1789/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-9-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 985/2001 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 3747/2002 μη οριστική, 8432/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28 Ιουνίου 2004 αίτησή του και τους από 8 Νοεμβρίου 2005 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν ο αναιρεσείων και η 2η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 1 Φεβρουαρίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Ιωάννη Βερέτσου, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1789/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 εδ. β ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις, που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β΄, 346, 453 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.
Full text
Απόφαση 1789 / 2006 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1789/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καλονόμο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ....., οδηγού γερανοφόρου της εταιρείας με την επωνυμία "INTERAMERICAN Α.Ε.", ....., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 2) Ανώνυμης Εταιρείας οδικής βοήθειας με την επωνυμία "INTERAMERICAN Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Δρακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-9-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 985/2001 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 3747/2002 μη οριστική, 8432/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28 Ιουνίου 2004 αίτησή του και τους από 8 Νοεμβρίου 2005 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν ο αναιρεσείων και η 2η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 1 Φεβρουαρίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Ιωάννη Βερέτσου, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις προσκομιζόμενες από τον αναιρεσείοντα 6423 Κ/6-9-2004 και 10525/18-11-2005 εκθέσεις επιδόσεως του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή ..... προκύπτει ότι, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων της, μετά της κάτωθι της πρώτης πράξεως ορισμού δικασίμου για την 6-2-2006 και κλήσεως προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, με παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του επισπεύδοντος τη συζήτηση αναιρεσείοντος, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο. Κατά την άνω δικάσιμο της 6-2-2006 η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε εκ του πινακίου για την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο της 18-9-2006, κατά την οποία, ενώ δεν απαιτείτο νέα κλήτευση του πρώτου αναιρεσιβλήτου, αφού η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (Κ.Πολ.Δ. 226 παρ. 4, εφαρμοζόμενο στην αναιρετική διαδικασία κατ άρθρο 575 του ίδιου Κώδικα), κλητεύθηκε αυτός να παραστεί στη συζήτηση από τον επισπεύδοντα αυτήν αναιρεσείοντα, επιδοθέντος σ αυτόν αντιγράφου της 45/2006 βεβαιώσεως του Γραμματέως του Αρείου Πάγου για αναβολή της υπόθεσης για τη δικάσιμο της 18-9-2006, μετά κλήσεως προς συζήτηση, κατά την προσαγόμενη 11212Δ/17-2-2006 έκθεση επιδόσεως του αυτού ως άνω δικαστικού επιμελητή. Επομένως, κατ άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της αιτήσεως, παρά την απουσία του κατά τα άνω κλητευθέντος πρώτου αναιρεσιβλήτου.
Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 εδ. β΄ Κ.Πολ.Δ. συνάγεται, ότι, όταν προσβάλλεται η απόφαση γιατί το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν και ως τέτοιες νοούνται και οι αποδείξεις των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση, με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε (Ολ.
Α.Π. 30/1997 Ολ. Α.Π. 9/2000), για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει ποιές είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, για ποιόν ισχυρισμό οι αποδείξεις αυτές λήφθηκαν υπόψη και η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της αποφάσεως, ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός αυτός και στην περίπτωση που οι αποδείξεις αυτές συνίσταται σε έγγραφα πρέπει να εξειδικεύονται σαφώς τα έγγραφα αυτά.
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τους δύο πρώτους λόγους αναιρέσεως και με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια, ότι για τον σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του προς απόρριψη της εφέσεώς του, έλαβε υπόψη ισχυρισμούς και αποδεικτικά μέσα των οποίων οι αναιρεσίβλητοι δεν είχαν κάνει νόμιμη επίκληση με τις από 28/2/2002 και 30/10/2003 προτάσεις τους στο Εφετείο, χωρίς όμως να προσδιορίζει στους αναιρετικούς αυτούς λόγους ούτε ποιές είναι οι αποδείξεις και ποιά τα έγγραφα που λήφθηκαν υπόψη χωρίς νόμιμη επίκληση, ούτε ποίοι είναι οι ισχυρισμοί, προς απόδειξη των οποίων λήφθηκαν υπόψη οι άνω αποδείξεις και ποιά επίδραση είχαν οι ισχυρισμοί αυτοί στο διατακτικό της αποφάσεως.
Επομένως, οι άνω λόγοι αναιρέσεως είναι αόριστοι και εντεύθεν απαράδεκτοι.
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 εδ. β ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις, που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β΄, 346, 453 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.
ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά, δια των προτάσεων αυτών, σε συγκεκριμένο μέρος των προτάσεων προηγούμενης συζητήσεως, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 Κ.Πολ.Δικ.
Η διάταξη αυτή αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα, που ο διάδικος είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλομένων πρωτοδίκων προτάσεων, όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (Α.Π. 9/2000 Ολομ.).
Πλην όμως κατά το άρθρο 346 Κ.Πολ.Δικ. τα αποδεικτικά μέσα που έχει προσκομίσει ένας διάδικος λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και για την απόδειξη των ισχυρισμών άλλου διαδίκου, καθιστάμενα έτσι κοινά αποδεικτικά μέσα, γι'αυτό πάσει επιφύλαξη αυτού που τα προσκομίζει, να χρησιμοποιηθούν μόνο προς απόδειξη των δικών του ισχυρισμών είναι ανίσχυρη (Ολ.
Α.Π. 58/1978). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως συνάγεται από την προσβαλλομένη απόφαση, για να κρίνει επί της βασιμότητας της από 3/9/1998 αγωγής του αναιρεσείοντος, με αντικείμενο την αποζημίωσή του, λόγω αδικοπραξίας που φέρεται ότι τελέστηκε σε βάρος του από τους ήδη αναιρεσιβλήτους, έλαβε υπόψη και την υπ'αριθμ. 475/26-2-2002 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα, ....., ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αμαρουσίου που έγινε με αίτηση των εφεσιβλήτων (ήδη αναιρεσιβλήτων) και ύστερα από νόμιμη κλήτευση του εκκαλούντος.
Και ναι μεν δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση της ένορκης αυτής βεβαίωσης από τους αναιρεσιβλήτους, εφόσον, στις ενώπιον του Εφετείου από 30/10/2003 προτάσεις τους, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, διαλαμβάνεται μόνη η μη συνιστώσα, κατά τα προεκτεθέντα, νόμιμη επίκληση αυτής "Επαναφέρουμε και επικαλούμαστε όλους τους ένδικους ισχυρισμούς μας που έχουμε διατυπώσει στο κείμενο τόσο των πρωτοδίκων προτάσεών μας, όσο και εκείνων (προτάσεων και προσθήκης) της ενώπιον Σας πρώτης συζητήσεως της υπό κρίση εφέσεως του αντιδίκου καθώς και στα έγγραφα που έχουμε προσκομίσει τόσο πρωτοδίκως, όσο και ενώπιόν Σας, όπου και αναφερόμαστε", πλην όμως την άνω ένορκη βεβαίωση επικαλέστηκε και προσκόμισε στο Εφετείο ο εκκαλών (ήδη αναιρεσείων), ως τούτο προκύπτει από τις από 4/3/2003 προτάσεις του (βλ.
σελ. 2-3) και στην από 30/10/2003 προσθήκη αντίκρουση (βλ. σελ. 2) και έτσι αυτή έγιινε κοινό αποδεικτικό μέσο.
Συνεπώς το Εφετείο που την έλαβε υπόψη, παρά το ότι δεν επικαλέστηκαν αυτή νομίμως οι εφεσίβλητοι, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 εδ. β΄ Κ.Πολ.Δικ. ο δε δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο είναι αβάσιμος.
Επειδή, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως και ο τρίτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες των αριθμών 11 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., γιατί δεν διαλαμβάνει (η απόφαση) καμία αξιολόγηση αναφορικά με τη δικονομική βαρύτητα και την εν γένει σημασία που αποδόθηκε σε κάθε αποδεικτικό μέσο, είναι απαράδεκτοι, διότι τα άνω προβαλλόμενα δεν ιδρύουν (θεμελιώνουν) τους προβαλλόμενους ως άνω αναιρετικούς λόγους.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρο 524 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου είναι παραδεκτές ως αποδεικτικά μέσα, εφόσον έχουν συνταχθεί πριν από τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του αρμοδίου πρωτοβάθμιου ή δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον ημέρες πριν από τις βεβαιώσεις αυτές (Α.Π. 851/2006, Α.Π.823/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, έλαβε υπόψη του την με επίκληση προσκομισθείσα ως άνω 475/26-2-2002 ένορκη βεβαίωση του ....., που έγινε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αμαρουσίου, με αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων και ύστερα από νόμιμη κλήτευση του ήδη αναιρεσείοντος, στις 26-2-2002, ήτοι μετά την έκδοση της πρωτόδικης (985/2001) οριστικής απόφασης και πριν από την κατά την 30-10-2003 συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου. Κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η ένορκη αυτή βεβαίωση, εφόσον συντάχθηκε πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο και ύστερα από νόμιμη κλήτευση του αναιρεσείοντος, ήταν παραδεκτή ως αποδεικτικό μέσο και το Εφετείο που την έλαβε υπόψη δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11α του Κ.Πολ.Δ. και οι αντίθετοι τέταρτος λόγος του κυρίου δικογράφου και τέταρτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της άνω διατάξεως, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ. Α.Π. 3/1997).Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πέμπτο λόγο της αναιρέσεως και τον πέμπτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. γιατί έλαβε υπόψη ισχυρισμούς που για πρώτη φορά προτάθηκαν με την ως άνω ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ...... Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι το περιεχόμενο της ένορκης αυτής βεβαίωσης δεν συνιστά "πράγμα", ώστε η λήψη αυτού υπόψη από το Εφετείο, ενώ δεν προτάθηκε, να ιδρύει τον άνω λόγο εκ του άρθρου 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως.
Από την επισκόπηση των ενώπιον του Εφετείου προτάσεων του αναιρεσείοντος προκύπτει ότι αυτός επικαλέσθηκε το έγγραφο της δεύτερης αναιρεσίβλητης, υπογεγραμμένο από τον υπάλληλό της ....., στο οποίο αναγράφεται ότι "πήγα στη διεύθυνση από την οποία μεταφέραμε το υπ αριθ. ..... Φ.Ι.Χ. αυτοκίνητό του στην οδό .....".Από το έγγραφο αυτό δεν συνάγεται (μη ληφθείσα υπόψη από το Εφετείο) ομολογία της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων για την επικαλούμενη με την αγωγή μεταφορά του αυτοκινήτου του ενάγοντος από την οδό .....
σε συνεργείο στη λεωφόρο ....., αφού σ' αυτό (έγγραφο) αναφέρεται το ακριβώς αντίθετο του αναφερόμενου στην ιστορική βάση της αγωγής, ότι δηλαδή ο άνω υπάλληλος της δεύτερης αναιρεσίβλητης μετέβη στην (μη αναφερόμενη) διεύθυνση από την οποία μετέφεραν (μη κατονομαζόμενα άτομα) το άνω αυτοκίνητο του ενάγοντος στην οδό ......
Επί πλέον, από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και το άνω έγγραφο. Επομένως, ο έκτος λόγος της αναιρέσεως και ο έκτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων, με τους οποίους προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την περιεχόμενη στο προσκομισθέν ως άνω έγγραφο ομολογία της δεύτερης αναιρεσίβλητης, την οποία επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων, ως και ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το αυτό έγγραφο, ως αποδεικτικό μέσο που προσκομίσθηκε με επίκληση και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμοι.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως και δεν ιδρύεται ο άνω λόγος αναιρέσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς (Ολομ. Α.Π. 30/1997, Α.Π. 435/2005, Α.Π. 83/2005, Α.Π. 163/2004, Α.Π. 56/2002).Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.
Στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθεται σαφώς το αποδεικτικό πόρισμα που εξήχθη από τις αποδείξεις της υπόθεσης, σύμφωνα με το οποίο δεν αποδείχθηκε ότι κατά τις πρωινές ώρες της 28-5-1998 το γερανοφόρο όχημα της εναγομένης, που παρέλαβε από την οδό ..... το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο του ....., με οδηγό τον πρώτο εναγόμενο, με άλλο δρομολόγιο, που προηγήθηκε ή ακολούθησε το ως άνω, παρέλαβε το αυτοκίνητο του ενάγοντος και το μετέφερε στο συνεργείο της λεωφόρου .....
και από εκεί το παρέλαβαν άλλα άτομα και το απομάκρυναν σε συνεννόηση με τον πρώτο εναγόμενο, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα ο τελευταίος (είτε μόνος του είτε μαζί με άλλους). Οι επικαλούμενες στο λόγο αυτό ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφορώσες 1) στη σύγχυση μεταξύ του αυτοκινήτου του ενάγοντος και του αυτοκινήτου του ....., που δεν είναι δικαιολογημένη, αφού πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά αυτοκίνητα (επιβατηγό και φορτηγό αντίστοιχα), έχοντα τεθεί σε κυκλοφορία με διαφορά δέκα τριών ετών, με χρώμα το καθένα διαφορετικό από το χρώμα του άλλου και 2) στο ότι η άνω μεταφορά του αυτοκινήτου του .....
δεν αποδείχθηκε από έγγραφο, αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, με βάση τις οποίες το Εφετείο κατέληξε στο άνω σαφές αποδεικτικό του πόρισμα και δεν ιδρύουν τον εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικό λόγο, εντεύθεν δε ο λόγος αυτός της αναιρέσεως (έβδομος) είναι απαράδεκτος.
Από την επισκόπηση των στο Εφετείο υποβληθεισών προτάσεων του αναιρεσείοντος προκύπτει ότι αυτός επικαλέσθηκε και προσκόμισε με τις προτάσεις αυτές 1) αντίγραφο της μηνύσεώς του, καταχωρημένης στο βιβλίο αδικημάτων-συμβάντων της 29-3-1998 του Α.Τ. ...., για την κλοπή των πινακίδων του με αριθμό κυκλοφορίας ..... Ι.Χ. φορτηγού αυτοκινήτου του, 2) αντίγραφο της μηνύσεώς του, καταχωρημένης στο ίδιο ως άνω βιβλίο της 13-6-1998 του αυτού Α.Τ. ....., για την κλοπή του άνω αυτοκινήτου του και 3) τα με αριθ. 1020/52182/1α/29-3-1998 και 1020/52182/2/13-6-1998 αντίγραφα του βιβλίου αδικημάτων του άνω Α.Τ. ...... Το Εφετείο, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα. Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με τα όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του και τα άνω με επίκληση προσκομισθέντα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα και ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11γ του Κ.Πολ.Δ. αντίθετος όγδοος (τελευταίος) λόγος του δικογράφου των προσθέτων είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-6-2004 αίτηση του ..... για αναίρεση της 8432/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Οκτωβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Νοεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ