Supreme Court dismisses appeal on invalidity of donations due to lack of legal grounds and failure to consider relevant arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the final judgment of the Athens Court of Appeal regarding the validity of donations. The appellant argued that the lower court failed to apply civil code provisions concerning joint accounts and did not consider the donor's health needs, but the court found these claims unsupported by the record. Since the appellant never raised these specific arguments in the initial lawsuit, the court ruled the appeal inadmissible and ordered the appellant to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on arguments not raised in the original suit is inadmissible, and the court must rely solely on the initial complaint for admissibility.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1788 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1788/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Φωτεινή Μηλιώνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ο. Χ. - Π. του Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τόλη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. - Α. Π. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τζεβελέκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/7/2017 αγωγή, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2128/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3102/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/11/2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 3102/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, αφού δέχθηκε την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, (η οποία υπεισήλθε στη θέση του αποβιώσαντος, κατά την πρωτόδικη δίκη, συζύγου της - αρχικού ενάγοντος, ως μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμος του), κατά της 2128/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφάνισε την απόφαση αυτή και κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε την ένδικη αγωγή, με την οποία ο αρχικός ενάγων ζήτησε την αναγνώριση της εγκυρότητας της ανάκλησης των από αυτόν προς την αναιρεσίβλητη γενόμενων δωρεών, χρηματικών ποσών και ακινήτων του και την αναμεταβίβαση των δωρηθέντων στον ίδιο.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης, αρκεί κατ' αρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης.
Για τον έλεγχο της νομιμοποίησης το δικαστήριο οφείλει να αρκεσθεί στους εμπεριεχόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο ισχυρισμούς. Αρκεί, δηλαδή, μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός είναι ο φορέας του δικαιώματος και ο εναγόμενος ο φορέας της αντίστοιχης υποχρέωσης ή ότι αυτοί είναι τα υποκείμενα της έννομης σχέσης, που φέρεται προς κρίση.
Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί δεν αιτιολογούν ένα τέτοιο σύνδεσμο ενάγοντος και εναγομένου, η αγωγή θα είναι ανομιμοποίητη και θα απορριφθεί ως απαράδεκτη. Αν, όμως, οι αγωγικοί ισχυρισμοί αιτιολογούν μεν τον ως άνω σύνδεσμο, αλλά αποδεικνύεται η αναλήθεια των ισχυρισμών αυτών, τότε η αγωγή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη, για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος ή της επίδικης υποχρέωσης.
Ποια πρόσωπα είναι οι - κατά κανόνα - φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής.
Συνεπώς, η από μέρους του εναγομένου προβαλλόμενη έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής (ΑΠ 483/2023, AΠ 783/2021, ΑΠ 266/2021, ΑΠ 260/2020, ΑΠ 59/2019). Ο αναιρετικός έλεγχος της νομιμοποίησης γίνεται με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι κατά τον ΚΠολΔ η νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται ως η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση. Επειδή λοιπόν το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης αλλά και τους φορείς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 266/2021, ΑΠ 260/2020, ΑΠ 59/2019).
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ στην περίπτωση, κατά την οποία στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία, που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της, ιδρύεται ο λόγος από τον αριθμό 14 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 75/2025, ΑΠ 311/2024, ΑΠ 1738/2022, ΑΠ 1542/2022, ΑΠ 1537/2022, ΑΠ 1278/2017).
Περαιτέρω, με τη διάταξη από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδρασή στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως ''πράγματα'' θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996) και με την έννοια αυτή πράγμα αποτελεί και η ιστορική βάση της αγωγής και τα θεμελιωτικά αυτής πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 599/2021, ΑΠ 1154/2020, ΑΠ 210/2020, ΑΠ 1033/2018, ΑΠ 430/2018).
Επίσης, ''πράγματα'', κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης αποτελούν και οι επί μέρους λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 876/2023, ΑΠ 422/2022, ΑΠ 71/2019, ΑΠ 2221/2014, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 1434/2010) όχι, όμως, και οι λόγοι έφεσης που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 876/2023, ΑΠ 422/2022).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 250/2014) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (ΑΠ 1569/2024, ΑΠ 1252/2024, ΑΠ 1251/2024, ΑΠ 74/2024, ΑΠ 1284/2023, ΑΠ 1453/2021).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικά, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα, από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, και συνεπώς με την άσκησή της δεν μεταβιβάζεται στο σύνολό της η υπόθεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αλλά μόνο κατά τα διαγραφόμενα με την έφεση όρια, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
Το αίτημα συνεπώς, της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό της αποτέλεσμα. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνο των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αρ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, όπως, επίσης, και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνο για την κρίση, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 568/2023, ΑΠ 1366/2022, ΑΠ 422/2022, ΑΠ 924/2021, ΑΠ 782/2019, ΑΠ 226/2016).
Επομένως, σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα, δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται κατά τα ανωτέρω από τους λόγους έφεσης και το αίτημα που στηρίζεται σε αυτούς (ΑΠ 1366/2022, ΑΠ 422/2022, ΑΠ 194/2021, ΑΠ 248/2019, ΑΠ 781/2017).
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 536 ΚΠολΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την εκδίκαση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, μπορεί να εκδώσει απόφαση δυσμενέστερη για τον εκκαλούντα και χωρίς την άσκηση από τον εφεσίβλητο έφεσης ή αντέφεσης. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μόνο "κατά τα προσβαλλόμενα κεφάλαια" και ως προς τα "κεφάλαια" αυτά, για τα οποία μεταβιβάζεται η υπόθεση, μπορεί το Εφετείο να εκδώσει, μετά την παραδοχή της έφεσης ή αντέφεσης και την εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης, και δυσμενέστερη για τον εκκαλούντα απόφαση, κατά μεταρρύθμιση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, χωρίς την άσκηση αντίθετης έφεσης ή αντέφεσης και χωρίς η απόφασή του στην περίπτωση αυτή να προσκρούει στην από το άρθρο 536 ΚΠολΔ αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του εκκαλούντα. "Κεφάλαιο" θεωρείται η αυτοτελής αίτηση δικαστικής προστασίας, που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης, στα πλαίσια της ίδιας διαφοράς, και εκκρεμοδικία, για την οποία εκδόθηκε χωριστή διάταξη της απόφασης.
Το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης είναι διάφορο της έννοιας "του αναγκαστικά συνεχόμενου κεφαλαίου" που προβλέπεται επί πρόσθετων λόγων έφεσης και αναίρεσης (ΚΠολΔ 520 παρ. 2). 'Ετσι, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προκύπτει ότι, με την άσκηση της έφεσης μεταβιβάζεται στο Εφετείο στο σύνολό του, κάθε κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης το οποίο προσβάλλεται με λόγο της έφεσης.
Τα κεφάλαια αυτά και μόνο μπορεί να εξετάσει το Εφετείο για να κρίνει αν υπήρξε σφάλμα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ενώ δεν έχει δυνατότητα να εξετάσει κεφάλαιο που δεν προσβλήθηκε με την έφεση, ακόμη και αν διαπιστώσει σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης σ' αυτό. Όμως, το Εφετείο, κατά τις επιταγές του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, μπορεί να εξετάσει το εκκληθέν κεφάλαιο που μεταβιβάζεται σ' αυτό με την έφεση, μόνο μέσα στα όρια της έκτασης αυτού, δηλαδή κατά το μέρος που πλήττεται με τους λόγους έφεσης και όχι στο σύνολό του (ΑΠ 568/2023, ΑΠ 1462/2019, ΑΠ 12/1992), ανεξάρτητα από το ότι μεταβιβάστηκε με την έφεση ολόκληρο αδιαιρέτως, ώστε υπάρχει η δικονομική δυνατότητα άσκησης αντέφεσης και πρόσθετων λόγων έφεσης γι' αυτό και παρά την τυχόν γενικότητα της διατύπωσης του διατακτικού της εφετειακής απόφασης.
Η εξουσία του Εφετείου να εξετάσει στο σύνολό του το εκκληθέν κεφάλαιο της απόφασης, ήτοι τα θέματα του κεφαλαίου που υποβλήθηκαν πρωτόδικα, προκύπτει μόνο μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, λόγω της παραδοχής λόγου έφεσης, με τον οποίο προσβάλλεται το κεφάλαιο αυτό και όχι σφάλματος που δεν προβλήθηκε, και τούτο διότι η εξουσία αυτή τελεί υπό τον περιορισμό του άρθρου 522 ΚΠολΔ.
Η παράβαση δε του Εφετείου σχετικά με την έκταση του μεταβιβαστικού, κατά τα άνω άρθρα, αποτελέσματος της έφεσης, με την παραδοχή ανύπαρκτου λόγου αυτής, η έρευνα από το δικαστήριο της ουσίας και επανάκριση κεφαλαίων της υπόθεσης που δεν είχαν προσβληθεί με την έφεση ή έξω από τα όρια αυτής, συνιστούν πλημμέλειες της απόφασης που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, αφού έτσι το δικαστήριο, παρά το νόμο, λαμβάνει υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 568/2023, ΑΠ 924/2021, ΑΠ 385/2021, ΑΠ 916/2020, ΑΠ 821/2020, ΑΠ 806/2018).
Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μη μπορεί να κριθεί, αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι στο νόμο. Έτσι, για την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, προϋπόθεση αποτελεί η από το δικαστήριο εξέταση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, οπότε και μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ουσιαστικές παραδοχές, από την ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των οποίων ή από την παντελή έλλειψη τοιούτων γεννάται η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια. Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1310/2024, ΑΠ 905/2024, ΑΠ 1935/2017, ΑΠ 818/2017, 414/2017, ΑΠ 103/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με σχετικό (αναρίθμητο) λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, κατ' εκτίμηση από τον αριθμό 14 (και όχι από τον αριθμό 8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή του δικαιοπαρόχου της - αρχικού ενάγοντος, ως προς την ανάκληση της δωρεάς του χρηματικού ποσού των 1.090.000 ευρώ, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησής του.
Επίσης, η αναιρεσείουσα με άλλο, ομοίως αναρίθμητο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 (και όχι και από τον αριθμό 9) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι, δεχόμενο ότι η αγωγή του δικαιοπαρόχου της, ως προς τα αιτήματά της, α) αναγνώρισης της εγκυρότητας της ανάκλησης της δωρεάς του χρηματικού ποσού των 216.344 ευρώ, β) αναγνώρισης της υποχρέωσης της εναγοµένης να αποδώσει στον αρχικό ενάγοντα δωρητή το ποσό των 216.344 ευρώ και γ) αναµεταβίβασης της κυριότητας των δωρηθέντων ακινήτων µετά την ανάκληση µε καταδίκη σε δήλωση βούλησης της εναγοµένης - δωρεοδόχου, είναι ουσιαστικά αβάσιμη, όπως είχε κριθεί και από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, λόγω της μη προσβολής της απόφασης, ως προς τα κεφάλαια αυτά με την έφεση, παραβίασε το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης, επικαλούμενη ότι, εφόσον με την έφεσή της πρόβαλε λόγο για σφάλμα των αποδείξεων, το Εφετείο στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσής της, ήταν υποχρεωμένο να ερευνήσει τα άνω κεφάλαια, βάσει της καθολικής επανεκτίμησης της ουσίας της υπόθεσης.
Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, στα πλαίσια εξέτασης των άνω λόγων αναίρεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Ο αρχικώς ενάγων, Γ. Π. , με την από 12-7-2017 αγωγή του, κατά της εναγοµένης, ήδη αναιρεσίβλητης, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίστηκε τα εξής: Ότι, δυνάµει των με αριθμούς .../1908, .../2006 και .../2007 συμβολαίων της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Κ. Τ. - Σ., που έχουν µεταγραφεί νόμιμα, μεταβίβασε στην εναγοµένη ανιψιά και αναδεκτή του, λόγω δωρεάς, κατά ψιλή και πλήρη κυριότητα, τα περιγραφόµενα λεπτομερώς ακίνητα.
Ότι, επιπλέον, δώρισε στην εναγοµένη, µε σειρά επιταγών της εταιρίας του, κατόπιν σχετικής ανάληψης από ατομικούς του λογαριασμούς, ήτοι με την ... επιταγή της ΕΤΕ, ποσού 240.000 ευρώ, την ... επιταγή της ΕΤΕ ποσού 284.000 ευρώ και την ... επιταγή της ΕΤΕ, ποσού 566.000 ευρώ, το συνολικό ποσό των 1.090.000 ευρώ και επιπλέον µε τον ίδιο τρόπο δώρισε στην εναγομένη, τμηματικά, από 15-5-2006 έως 13-10-2006, το ποσό των 216.344 ευρώ.
Ότι η εναγοµένη δωρεοδόχος ξαφνικά, τον Αύγουστο του 2016, μετέβη στην Αγγλία όπου και "µπλόκαρε" τους κοινούς λογαριασμούς, µε αριθμούς ... και ..., που αυτός και η εναγοµένη ως συνδικαιούχοι, διατηρούσαν στην Εθνική Τράπεζα του Λονδίνου, µε αποτέλεσµα να µην µπορεί να προβαίνει σε αναλήψεις χρημάτων και κατ' αυτό τον τρόπο να τίθεται σε κίνδυνο η επιβίωσή του, αφού δεν διέθετε άλλα χρήματα, εκτός της σύνταξής του και αντιμετώπιζε πλείστα όσα προβλήματα υγείας.
Ότι η εναγοµένη µε τη συμπεριφορά της αυτή επέδειξε αχαριστία προς το πρόσωπό του υπό τη µορφή της υπαίτιας αδιαφορίας για τη ζωή του, καθώς ευρίσκετο σε βαθύ γήρας και αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήµατα υγείας, αλλά και βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά που αποδεικνύει έλλειψη ευγνωμοσύνης και αντιβαίνει στις αντιλήψεις περί ηθικής και ευπρέπειας και ότι µε την από 2-6-2017 εξώδικη δήλωσή του, προς την εναγοµένη, που επιδόθηκε σε αυτή στις 20-6-2017, επικαλούμενος την προαναφερόµενη συμπεριφορά της, ανακάλεσε, λόγω αχαριστίας, τις γενόµενες προς αυτή δωρεές ακινήτων και χρημάτων, δήλωση την οποία επανέλαβε και µε την αγωγή.
Με βάση δε το ιστορικό αυτό, ο αρχικός ενάγων - δωρητής, ζήτησε, κατόπιν τροπής µέρους των καταψηφιστικών - αιτημάτων σε αναγνωριστικά, 1) να αναγνωριστεί ότι ανακλήθηκαν όλες οι ως άνω δωρεές προς την εναγόµενη, 2) να υποχρεωθεί η εναγοµένη σε αναμεταβίβαση της κυριότητας των δωρηθέντων ακινήτων µε τη σύνταξη σχετικής συμβολαιογραφικής δήλωσης και σε περίπτωση άρνησής της να αποδώσει τα δωρηθέντα ακίνητα, να υποχρεωθεί σε καταδίκη σε δήλωση βούλησης για την αναμεταβίβαση των δωρηθέντων ακινήτων, άλλως να αναγνωριστεί ότι υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 462.595,46 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αντικειμενική αξία των δωρηθέντων ακινήτων και 3) να αναγνωριστεί ότι η εναγοµένη υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 1.306.344 ευρώ, που αντιστοιχεί στα δωρηθέντα χρηματικά ποσά, µε το νόμιμο τόκο από την επίδοση της εξώδικης δήλωσης.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, µε την 2128/2019 οριστική απόφασή του, δέχθηκε την αγωγή ως ορισμένη και νόμιμη, στη συνέχεια δε, την απέρριψε, ως προς όλα τα αιτήµατά της, ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Κατά της απόφασης αυτής, η αναιρεσείουσα, καθολική διάδοχος του αποβιώσαντος μετά τη συζήτηση της αγωγής, αρχικού ενάγοντος - δωρητή, ως µοναδική εκ διαθήκης κληρονόμος του, άσκησε την από 5-10-2019 έφεσή της, µε την οποία ζήτησε, για τους λόγους που εκτίθενται ειδικότερα σε αυτή και ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης και την παραδοχή της αγωγής.
Επί της έφεσης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση, με την οποία, αφού η έφεση έγινε δεκτή, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και ακολούθως, απορρίφθηκε η αγωγή, α) ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης, κατά το μέρος που αφορούσε την αναγνώριση της εγκυρότητας της ανάκλησης των δωρεών των χρηματικών ποσών, με τις αναφερόμενες τρεις επιταγές, ύψους 1.090.000 ευρώ και την απόδοση στον ενάγοντα του ποσού αυτού, β) ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά το μέρος που αφορούσε τα αιτήµατα: i) αναγνώρισης της εγκυρότητας της ανάκλησης της δωρεάς του χρηματικού ποσού των 216.344 ευρώ, ii) αναγνώρισης της υποχρέωσης της εναγοµένης να αποδώσει στον αρχικό ενάγοντα δωρητή το ποσό των 216.344 ευρώ και iii) αναµεταβίβασης της κυριότητας των δωρηθέντων ακινήτων µετά την ανάκληση, µε καταδίκη σε δήλωση βούλησης της εναγοµένης δωρεοδόχου, όπως είχε κριθεί και από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεχόμενο ότι κατά το μέρος αυτό η εκκαλούμενη απόφαση δεν πλήττεται ειδικά με την έφεση, και ομοίως ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά τα λοιπά.
Έχοντας το παραπάνω περιεχόμενο η αγωγή, κατά το μέρος που αφορά την ανάκληση των δωρεών των χρηματικών ποσών, ύψους 1.090.000 ευρώ και την απόδοση του ποσού τους στον αρχικό ενάγοντα - δωρητή, είναι πράγματι απαράδεκτη, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης του τελευταίου, εφόσον με βάση τα εκτιθέμενα σ' αυτή, η δωρεά του χρηματικού ποσού των 1.090.000 ευρώ, προς τη δωρεοδόχο, έλαβε χώρα με τις αναφερόμενες τρεις επιταγές, που ενσωματώνουν το αντίστοιχο ποσό, έκδοσης της εταιρίας του αρχικού ενάγοντος (χωρίς να κατονοµάζεται µε την επίσημη ονομασία της), η οποία φέρεται να διενήργησε τη δωρεά προς την εναγοµένη και όχι ο αρχικός ενάγων, γεγονός που συνεπάγεται ότι η αξίωση για την αναγνώριση της εγκυρότητας της ανάκλησης της εν λόγω δωρεάς και η αξίωση για την απόδοση του δωρηθέντος χρηματικού ποσού δεν γεννώνται στο πρόσωπο του αρχικού ενάγοντος, χωρίς να ασκεί επιρροή ο διαλαμβανόμενος στην αγωγή ισχυρισμός, ότι το χρηματικό αυτό ποσό είχε κατατεθεί στην εταιρία σε προηγούμενο χρόνο, από τον αρχικό ενάγοντα.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κρίνοντας όμοια, απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης του αρχικού ενάγοντος κατά το παραπάνω μέρος, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαράδεκτης της αγωγής και ως εκ τούτου ο πρώτος από τους παραπάνω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.
Επίσης αβάσιμος, είναι και ο δεύτερος από τους παραπάνω λόγους. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης της αναιρεσείουσας, η τελευταία ζήτησε μεν την εξαφάνιση της εκκαλούμενης και την παραδοχή της αγωγής στο σύνολό της, προβάλλοντας ως λόγο την κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ως προς τη δωρεά του χρηματικού ποσού των άνω επιταγών και την αχαριστία της εναγομένης, ως λόγο ανάκλησης των δωρεών, πλην, όμως, ουδένα απολύτως ειδικό λόγο έφεσης (παράπονο) διατύπωσε αναφορικά με την αναγνώριση της εγκυρότητας της ανάκλησης της δωρεάς του χρηματικού ποσού των 216.344 ευρώ, την αναγνώριση της υποχρέωσης της εναγοµένης να αποδώσει στον αρχικό ενάγοντα δωρητή το ποσό των 216.344 ευρώ και την αναµεταβίβαση της κυριότητας των δωρηθέντων ακινήτων, µετά την ανάκληση µε καταδίκη σε δήλωση βούλησης της εναγοµένης δωρεοδόχου, γεγονός που επεσήμανε η προσβαλλόμενη απόφαση, και έτσι τα κεφάλαια, στα οποία στηρίζονταν τα πιο πάνω αιτήματα, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, δεν μεταβιβάστηκαν στο εφετείο, το οποίο, κατόπιν τούτων, ορθά δεν ερεύνησε τη βασιμότητα των κεφαλαίων αυτών.
Ο επικουρικά δε προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, η αναιρεσείουσα, για την περίπτωση απόρριψης του άνω λόγου από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, με τις αιτιάσεις ότι απορρίπτοντας την αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τα αμέσως παραπάνω κεφάλαια, στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, διότι αρκέστηκε στην κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, χωρίς την παράθεση αιτιολογίας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον ως προς το λόγο αυτό δεν υπήρξε ουσιαστική κρίση του Εφετείου και συνακόλουθα αποδεικτικό πόρισμα.
Σύμφωνα με το άρθρο 505 του ΑΚ, ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ του παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή, στο σύζυγο ή σε στενό συγγενή του και ιδίως, αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει το δωρητή. Ως αχαριστία, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία δικαιολογεί την ανάκληση της δωρεάς, θεωρείται η βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, που επικρατούν στην κοινωνία, η οποία πρέπει να οφείλεται σε υπαιτιότητά του και να είναι δυνατόν να του καταλογιστεί.
Πρέπει, δηλαδή, ο δωρεοδόχος να εξέλθει από την παθητική απλά κατάσταση της αγνωμοσύνης και να προβεί έναντι του δωρητή σε ενέργειες ένοχες, που συνιστούν βαρύ παράπτωμα έναντι αυτού και των λοιπών ως άνω προσώπων, η αντικοινωνική δε συμπεριφορά ή διαγωγή του να προσβάλλει άμεσα αγαθά αυτών, ώστε να μαρτυρεί έναντι αυτού αχαριστία (ΑΠ 390/2023, ΑΠ 35/2020).
Έτσι, αχαριστία μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να αποτελεί και η χωρίς σοβαρό λόγο αδιαφορία του δωρεοδόχου γενικά για την τύχη του δωρητή, ιδιαίτερα όταν ο τελευταίος έχει ανάγκη φροντίδας και περίθαλψης, καθώς και η καταφρόνηση του δωρητή, εκ μέρους του δωρεοδόχου, με λόγο και έργο. Το ζήτημα, αν η συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που καταδεικνύει την αχαριστία, συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από το δικαστή, ο οποίος για την διαμόρφωση της κρίσης του εκτιμά την συμπεριφορά αυτή με βάση αντικειμενικά κριτήρια, λαμβάνοντας υπόψη και το βαθμό της υπαιτιότητας του δωρεοδόχου και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή ή του συζύγου ή στενού συγγενούς του και αποφαίνεται, αν η υπ' αυτού γενόμενη δεκτή, ως εμπίπτουσα κατά αντικειμενική κρίση στις νομικές έννοιες του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας, συμπεριφορά του δωρεοδόχου συνιστά στην συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία.
Η κρίση αυτή του δικαστή της ουσίας ελέγχεται αναιρετικά, όχι ως προς το εάν έλαβαν χώρα τα συνιστώντα το βαρύ παράπτωμα και την αχαριστία πραγματικά περιστατικά, αλλά ως προς την περαιτέρω αξιολόγηση αν τα περιστατικά, όπως τα δέχθηκε ο δικαστής της ουσίας ότι απεδείχθησαν, πληρούν ή όχι το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας και κατά συνέπεια δικαιολογούν ή αποκλείουν την εφαρμογή του άρθρου 505 ΑΚ (ΑΠ 1252/2024, ΑΠ 390/2023, ΑΠ 39/2021, ΑΠ 515/2020, ΑΠ 35/2020).
Εξάλλου, το δικαίωμα ανάκλησης της δωρεάς για την ως άνω αιτία, σύμφωνα με το άρθρο 509 του ΑΚ, ασκείται με μονομερή δήλωση του δωρητή, απευθυντέα προς το δωρεοδόχο, η οποία είναι άτυπη, ακόμη και αν αφορά ακίνητο, και συνεπώς μπορεί να ασκηθεί και με αγωγή, πρέπει δε να αναφέρεται σε αυτή και ο λόγος της ανάκλησης της δωρεάς για τη συγκεκριμένη αιτία, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα, που συνιστούν το βαρύ παράπτωμα του δωρεοδόχου, τα οποία, βεβαίως, μπορεί να αμφισβητήσει ο δωρεοδόχος ενώπιον του δικαστηρίου, οπότε και θα αποτελέσουν το αντικείμενο της απόδειξης, ενώ η μη αναφορά στη δήλωση του λόγου ανάκλησης, καθιστά ανίσχυρη την ανάκληση, αφού στερείται ο δωρεοδόχος του δικαιώματος άμυνας εναντίον της ανάκλησης. Επιφέρει δε η δήλωση περί ανάκλησης της δωρεάς τα νόμιμα αποτελέσματά της, από το χρόνο που περιέρχεται στο δωρεοδόχο, υπό την προϋπόθεση της απόδειξης της αλήθειας του επικαλούμενου στη δήλωση από το δωρητή ως άνω λόγου ανάκλησης (ΑΠ 793/2024, ΑΠ 867/2023, ΑΠ 1608/2022, ΑΠ 41/2021, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1375/2014).
Κατά συνέπεια, για την ευδοκίμηση της αγωγής περί ανάκλησης της δωρεάς, πρέπει, αφενός ο λόγος αχαριστίας να υπάρχει κατά το χρόνο της ανάκλησης, αφετέρου να αποδείξει ο ενάγων την αλήθεια του αναφερόμενου στη δήλωση ανάκλησης λόγου και αν αυτός αφορά την επιδειχθείσα από το δωρεοδόχο αχαριστία, να αποδείξει το έναντι του βαρύ παράπτωμα, από το οποίο προήλθε αυτή (ΑΠ 1252/2024, ΑΠ 228/2024, ΑΠ 402/2023, ΑΠ 1608/2022, ΑΠ 55/2020, ΑΠ 1439/2017, ΑΠ 655/2014).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ίδιου δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και ιδρύεται ο άνω λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 18/2018, ΑΠ 521/2023).
Ακολούθως, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονα πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται πλήρως και σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 540/2024, ΑΠ 83/2022, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη (ΑΠ 1651/2024, ΑΠ 314/2023, ΑΠ 1/2019, ΑΠ 977/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τους σχετικούς (αναρίθμητους) αναιρετικούς λόγους, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας την αγωγή του αρχικού ενάγοντος - δικαιοπαρόχου της, (με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί η εγκυρότητα της ανάκλησης των αναφερόμενων δωρεών και να υποχρεωθεί η εναγομένη σε αναμεταβίβαση των δωρηθέντων), παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και τη μη εφαρμογή τους, τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων, 505 και 509 ΑΚ, ως προς την έννοια του ''βαρέος παραπτώματος'' και της ''αχαριστίας'', και επιπλέον διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, σχετικά με τη συνδρομή των όρων των διατάξεων αυτών, ειδικότερα ως προς το ζήτημα της αχαριστίας της αναιρεσίβλητης απέναντι στο δωρητή - ενάγοντα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο, μέρος και δη ως προς την επικαλούμενη από τον αρχικά ενάγοντα, (στη θέση του οποίου έχει υπεισέλθει η ήδη αναιρεσείουσα), κατάρτιση μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης διαδοχικών συμβάσεων δωρεών ακινήτων και χρηματικών ποσών, και την ανάκληση αυτών, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο αρχικός ενάγων μεταβίβασε στην εναγοµένη ανιψιά και αναδεκτή του, λόγω δωρεάς, τα κάτωθι εμπράγµατα δικαιώµατα ακινήτων: 1) Με το υπ' αριθμ. ...-1998 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών, Κ. Τ. - Σ., που έχει μεταγραφεί νόµιµα, ο αρχικός ενάγων δώρισε στην εναγοµένη κατά ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας την επικαρπία, τρεις οριζόντιες ιδιοκτησίες που βρίσκονται σε οικοδομή κτισμένη σε οικόπεδο, εμβαδού 523,40 τ.µ., στη Δροσιά Αττικής, επί των οδών ..., θέση, "Τρία Πεύκα Λημέρι Νταβέλη" και συγκεκριµένα µια μεζονέτα που αποτελείται από πρώτο και δεύτερο όροφο, συνολικού εμβαδού 138,10 τ.µ., µε ποσοστό συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο 368,59/1000, µία αποθήκη υπογείου, εμβαδού 37,11 τ.µ., µε ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο, 99,04/1000 και µία θέση στάθµευσης στο υπόγειο, εμβαδού 17,05 τ.μ.
Η συνολική αξία των ανωτέρω ακινήτων προσδιορίστηκε κατά τον χρόνο σύστασης της δωρεάς, σε 21.147.557 δραχμές (ήτοι 62.061,80 ευρώ). 2) Με το υπ' αριθμ. ...-2006 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών, Κ. Τ. - Σ., που έχει μεταγραφεί νόµιµα, ο αρχικός ενάγων παραιτήθηκε από το δικαίωµα της επικαρπίας επί των ανωτέρω δωρηθέντων ακινήτων στην εναγοµένη, ενώ συγχρόνως δώρισε στην εναγοµένη ποσοστό συγκυριότητας 1/2 εξ αδιαιρέτου οριζόντιας ιδιοκτησίας (υπογείου) πολυκατοικίας που βρίσκεται σε οικοδομή κτισμένη σε οικόπεδο, επιφάνειας 1000,25 τ.µ. (οδός ...), (Β) κυριότητα οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος του έκτου ορόφου) πολυκατοικίας, που βρίσκεται σε οικοδομή κτισμένη σε οικόπεδο, επιφάνειας 352,90 τ.µ., στην Αθήνα (οδός ...), εμβαδού 100 τ.μ., µε ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 90/1000 εξ αδιαιρέτου, (Γ) κυριότητα οριζόντιας ιδιοκτησίας (δώματος), πολυκατοικίας, που βρίσκεται σε οικοδομή κτισμένη σε οικόπεδο, επιφάνειας 352,80 τ.µ., στην Αθήνα (οδός ...), εμβαδού 9,50 τ.µ., µε ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 4/1000 εξ αδιαιρέτου, (Δ) ποσοστό συγκυριότητας 1/2 εξ αδιαιρέτου οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος του τετάρτου ορόφου), πολυκατοικίας, που βρίσκεται σε οικοδοµή κτισμένη σε οικόπεδο, επιφάνειας 362,30 τ.µ., στην Αθήνα (οδός ...), εμβαδού 76 τ.μ., µε ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 60/1000 εξ αδιαιρέτου.
Η συνολική αντικειμενική αξία των εν λόγω ακινήτων ανέρχοταν κατά τον χρόνο σύστασης της δωρεάς, σε 130.489,31 ευρώ. 3) Με το υπ' αριθμ. ...-2007 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών, Κ. Τ. - Σ., ο αρχικός ενάγων δώρισε στην εναγοµένη ποσοστό συγκυριότητας 1/2 εξ αδιαιρέτου οριζόντιας ιδιοκτησίας (γραφείου του πρώτου ορόφου) πολυκατοικίας, που βρίσκεται σε οικοδοµή κτισμένη σε οικόπεδο επιφάνειας 1000,25 τ.µ., στην Αθήνα (οδός ...), εμβαδού 230,61 τ.µ., µε ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 32,47/1000 εξ αδιαιρέτου.
Η αντικειμενική αξία του εν λόγω ακινήτου ανέρχονταν κατά τον χρόνο σύστασης της δωρεάς σε 198.625,66 ευρώ.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πατέρας της εναγοµένης, Π. Π., µετά του αρχικού ενάγοντος αδελφού του, Γ. Π., κατόπιν της από 12-4-1989 κοινής αίτησης προς την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος στο Λονδίνο για το άνοιγμα κοινών λογαριασμών, η οποία έγινε δεκτή, άνοιξαν δύο κοινούς διαζευκτικούς λογαριασμούς στο εν λόγω υποκατάστηµα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, µε αριθμούς ..., και ... Στη συνέχεια οι αρχικοί συνδικαιούχοι, µε την από 27-9-2002 αίτησή τους προς την τράπεζα, προσέθεσαν και την εναγοµένη, ούσα ανήλικη τότε, ως συνδικαιούχο στους παραπάνω τραπεζικούς λογαριασμούς. Τον Ιούνιο του έτους 2012, όταν η τράπεζα πληροφορήθηκε τον θάνατο του πατέρα της εναγοµένης, Π. Π., προέβη στο κλείσιμο των υπαρχόντων κοινών λογαριασμών και στο άνοιγμα δύο νέων µε αριθμούς, ... και ... στο όνοµα των δύο λοιπών συνδικαιούχων, ήτοι του αρχικού ενάγοντος και της εναγοµένης.
Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι, τον Αύγουστο του έτους 2016, η εναγοµένη µετέβη στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στο Λονδίνο και υπέβαλε αίτηση να μετατραπούν οι ως άνω κοινοί λογαριασµοί από διαζευκτικοί σε συμπλεκτικοί, η οποία (αίτηση) έγινε δεκτή και οι ως άνω λογαριασμοί ετράπησαν σε κοινούς συμπλεκτικούς (αδιαίρετους).
Στο σηµείο αυτό πρέπει να λεχθεί πως η ειδοποιός διαφορά μεταξύ των δύο αυτών μορφών του κοινού λογαριασμού, ήτοι του κοινού διαζευκτικού και του κοινού συμπλεκτικού έγκειται στο γεγονός ότι στον κοινό διαζευκτικό λογαριασμό κάθε δικαιούχος µπορεί να κινεί τον λογαριασμό χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών συνδικαιούχων, ανεξάρτητα αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκουν σε έναν ή μερικούς ή σε όλους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση και παράγεται μεταξύ καταθέτη και τρίτου αφενός και του δέκτη της κατάθεσης νομικού προσώπου (της τράπεζας) αφετέρου, ενεργητική ενοχή εις ολόκληρον, ώστε η ανάληψη της χρηματικής κατάθεσης να γίνεται από οποιονδήποτε καταθέτη χωρίς καμία σύμπραξη άλλου συνδικαιούχου (άρθρα 1,2, Ν. 5638/1932, 2 ΝΔ 17-7/1923, 411, 489, 490, 491 και 493 ΑΚ), ενώ στον συµπλεκτικό (αδιαίρετο) κοινό λογαριασμό απαιτείται η σύμπραξη όλων των συνδικαιούχων για κάθε κίνηση και ο λογαριασμός αυτός καθίσταται πλέον δύσχρηστος από τους συνδικαιούχους, δεν υπόκειται στον Ν. 5638/1932 και δεν απολαύει των πλεονεκτημάτων των ειδικών ρυθμίσεων αυτού, ενώ δημιουργείται µε αυτόν τον τρόπο κοινωνία δικαιώματος, ήτοι γεννάται ενεργητική αδιαίρετη ενοχή (άρθρο 495 ΑΚ).
Στη συνέχεια, όταν ο αρχικώς ενάγων πληροφορήθηκε από την τράπεζα τη μετατροπή των υπαρχόντων κοινών λογαριασμών από διαζευκτικούς σε συμπλεκτικούς και ότι δεν μπορούσε από µόνος του να προβαίνει σε αναλήψεις χρημάτων από αυτούς τους κοινούς λογαριασμούς, απέστειλε στην εναγοµένη την από 27-3-2017 "Εξώδικη Διαμαρτυρία - Δήλωση", µε την οποία, αφού διαμαρτύρονταν για την προαναφερόµενη ενέργειά της, την καλούσε να συναινέσει στην κίνηση των λογαριασμών µόνο από τον ίδιο, δηλώνοντας της συγχρόνως πως σε περίπτωση άρνησής της θα προέβαινε στην ανάκληση των δωρεών προς εκείνη.
Ακολούθως, ο αρχικός ενάγων, µε την από 2-6-2017 "Εξώδικη Δήλωση" που κοινοποίησε στην εναγοµένη, στις 29-6-2017, αφού επικαλέστηκε την προαναφερόµενη πράξη της, ήτοι τη µετάβασή της τον Αύγουστο του 2016 στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος στο Λονδίνο, όπου και οι δύο ως συνδικαιούχοι διατηρούσαν κοινούς διαζευκτικούς λογαριασμούς, και την υποβολή, από μέρους της, αιτήµατος προς της τράπεζα για την μετατροπή των υπαρχόντων κοινών λογαριασμών από διαζευκτικούς σε συμπλεκτικούς (αδιαίρετους) και την µετά από αποδοχή του αιτήµατός της, μετατροπή των εν λόγω λογαριασμών σε συμπλεκτικούς, συνεπεία της οποίας (μετατροπής) απαιτούνταν πλέον η σύμπραξη και των δύο συνδικαιούχων για κάθε κίνηση των λογαριασµών, η οποία (πράξη) κατά την κρίση του αποτελεί σοβαρό παράπτωμα, έναντι αυτού, που υποδηλώνει έλλειψη συναισθήματος ευγνωμοσύνης προς το πρόσωπό του και βαριά υπαίτια αντικοινωνική συμπεριφορά και διαγωγή της εναγοµένης, καθώς και την ευχή που αυτή του απέστειλε, µέσω μηνύματος, "για δύο µέτρα ύφασμα", που μαρτυρούν αδιαφορία για την υγεία του και τα γηρατειά του της ιδίας έναντι αυτού, δήλωσε προς αυτήν (εναγοµένη - δωρεοδόχο), δήλωση την οποία επανέλαβε και µε την άσκηση της αγωγής, ότι ανακαλεί τις δωρεές των ακινήτων, λόγω αχαριστίας που επέδειξε προς το πρόσωπό του ως δωρητή και την κάλεσε να του αποδώσει τα δωρηθέντα ακίνητα.
Με βάση τα ανωτέρω, γενόµενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η προαναφερόµενη πράξη της εναγοµένης - δωρεοδόχου που είχε ως επακόλουθο την αλλαγή της µορφής των υπαρχόντων κοινών λογαριασμών στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος στο Λονδίνο µε συνδικαιούχους την ίδια και τον αρχικό ενάγοντα, όπως και η εκ µέρους της ίδιας αποστολή, µέσω κινητού τηλεφώνου, μηνύματος µε το προαναφερόµενο περιεχόµενο προς τον δωρητή, δεν πληρούν το πραγµατικό της νομικής έννοιας του "βαρέος παραπτώµατος" και της "αχαριστίας", υπό τη µορφή της υπαίτιας αδιαφορίας της εναγοµένης για την τύχη του δωρητή και της βαριάς υπαίτιας και δυνάµενης να της καταλογιστεί αντικοινωνικής συμπεριφοράς της ως δωρεοδόχου έναντι αυτού (δωρητή), ώστε να δικαιολογείται στη συγκεκριμένη υπόθεση η ανάκληση των επίµαχων δωρεών ακινήτων εκ µέρους του δωρητή.
Αντιθέτως, η προαναφερόµενη πράξη της εναγοµένης - δωρεοδόχου αποτελεί ενάσκηση νοµίµου δικαιώµατός της στο πλαίσιο λειτουργίας της υφιστάμενης µε την τράπεζα σύμβασης, το οποίο είναι ανεξάρτητο από τη σχέση που µπορεί να υφίσταται μεταξύ των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού, η οποία (εσωτερική σχέση) καθορίζεται βάσει της μεταξύ τους συμφωνίας (δάνειο, εντολή, δωρεά) που µπορεί και να µην υφίσταται καν μεταξύ των συνδικαιούχων και δεν αποτελεί αντικείµενο της συγκεκριμένης δίκης.
Υπό τα δεδοµένα αυτά, εφόσον ο αναφερόμενος στη δήλωση ανάκλησης του αρχικού ενάγοντος-δωρητή προς την εναγοµένη - δωρεοδόχο, λόγος δεν είναι νόμιμος, κατά την έννοια του άρθρου 505 ΑΚ και δε δύναται να στηρίξει την ανάκληση των επίµαχων δωρεών ακινήτων, η εκ µέρους του αρχικού ενάγοντος-δωρητή δήλωση ανάκλησης των δωρεών αυτών, που περιέχεται και στο δικόγραφο της αγωγής και τελεί υπό τον όρο της νομιμότητας του λόγου της είναι ανίσχυρη και δεν επέφερε τις έννομες συνέπειές της από την περιέλευσή της στη δωρεοδόχο, ήτοι την ex nunc (για το μέλλον) ανατροπή των συµβάσεων δωρεάς.
Συνακόλουθα, η αγωγή όσον αφορά το αίτηµα για την αναγνώριση της εγκυρότητας της ανάκλησης των δωρεών των ακινήτων, είναι ουσιαστικά αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, ενώ δεν πρέπει να ερευνηθεί ως άνευ αντικειμένου το αίτηµα για την απόδοση της αξίας τους ....." Με βάση δε τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της εκκαλούσας, ήδη αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, στη συνέχεια, δικάζοντας την υπόθεση στην ουσία της, απέρριψε την ένδικη αγωγή του αρχικού ενάγοντος, στη θέση του οποίου έχει υπεισέλθει η αναιρεσείουσα, κατά το μέρος που ζητούσε την αναγνώριση της εγκυρότητας της ανάκλησης της δωρεάς των αναφερόμενων ακινήτων και την απόδοση αυτών στον ίδιο, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 505, 509 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, διότι, τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, που ανάγονται στη συμπεριφορά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, δεν πληρούν το πραγματικό των εννοιών του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας της αναιρεσίβλητης, έναντι του αρχικού ενάγοντος - δωρητή και κατά συνέπεια δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την ανάκληση των ανωτέρω δωρεών, ώστε να δικαιολογείται η κατάφαση της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής του αρχικού ενάγοντος.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, α) ότι ο ήδη αποβιώσας αρχικός ενάγων, κατά τα έτη 1998, 2006 και 2007, δυνάμει των αναφερόμενων συμβολαίων, μεταβίβασε λόγω δωρεάς κατά ψιλή ή και πλήρη κυριότητα, στην εναγομένη, θυγατέρα του αδελφού του και αναδεκτή του, τα αναφερόμενα ακίνητα, β) ότι από το έτος 1989, μετά από κοινή αίτηση του αρχικού ενάγοντος και του αδελφού του, πατέρα της εναγομένης, είχαν ανοιχθεί οι αναφερόμενοι κοινοί (διαζευκτικοί) λογαριασμοί στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος στο Λονδίνο, με συνδικαιούχους τον αρχικό ενάγοντα και τον αδελφό του, ότι το έτος 2002, προσέθεσαν στους λογαριασμούς αυτούς και την εναγομένη και ότι το έτος 2012, μετά το θάνατο του πατέρα της εναγομένης, η άνω τράπεζα προέβη στο κλείσιμο των λογαριασμών αυτών και ακολούθως στο άνοιγμα δύο νέων λογαριασμών, με συνδικαιούχους τον ενάγοντα και την εναγομένη, γ) ότι η εναγομένη, ως συνδικαιούχος των άνω λογαριασμών, τον Αύγουστο του έτους 2016 µετέβη στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στο Λονδίνο, όπου τηρούνταν οι λογαριασμοί και υπέβαλε αίτηση, με αίτημα τη μετατροπή τους από διαζευκτικούς σε συμπλεκτικούς, η οποία (αίτηση) έγινε δεκτή και οι ως άνω λογαριασμοί ετράπησαν σε κοινούς συμπλεκτικούς (αδιαίρετους), με συνέπεια να απαιτείται η σύμπραξη όλων των συνδικαιούχων, για κάθε κίνηση των λογαριασμών αυτών, δ) ότι, όταν ο αρχικός ενάγων πληροφορήθηκε από την τράπεζα τη μετατροπή των υπαρχόντων κοινών λογαριασμών από διαζευκτικούς σε συμπλεκτικούς και ότι δεν μπορούσε από µόνος του να προβαίνει σε αναλήψεις χρημάτων από αυτούς, απέστειλε στην εναγοµένη την από 27-3-2017 εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωση, µε την οποία, αφού διαμαρτύρονταν για την προαναφερόµενη ενέργειά της, την καλούσε να συναινέσει στην κίνηση των λογαριασμών, µόνο από τον ίδιο, δηλώνοντάς της συγχρόνως, ότι σε περίπτωση άρνησής της, θα προέβαινε στην ανάκληση των δωρεών προς εκείνη, πρόσκληση στην οποία η εναγομένη δεν ανταποκρίθηκε, ε) ότι ο ενάγων, στη συνέχεια, µε την από 2-6-2017 εξώδικη δήλωσή του, που κοινοποίησε στην εναγοµένη, αφού επικαλέστηκε την πιο πάνω μετατροπή, κατόπιν αιτήματός της προς την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος στο Λονδίνο, των δύο κοινών λογαριασμών από διαζευκτικούς, σε συμπλεκτικούς (αδιαίρετους), συνεπεία της οποίας (μετατροπής) απαιτούνταν πλέον η σύμπραξη και των δύο συνδικαιούχων για κάθε κίνηση των λογαριασµών, και το τηλεφωνικό μήνυμα που του απέστειλε η εναγομένη, με περιεχόμενο, "για δύο µέτρα ύφασμα", συμπεριφορά η οποία κατά την κρίση του υποδηλώνει έλλειψη συναισθήματος ευγνωμοσύνης προς το πρόσωπό του, αδιαφορία για την υγεία του και τα γηρατειά του και βαριά υπαίτια αντικοινωνική συμπεριφορά της έναντι αυτού, δήλωσε προς αυτήν (εναγοµένη - δωρεοδόχο) ότι ανακαλεί, μεταξύ άλλων, και τις δωρεές των δωρηθέντων ακινήτων, λόγω αχαριστίας, που επέδειξε προς το πρόσωπό του ως δωρητή και την κάλεσε να του αποδώσει τα δωρηθέντα ακίνητα και στ) ότι η προαναφερόµενη πράξη της εναγοµένης - δωρεοδόχου που είχε ως επακόλουθο την αλλαγή της µορφής των υπαρχόντων κοινών λογαριασμών στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος στο Λονδίνο, µε συνδικαιούχους την ίδια και τον αρχικό ενάγοντα, όπως και η εκ µέρους της ίδιας αποστολή, µέσω κινητού τηλεφώνου, μηνύματος µε το άνω περιεχόµενο προς τον δωρητή, δεν πληρούν το πραγµατικό της νομικής έννοιας του βαρέος παραπτώµατος και της αχαριστίας, υπό τη µορφή της υπαίτιας αδιαφορίας της εναγοµένης για την τύχη του δωρητή και της βαριάς υπαίτιας και δυνάµενης να της καταλογιστεί αντικοινωνικής συμπεριφοράς της ως δωρεοδόχου, έναντι αυτού (δωρητή), ώστε να δικαιολογείται στη συγκεκριμένη υπόθεση η ανάκληση των επίµαχων δωρεών ακινήτων εκ µέρους του δωρητή.
Τα ως άνω περιστατικά, που δέχθηκε το Εφετείο και στα οποία στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δεν έλαβε χώρα αχάριστη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης -δωρεοδόχου απέναντι στον αρχικό ενάγοντα δωρητή, ήτοι η μετατροπή εκ μέρους της εναγομένης - δωρεοδόχου των άνω δύο κοινών λογαριασμών από διαζευκτικούς σε συμπλεκτικούς, ενέργεια στην οποία η τελευταία δικαιούταν να προβεί ως συνδικαιούχος των λογαριασμών και το άνω τηλεφωνικό μήνυμα αυτής, "για δύο µέτρα ύφασμα", δεν συνιστούν πράγματι περίπτωση βαριάς αντικοινωνικής συμπεριφοράς ή διαγωγής της εναγόμενης δωρεοδόχου και άρα αχαριστίας της, κατά την έννοια του άρθρου 505 ΑΚ, όπως η έννοια αυτής αναλύθηκε στην νομική σκέψη της παρούσας, με συνέπεια να μην δικαιολογείται η ανάκληση των επίδικων δωρεών προς αυτή.
Εξάλλου, το Εφετείο υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη μη εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 505 και 509 ΑΚ, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου.
Και τούτο διότι παρατίθενται με σαφήνεια και επάρκεια τα πιο πάνω ουσιώδη ζητήματα (της μη ύπαρξης λόγων ανάκλησης των επίδικων συμβάσεων δωρεάς), που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή μη εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 505, 509 του ΑΚ, τις οποίες (η προσβαλλόμενη απόφαση) δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων.
Επομένως, οι άνω λόγοι αναίρεσης, από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση των πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμοι. Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που διαλαμβάνονται στον άνω από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο, συνιστάμενες στο ότι, το Εφετείο δεχόμενο ότι η από την εναγομένη μετατροπή των κοινών λογαριασμών σε συμπλεκτικούς αποτελεί άσκηση νομίμου δικαιώματός της ως συνδικαούχου των λογαριασμών, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων, 281 και 288 του ΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέες, διότι η εναγομένη με τον τρόπο αυτό στέρησε από τον αρχικό ενάγοντα τα αναγκαία για την διαβίωσή του, αλλά και για την αντιμετώπιση των συνεχών προβλημάτων υγείας του, είναι απαράδεκτες, καθόσον ισχυρισμός περί παραβίασης των άρθρων, 281 και 288 ΑΚ, κατά την μετατροπή από την εναγομένη των κοινών λογαριασμών σε συμπλεκτικούς, ως λόγος ανάκλησης των άνω δωρεών, ουδέποτε προβλήθηκε από τον αρχικό ενάγοντα ή την αναιρεσείουσα.
Τέλος, η αναιρεσείουσα, με σχετικό σκέλος των άνω από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικών λόγων, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου, με τις αιτιάσεις, ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη τους αγωγικούς ισχυρισμούς του αρχικού ενάγοντος, αναφερόμενους στην ηλικία, την κατάσταση υγείας του, καθώς και την ανάγκη του ίδιου για την ανάληψη χρηματικών ποσών από τους παραπάνω κοινούς λογαριασμούς, προκειμένου να αντιμετωπίσει τα προβλήματα υγείας του και τις ανάγκες διαβίωσής του, ως δηλωτικούς της αχαριστίας της αναιρεσίβλητης.
Ωστόσο, ο λόγος αυτός, είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τους άνω ισχυρισμούς και τους απέρριψε εκ του πράγματος, δεχόμενο ότι από τις αποδείξεις, δεν προέκυψε αχαριστία της αναιρεσίβλητης. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-11-2022 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 3102/2022 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης