Legislator Case Law & Legislation
1789/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds but refers first constitutional claim to plenary session.

Case Number 1789/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal regarding the second ground of inadmissibility due to the lower court's failure to examine the merits. The appellants, heirs of former bus company members, argued that terminating their lease contracts violated constitutional rights and the ECHR without compensation. The court rejected this specific procedural argument but found the first constitutional claim valid, ordering its transfer to the plenary session for full examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 563(2)(c) of the Code of Civil Procedure; The first ground of appeal alleging violation of constitutional rights and the ECHR is admissible and must be referred to the plenary court, while the second ground alleging insufficient reasoning is inadmissible when the lower court dismissed the claim without examining the merits.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure admissibility of appeal constitutional rights violation ECHR compensation termination of lease contracts plenary session referral insufficient reasoning

Cited Legislation

AI generated
Article 17 § 1 of the Constitution
Article 5 §§ 1 and 3 of the Constitution
Article 22 § 6 of the Constitution
Article 106 § 2 of the Constitution
Article 1 of the First Protocol of the ECHR
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 §§ 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ.
Law 2078/1992
Law 2175/1993
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 563(2)(c) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1789 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1789/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Των αναιρεσειόντων-καλούντων:1).... χήρας Χ1, ως καθολικής διαδόχου του αποβιώσαντος συζύγου της Χ1, 2)....., ως καθολικής διαδόχου του αποβιώσαντος πατέρα της Χ1, .... 3)....(αναφέρονται ακόμα 58 ονόματα), 62) Χ2 , 63) Χ3, 64) ....... Από αυτούς οι 62ος και 63ος δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, οι 10ος και 42ος παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Σταματόπουλο και οι υπόλοιποι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος δήλωσε ότι ο 34ος, ....., απεβίωσε στις 26-6-2003, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 93/2003 προσκομισθείσα ληξιαρχική πράξη θανάτου και την παρούσα δίκη συνεχίζει η εξ αδιαθέτου κληρονόμος του Χ4, η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.

Του αναιρεσιβλήτου-καθ'ού η κλήση : Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Αστικών Συγκοινωνιών Αθηνών" (εφεξής: ΟΑΣΑ), το οποίο εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικού διαδόχου του "Οργανισμού Αστικών Συγκοινωνιών" (εφεξής: ΟΑΣ), ο οποίος έπαψε να υφίσταται μετά το ν. 2175/1993 (άρθρ. 3 παρ. 1β ν. 2175/1993). Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κλάππα, ο οποίος ανακάλεσε την από 16 Φεβρουαρίου 2007 δήλωση για παράστασή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ. Πολ. Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Ιουνίου 1994 αγωγή του Χ1 και των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 6708/1995 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 9086/1996 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 1η Νοεμβρίου 1999 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 974/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση.

Την υπόθεση επανέφεραν για συζήτηση οι καλούντες με την από 7 Μαϊου 2003 κλήση τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 176/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν εκ νέου για συζήτηση οι καλούντες με την από 15 Σεπτεμβρίου 2005 κλήση τους Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω, πλην των 62ου και 63ου των αναιρεσειόντων, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 3 Ιανουαρίου 2001 έκθεση του αποχωρήσαντος ήδη από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ανδρέα Κατσίφα, με την οποία εισηγήθηκε την παραπομπή των δύο πρώτων λόγων της αναιρέσεως στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου και την απόρριψη του τελευταίου. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 §§ 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. Το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης. Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για το παραδεκτό, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Στην προκείμενη περίπτωση ο πρώτος των αναιρεσειόντων Χ1 όπως προκύπτει από το .... πιστοποιητικό κληρονομητηρίου της αρμόδιας Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών, απεβίωσε στις .... και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του .... και τη θυγατέρα του ....., οι οποίες και εμφανίζονται ως διάδικοι στην κλήση προς συζήτηση της υποθέσεως. Όμως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της 9086/1996 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, όπως προκύπτει από το δικόγραφο αυτής, ασκήθηκε δια καταθέσεώς της στο Τμήμα των ενδίκων μέσων του Εφετείου Αθηνών στις 16-11-1999. Επομένως, κατά το χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως, ο ανωτέρω Χ1 είχε ήδη προ έτους αποβιώσει και την αίτηση αναιρέσεως, θα έπρεπε να είχαν ασκήσει οι ως άνω κληρονόμοι του, οι οποίες δεν παρίστανται έκτοτε νομίμως. Επομένως, ασκηθείσας της αιτήσεως αναιρέσεως από πρόσωπο το οποίο είχε ήδη αποβιώσει, είναι αυτή απαράδεκτη, ως προς αυτόν, και πρέπει να απορριφθεί.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 104 Κ.Πολ.Δ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Στην προκείμενη περίπτωση οι εκ των αναιρεσειόντων Χ2 και Χ3 ήσαν απόντες κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και έχουν κλητευθεί να εμφανισθούν προς τούτο νομίμως και εμπροθέσμως από τους λοιπούς ομοδίκους τους, όπως προκύπτει από τις ....

και .... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Πειραιώς ..... και τις .... και ..... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Πειραιώς .... αντίστοιχα. Οι ίδιοι διάδικοι, μεταξύ άλλων, ήσαν απόντες και κατά τη δικάσιμο της 15-11-2004, κατά την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως ως προς όλους, σύμφωνα με την 176/2005 απόφαση αυτού του δικαστηρίου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής.

Την αίτηση αναιρέσεως άσκησε και ως προς τους απολειπόμενους ως άνω αναιρεσείοντες ο δικηγόρος Αθηνών Στέλιος Σταματόπουλος, ο οποίος όμως δεν προσκομίζει, παριστάμενος για τους λοιπούς αναιρεσείοντες, συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο προς άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως και δικαίωμα παραστάσεώς κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου σε σχέση με τους δύο ως άνω διαδίκους.

Επομένως η αίτηση αναιρέσεως, ως προς τους προαναφερόμενους, είναι άκυρη και, κατά συνέπεια, θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Περαιτέρω, η αίτηση αναιρέσεως, ως προς τους λοιπούς διαδίκους, ασκήθηκε εντός της προθεσμίας των τριών χρόνων από της δημοσιεύσεως της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 564 § 3 Κ.Πολ.Δ), διότι ναι μεν αυτή κατατέθηκε στο τμήμα των ενδίκων μέσων, του Εφετείου Αθηνών στις 16-11-1999, η δε προσβαλλόμενη απόφαση 9086/1996 του Εφετείου Αθηνών δημοσιεύθηκε στις 29-11-1996, πλην όμως με το νόμο 2743/1999, λόγω του σεισμού της Πάρνηθας αναστάλθησαν κατά το χρονικό διάστημα από 7-9-1999 έως 29-9-1999 οι νόμιμες και δικαστικές προθεσμίας για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων και άλλων ενεργειών που αφορούσαν κατοίκους του λεκανοπεδίου Αττικής, και, επομένως, η τριετής προθεσμία προς άσκηση αναιρέσεως παρατάθηκε κατά 23 ημέρες και έληγε στη συγκεκριμένη περίπτωση στις 21-11-1999.

Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπρόθεσμα, και η ένσταση που προβάλλει ο αναιρεσίβλητος με τις προτάσεις του και που υποστηρίζει ότι η αναίρεση είναι εκπρόθεσμη, είναι αβάσιμη. Ο τριακοστός πέμπτος αναιρεσείων ...., όπως προκύπτει από την .... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου ...., απεβίωσε στις ...., η δε εκ διαθήκης κληρονόμος του Χ4, σύζυγός του, γνωστοποίησε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου το ως άνω γεγονός με δήλωσή του που καταχωρίθηκε στα πρακτικά του παρόντος δικαστηρίου, ενώ, περαιτέρω, δήλωσε ότι επαναλαμβάνει εκουσίως τη διακοπείσα λόγω του θανάτου δίκη (άρθρ. 286 περ.

α΄, 287 § 1 και 290 Κ.Πολ.Δ). Επομένως νομίμως συνεχίζεται η δίκη μεταξύ της ανωτέρω αναιρεσείουσας και του αναιρεσιβλήτου. Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 27, 73 επ., 81 επ. και 87 επ. του Συντάγματος που καθιερώνουν την αρχή της διάκρισης των εξουσιών και θέτουν τον κανόνα ότι η νομοθετική εξουσία δεν μπορεί να επεμβαίνει στα έργα της δικαστικής, επιλαμβανόμενη με την επίλυση διαφορών για τις οποίες μόνη αυτή δικαιούται να αποφαίνεται, ούτε να κηρύσσει άκυρες τις πράξεις της δικαστικής αρχής, αλλά ούτε και η διάταξη του άρθρου 2 ΑΚ για τη μη αναδρομική δύναμη των νόμων, η οποία διάταξη δεν έχει αυξημένη τυπική ισχύ, κωλύουν τη νομοθετική εξουσία να ρυθμίσει με νέους κανόνες δικαίου δικαιώματα που απαιτήθηκαν με βάση προϊσχύοντες νόμους ακόμη και αν αναγνωρίσθηκαν με τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις.

Μπορεί δηλ. ο νομοθέτης να μεταβάλει την ενέργεια που απέκτησε η έννομη σχέση σύμφωνα με τον παλαιό νόμο ή να ορίσει και αυτή την απόσβεση των δικαιωμάτων που έχουν αποκτηθεί χωρίς ως προς τούτο να υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων, εκτός αν η νέα ρύθμιση απαγορεύεται από άλλη διάταξη του Συντάγματος και συγκεκριμένα από αυτή του άρθρου 17 αυτού, που προστατεύει την ιδιοκτησία, στην οποία όμως και στην έννοια της πλήρους αποζημιώσεως, δεν περιλαμβάνεται και δεν αποκαθίσταται κάθε ζημία του ιδιοκτήτη που αποτελεί άμεση συνέπεια της απαλλοτρίωσης, όπως η αποθετική ζημία του ιδιοκτήτη από την παύση λειτουργίας επαγγελματικής του δραστηριότητας (Ολ.

ΑΠ 7/2006). Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου της Σύμβασης της Ρώμης, το οποίο έχει αυξημένη τυπική ισχύ κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, επιβάλλεται η διαμόρφωση μιάς δίκαιης ισορροπίας μεταξύ των απαιτήσεων του δημόσιου συμφέροντος υπέρ του κοινωνικού συνόλου και της επιτασσόμενης προστασίας της ιδιοκτησίας ως ατομικού δικαιώματος.

Προς εκτίμηση δε αν σε μία συγκεκριμένη περίπτωση διαμορφώνεται μία τέτοια δίκαιη ισορροπία και δεν επιβάλλεται στους θιγόμενους ένα υπέρμετρο βάρος, είναι αναγκαία η λήψη υπόψει των συνθηκών στέρησης της ιδιοκτησίας. Συνακόλουθα και σε σχέση με το μέγεθος της καταβλητέας αποζημίωσης, η στέρηση ιδιοκτησίας, χωρίς την καταβολή ενός ποσού που συντελεί σε εύλογη σχέση προς την αξία αυτής, θα συνιστούσε καταρχήν μία δυσανάλογη και μη δυνάμενη να δικαιολογηθεί από το παραπάνω άρθρο 1 προσβολή της ιδιοκτησίας.

Εντούτοις το άρθρο αυτό δεν εγγυάται σε κάθε περίπτωση δικαίωμα προς πλήρη αποζημίωση, γιατί νόμιμοι σκοποί δημόσιας ωφέλειας, όπως εκείνοι που επιδιώκουν μέτρα οικονομικής διαρρύθμισης ή κοινωνικής δικαιοσύνης, μπορεί να συνηγορούν υπέρ της καταβολής αποζημιώσεως μικρότερης της πλήρους εμπορικής αξίας της ιδιοκτησίας.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ν. 2175/1993 (άρθρ. 3) λαμβάνει πρόνοια για την αντιμετώπιση των ζημιογόνων συνεπειών (θετικών ζημιών) για τις συγκοινωνιακές επιχειρήσεις και τους αυτοκινητιστές μέλη τους από την ανάκληση του προνομίου αποκλειστικής εκτέλεσης και εκμετάλλευσης του συγκοινωνιακού έργου στην περιοχή Αθηνών-Πειραιώς και Περιχώρων και της συνακόλουθης διάλυσης και θέσης αυτών σε εκκαθάριση, λόγο της έκλειψης του κατά το ν. 2078/1992 σκοπού για τον οποίο είχαν συσταθεί, που, κατά την έννοια του άρθρου 1 § 1 εδ.

β΄ του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης συνιστά στέρηση ιδιοκτησίας. Αντίθετα από το ν. 2175/1993 δεν προβλέπεται η αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας των Συγκοινωνιακών Επιχειρήσεων και των αυτοκινητιστών μελών τους, λόγω της ματαίωσης της απόκτησης των αναμενόμενων από αυτούς κερδών (μερισμάτων) από την αποκλειστική εκτέλεση του συγκοινωνιακού έργου που τους είχε παραχωρηθεί.

Κατά τούτο όμως ο νομοθέτης, ο οποίος μετά νέα εκτίμηση ως προς τον καλύτερο τρόπο εκτέλεσης του πιο πάνω συγκοινωνιακού έργου, που συνιστά αντικείμενο δημόσιας υπηρεσίας υπό την λειτουργική έννοια, προέβη στην ανάκληση του προνομίου της αποκλειστικής εκτέλεσης του έργου τούτου που είχε παραχωρηθεί στις συγκοινωνιακές επιχειρήσεις με το ν. 2078/1992, χάριν της παραχώρησης αυτού (προνομίου) σε άλλο, κρινόμενο καταλληλότερο, φορέα με παράλληλη διάλυση και θέση σε εκκαθάριση των συγκοινωνιακών επιχειρήσεων τούτων, μπορούσε επιτρεπτά κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, εκτιμώντας τις περιστάσεις, μεταξύ των οποίων και το μικρό σχετικά χρονικό διάστημα (16 μηνών) από την παραχώρηση του εν λόγω προνομίου μέχρι την ανάκλησή του, να προβλέψει περιοριστικά την ανόρθωση των από την αιτία αυτή ζημιογόνων αποτελεσμάτων, μόνο για την αποκατάσταση των θετικών ζημιών των συγκοινωνιακών επιχειρήσεων και των αυτοκινητιστών μελών τους ενόψει των δαπανών στις οποίες είχαν υποβληθεί και των υποχρεώσεων που είχαν αναλάβει, όχι δε και την κάλυψη αποθετικών ζημιών από τη μη απόκτηση κερδών λόγω ματαίωσης εφεξής του συγκοινωνιακού έργου που τους είχε παραχωρηθεί λόγω ανάκλησης του αντίστοιχου προνομίου.

Με την κρινόμενη από 1-6-1994 αγωγή τους, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, εξέθεταν ότι με το ν. 2175/1993 ιδρύθηκε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου "Οργανισμός Αστικών Συγκοινωνιών Αθηνών" (ΟΑΣΑ), ως δημόσια επιχείρηση κοινωφελούς χαρακτήρα, με έδρα την Αθήνα και σκοπό τη διεξαγωγή του συγκοινωνιακού έργου με όλα τα μέσα μαζικής μεταφοράς στην περιοχή Αθηνών-Πειραιώς και Περιχώρων με ιδιαίτερη μέριμνα για την εξυπηρέτηση του επιβατικού κοινού και την ποιότητα ζωής στην, περιοχή της αρμοδιότητάς του.

Ότι από την έναρξη ισχύος (22-12-1993) του ν. 2175/1993 ο αναιρεσίβλητος ΟΑΣΑ ανέλαβε αμέσως την εκτέλεση και εκμετάλλευση του συγκοινωνιακού τούτου έργου και υπεισήλθε αυτοδικαίως και χωρίς άλλη διατύπωση, με συνέπειες καθολικής διαδοχής, στα δικαιώματα του Οργανισμού Αστικών Συγκοινωνιών (ΟΑΣ). Στην εποπτεία του ΟΑΣ είχαν υπαχθεί με το ν. 2078/1992 οι συγκοινωνιακές επιχειρήσεις (ΣΕΠ) που προβλέφθηκαν από το άρθρο 4 του νόμου τούτου (ο οποίος διέλυσε την Επιχείρηση Αστικών Συγκοινωνιών ΕΑΣ) ως νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, με έδρα την Αθήνα και σκοπό την εξυπηρέτηση των συγκοινωνιακών αναγκών της περιοχής Αθηνών-Πειραιώς και Περιχώρων με θερμικά λεωφορεία.

Περαιτέρω εξέθεταν οι αναιρεσείοντες ότι όλοι τους απέκτησαν άδειες κυκλοφορίας λεωφορείων δημοσίας χρήσης κατά ποσοστό 50% ο καθένας (άρθρ. 3 του ν. 2078/1992) στο πλαίσιο της λειτουργίας του ΟΑΣ και στη συνέχεια έγιναν μέτοχοι των ΣΕΠ. Ότι κατόπιν κατάρτισαν με τον ΟΑΣ σύμβαση παραχώρησης χρήσης λεωφορείου, χαρακτηριζόμενη από αυτούς ως μίσθωση, με βάση την οποία παραχωρήθηκε στον καθένα από ένα λεωφορείο για τρία έτη, αντί μηνιαίου μισθώματος.

Ότι από 22-12-1993 που ο αναιρεσίβλητος ΟΑΣΑ ανέλαβε αποκλειστικά την εκτέλεση και εκμετάλλευση του συγκοινωνιακού έργου με παράλληλη κατάργηση του ΟΑΣ και διάλυση των ΣΕΠ (άρθρ. 3 του Ν. 2175/1993) καταργήθηκαν, με βάση τη νομοθετική αυτή ρύθμιση και όχι κατά ένα από τους προβλεπόμενους από τον ΑΚ τρόπους, οι συμβάσεις που τους συνέδεαν με τον ΟΑΣ.

Ότι η κατάργηση των συμβάσεων αυτών με τον παραπάνω νόμο, ο οποίος με νέους κανόνες και μάλιστα, γνήσιους αναδρομικής ισχύος ρύθμισε διαφορετικά τα ενοχικά δικαιώματα που αποκτήθηκαν με συμβάσεις, είναι αντίθετη στο άρθρο 17 του Συντάγματος, κατά την έννοια του οποίου η προστατευόμενη συνταγματικά ιδιοκτησία δεν καλύπτει μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα στα κινητά και τα ακίνητα, αλλά περιλαμβάνει ανεξαίρετα όλα τα ενοχικά και γενικότερα τα περιουσιακά δικαιώματα και οπωσδήποτε προσκρούει στο άρθρο 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης "Για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", που επιβάλλει την αυξημένη προστασία κάθε περιουσιακού δικαιώματος, οποιαδήποτε φύση και αν έχει αυτό.

Ότι ενόψει της αντισυνταγματικής αυτής ρύθμισης οι συμβάσεις τους για τη χρήση των παραχωρούμενων λεωφορείων για μία τριετία εξακολούθησαν να υφίστανται μεταξύ αυτών (αναιρεσειόντων) και του αναιρεσίβλητου ΟΑΣΑ (διαδόχου του ΟΑΣ), η δε αθέτηση από τον τελευταίο της πρωτογενούς από τις συμβάσεις αυτές υποχρέωσής του δημιούργησε δευτερογενή υποχρέωσή του προς αποζημίωσή τους, συνιστάμενη στην αποθετική τους, ζημία από τη μη εκπλήρωση των συμβάσεων δηλ.

στα καθοριζόμενα για τον καθένα αναιρεσείοντα μερίσματα από την εκμετάλλευση των λεωφορείων που θα εισέπρατταν κατά το υπολειπόμενο της συμβατικής τριετούς χρήσεως χρονικό διάστημα. Ότι κατόπιν αυτών επιδίωκαν οι ενάγοντες-αναιρεσείοντες να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος-αναιρεσίβλητος όφειλε να τους καταβάλει λόγω αποζημίωσης τα αναλυτικά για τον καθένα αναφερόμενα ποσά.

Την ως άνω αγωγή το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του την έκρινε μη νόμιμη και επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση που και αυτή την έχει κρίνει μη νόμιμη και την είχε απορρίψει. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο κατά την κρατήσασα στο δικαστήριο γνώμη, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η διάταξη του άρθρου 3 του ν. 2175/1993 δεν αντίκειται στο άρθρο 17 του ισχύοντος Συντάγματος, ούτε στη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Κατά τη γνώμη όμως των εκ των μελών του Δικαστηρίου Γεωργίου Καλαμίδα και Διονυσίου Γιαννακόπουλου η δια του ν. 2175/1995 αφαίρεση του μεταφορικού έργου από τον προϋπάρξαντα ΟΑΣ και συνακόλουθα από τις ΣΕΠ και η μεταφορά του σε άλλη επιχείρηση κοινοφελούς χαρακτήρα (ΟΑΣΑ), που αποτελούσε κατά παραχώρηση του κράτους προνόμιο αυτών ως αντικείμενο δημόσιας υπηρεσίας υπό λειτουργική έννοια, δεν αντιστρατεύεται σε κάποια συνταγματική αρχή.

Η κατάργηση όμως της υπάρχουσας ενοχικής σχέσεως της παραχωρήσεως της χρήσεως λεωφορείων στους μετόχους των ΣΕΠ με την καταβολή ορισμένου, περιοδικώς καταβλητέου, χρηματικού ανταλλάγματος, είτε η σχέση αυτή έχει το χαρακτήρα της μισθώσεως (προσοδοφόρου) πράγματος είτε όχι, δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις των άρθρων 17 § 1, 5 §§ 1 και 3, 22 § 6, 106 § 2 του Συντάγματος, και άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔ, αφού η σχετική ρύθμιση, ως αφορώσα συγκεκριμένες συμβάσεις με περιορισμένο κύκλο προσώπων, δεν είναι γενική και δεν οδηγεί σε εξυπηρέτηση γενικού ή δημοσίου συμφέροντος και, τέλος, δεν προβλέπει την καταβολή οποιασδήποτε αποζημιώσεως στους φορείς του σχετικού ενοχικού δικαιώματος από τη στέρηση της χρήσεως των παραχωρηθέντων με την καταργηθείσα σύμβαση λεωφορείων, παρά το ότι στον προϊσχύοντα νόμο 2078/1992 προβλεπόταν η για ορισμένους λόγους λύση της σχέσης αυτής, που δεν προκύπτει από το νεότερο αυτονόμο ότι συνέτρεξαν, χωρίς αυτό να ανατρέπεται από την στον επίμαχο νόμο ρύθμιση της τύχης των μελών των τέως ΣΕΠ, υπό το νέο καθεστώς.

Επομένως, η απόρριψη με την προσβαλλόμενη απόφαση της αγωγής των αναιρεσειόντων , μελών των καταργηθεισών ΣΕΠ και συμβασιούχων με τον τέως ΟΑΣ, του οποίου καθολικός διάδοχος είναι ο αναιρεσίβλητος, με την οποία ζήτησαν αποζημίωση για τη στέρηση της χρήσεως των παραχωρηθέντων λεωφορείων για όλη τη διάρκεια της συμβάσεως, ως μη νόμιμης, κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων του νεότερου νόμου, που κρίθηκε συνταγματικός και σύμφωνος με την ΕΣΔΑ, παρίσταται αντίθετη με τις προμνησθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, αφού τις παραβίασε με αντίθετη ερμηνεία, και ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος.

Κατά συνέπεια, εφόσον η παρούσα απόφαση λαμβάνεται με πλειοψηφία μιάς ψήφου, θα πρέπει ο πρώτος ως άνω λόγος αναιρέσεως να παραπεμφθεί στην Τακτική Ολομέλεια του παρόντος Δικαστηρίου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 563 § 2 εδ. γ΄ του Κ.Πολ.Δ. Ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως (έλλειψη ανεπάρκεια κλπ αιτιολογίας) δεν δίδεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να εισέλθει στην ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως με ερμηνεία και μόνο των διατάξεων του νόμου, όπως στην προκείμενη περίπτωση, απορρίπτει την αγωγή ως μη νόμιμη.

Συνεπώς ο από τη διάταξη αυτή δεύτερος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-11-1999 αίτηση 1)των Χ1, Χ2 και Χ3, για αναίρεση της 9086/1999 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, 2)των λοιπών διαδίκων ως προς τον δεύτερο λόγο.

Καταδικάζει τις παριστάμενες ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του Χ1, ..... χήρα Χ1 και ....., στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ. Και

Παραπέμπει τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως για εκδίκαση στην Τακτική Ολομέλεια του παρόντος Δικαστηρίου.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 20 Ιουλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ