστατο ή παράνομο ως αποδεικτικό μέσο και δεν ιδρύεται επομένως ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11α του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας.

Εξ άλλου παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού κατά την έννοια των άρθρ. 339 και 432 επ. ΚΠολΔ εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.

Παραμόρφωση εγγράφου κατά την έννοια του παραπάνω αναιρετικού λόγου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης, δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενό του.

Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999? ΑΠ 1627/2010).

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζονται α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα αιτιάται με το δεύτερο μέρος του πέμπτου λόγου της αίτησης αναίρεσης την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τους αριθμούς 11α και 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη ως αποδεικτικό μέσο την από 29.9.1999 έγγραφη σύμβαση που υπέγραψε για λογαριασμό της με τον αναιρεσίβλητο ο στερούμενος ικανότητας να την εκπροσωπεί Α.

Π., αλλιώς το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της σύμβασης αυτής με το να τη θεωρήσει ισχυρή και δεσμευτική γι' αυτή, παρόλο που δεν υπογράφτηκε από το νόμιμο εκπρόσωπό της. Σύμφωνα όμως με τις παραπάνω νομικές σκέψεις, η από 29.8.1999 έγγραφη σύμβαση δεν είναι ως έγγραφο ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο ούτε συνιστά παραμόρφωση του περιεχομένου της το ότι εκτιμήθηκε από το Εφετείο ως ισχυρή και δεσμευτική για την αναιρεσείουσα, μολονότι κατά τους ισχυρισμούς της δεν υπογράφτηκε από το νόμιμο εκπρόσωπό της.

Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος κατά το δεύτερο μέρος του ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης.

4. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 681 και 694 του ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο αντισυμβαλλόμενος, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου, δηλαδή ο εργολάβος, κατ' εξαίρεση όσων με τις γενικές διατάξεις ορίζονται για τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, υποχρεούται σε προεκπλήρωση της κύριας παροχής του, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, όπως συμβαίνει όταν ορίσθηκε τμηματική παράδοση του έργου με αντίστοιχη τμηματική καταβολή της οφειλόμενης αμοιβής, αφού η υποχρέωση της προεκπλήρωσης αποτελεί ρύθμιση ενδοτικού δικαίου.

Ως έργο νοείται κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της σύμβασης, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσίασης του εργοδότη, με την προϋπόθεση ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε και όχι εντελώς διαφορετικό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατά το άρθρ. 694 του ΑΚ της συμφωνημένης αμοιβής του (ΑΠ 346/2010), η οποία μπορεί κατά την κατάρτιση της σύμβασης να ορισθεί κατ' αποκοπή, κατά μονάδα, επί τη βάσει προϋπολογισμού, απολογιστικώς, χρονικώς, σε ποσοστά ή και να καταλειφθεί ακαθόριστη ως προς το ποσό και τον τρόπο υπολογισμού της, οπότε θα προσδιορισθεί κατά τα άρθρ. 371 - 373 του ΑΚ.

Αντίθετα η παράδοση έργου με ελλείψεις, είτε πρόκειται για έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων είτε για ουσιώδη ή επουσιώδη ελαττώματα του έργου, δεν απαλλάσσει τον εργοδότη από την υποχρέωση καταβολής της εργολαβικής αμοιβής, ακόμη και αν πρόκειται για έργο άχρηστο, ούτε μπορεί ο εργοδότης να αποποιηθεί το προσφερόμενο σ' αυτόν ελαττωματικό έργο, ώστε να αποφύγει έτσι την καταβολή αμοιβής, αλλά έχει μόνον τα προβλεπόμενα στα άρθρ. 688 - 690 του ΑΚ δικαιώματα, εκτός βέβαια διαφορετικής και πάλι συμφωνίας τους (ΑΠ 183/2011).

Συνεπώς και η προσφορά μέρους μόνον του συμφωνημένου έργου, εφόσον κριθεί ως απλή έλλειψη και όχι ως διαφορετικό έργο σε σύγκριση με το όλο, υποχρεώνει τον εργοδότη σε αποδοχή του προσφερόμενου μέρους και σε καταβολή της αμοιβής. Κατά κανόνα όμως η εκτέλεση και η προσφορά μέρους μόνον του συμφωνημένου έργου δεν συνιστά απλή έλλειψη του όλου έργου, αλλά μη προσήκουσα προσφορά της οφειλόμενης παροχής του εργολάβου, την οποία ο εργοδότης μπορεί να αρνηθεί χωρίς να γίνει υπερήμερος δανειστής (άρθρ. 349 ΑΚ) και να ασκήσει στη συνέχεια τα δικαιώματά του από τις γενικές διατάξεις για τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, μεταξύ των οποίων και αυτό της υπαναχώρησης από την όλη σύμβαση ή από το ανεκτέλεστο μέρος της κατά τις διατάξεις των άρθρ. 383 - 385 του ΑΚ, αν συντρέχει υπερημερία του εργολάβου, οπότε αναλόγως μπορεί να αξιώσει κατ' αυτού και εύλογη αποζημίωση κατά το άρθρ. 387 ΑΚ, οφείλει, όμως, σε περίπτωση μερικής υπαναχώρησης από τη σύμβαση, να καταβάλει στον εργολάβο αμοιβή αντίστοιχη με το μέρος του έργου που αυτός εκτέλεσε και παρέδωσε.

Μάλιστα ο εργοδότης μπορεί να υπαναχωρήσει από την όλη σύμβαση ακόμη και αν παρέλαβε το μέρος του έργου που εκτελέσθηκε, εφόσον η παραλαβή έγινε με τη ρητή ή τη σιωπηρή επιφύλαξη ότι θα εκτελεσθεί και θα του παραδοθεί εμπρόθεσμα και το υπόλοιπο μέρος του συμφωνημένου έργου και έκτοτε δεν υπήρξε αντίθετη συμφωνία των συμβαλλομένων.

Την ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας κατά το άρθρ. 361 του ΑΚ οφείλει ο εργολάβος, που ενάγει για την καταβολή της αμοιβής του, να επικαλεσθεί και να αποδείξει κατ' αντένσταση στην ένσταση υπαναχώρησης του εργοδότη από την όλη σύμβαση. Εξ άλλου ο εργοδότης έχει κατά το άρθρ. του 700 ΑΚ το δικαίωμα να καταγγείλει οποτεδήποτε έως την αποπεράτωση του έργου τη σύμβαση και μάλιστα χωρίς ανάγκη να επικαλεσθεί και να αποδείξει την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, οπότε αυτή λύνεται για το μέλλον και υποχρεούται πλέον ο ίδιος να παραλάβει το έργο στην κατάσταση που βρίσκεται κατά την καταγγελία, καταβάλλοντας ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή, από την οποία πάντως, ύστερα από ένστασή του, αφαιρείται η δαπάνη που εξοικονομήθηκε από τη ματαίωση της σύμβασης, καθώς και ο,τιδήποτε άλλο ωφελήθηκε ο εργολάβος από άλλη εργασία του ή παρέλειψε με δόλο να ωφεληθεί.

Όμως, εφόσον η σύμβαση λύνεται με την παραπάνω καταγγελία μόνο για το μέλλον, ενώ διατηρείται ισχυρή για τον προηγούμενο χρόνο, συνάγεται ότι διατηρούνται τα τυχόν δικαιώματα του εργοδότη από τα άρθρ. 688 - 690 του ΑΚ αναφορικά με το μέρος του έργου που εκτελέσθηκε μέχρι την καταγγελία της σύμβασης (ΑΠ 762/2006).

Διαφορετική από την εν λόγω καταγγελία είναι ως προς τις προϋποθέσεις, αλλά και ως προς τις συνέπειες, η υπαναχώρηση από τη σύμβαση έργου, που προβλέπεται από το άρθρ. 686 του ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο αν ο εργολάβος δεν αρχίσει έγκαιρα την εκτέλεση του έργου ή αν επιβραδύνει, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη, την εκτέλεση του έργου, στο σύνολό της ή εν μέρει, κατά τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωσή του, μπορεί ο εργοδότης, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πταίσματος του εργολάβου, να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, χωρίς να περιμένει το χρόνο της παράδοσης του έργου, σε περίπτωση δε υπερημερίας του εργολάβου, διατηρούνται ακέραια τα σχετικά δικαιώματα του εργοδότη.

Με την υπαναχώρηση η σύμβαση έργου καταργείται αναδρομικά και επέρχονται οι συνέπειες που ορίζονται στο άρθρ. 389§2 του ΑΚ, δηλαδή αποσβήνονται οι συμβατικές υποχρεώσεις προς παροχή και οι συμβαλλόμενοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να αποδώσουν κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό τις παροχές που έλαβαν.

Ο εργοδότης που ενάγεται από τον εργολάβο για καταβολή της αμοιβής του λόγω καταγγελίας της σύμβασης έργου κατά το άρθρ. 700 του ΑΚ, μπορεί, αρνούμενος αιτιολογημένα την αγωγή, να ισχυρισθεί ότι δεν κατήγγειλε τη σύμβαση, αλλά ότι υπαναχώρησε απ' αυτή κατά το άρθρ. 686 του ΑΚ και συνεπώς δεν υποχρεούται σε καταβολή αμοιβής στον εργολάβο, εναπόκειται δε στο δικαστήριο της ουσίας να κρίνει αν η σχετική δήλωση του εργοδότη, που μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, αποτελεί υπαναχώρηση ή καταγγελία, η κρίση του όμως ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 233/2006).

Ειδικότερα κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ.

ΑΠ 4/2005? 7/2006).

Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης.

Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).

Περαιτέρω κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.

ΑΠ 15/2006). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.

Τέλος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και της αρχής της ακρόασης όλων των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ), έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "Ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) έχει την ιδιότητα του διπλωματούχου μεταλλουργού μηχανικού με ειδικότητα στον τομέα των χυτηρίων και επί δύο και πλέον δεκαετίες παρέχει ως ελεύθερος επαγγελματίας τις υπηρεσίες του σε χυτήρια και βιομηχανίες...

Κατά μήνα Ιούλιο 1998 καταρτίσθηκε προφορικώς μεταξύ του Α. Π., ως εκπροσώπου της εναγομένης (αναιρεσείουσας), και του ενάγοντος σύμβαση μισθώσεως έργου. Εις εκτέλεση της προδιαληφθείσης συμβάσεως ο ενάγων ανέλαβε από 1.7.1998 ως τεχνικός επιστημονικός σύμβουλος τον τομέα τήξης, χύτευσης μετάλλων και τύπωσης θερμικών κατεργασιών του χυτηρίου της εναγομένης αντί συμφωνηθείσης αμοιβής 400.000 δραχμών μηνιαίως...

Απεδείχθη επίσης ότι εν όψει και των δια του ν. 2601/1998 ευεργετικών για τις εταιρείες επιχορηγήσεων απεφασίσθη η δημιουργία ενός νέου και εξελιγμένου χυτηρίου και η μεταστέγαση της επιχειρήσεως της εναγομένης στο Δημοτικό ... του Δήμου ... του Νομού .., η εφαρμογή καινοτόμων μεθόδων και η παραγωγή υψηλής ποιότητας χυτών.

Προς υλοποίηση του άνω σχεδίου εκρίθη απαραίτητη από το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης η επιστημονική υποστήριξη της εταιρείας από τον ενάγοντα, ο οποίος από την αρχή της συνεργασίας τους είχε προτείνει την προώθηση στο χυτήριο καινοτόμου μεθόδου χυτεύσεως, ισχυρίζετο δε ότι κατείχε τη σχετική τεχνογνωσία.

Έτσι η πρόεδρος του Δ.Σ. της εναγομένης Π. Μ. σύζυγος Γ. Π... έδωσε στον τεχνικό διευθυντή της εταιρείας Α. Π. την εξουσία εκπροσωπήσεως της εταιρείας συννόμως... για την κατάρτιση με τον ενάγοντα συμβάσεως, δια της οποίας ο τελευταίος θα αναλάμβανε την υποχρέωση οργανώσεως του νέου χυτηρίου με εξελιγμένες και καινοτόμους μεθόδους παραγωγής, στις οποίες κυρίως απέβλεπε η εναγομένη.

Εν συνεχεία καταρτίσθηκε την 29.8.1999 εγγράφως μεταξύ της εναγομένης, εκπροσωπούμενης κατά τα προδιαληφθέντα από τον Α. Π., και του ενάγοντος, η ταυτόχρονη σύμβαση έργου, δυνάμει της οποίας ο ενάγων ανέλαβε την εκτέλεση έργου, το οποίο ορίσθηκε ως παροχή τεχνικών συμβουλών και γνώσεων, ιδιαιτέρως για την εισαγωγή νέων τεχνολογιών για προϊόντα της παραγωγικότητας και γενικά της αποδοτικότητας της επιχειρήσεως της εναγομένης.

Συμφωνήθηκε επίσης ότι το αναληφθέν έργο θα εκτελείται κατά τρόπον ανεξάρτητο, καθόσον οι συμβληθέντες απέβλεπαν στο αποτέλεσμα του έργου..., το οποίο έπρεπε να περατωθεί σε χρονικό διάστημα δύο ετών από της καταρτίσεως της συμβάσεως. Ουσιώδες στοιχείο της συμβάσεως ήταν η συμφωνία για την εργολαβική αμοιβή του ενάγοντος, για την οποία ορίσθηκε να καταβάλλεται μηνιαίως και επί επτά έτη από την 29.8.1999 το ποσό του 1.200.000 δραχμών, αναπροσαρμοζόμενο κατά το ποσοστό αναπροσαρμογής των μισθών του υπαλληλικού προσωπικού της εταιρείας, επιπλέον δε (συμφωνήθηκε) ότι θα του χορηγείται αμοιβή ενός μηνός τα Χριστούγεννα κάθε έτους και ποσό ίσο με το 1/2 της μηνιαίας αμοιβής για κάθε Πάσχα και για κάθε μήνα Ιούλιο (παρ. 4 της συμβάσεως), ενώ συμφωνήθηκε ακόμη ότι θα του καταβάλλεται "ως δώρο ποσοστό επί των κερδών προ αποσβέσεων, το οποίο δεν μπορεί να είναι μικρότερο του 1% του τζίρου".

Η προεκτεθείσα σύμβαση μισθώσεως έργου... δεσμεύει την εναγομένη, απεδείχθη δε ειδικότερα ότι ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση του σχεδιασμού και της επιβλέψεως της εγκαταστάσεως των μηχανημάτων, τα οποία περί τις αρχές του μηνός Σεπτεμβρίου 1999 παρέδιδαν οι προμηθευτές στην εναγομένη, η δε εγκατάστασή των ολοκληρώθηκε τον Απρίλιο του 2000 και άρχισε η δοκιμαστική λειτουργία των υπό την επίβλεψη του ενάγοντος, στις συμβατικές υποχρεώσεις του οποίου περιελήφθησαν επίσης η παροχή τεχνικών συμβουλών για την επίλυση τεχνικών προβλημάτων των εργασιών του εργοστασίου, η μελέτη τεχνικών στοιχείων για την ανάληψη παραγγελίας παραγωγής, καθώς και η εκπαίδευση του προσωπικού στα στάδια της παραγωγικής διαδικασίας των μεθόδων χύτευσης, ήτοι της συμβατικής με ρητίνες και της πρωτοποριακής με εξαερούμενα μοντέλα (LOST FOAM), την οποία από το έτος 1997 είχε προγραμματίσει η εναγομένη να εφαρμόσει, ώστε να καταστεί ιδιαιτέρως ανταγωνιστική στην ανάπτυξη νέων τεχνολογιών στις μεθόδους χυτηρίων, καθόσον τα προϊόντα είναι υψηλής ποιότητας και χαμηλού κόστους.

Πρέπει να λεχθεί ότι ο ενάγων, ο οποίος από το έτος 1996 είχε ασχοληθεί με την ως άνω καινοτόμο μέθοδο, γνώρισε στην εναγομένη, μετά την εγκατάσταση των μηχανημάτων αυτής της γραμμής παραγωγής, τον Απρίλιο του 2000, ότι την τεχνογνωσία για την υλοποίηση αυτής της μεθόδου πρέπει να την προμηθεύσει ο πωλητής των μηχανημάτων...

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στην εναγομένη χορηγήθηκε τον Νοέμβριο του 2000, με απόφαση του Νομάρχη Κιλκίς, η άδεια λειτουργίας χυτηρίου για την κατασκευή χυτών αντικειμένων και τήξη και χύτευση μετάλλων, ενώ από τον Απρίλιο του ίδιου έτους είχε αρχίσει η δοκιμαστική λειτουργία των μηχανημάτων και η εναγομένη είχε εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των άλλων και με τις εταιρείες ΜΕΤΚΑ, ΕΛΒΟ και ΔΕΗ, ώστε στον ισολογισμό της εταιρικής χρήσης του έτους 2000 ενεγράφη αποτέλεσμα κύκλου εργασιών 194.626.235 δραχμών.

Καθόσον όμως αφορά στην εφαρμογή της μεθόδου χυτεύσεως με εξαερούμενα μοντέλα δεν απέδωσε. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι η εταιρεία ΠΥΡΚΑΛ κατόπιν της από 12.10.1999 προσφοράς της εναγομένης... ανέθεσε στην τελευταία την κατασκευή από χυτοσίδηρο 2000 τεμαχίων χυτευμάτων βόμβας, συνολικού τιμήματος 5.640.000 δραχμών, παραδοτέων μέχρι την 5.4.2000...

Η ως άνω εταιρεία την 1.12.2000 ακύρωσε την προδιαληφθείσα παραγγελία με την αιτιολογία ότι τα δείγματα, αλλά και τα παραδοθέντα 20 τεμάχια, κρίθηκαν ακατάλληλα και η εναγομένη... ζήτησε χρόνο για την επίλυση ποιοτικών προβλημάτων (το αληθές είναι ότι ζήτησε να εκτελέσει την παραγγελία η προμηθεύτρια των μηχανημάτων αγγλική εταιρεία), με αποτέλεσμα η σημαντική για την εταιρεία παραγγελία να ανατεθεί από την ΠΥΡΚΑΛ στην ανταγωνίστρια αυτής εταιρεία με την επωνυμία "ΧΥΤΗΡΙΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Α.Ε.", στην οποία επίσης είχε ο ενάγων θέση τεχνικού επιστημονικού συμβούλου...

Περαιτέρω... αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εγκατέστησε τα μηχανήματα σε παραγωγική διαδικασία και έθεσε σε λειτουργία παραγωγής με τη μέθοδο των ρητινών και παρέδωσε την 30.3.2001 στην εναγομένη το χυτήριο, ενώ μέχρι και το Νοέμβριο του ίδιου έτους, ήτοι μετά την παρέλευση του συμφωνηθέντος χρόνου για την παράδοση του όλου έργου, δεν λειτούργησε σε παραγωγική διαδικασία η μέθοδος των εξαερούμενων μοντέλων, δεν παρήχθη ούτε ένα χυτό και ο ενάγων, ο οποίος δεν είχε εξ αρχής την τεχνογνωσία της καινοτόμου μεθόδου, η οποία κατά τα προδιαληφθέντα κυρίως ενδιέφερε την εναγομένη, παρέδωσε μόνον τη μια εκ των δύο γραμμών παραγωγής, το ένα τμήμα του αναληφθέντος έργου, η παράδοση δε του τμήματος αυτού συνιστούσε σιωπηρή δήλωση εγκαταλείψεως του ανεκτέλεστου έργου της δεύτερης γραμμής παραγωγής με τη μέθοδο των εξαερούμενων μοντέλων.

Χαρακτηριστικό είναι ότι ο ενάγων εργολάβος στην πολυσέλιδη αγωγή του αναφέρει ότι "ολοκληρώθηκε και τέθηκε στη διάθεση της εναγομένης το αναληφθέν έργο", ενώ η μνεία για την "παράδοση" του έργου περιέχεται στο αιτητικό του δικογράφου. Τη δήλωση του ενάγοντος αποδέχθηκε η εναγομένη, η οποία παρέλαβε το ένα τμήμα του όλου έργου, αυτό της παραγωγικής διαδικασίας με την (πεπαλαιωμένη) μέθοδο των ρητινών, προς άρση δε πάσης μελλοντικής αμφισβητήσεως προέβη στη σχετική από 10.12.2001 εξώδικη δήλωση, επιδοθείσα την 13.12.2001 στον ενάγοντα.

Η δήλωση αυτή της εναγομένης εργοδότου και κυρίας του έργου δεν αποτελεί καταγγελία της συμβάσεως, αλλά αποδοχή της δηλώσεως του εργολάβου εναγομένου.

Συνεπώς μετά τη μερική εκπλήρωση της συμβατικής υποχρεώσεως του ενάγοντος, την οποία ανέλαβε δια της από 29.8.1999 συμβάσεως, λύθηκε η σύμβαση με κοινή βούληση - συναίνεση αμφοτέρων των συμβαλλομένων, η οποία δηλώθηκε με διαφορετικούς τρόπους. Εξ ετέρου πρέπει να λεχθεί ότι η εναγομένη στην από 10.12.2001 δήλωσή της ανέφερε ότι ο ενάγων προ εικοσαημέρου είχε δηλώσει στον πρόεδρο του Δ.Σ.

της εταιρείας και στον διευθυντή παραγωγής ότι λύεται η επίδικη σύμβαση, την οποία δήλωση αποδέχθηκε η εταιρεία. Επομένως ο ενάγων έχει αξίωση καταβολής της εργολαβικής αμοιβής για το εκτελεσθέν μέρος του αναληφθέντος έργου. Η αμοιβή του ενάγοντος για την εκτέλεση του έργου της εγκαταστάσεως και λειτουργίας των δύο γραμμών παραγωγής του χυτηρίου είχε συμφωνηθεί καταβλητέα σε μηνιαίες δόσεις ποσού 1.200.000 δραχμών, πλέον αμοιβής ενός μηνός για τα Χριστούγεννα και του 1/2 αυτής για το Πάσχα και για το μήνα Ιούλιο κάθε έτους, για χρονικό διάστημα επτά ετών, ήτοι από την 29.8.1999 έως το Σεπτέμβριο του 2006 και συνολικώς στο ποσό των 94.200.000 δραχμών, ήδη δε 276.449 ευρώ, ενώ μέχρι τη λύση της συμβάσεως καταβλήθηκε στον ενάγοντα ποσό 36.164.000 δραχμών, ήδη δε 106.130 ευρώ, κατά παραδοχή της νομίμου ενστάσεως της εναγομένης (άρθρ. 416 ΑΚ).

Λαμβανομένου δε υπόψη ότι η εναγομένη δια της από 29.8.1999 συμβάσεως ανέθεσε στον ενάγοντα ως κύρια υποχρέωση να σχεδιάσει και να θέσει σε λειτουργία ένα χυτήριο με καινοτόμους μεθόδους παραγωγής, η καταβλητέα σ' αυτόν αμοιβή ανέρχεται σε ποσοστό 40% επί της συνολικής των 170.319 ευρώ (276.449 - 106.130 €), ήτοι 68.127 ευρώ (ή 23.214.400 δραχμές), στην οποία πρέπει να υπολογισθεί και η συμφωνηθείσα παρεπόμενη αμοιβή, υπολογιζόμενη σε ποσοστό 1% επί του ετήσιου κύκλου εργασιών της εναγομένης των ετών 2000 και 2001, ήτοι κατά τους αντίστοιχους των εταιρικών χρήσεων ισολογισμούς από δραχμές 194.626.235 (571.170 €) και 546.865.482 (1.604.887 €) σε 8.705 ευρώ (5.712+16.050 Χ 40% €)".

Σύμφωνα με όσα παραπάνω έγιναν δεκτά, σαφώς αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση α) το έργο που ανέθεσε η αναιρεσείουσα στον αναιρεσίβλητο με την από 29.8.1999 έγγραφη μεταξύ τους σύμβαση, το οποίο, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της απόφασης, συνίστατο στην παροχή τεχνικών συμβουλών και γνώσεων σε σχέση ιδιαίτερα με την εισαγωγή νέων τεχνολογιών για προϊόντα της παραγωγικότητας και γενικά της αποδοτικότητας της επιχείρησης της αναιρεσείουσας, με ειδικότερες για τον αναιρεσίβλητο υποχρεώσεις το σχεδιασμό και την επίβλεψη της εγκατάστασης στο νέο χυτήριο της αναιρεσείουσας, στο Δημοτικό ...

του Δήμου ... Κιλκίς, των μηχανημάτων που αυτή είχε παραγγείλει, τη δοκιμαστική και ακολούθως παραγωγική λειτουργία των μηχανημάτων αυτών, την παροχή τεχνικών συμβουλών για την επίλυση προβλημάτων κατά τις διεξαγόμενες στο χυτήριο εργασίες, τη μελέτη τεχνικών στοιχείων για την ανάληψη παραγγελιών και τέλος την εκπαίδευση του προσωπικού στα στάδια της παραγωγικής διαδικασίας και με τις δύο μεθόδους χύτευσης, δηλαδή τόσο της κλασικής με ρητίνες όσο και της πρωτοποριακής LOST FOAM, για την εφαρμογή προπάντων της οποίας κρίθηκε αναγκαία από την αναιρεσείουσα η συνεργασία της με τον αναιρεσίβλητο, ο οποίος, κατά τις παραδοχές πάντοτε της προσβαλλόμενης απόφασης, ρητά ισχυρίστηκε κατά τη σύναψη της σύμβασής του με την αναιρεσείουσα ότι κατείχε την αναγκαία τεχνογνωσία και ως προς την πρωτοποριακή αυτή μέθοδο και μόνον αργότερα, δηλαδή μετά την εγκατάσταση των σχετικών με τη μέθοδο αυτή μηχανημάτων στο νέο χυτήριο της αναιρεσείουσας, γνώρισε σ' αυτή ότι την αναγκαία τεχνογνωσία θα έπρεπε να τη χορηγήσει η πωλήτρια των μηχανημάτων αυτών αγγλική εταιρεία, β) ο χρόνος περάτωσης και παράδοσης του έργου, που ορίσθηκε σε δύο χρόνια από τις 29.8.1999, με την ιδιαιτερότητα όμως ότι η καταβολή της συμφωνημένης εργολαβικής αμοιβής κλιμακώθηκε σε δόσεις για διάστημα μιας επταετίας με αφετηρία και πάλι την κατάρτιση της από 29.8.1999 σύμβασης των διαδίκων, γ) το μέρος του έργου που εκτέλεσε μέχρι τις 30.3.2001 ο αναιρεσίβλητος και έθεσε σε παραγωγική διαδικασία, δηλαδή αυτό της κλασικής γραμμής παραγωγής με τη μέθοδο των ρητινών, δ) η αποτίμηση της αξίας του μέρους αυτού του έργου και κατ' επέκταση της οφειλόμενης για το μέρος αυτό αμοιβής σε ποσοστό 40% συγκριτικά με την αξία του όλου έργου και αντίστοιχα της συνολικής αμοιβής, κατέληξε δε το Εφετείο στο ποσοστό αυτό λαμβάνοντας υπόψη, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι το ανεκτέλεστο μέρος του έργου, δηλαδή αυτό της γραμμής παραγωγής με τη μέθοδο LOST FOAM, αποτελούσε την κύρια υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου και συνεπώς ήταν υπέρτερης αξίας σε σχέση με το μέρος του έργου που εκτελέσθηκε, ενώ αδιάφορη είναι η ποσοτική σχέση του μέρους αυτού με το ανεκτέλεστο μέρος του όλου έργου, αφού κρίσιμη για τον υπολογισμό της οφειλόμενης στον αναιρεσίβλητο αμοιβής είναι η σχέση αξίας και όχι η σχέση ποσότητας των δύο μερών ως προς το όλο έργο, ε) ο τρόπος περάτωσης της σύμβασης των διαδίκων, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία το Εφετείο συνήγαγε ότι η παράδοση από τον αναιρεσίβλητο μέρους μόνον από το συμφωνημένο έργο συνιστά σιωπηρή απ' αυτόν δήλωση εγκατάλειψης του έργου κατά το ανεκτέλεστο μέρος του, η οποία έγινε αποδεκτή από την αναιρεσείουσα τόσο εμμέσως με την παραλαβή απ' αυτή του έργου κατά το εκτελεσμένο μέρος του όσο και με την από 10.12.2001 δήλωσή της, που επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο στις 13.12.2001 και εκτιμήθηκε από το Εφετείο ως αποδοχή απ' αυτή της δήλωσης εγκατάλειψης του έργου από τον αναιρεσίβλητο και όχι ως καταγγελία της σύμβασης από μέρους της.

Ειδικότερα το Εφετείο έκρινε ότι συνάγεται εγκατάλειψη του έργου από τον αναιρεσίβλητο κατά το ανεκτέλεστο μέρος του από το γεγονός ότι αυτός θεωρώντας ολοκληρωμένο το έργο ήδη από τις 30.3.2001, δηλαδή πριν από τη λήξη του συμβατικού χρόνου, το προσέφερε στην αναιρεσείουσα και σταμάτησε έκτοτε να ασχολείται με τη γραμμή παραγωγής με τη μέθοδο LOST FOAM, μολονότι αυτή δεν ήταν δυνατόν να λειτουργήσει, εξ αιτίας κυρίως της έλλειψης από μέρους του της αναγκαίας τεχνογνωσίας για την εφαρμογή της μεθόδου αυτής και για την εκπαίδευση στην εν λόγω μέθοδο του προσωπικού της αναιρεσείουσας.

Αντίστοιχα εκτίμησε το Εφετείο ότι η σιωπηρή δήλωση εγκατάλειψης του έργου από τον αναιρεσίβλητο κατά το ανεκτέλεστο μέρος του, δηλαδή στην ουσία η αυθαίρετη υπαναχώρησή του από το μέρος αυτό, έγινε τελικά δεκτή από την αναιρεσείουσα και έτσι με συμφωνία τους, για το κύρος της οποίας δεν ήταν αναγκαίο να ρυθμισθεί και το ζήτημα της οφειλόμενης αμοιβής, λύθηκε η σύμβασή τους μόνον όμως κατά το ανεκτέλεστο μέρος της, ενώ αντίθετα δεν υπήρξε υπαναχώρηση της αναιρεσείουσας από την όλη σύμβαση.

Στην κρίση αυτή, που αποτελεί σαφώς ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως των διαδίκων κατά τα άρθρ. 173 και 200 ΑΚ, έστω και αν τα άρθρα αυτά δεν μνημονεύονται ρητώς στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατέληξε το Εφετείο βασιζόμενο κυρίως στο γεγονός ότι η αναιρεσείουσα παρέλαβε αδιαμαρτύρητα, στις 30.3.2001, μέρος μόνον του συμφωνημένου έργου, οπότε η μεταγενέστερη καταγγελία της σύμβασης από την ίδια και κατ' ακριβολογία η υπαναχώρησή της κατά τα λοιπά από τη σύμβαση με την από 10.12.2001 εξώδικη δήλωσή της αποτελεί στην ουσία απλή αποδοχή της παραπάνω δήλωσης του αναιρεσιβλήτου προς άρση κάθε μελλοντικής αμφισβήτησης.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο με συνέπεια, δεχόμενο την έφεση του αναιρεσιβλήτου, να εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή του και ακολούθως να δεχθεί εν μέρει την αγωγή αυτή κατά την κύρια βάση της και να αναγνωρίσει ότι η αναιρεσείουσα οφείλει σ' αυτόν αμοιβή αντίστοιχη με το μέρος του έργου που εκτέλεσε και παρέδωσε σ' αυτή κατά τη μεταξύ τους σύμβαση, δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 361, 681, 686, 694 και 700 ΑΚ, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, και με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, υπήγαγε στις διατάξεις αυτές τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης για να καταλήξει τελικά στο συμπέρασμα ότι οφείλεται αμοιβή στον αναιρεσίβλητο μόνο για το μέρος του έργου που εκτέλεσε και παρέδωσε στην αναιρεσείουσα, η οποία μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου για την εκτέλεση του όλου έργου δεν είχε σε κάθε περίπτωση δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση κατά το άρθρ. 686 του ΑΚ.

Συνεπώς τα αντίθετα που υποστηρίζονται με μέρος των πρώτου, δεύτερου και τρίτου των λόγων της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, καθώς και με μέρος του τέταρτου λόγου της ίδιας αίτησης από τον αριθμό 1 του αυτού άρθρου, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι αυτοί κατά το αντίστοιχο μέρος τους, ενώ απορριπτέος είναι ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και κατά το μέρος που προσάπτεται μ' αυτόν στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι χωρίς αντίστοιχο ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου αποτίμησε την αξία του μέρους του έργου που αυτός εκτέλεσε και παρέδωσε στην αναιρεσείουσα σε ποσοστό 40% επί της αξίας του όλου έργου, δηλαδή αποδίδεται πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση από τον αριθμό 8α του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η οποία όμως στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού η παραπάνω αποτίμηση δεν απαιτεί αντίστοιχο ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου, αλλά γίνεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας στο πλαίσιο της αποδεικτικής διαδικασίας, όταν απ' αυτή προκύπτει, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι κατά το ανεκτέλεστο μέρος της η σύμβαση έργου λύθηκε με συμφωνία των συμβαλλομένων, χωρίς όμως να καθορισθεί απ' αυτούς η εργολαβική αμοιβή για το μέρος του έργου που εκτελέσθηκε και παραδόθηκε στον εργοδότη.

Εξ άλλου ναι μεν όφειλε ο αναιρεσίβλητος, που αξιώνει με την ένδικη αγωγή του να αναγνωρισθεί δικαιούχος στο σύνολο της συμφωνημένης αμοιβής του, να έχει επικαλεστεί στο δικαστήριο της ουσίας, επικουρικά, για την περίπτωση που αποδειχθεί, όπως εν προκειμένω, ότι εκτέλεσε και παρέδωσε μέρος μόνον του συμφωνημένου έργου, την ύπαρξη μεταγενέστερης συμφωνίας του με την αναιρεσείουσα για συναινετική εκ των υστέρων λύση της σύμβασής τους κατά το ανεκτέλεστο μέρος της, ώστε, κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, να δικαιούται αμοιβής για το μέρος του έργου που εκτέλεσε, αφού διαφορετικά δικαιούται αμοιβής μόνο μετά την παράδοση ολοκληρωμένου του συμφωνημένου έργου, όμως η σχετική έλλειψη είναι τελικά χωρίς νομική επιρροή, εφόσον η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε η ίδια με τις από 12.2.2007 πρωτόδικες προτάσεις της επί της αγωγής του αντιδίκου της υπαναχώρησή της από τη μεταξύ τους σύμβαση και μάλιστα μόνον κατά το ανεκτέλεστο μέρος της σύμβασής τους, διαλαμβάνοντας ειδικότερα στη σελίδα 11 των προτάσεων αυτών ότι μετά τη δήλωση αποχώρησης του αναιρεσιβλήτου από το έργο, που κατά ένα μόνο μέρος είχε εκτελέσει και παραδώσει, κατήγγειλε και τυπικά αυτή τη σύμβαση που τους συνέδεε, είχε δε η καταγγελία της την έννοια της υπαναχώρησής της από τη σύμβαση για το μέλλον και όχι αναδρομικά, γι' αυτό και του κατέβαλε την αντίστοιχη μέχρι τότε αμοιβή του.

Με δεδομένη έτσι τη λύση της σύμβασης των διαδίκων κατά το ανεκτέλεστο μέρος της, για την οποία ήταν αρκετή και μόνη η υπαναχώρηση της αναιρεσείουσας από το μέρος αυτό της σύμβασης, ως προς το οποίο, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η υπαναχώρηση της αναιρεσείουσας λειτούργησε στην ουσία και ως αποδοχή απ' αυτή της έμμεσα συναγόμενης προηγούμενης δήλωσης εγκατάλειψης του έργου από τον αναιρεσίβλητο, οπότε προκύπτει λύση της σύμβασής τους και με αντισυμφωνία τους, δικαιούται αυτός αμοιβής αντίστοιχης με το μέρος του έργου που εκτέλεσε και παρέδωσε.

Συνεπώς ως αλυσιτελής είναι απορριπτέος ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το αντίστοιχο επικουρικό μέρος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει πλημμέλεια από τον αριθμό 8α του άρθρ. 559 ΚΠολΔ στην προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ισχυρισμό που δεν προτάθηκε, δηλαδή την ύπαρξη αντισυμφωνίας των διαδίκων για συναινετική εκ των υστέρων λύση της μεταξύ τους σύμβασης έργου.

Περαιτέρω όμως η προσβαλλόμενη απόφαση, αν και δέχθηκε ότι η εργολαβική αμοιβή του αναιρεσιβλήτου συμφωνήθηκε στο ποσό του 1.200.000 δραχμών μηνιαίως για επτά συνολικά έτη, με αναπροσαρμογή κατά το ποσοστό αναπροσαρμογής των μισθών του υπαλληλικού προσωπικού της αναιρεσείουσας, πλέον αμοιβής ενός μηνός για τα Χριστούγεννα και μισού μήνα για το Πάσχα και τον Ιούλιο κάθε έτους, ενώ ως δώρο συμφωνήθηκε ότι θα του καταβάλλεται ποσοστό επί των κερδών της αναιρεσείουσας προ αποσβέσεων και πάντως όχι μικρότερο του 1% επί του τζίρου της, εντούτοις αντιφατικά η απόφαση υπολόγισε σε 94.200.000 δραχμές την οφειλόμενη σ' αυτόν αμοιβή για όλο το έργο κατά τη διάρκεια της συμφωνημένης επταετίας, δηλαδή από 29.8.1999 έως το Σεπτέμβριο του 2006, πλέον ποσοστού 1% επί του κύκλου εργασιών της αναιρεσίβλητης κατά τα έτη 2000 και 2001, δηλαδή 1.946.263,35 (194.626.335 δρχ.

Χ 1%) και 5.468.654,82 (546.865.482 δρχ. Χ 1%) δραχμές, ενώ με ορθό υπολογισμό έπρεπε να υπολογίσει την ως άνω αμοιβή στο ποσό των 117.600.000 δραχμών (1.200.000 Χ 14 μήνες Χ 7 έτη) και το ποσό αυτό να θέσει η απόφαση ως βάση των περαιτέρω υπολογισμών της, σύμφωνα με τους οποίους πρέπει να μειωθεί κατά 60% η οφειλόμενη σ' αυτόν αμοιβή, δηλαδή κατά την αξία του ανεκτέλεστου μέρους του όλου έργου, οπότε προκύπτει αμοιβή 50.005.967,27 [(117.600.000 + 1.946.263,35 + 5.468.654,82) Χ 40%], από την οποία πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 36.164.000 δραχμών, που δέχθηκε η απόφαση ότι έχει ήδη καταβληθεί από την αναιρεσείουσα στον αναιρεσίβλητο.

Κατ' αυτό τον τρόπο προκύπτει υπόλοιπο 13.841.967,27 δραχμών και ήδη 40.622,06 ευρώ, δηλαδή μικρότερο από το ποσό των 76.832 ευρώ, που αναγνώρισε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι οφείλεται στον αναιρεσίβλητο, καθόσον η απόφαση αυτή εσφαλμένα αφαίρεσε την καταβολή των 36.164.000 δραχμών από το ποσό των 94.200.000 δραχμών και κατ' ορθό υπολογισμό 117.600.000 δραχμών, χωρίς προηγουμένως να έχει μειώσει το ποσό αυτό και τα λοιπά οφειλόμενα ποσά κατά 60%.

Έτσι όμως το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της οφειλόμενης στον αναιρεσίβλητο αμοιβής για το μέρος του έργου που αυτός εκτέλεσε και παρέδωσε στην αναιρεσείουσα και πρέπει, συνεπώς, κατά παραδοχή του πρώτου και του δεύτερου των λόγων της αίτησης αναίρεσης κατά το σχετικό μέρος τους από τον αριθμό και πάλι 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο που δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε ως προς το αντίστοιχο κεφάλαιο την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή του για το ως άνω ποσό των 76.832 ευρώ, αντί του ορθού ποσού των 40.622,06 ευρώ.

Ως προς το κεφάλαιο αυτό πρέπει ακολούθως η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την εν μέρει αναιρούμενη απόφαση (άρθρ. 580§3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 65 του ν. 4139/2013), ενώ ο αναιρεσίβλητος που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της, όπως στο διατακτικό ειδικότερα (άρθρ. 176, 178§1, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ).

5. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 579§2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου έως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Κατά τη σαφή έννοια της διάταξης αυτής, η ως άνω αίτηση επαναφοράς ναι μεν δεν περιλαμβάνεται στις περιοριστικώς αναφερόμενες στο άρθρ. 570§1 ΚΠολΔ περιπτώσεις, κατά τις οποίες οι προτάσεις στον Άρειο Πάγο πρέπει να κατατίθενται είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, όμως, εφόσον η σχετική αίτηση υποβάλλεται τελικώς με τις προτάσεις, πρέπει αυτές να έχουν κατατεθεί οπωσδήποτε μέχρι την παραμονή της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης στον Άρειο Πάγο, διαφορετικά η αίτηση επαναφοράς είναι απαράδεκτη και απορρίπτεται (ΟλΑΠ 13/2004).

Εξ άλλου η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της αναιρεθείσας απόφασης προϋποθέτει εκτέλεση της απόφασης αυτής και όχι άλλου εκτελεστού τίτλου, όπως η διαταγή πληρωμής (άρθρ. 631 ΚΠολΔ), ακόμη και αν η έκδοσή της βασίσθηκε στην αναιρεθείσα απόφαση, όπως συμβαίνει όταν σε συνέχεια αναγνωριστικής απόφασης εκδίδεται διαταγή πληρωμής για το αυτό ποσό που αφορά και η αναγνωριστική απόφαση (ΑΠ 1631/2010? 424/2012).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται με τις από 12.12.2012 έγγραφες προτάσεις της, που κατέθεσε εμπρόθεσμα στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 13.12.2012, δηλαδή μέχρι την παραμονή της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, ότι μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 87/2011 απόφασης του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο, με την οποία ανεστάλει για το πέραν των 30.000 ευρώ ποσό η εκτελεστότητα (ισχύς) της ήδη εν μέρει αναιρεθείσας υπ' αριθ. 1663/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ενώ ως δικαστική δαπάνη κατά τη σχετική δίκη επιδικάστηκε σε βάρος της και υπέρ του αναιρεσιβλήτου το ποσό των 1.800 ευρώ, κατέβαλε εκουσίως σ' αυτόν, προκειμένου να αποτρέψει μελλοντική σε βάρος της εκτέλεση δυνάμει της εφετειακής απόφασης, το ποσό των 30.000 ευρώ, καθώς και το ποσό της δικαστικής δαπάνης των 1.800 ευρώ, όπως προκύπτει από το από 23.5.2011 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ αυτής και του αντιδίκου της, σε συνδυασμό και με την υπ' αριθ. ...

επιταγή της επί της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδας με οπισθογράφηση προς τον αντίδικό της, γι' αυτό και ζητεί να υποχρεωθεί αυτός να της αποδώσει το συνολικό ποσό των 31.800 ευρώ, νομιμοτόκως από το χρόνο της καταβολής του, στις 23.5.2011, αλλιώς από τη δημοσίευση της απόφασης, με την οποία θα διατάσσεται η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

Η αίτηση ασκήθηκε παραδεκτά και είναι νόμιμη μόνον ως προς το μερικότερο ποσό των 30.000 ευρώ, με αφετηρία όμως της επιδίκασης τόκων επί του ποσού αυτού το χρόνο επίδοσης της παρούσας απόφασης στον αναιρεσίβλητο, αφού η αξίωση απόδοσης δεν είναι ληξιπρόθεσμη πριν από τη δημοσίευση της απόφασης αυτής ούτε ο αναιρεσίβλητος υπερήμερος πριν από την επίδοσή της σ' αυτόν (ΟλΑΠ 5/2001? 37/2005).

Αντίθετα η αίτηση δεν είναι νόμιμη και πρέπει να απορριφθεί ως προς το ποσό της δικαστικής δαπάνης των 1.800 ευρώ, αφού η δικαστική αυτή δαπάνη, που κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο η αναιρεσείουσα σε συμμόρφωση με την υπ' αριθ. 87/2011 απόφαση αναστολής του Αρείου Πάγου, δεν είναι αποδοτέα σ' αυτήν κατά το άρθρ. 579§2 ΚΠολΔ (ΑΠ 424/2012).

Επομένως, αφού κατά τα λοιπά προαποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από την αναιρεσείουσα ως άνω έγγραφα η καταβολή απ' αυτή στον αντίδικό της του ποσού των 30.000 ευρώ, πρέπει ως προς το ποσό αυτό να γίνει το σχετικό αίτημά της δεκτό και ως ουσιαστικά βάσιμο και να υποχρεωθεί ο αντίδικός της να της αποδώσει το εν λόγω ποσό, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης σ' αυτόν αντιγράφου της παρούσας απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 1663/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το κεφάλαιο που η απόφαση αυτή δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε ως προς το αντίστοιχο κεφάλαιο την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή του για το ποσό των 76.832 ευρώ, αντί του ορθού ποσού των 40.622,06 ευρώ.

Παραπέμπει ως προς το κεφάλαιο αυτό την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την παραπάνω εν μέρει αναιρεθείσα εφετειακή απόφαση.

Δέχεται εν μέρει το περιεχόμενο στις από 12.12.2012 έγγραφες προτάσεις της αναιρεσείουσας αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση πριν από την εκούσια εν μέρει συμμόρφωσή της με την ως άνω εφετειακή απόφαση και υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να της αποδώσει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, που κατέβαλε για την εν λόγω αιτία σ' αυτόν, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης σ' αυτόν αντιγράφου της παρούσας απόφασης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουλίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 11 Σεπτεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ