1789/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1789 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1789/2012
Legislator headnote
AI generated1789/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1789 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1789/2012
Full text
Απόφαση 1789 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1789/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Ζ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Κουτσαντώνη.
Του αναιρεσίβλητου: Ιερού Ναού Αγίας Αικατερίνης Ιλίου Αττικής, που εδρεύει στο Ίλιο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Δεμερούκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3376/2005 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών λόγω αρμοδιότητας, 6688/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 2498/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-1-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 23-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ, ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητας του και την απόδοση του πράγματος. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής αγωγής είναι η κυριότητα του ενάγοντος επί του διεκδικούμενου ακινήτου και η νομή ή κατοχή του πράγματος από τον εναγόμενο κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, Στην περίπτωση που η διεκδικητική αγωγή θεμελιώνεται σε παράγωγη κτήση, ο ενάγων αρκεί να προβάλει όσα περιστατικά απαιτούνται για τη μεταβίβαση του δικαιώματος και, αν αμφισβητείται ότι ο φερόμενος ως δικαιοπάροχός του είχε το δικαίωμα, οφείλει, επίσης, να επικαλεστεί και να αποδείξει τα γεγονότα που στηρίζουν την κτήση του δικαιώματος στο πρόσωπο του, καταφεύγοντας, αν υπάρξει ανάγκη, σε πρωτότυπη κτήση (χρησικτησία). Αν ο ενάγων και ο εναγόμενος ανάγουν την κτήση της κυριότητας, την οποία επικαλούνται, στον αυτόν προκτήτορα, δεν επιτρέπεται η εκ μέρους του εναγομένου αμφισβήτηση της κυριότητας του κοινού προκτήτορα χωρίς ο τελευταίος να επικαλείται και, αν υπάρχει ανάγκη, να αποδείξει, άλλο από την απόκρουση της αγωγής, ειδικό συμφέρον, το οποίο να δικαιολογεί την αμφισβήτηση της κυριότητας του κοινού προκτήτορα. Επίσης από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1041, 1042, 1043 και 1044 του ΑΚ, προκύπτει, ότι για την απόκτηση από κάποιον της κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτείται η άσκηση νομής επί του ακινήτου, με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών , σε καλή πίστη βρίσκεται ο νομέας όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση κατά το χρόνο απόκτησης της νομής ότι απέκτησε την κυριότητα του πράγματος (ΑΠ 832/2007), νομιζόμενος τίτλος υπάρχει και όταν ο νομέας δικαιολογημένα, δηλαδή όχι από βαριά αμέλεια πίστευε ότι υπάρχει νόμιμος τίτλος κτήσης της κυριότητας , ενώ τέτοιος τίτλος δεν υπήρχε, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της δήλωσης περί αποδοχής της κληρονομίας, αν ο κληρονόμος καταλάβει το πράγμα νομίζοντας καλόπιστα ότι ανήκει στην κληρονομιά ή καταλάβει αυτό νομίζοντας ότι είναι κληρονόμος (ΑΠ 849/2007, 832 /2007), ο δε χρόνος της τακτικής χρησικτησίας δεν αρχίζει να τρέχει πριν από την ημέρα της μεταγραφής του τίτλου (ΑΠ 33/2008), εκτός αν ο νόμος αναγνωρίζει αναδρομικότητα της μεταγραφής, όπως στην περίπτωση αποδοχής κληρονομίας (άρθρ. 1199 ΑΚ), οπότε η μεταγενέστερη μεταγραφή δεν εμποδίζει τη χρησικτησία, παρότι έλλειπε κατά τον χρόνο κτήσης της νομής (ΑΠ 849/2007, 448/2001, 408/1985,1521/1980),η αναδρομική όμως αυτή ενέργεια της μεταγραφής καθιερώνεται μόνο για τον αληθή κληρονόμο. Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1710 παρ.1ΑΚ, η κληρονομική διαδοχή από το νόμο επέρχεται όταν δεν υπάρχει διαθήκη, ή όταν η διαδοχή από διαθήκη ματαιωθεί ολικά ή μερικά, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1771 εδ. β του ίδιου Κώδικα, χρόνος επαγωγής της κληρονομίας είναι ο χρόνος θανάτου του κληρονομουμένου. Τέλος, για μεν την ίδρυση του από το άρθρο 559 αριθ.1α ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, πρέπει το δικαστήριο να απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή να αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, ή να προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, ενώ για την ίδρυση του από τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής ένστασης ή αντένστασης, πρέπει από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, να μη προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Στην κρινόμενη υπόθεση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής αναφορικά με την από 25-11-2002 ένδικη, διεκδικητική ακινήτου αγωγή του αναιρεσιβλήτου: "Επίδικο είναι το 1/2 εξ αδιαιρέτου επί ενός οικοπέδου έκτασης 170,25 τ.μ. και μετά από ρυμοτομία 156,70 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη θέση "Φλέβα" Νέων Λιοσίων Αττικής, εντός του εγκεκριμένου Σχεδίου του Δήμου Νέων Λιοσίων, στο Ο.Τ. ..., που περιβάλλεται από τις οδούς ..., ..., ... (πρώην ...) και ... και ειδικότερα στη διασταύρωση των οδών ... και ..., όπως αποτυπώνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Α- στο από 8/10/1993 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού υπομηχανικού Ι. Γ., το οποίο αυτός εκπόνησε μετά από αφαίρεση του ρυμοτομούμενου τμήματος και έχει προσαρτηθεί στο .../1993 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Νέων Λιοσίων Μαρίας Φωτίου Παπαζαχαρίου, συνορεύει δε, βόρεια σε πλευρά Α-Β μήκους 12,10 μ. με ιδιοκτησία Δ. Κ., ανατολικά σε πλευρά Β-Γ μήκους 12,30 μ. με ρυμοτομούμενο τμήμα του και πέραν απ' αυτό με την οδό ... (πρώην ...), νοτιοανατολικά σε πρόσωπο Γ-Δ μήκους 6 μ. με απότμηση των οδών ... και ..., νότια ή νοτιοδυτικά σε πρόσωπο Δ-Ε μήκους 8 μ. με την οδό ... και δυτικά σε πλευρά Ε-Α μήκους 10,40 μ. με ιδιοκτησία αγνώστου. Το όλο οικόπεδο ανήκε αρχικά στον Γ. Μ., στον οποίο είχε περιέλθει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή δυνάμει του .../1964 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Θεοδώρου Αναγνωστοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Ο Γ. Μ. απεβίωσε στις 26/12/1970, χωρίς να αφήσει διαθήκη και κατέλειπε κατά το χρόνο του θανάτου του πλησιέστερους συγγενείς και κληρονόμους του α) τη σύζυγο του Α. Μ. το γένος Η. Δ. και β) τις αμφιθαλείς αδελφές του Χ. Ζ. και Ι. Μ., κατά ποσοστά 2/4 η σύζυγος του και από 1/4 η κάθε αδελφή του, σε ολόκληρη την κληρονομιαία περιουσία του στην οποία περιλαμβανόταν το ανωτέρω οικόπεδο. Στις 26-12-1991 απεβίωσε η Α. Μ., η οποία με την .../13-06-1979 δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Αποστολάκου, δημοσιεύτηκε νόμιμα με το 2741/7-6-2002 πρακτικό του Πρωτοδικείου Αθηνών και καταχωρήθηκε στο γενικό βιβλίο διαθηκών αυτού στον τόμο 2512 με αριθμό 6, εγκατέστησε μοναδικό κληρονόμο της ακίνητης περιουσίας της τον ενάγοντα Ιερό Ναό (ενώ όρισε η επ' αυτής επικαρπία να περιέλθει στην κουνιάδα της Γ. Μ. και μετά το θάνατο της να περιέλθει κι αυτή στον ενάγοντα Ιερό Ναό), στην οποία συμπεριλαμβάνονται και τα ως άνω (2/4) ποσοστά της επί του ανωτέρω οικοπέδου που κληρονόμησε από το σύζυγο της. Στο μεταξύ απεβίωσαν και οι ανωτέρω αδελφές του συζύγου της, η Χ. Ζ. στις 15/9/1992 και η Ι. Μ. στις 8/10/1992, χωρίς να αφήσουν διαθήκη και κληρονομήθηκαν εξ αδιαθέτου από την Ε.-Π. Ζ., που υπήρξε θυγατέρα της πρώτης και ανεψιά της δεύτερης, στις αντίστοιχες κληρονομιές των οποίων περιλαμβάνονται και τα ως άνω (από 1/4 η καθεμιά Χ 2 =) 2/4 ποσοστά τους συνολικά επί του ανωτέρω οικοπέδου που κληρονόμησαν από τον αδελφό τους. Στη συνέχεια, οι πλησιέστεροι συγγενείς της Α. Μ. και συγκεκριμένα οι αμφιθαλείς αδελφές της Β. Γ. και Κ. Γ. το γένος Η. Δ. και οι ανεψιές της Μ. Μ. και Σ. Δ. (τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού της Μ.), μη γνωρίζοντας την ύπαρξη της ως άνω διαθήκης (όπως την ύπαρξη αυτής αγνοούσε και ο ενάγων Ιερός Ναός) και η οποία κατά τα άνω δημοσιεύτηκε στις 7-6-2002 αποδέχτηκαν κατά το έτος 1993 την κληρονομιά της αδελφής και θείας αντίστοιχα, που νόμιζαν ότι τους επήχθη εξ αδιαθέτου, για την οποία συντάχθηκε η .../30-4-1993 πράξη αποδοχής κληρονομιάς σε συνδυασμό με την .../1993 διορθωτική της συμβολαιογράφου Νέων Λιοσίων Μαρίας Φωτίου Παπαζαχαρίου, που μεταγράφηκαν στα οικεία βιβλία μεταγραφών. Με τις ίδιες πράξεις αποδοχής κληρονομιάς, αποδέχτηκε τις ανωτέρω κληρονομιές της μητέρας της (Χ.) και της θείας της (Ι.) και η Ε.-Π. Ζ. Περαιτέρω δε, οι Β. Γ. και Κ. Γ. το γένος Η. Δ. και οι ανεψιές της Μ. Μ. και Σ. Δ. θεωρώντας ότι κατέστησαν συγκληρονόμοι και συγκυρίες με συνολικό ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του ανωτέρω οικοπέδου καθώς και η Ε.-Π. Ζ., που κατέστη συγκυρία κατά το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου αυτού, πώλησαν το όλο οικόπεδο στον εναγόμενο, δυνάμει του .../2-10-1993 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Νέων Λιοσίων Μαρίας Παπαζαχαρίου, το οποίο μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία μεταγραφών, στις 2/11/1993, στον τόμο ... και με αριθμό 4508. Στη συνέχεια, επί του ανωτέρω οικοπέδου, ο εναγόμενος, ο οποίος δε γνώριζε την ύπαρξη της ανωτέρω διαθήκης της Α. Μ., ενεργώντας καλόπιστα, αφού έλαβε κατά τα έτη 1993 και 1997 αντίστοιχες οικοδομικές άδειες, ανήγειρε στο ανωτέρω οικόπεδο πολυώροφη οικοδομή και δαπάνησε σημαντικά ποσά, για κατοικία του ιδίου και της οικογένειας του αποτελούμενη, α) με βάση την 2210/93-Α2004/93 οικοδομική άδεια της Πολεοδομίας Αιγάλεω, α1) από ισόγειο αποτελούμενο από ένα διαμέρισμα 28,78 τμ και τρεις στεγασμένες θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων 15 τμ έκαστη, α2) από πρώτο όροφο αποτελούμενο από ένα διαμέρισμα 85,40 τμ και ημιυπαίθριο χώρο 9,23 τμ και β) με βάση την .../97-Α.436 οικοδομική άδεια της ιδίας Πολεοδομίας, β1) από δεύτερο όροφο αποτελούμενο από ένα διαμέρισμα 85,40 τμ και ημιυπαίθριο χώρο 9,23 τμ και β2) από τρίτο όροφο αποτελούμενο από ένα διαμέρισμα 85,40 τμ και ημιυπαίθριο χώρο 17,20 τμ κατέχοντας την όλη οικοδομή έκτοτε και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής. Η παραπάνω διαθήκη όμως της Α. Μ., η οποία ανευρέθη το έτος 2002 ήτοι μετά δεκαετία και πλέον από το θάνατο της, οπότε οι κληρικοί που διακονούσαν τον ενάγοντα Ιερό Ναό ανεύρον στα αρχεία του σχετικό σημείωμα, με τα στοιχεία του ανωτέρω συμβολαιογράφου και τον αριθμό της διαθήκης, είναι έγκυρη και ισχυρή έχουσα συνταχθεί από τη διαθέτιδα η οποία κατά τον παραπάνω χρόνο σύνταξης ήταν ικανή προς σύνταξη αυτής και όχι ανίκανη ως στερούμενη της χρήσης του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας (σχιζοφρένειας) και κατά συνέπεια ακυρότητας της διαθήκης για το λόγο αυτό (άρθρα 1718 και 1719 παρ. 4 AK, όπως το τελευταίο ίσχυε πριν από την τροποποίηση του με το άρθρο 30 του Ν. 2447/1996), όπως νόμιμα, παραδεκτά πλην αβάσιμα υποστήριξε ο εναγόμενος ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επαναφέρει το σχετικό ισχυρισμό του με τον πέμπτο λόγο έφεσης. Ειδικότερα, ο εν λόγω ισχυρισμός (ένσταση), ο οποίος παραδεκτά προβάλλεται προς απόκρουση της ένδικης διεκδικητικής αγωγής στηριζομένης στην εκ διαθήκης διαδοχή και ο οποίος είναι νόμιμος κατά τα ως άνω είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Τα επικαλούμενα από τον εναγόμενο περιστατικά προς θεμελίωση του ισχυρισμού του περί σχιζοφρένειας ότι "η διαθέτιδα νοσηλευόταν στο Δρομοκαίτειο Θεραπευτήριο Ψυχικών Νοσημάτων από το 1950 και εντεύθεν εξερχόμενη αυτού κατά περιοδικά και για ελάχιστα διαστήματα και τα τελευταία χρόνια πριν από το θάνατο της σε θεραπευτήριο της περιοχής Αμαρουσίου" δεν αποδείχτηκαν, τα όσα δε περί τούτων κατέθεσε η μαρτυράς του κρίνονται μη πειστικά και από κανένα έγγραφο δεν ενισχύονται ενώ στην προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση ο ιερέας απλώς καταθέτει "είχα ακούσει ότι είχε ψυχολογικά προβλήματα". Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε ότι ο ενάγων με την .../6-11-2002 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Αδαμαντίας Πιπεράκη Καβάγια, αποδέχτηκε την κληρονομιά της Α. Μ., στην οποία συμπεριλαμβάνεται και το επίδικο ποσοστό (1/2 εξ αδιαιρέτου) επί του ανωτέρω οικοπέδου, η δήλωση αυτή δε μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νέων Λιοσίων στις 13-11-2002.
Συνεπώς, ο ενάγων κατέστη συγκύριος του επιδίκου οικοπέδου κατά ποσοστό 1/2 επ' αυτού, με παράγωγο τρόπο αφού αποδέχτηκε με συμβολαιογραφικό έγγραφο την κληρονομιά της Α. Μ., κυρίας κατά το χρόνο του θανάτου της του εν λόγω ποσοστού, όπως δεν αμφισβητείται κατά τα ως άνω, και η αποδοχή αυτή μεταγράφηκε νόμιμα, με αποτέλεσμα να ενεργεί αναδρομικά και να θεωρείται κατά νόμο ότι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητα του ενάγοντα από το χρόνο θανάτου της διαθέτιδας το έτος 1991 σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα νομική σκέψη. Απεναντίας, ο εναγόμενος ουδέποτε κατέστη συγκύριος με παράγωγο τρόπο του ανήκοντος αρχικά στην Α. Μ. επιδίκου 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του ανωτέρω ακινήτου. Τούτο διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, αφού λόγω της ύπαρξης έγκυρης διαθήκης αποκλείεται η εξ αδιαθέτου διαδοχή, στην οποία στηρίζουν την κτήση της κυριότητας τους οι προαναφερόμενες αδελφές και ανεψιές της Α. Μ. και δικαιοπάροχες του εναγομένου, η εκ μέρους τους αποδοχή κληρονομιάς γενόμενη από πλάνη ως προς την ύπαρξη της διαθήκης και την ιδιότητα τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων είναι άκυρη θεωρούμενη ως ουδέποτε γενόμενη ώστε αυτές δεν κατέστησαν κυρίες του εξ αδιαιρέτου μεριδίου (1/2) στο ανωτέρω οικόπεδο και κατά συνέπεια ούτε ο εναγόμενος κατέστη κύριος του μεριδίου αυτού αφού αγόρασε ακίνητο από μη κύριο. Επομένως, ο επαναφερόμενος με την έφεση ισχυρισμός ιδίας κυριότητας του εναγομένου με παράγωγο τρόπο είναι απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος. Ομοίως ως νομικά αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος είναι και ο επαναφερόμενος με την έφεση ισχυρισμός ιδίας κυριότητας με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας του εναγομένου αυτού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα νομική σκέψη, από το χρόνο που μεταγράφηκε το συμβόλαιο αγοράς του επιδίκου (2-11-1993) μέχρι τη μεταγραφή αποδοχής κληρονομιάς από τον ενάγοντα (13-11-2002), αλλά και μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (11-12-2002) οπότε και διακόπτεται κατ' άρθρο 1049 ΑΚ η χρησικτησία (ΑΠ 1365/2002 ΕλΔνη 44.506) δεν παρήλθε η αναγκαία δεκαετής καλόπιστη από μέρους του νομή επί του ακινήτου, ενώ εξάλλου ο τίτλος αποδοχής κληρονομιάς των δικαιοπαρόχων του ως άνω (.../1993) για το συνυπολογισμό της νομής τούτων στη δική του νομή, ισχύει σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα νομική σκέψη ως νομιζόμενος τίτλος και με βάση αυτόν η χρησικτησία δεν ενεργεί αναδρομικά από το θάνατο της κληρονομουμένης (1991) αλλά από τη μεταγραφή τούτου, αφού η νομική ενέργεια καθιερώνεται μόνο για τον αληθή κληρονόμο, και για το συνυπολογισμό και του χρόνου αυτών από της μεταγραφής που έγινε πάντως μετά τον Οκτώβριο του 1993 δεν συμπληρώνεται ομοίως δεκαετής νομή του εναγομένου ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές και αφού έκρινε, το Εφετείο, ότι ο εναγόμενος, ο οποίος με τον πρώτο λόγο της έφεσής του ισχυρίσθηκε ότι η δικαιοπάροχος του ενάγοντος δεν είχε αποδεχθεί την κληρονομία του συζύγου της Γ. Μ., επί του 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου και, επομένως, δεν κατέστη η ίδια, καθώς και ο ενάγων κύριοι του επιδίκου κατά το ποσοστό αυτό, δεν αμφισβήτησε με τις προτάσεις του της πρώτης συζήτησης, την συγκυριότητα της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος επί του επιδίκου, και συνεπώς ο τελευταίος δεν ήταν υποχρεωμένος να συμπληρώσει, με τις προτάσεις του, τον τρόπο κτήσης της κυριότητας εκ μέρους εκείνης, άλλωστε η αμφισβήτηση αυτή του εναγομένου δεν είναι αποτελεσματική, διότι για τη θεμελίωση της ως άνω ένστασης του, περί κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου από τον ίδιο, επικαλείτο την ίδια την κληρονομουμένη, ως απώτερη δικαιοπάροχο του, το Εφετείο, απέρριψε την ένσταση αυτή του εναγομένου και έκανε δεκτή την αγωγή, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν την έφεση του τελευταίου κατά της 6688/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και επικυρώνοντας την τελευταία, η οποία έκρινε ομοίως. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, από τον ενάγοντα, από κληρονομία, με την αναφερόμενη διαθήκη της Α. Μ., οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της συνδρομής των όρων των διατάξεων των άρθρων 1710 παρ.1, 1724 και 1846 ΑΚ, που εφαρμόστηκαν, αφού συνέτρεχαν οι όροι αυτών, ήτοι η κτήση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου με την .../1979 δημόσια διαθήκη της ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Αποστολάκου. Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος μπορεί να εξεταστεί και ως λόγος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, γιατί περιέχει σιωπηρά και παράπονο για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 393/1999) αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσίβλητος έγινε κύριος του επιδίκου κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου παραγώγως (κληρονομία) απορρίπτοντας με ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντα ότι ο αναιρεσίβλητος δεν αποδέχθηκε την κληρονομία του απώτερου δικαιοπαρόχου του Γ. Μ. για λογαριασμό της άμεσης δικαιοπαρόχου του Α. Μ., στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, επειδή η προσβαλλόμενη απόφαση δεν ήταν αναγκαίο να διαλάβει και αιτιολογία σχετικά με την κτήση του δικαιώματος κυριότητας επί του επιδίκου της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, αφού αυτή δεν αμφισβητήθηκε από τον εναγόμενο. Περαιτέρω κρίνοντας, όπως πιο πάνω αναφέρθηκε, το Εφετείο σε σχέση με τα ουσιώδη ζητήματα της μη κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από τον εναγόμενο, τόσο με παράγωγο τρόπο, λόγω της προηγηθείσας μεταβίβασης της κυριότητας τούτου στον ενάγοντα με την ανωτέρω διαθήκη, όσο και με τακτική χρησικτησία, λόγω μη συμπλήρωση στο πρόσωπό του ίδιου και των δικαιοπαρόχων του χρονικού διαστήματος δέκα ετών άσκησης νομής επ' αυτού , του χαρακτηρισμού του τίτλου χρησικτησίας του, ήτοι της .../1993 πράξης αποδοχής της κληρονομίας της Α. Μ. από τις εξ αδιαθέτου κληρονόμους της και δικαιοπαρόχους του, ως νομιζόμενου, και του υπολογισμού του χρόνου έναρξης της τακτικής χρησικτησίας του από τη μεταγραφή αυτού (21-2-1994) και όχι από το χρόνο θανάτου της κληρονομουμένης (26-12-1991), δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1041, 1042, 1043, 1044, 1193, 1195, 1198 και 1846 ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε. Επομένως ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ψέγεται το Εφετείο ότι με το να δεχθεί, στην ένδικη διαφορά, ως χρόνο έναρξης της τακτικής χρησικτησίας, την 2-11-1993, χρόνο μεταγραφής του .../2.10.1993 πωλητηρίου συμβολαίου, με το οποίο ο αναιρεσείων αγόρασε από τους κληρονόμους της Α. Μ. ολόκληρο το αυτοκίνητο, ήτοι πέραν του 1/2 που ανήκε στην συγκυριότητά τους, και όχι την 26-12-1991, χρόνο θανάτου της, παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες διατάξεις, είναι αβάσιμος, αφού, σύμφωνα με την προηγηθείσα σκέψη, ο χρόνος χρησικτησίας δεν αρχίζει να τρέχει πριν από τη μεταγραφή του τίτλου, στην προκειμένη δε περίπτωση δεν υπάρχει αναδρομική ενέργεια της μεταγραφής της υπ' αριθμ. .../30.4.1993 πράξεως αποδοχής κληρονομίας από τους κληρονόμους της Α. Μ., αμέσους δικαιοπαρόχους του αναιρεσείοντος αγοραστού, αφού πρόκειται για μη αληθείς κληρονόμους.
ΙΙΙ. Επειδή σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 εδαφ. α' του Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ, το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος της άσκησης κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, η ισχύς της οποίας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 15 του ν. 2943/2001, αρχίζει από την 1-1-2002, διαγράφηκαν από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 οι λέξεις "ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά". Έτσι, μετά την 1-1-2002 δεν δημιουργείται λόγος αναίρεσης, γιατί το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, -οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση-, ως αληθινά, χωρίς να διατάξει απόδειξη περί αυτών στις περιπτώσεις που υποχρεούται να πράξει τούτο κατά νόμο. Ο δεύτερος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 10 περίπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν διέταξε αποδείξεις για πράγμα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, ως προς τον αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου ότι "δυνάμει της με αριθμ. .../2002 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αδαμαντίας Πιπεράκη-Καβαγιά, η οποία είναι καθ' όλα έγκυρη και επιφέρει τα αποτελέσματα της, στηρίζεται στην με αριθμό .../13-6-1979 δημόσια διαθήκη της μέχρι το θάνατο της κυρίας του επίδικου ακινήτου, Α. Μ. και περιέχει σε κάθε περίπτωση "διπλή αποδοχή" απέκτησε την κυριότητα του 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου" , είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον τόσο κατά το χρόνο συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (5-2-2009), όσο και κατά το χρόνο δημοσίευσης της εν λόγω απόφασης (5-5-2009) είχε ήδη καταργηθεί ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 10 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Περαιτέρω με τον ίδιο αμέσως παραπάνω λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει και την αιτίαση ότι ο Εφετείο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη (άρθρο 559 αρ. 10 περ. α Κ.Πολ.Δ.) και ειδικότερα τον αμέσως παραπάνω αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου. Όμως το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα που αναφέρεται σε προηγούμενη σκέψη ύστερα από εκτίμηση των αναφερομένων αποδείξεων, ήτοι καταθέσεων μαρτύρων, ένορκης βεβαίωσης και εγγράφων. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος.
ΙV. Ο από την παραβίαση των ορισμών του νόμου αναφορικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που τον προβλέπει, όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο), καθορίζει ο νόμος. Έτσι, παρέπεται, ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν προβαίνει σε εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά απορρίπτει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη. Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη δικαστικής ομολογίας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου ότι αυτός γνώριζε την ύπαρξη της διαθήκης με την οποία εγκαθίστατο ο ίδιος μόνος κληρονόμος της Α. Μ. και παρά ταύτα αδράνησε και επομένως η αδράνεια του αυτή συνιστά καταχρηστική άσκηση του αγωγικού δικαιώματός του. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν προέβη σε εκτίμηση των αποδείξεων αλλά απέρριψε την ένσταση του εναγομένου για καταχρηστική άσκηση της ένδικης αγωγής ως μη νόμιμη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-1-2010 αίτηση του Α. Κ. για αναίρεση της 2498/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Απριλίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ