1788/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1788/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου, κατά την ως άνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, οι ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, αφού αυτοί κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1788 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1788/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «"..». και τον διακριτικό τίτλο «…..», που εδρεύει στον ….και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Νικόλαο Κωνσταντινίδη και Νικόλαο Δαρδανό, αμφότεροι με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) κοινοπραξίας των εταιρειών Α. Α..Ε.. - Β. Α..Ε.., που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τεχνικής εταιρείας "Β. Τ. Ε. - Β. Α..Ε..", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) εταιρείας με την επωνυμία "....", που εκπροσωπείται νόμιμα από τον σύνδικο πτώχευσης δικηγόρο Κωνσταντίνο Ζαχαρόπουλο, κάτοικο Αθηνών και 4) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Σ. Ε. Π. Α..Ε.", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Η 1η, 3η και 4η αναιρεσίβλητες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ενώ η 2η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ζαχαρία Παπαδόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-12-2018 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: …του ίδιου Δικαστηρίου και … του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-2-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν η αναιρεσείουσα και η δεύτερη αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της δεύτερης αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ολ.Α.Π.14/2015, Α.Π.548/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. …. εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, τις οποίες νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, επιμελεία της οποίας προσδιορίστηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (15.5.2023), προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης ένδικης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-2 Τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, την πράξη του Προέδρου του Α-2 Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αίτησης και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στις πρώτη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων.
Όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου, κατά την ως άνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, οι ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, αφού αυτοί κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 93 παρ. 1, του άρθρου 94 του Συντάγματος, του άρθρου 1 παρ. 1 και παρ. 2 περ. ια του ν. 1406/1983 και του άρθρου 199 του ΚΔΔ συνάγεται ότι το Σύνταγμα οργανώνει την απονομή της δικαιοσύνης με την λειτουργία δικαιοδοτικών οργάνων αντιστοίχων προς τη φύση των αναφυομένων δικαστικών διαφορών, ως ιδιωτικών ή διοικητικών, κατά τα λοιπά δε αναθέτει στον κοινό νομοθέτη την υποχρέωση να θεσπίζει τους κατάλληλους δικονομικούς κανόνες για την εκδίκαση των ιδιωτικών διαφορών από τα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών διαφορών από το Συμβούλιο της Επικρατείας και τα διοικητικά δικαστήρια με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Εξαίρεση από τον κανόνα της κατανομής της δικαιοδοσίας, αναλόγως προς τη φύση της διαφοράς ως ιδιωτικής ή διοικητικής, επιτρέπεται με τις τασσόμενες στο άρθρο 94 παρ. 3 του Συντάγματος προϋποθέσεις (ΑΠ 1053/2020). Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 και 94 παρ. 1, 2 και 4 του Συντάγματος, συνάγεται ότι, εφ' όσον αποκλειστικώς αρμόδια για την αναγνώριση και καταψήφιση δικαιωμάτων που απορρέουν από σχέση δημοσίου δικαίου είναι τα διοικητικά δικαστήρια, σε αυτά ανήκει και η δικαιοδοσία προς εκδίκαση των θεμάτων που ανακύπτουν κατά το στάδιο εκτελέσεως των εκδιδόμενων από αυτά αποφάσεων (ΣτΕ 819/2015, ΣτΕ 2385/2014).
Επομένως, η υποκείμενη σχέση, στην οποία στηρίζεται ο τίτλος που αποτελεί το θεμέλιο της αναγκαστικής εκτελέσεως κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ, εξετάζεται για τον καθορισμό της δικαιοδοσίας και στην περίπτωση που ιδιώτης επιδιώκει την ικανοποίηση απαιτήσεως του από καταψηφιστική απόφαση διοικητικού δικαστηρίου εις βάρος του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ.
Κατά συνέπεια, εκτός από τις σχετικές με τη διοικητική εκτέλεση διαφορές (άρθρο 217 ΚΔΔ), και οι περί την αναγκαστική εκτέλεση διαφορές, όταν η εκτέλεση επισπεύδεται από ιδιώτη εις βάρος του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ, με βάση τις κατά την παρ. 1 του άρθρου 199 ΚΔΔ καταψηφιστικές αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων που αποτελούν τίτλο εκτελεστό, εμπίπτουν, ως διοικητικές διαφορές ουσίας, στην κατά τα άρθρα 94 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 παρ. 1 του ν. 1406/1983 δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, τα οποία εφαρμόζουν αναλόγως, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 199 ΚΔΔ, τις διατάξεις του ΚΠολΔ.
για την αναγκαστική εκτέλεση των καταψηφιστικών αποφάσεων των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΠ 714/2019, ΑΠ 107/2018). Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1406/1983, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της διάταξης του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε πριν τη συνταγματική αναθεώρηση, και επέβαλε την εντός πενταετούς προθεσμίας, δυναμένης να παραταθεί με νόμο, υποβολή της εκδίκασης στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια εκείνων εκ των διοικητικών διαφορών ουσίας που δεν είχαν ακόμη υπαχθεί στα δικαστήρια αυτά, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε των ενδεικτικά προβλεπομένων στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου 1 περιπτώσεων περιελήφθησαν και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο ι), δηλαδή οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της συμβάσεως αξίωση.
Η σύμβαση δε, είναι διοικητική, εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο σκοπό, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών, οι οποίες προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση, αποκλίνουν δε από το κοινό δίκαιο, ευρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλομένου μέρους, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό (βλ.
Α.Ε.Δ.1/2016, 12, 11/2013, ΑΠ 291/2017). Επομένως, κατά τα προεκτεθέντα, οι αναφυόμενες από διοικητική σύμβαση διαφορές υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, ενώ, αντιθέτως, αν η υποκείμενη σχέση, είναι ιδιωτικού δικαίου, υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 5, 8/1989,18/1993) και, ως εκ τούτου, στα διοικητικά δικαστήρια ανήκει και η επίλυση των διαφορών που ανακύπτουν κατά το στάδιο της αναγκαστικής εκτελέσεως για την ικανοποίηση αξιώσεως για την καταβολή αμοιβής από σύμβαση δημοσίου έργου.
Όμως, στην περίπτωση της κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, αντικείμενο της δίκης που ανοίγεται από την άσκηση ανακοπής κατά της δήλωσης του τρίτου, σύμφωνα με το άρθρο 986 ΚΠολΔ, είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθού η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος είναι ή όχι και με ποιούς περιορισμούς οφειλέτης του οφειλέτη του κατασχόντος.
Έτσι, σε περίπτωση κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, κρίσιμο στοιχείο, για τον καθορισμό της προσήκουσας δικαιοδοσίας, είναι όχι η τυχόν αστική φύση της απαίτησης του επισπεύδοντος δανειστή κατά του οφειλέτη του, της οποίας τελικά επιδιώκεται η ικανοποίηση μέσω της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, αφού αυτή δεν είναι η επίδικη, αλλά η φύση της απαίτησης που κατασχέθηκε, δηλαδή η φύση της υποκείμενης σχέσης μεταξύ τρίτου και καθού η εκτέλεση (αρχικού οφειλέτη του επισπεύδοντος την εκτέλεση), εφόσον αυτή τίθεται σε αμφισβήτηση με την άσκηση της ανακοπής, δεδομένου ότι η ανακοπή κατά της δήλωσης του τρίτου που ασκήθηκε δυνάμει του άρθρου 986 ΚΠολΔ επέχει κατ' ουσίαν θέση αγωγής του αρχικού οφειλέτη (και δανειστή του τρίτου) κατά του τρίτου (ΑΠ 1044/2022, Α.Π. 325/2008, πρβλ.
και ΑΠ 63/2013). Εξάλλου, η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους, αν πρόκειται για απόφαση ειρηνοδικείου ή απόφαση πρωτοδικείου, που εκδόθηκε σε έφεση κατά απόφασης ειρηνοδικείου, ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 3 περ. α' ΚΠολΔ, η οποία είναι αντίστοιχη της διάταξης του άρθρου 559 αρ.4 ΚΠολΔ, κατά την έννοια της οποίας υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υποθέσεως, η οποία, κατά το νόμο, δεν ανήκει στη δικαιοδοσία τους, αλλά, με βάση τα πλαίσια που ορίζονται στο άρθρο 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/2018, ΑΠ 637/2023, ΑΠ 1002/2020), στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (ΟλΑΠ 5/1995, ΑΠ 637/2023, ΑΠ 4/2018, ΑΠ 59/2017), ενώ, όταν το δικαστήριο, αν και έχει δικαιοδοσία για την έρευνα της υπόθεσης, απορρίπτει εσφαλμένα την αίτηση δικαστικής προστασίας για έλλειψη δικαιοδοσίας (αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας), υποπίπτει στην πλημμέλεια τής παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου του αριθ. 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/1999, ΑΠ 406/2023, ΑΠ 781/2019, ΑΠ 741/2017).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, προτείνεται για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 περ. γ` ΚΠολΔ, καθόσον η έλλειψη δικαιοδοσίας αφορά τη δημόσια τάξη (ΟλΑΠ 20/08, ΑΠ 637/2023, ΑΠ 319/2018, ΑΠ 397/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "Με την από ….
σύμβαση μεταξύ της ανακόπτουσας και ήδη εκκαλούσας και της πρώτης των καθ' ων η ανακοπή κοινοπραξίας - ήδη εφεσίβλητης, η τελευταία ανέλαβε την εκτέλεση του έργου "Σταθμός εμπορευματοκιβωτίων (Κατασκευή - αποπεράτωση του ανατολικού τμήματος του Προβλήτα No .. του….)". Στις 4-10-1996, η ανάδοχος κοινοπραξία ζήτησε να της καταβληθεί ποσό 295.335.000 δρχ.
της … πιστοποίησης. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία, με το …..έγγραφό της. Μετά από την τήρηση της ενδικοφανούς διαδικασίας και την δημοσίευση της …. απόφασης του Συμβουλίου της Επικράτειας, το Διοικητικό Εφετείο Πειραιώς, με την …. απόφασή του, έκρινε ότι μη νομίμως, το ως άνω ποσό της … πιστοποίησης δεν καταβλήθηκε στην ανάδοχο κοινοπραξία, πρώτη των καθ' ων - εφεσίβλητη και υποχρέωσε την ανακόπτουσα να καταβάλει στην τελευταία, στα δικαιώματα της οποίας είχε υπεισέλθει κατ' άρθρο 70 παρ. 2 του ν. 3669/2008 ως ίσχυε (λόγω πτώχευσης του μέλους της κοινοπραξίας - τρίτης των καθ' ων η ανακοπή - εφεσίβλητης) η δεύτερη των καθ' ων - ήδη εφεσίβλητη, το ποσό των 866.720,47 ευρώ, με τον γενικώς ισχύοντα τόκο υπερημερίας, από 5-12-1996 και μέχρι την εξόφληση.
Η απόφαση αυτή του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς κατέστη αμετάκλητη, μετά την απόρριψη, με την …. απόφαση του Συμβουλίου της Επικράτειας, της αιτήσεως αναιρέσεως που είχε ασκήσει η ανακόπτουσα κατ' αυτής. Ακολούθως, εκδόθηκε το από 17-1-2014 πρώτο απόγραφο εκτελεστό της ως άνω δικαστικής απόφασης, αντίγραφο του οποίου επιδόθηκε στις 3-2-2014 στην ανακόπτουσα με την από 17-1-2014 επιταγή προς πληρωμή, για συνολικό ποσό 2.833.209,44 ευρώ, εντόκως, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, πλην του κονδυλίου των τόκων, μέχρι την εξόφληση.
Κατά της ως άνω επιταγής η ανακόπτουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς την υπ' αριθ. εκθ. …. ανακοπή και πρόσθετους λόγους ανακοπής, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. …απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία απορρίφθηκαν η άνω ανακοπή και πρόσθετοι λόγοι.
Κατά της άνω απόφασης η ανακόπτουσα άσκησε την υπ' αριθ. ….έφεση ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. …..απόφαση του Ζ' Τμήματος του άνω Δικαστηρίου, με την οποία αυτή απορρίφθηκε τελεσίδικα. Κατόπιν αυτών η δεύτερη των καθ' ων - ήδη εφεσίβλητη, με το από 31-3-2014 κατασχετήριο έγγραφο, προέβη σε αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας της τέταρτης των καθ' ων-εφεσίβλητης, των κάθε είδους χρηματικών απαιτήσεων της ανακόπτουσας κατ' αυτής, μέχρι του ποσού των 2.833.209,44 ευρώ.
Το εν λόγω κατασχετήριο έγγραφο επιδόθηκε στην ως άνω εταιρεία στις 4-4-2014, η οποία και προέβη στις 10-4-2014 στην 657/10-4-2014 δήλωση τρίτου του άρθρου 985 ΚΠολΔ ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιά, με την οποία δήλωσε ότι "...κατά τον χρόνο επίδοσης του ως άνω κατασχετηρίου εις χείρας τρίτου η εταιρεία "Σ. Ε. Π. Α..Ε.." οφείλει στην ως άνω οφειλέτιδα της Κατάσχουσας ανώνυμη εταιρεία "….." ποσό ....2.833.209,44 €... ".
Το ποσό αυτό με επιφύλαξη παντός δικαιώματος ...κατάσχεται και δεσμεύεται υπέρ της ανωτέρω Κατάσχουσας... δήλωσε επίσης ότι δεν έχει επιβληθεί καμία άλλη κατάσχεση σε αυτήν ως τρίτη για οφειλές της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…..". Κατά της ως άνω πράξης εκτέλεσης εις χείρας της τέταρτης των καθ' ων - εφεσίβλητης η ανακόπτουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς την με αριθ.
εκθ. κατ. ….ανακοπή της, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. ... απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου. Ακολούθως η ανακόπτουσα άσκησε κατά της ως άνω απόφασης την υπ' αριθ. …..έφεση ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. ... απόφαση του Ζ' Τμήματος του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτή τελεσίδικα.
Ακολούθως, λόγω του ότι η τέταρτη των καθ' ων και ήδη εφεσίβλητη, παρά την ως άνω θετική της δήλωση, δεν κατέβαλε το κατασχεθέν εις χείρας της χρηματικό ποσό, η επισπεύδουσα - δεύτερη των καθ' ων - εφεσίβλητη, την 10-12-2018 κοινοποίησε στην τέταρτη των καθ' ων - εφεσίβλητη την ένδικη από ..2018 επιταγή προς πληρωμή κάτω από το α' εκτελεστό απόγραφο της υπ' αριθ…..
θετικής δήλωσης τρίτου, με την οποία την επέτασσε να της καταβάλει το ποσό των 833.244,44 ευρώ, που απέμενε μετά την καταβολή από την ανακόπτουσα στην δεύτερη των καθ' ων του ποσού των 2.000.000 ευρώ την 20-6-2014. Στην προκειμένη περίπτωση, υπό το ανωτέρω εκτεθέν περιεχόμενο, η κρινόμενη ανακοπή, της οποίας οι διαλαμβανόμενοι λόγοι, επικεντρώνονται στην απόσβεση της απαίτησης, κατατέθηκε στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Πειραιώς την 11-12-2018, επιδόθηκε στους καθ' ων η ανακοπή στις 12-12-2018, μετά δηλαδή την εκπνοή της προαναφερόμενής οκταήμερης προθεσμίας, με αποτέλεσμα να έχει επέλθει αυτοδίκαιη εκ του Νόμου εκχώρηση της κατασχεθείσας απαίτησης προς την κατάσχουσα - δεύτερη των καθ' ων η ανακοπή, σύμφωνα με τους όρους του κατασχετηρίου, η οποία (εκχώρηση) ενεργεί έναντι τόσο των υποκειμένων της αναγκαστικής εκτέλεσης, όσο και κατά των τρίτων, η δε δεύτερη των καθ' ων η ανακοπή απέκτησε τον κατ' άρθρο 989 ΚΠολΔ εκτελεστό τίτλο σε βάρος της τέταρτης των καθ' ων η ανακοπή, ενώ, από το χρόνο αυτό, απεκδύθηκε η καθ' ης η κατάσχεση- ανακόπτουσα, των δικαιωμάτων της πάνω στη συγκεκριμένη απαίτηση ποσού 833.244,44 ευρώ.
Παρά ταύτα, η ανακόπτουσα,.... στρεφόμενη κατά του επισπεύδοντας δανειστή που επέβαλε την κατάσχεση - δεύτερης των καθ'ων, δεν στερείται εννόμου συμφέροντος προς προσβολή πράξεως της εκτελέσεως - ακόμη και αν η τέταρτη των καθ' ων προέβη μεν σε θετική δήλωση, πλην η κατ' αυτής ασκηθείσα από τον οφειλέτη ανακοπή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο - καθ' όσον και αν ακόμη δεν είναι δυνατή η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, η ανακόπτουσα έχει ενδεχομένως δικαίωμα αποζημιώσεως, κατ' άρθρο 940 παρ. 3 του ΚΠολΔ, οπότε δικαιολογεί έννομο συμφέρον.
Ωστόσο εν προκειμένω, η κρινόμενη ανακοπή εισάγει... διοικητική διαφορά ουσίας και συνεπώς είναι απορριπτέα ελλείψει δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, διότι αντικείμενο της δίκης που ανοίγεται από την άσκηση της ένδικης ανακοπής, που είναι ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ και όχι του άρθρου 986 ΚΠολΔ, δεν είναι η απαίτηση της καθ' ης η εκτέλεση (ανακόπτουσας) κατά του τρίτου (τέταρτης των καθ' ων), ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος είναι ή όχι και με ποιους περιορισμούς οφειλέτης του οφειλέτη του κατασχόντος (δεύτερης των καθ' ων), αλλά η φύση της απαίτησης της επισπεύδουσας δανείστριας κατά του οφειλέτη της (ανακόπτουσας), της οποίας εν τέλει επιδιώκεται η ικανοποίηση μέσω της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, εφόσον κατ' ουσίαν αυτή τίθεται σε αμφισβήτηση με την άσκηση της ανακοπής εκ μέρους της ανακόπτουσας, και η οποία (απαίτηση) έχει το χαρακτήρα απαίτησης δημοσίου δικαίου, προερχόμενη από διοικητική σύμβαση.
Περαιτέρω, όπως γίνεται παγίως δεκτό, από τις ειδικές διατάξεις που διέπουν την ανακόπτουσα εταιρεία συνάγεται ότι ο…., ανεξαρτήτως της νομικής του μορφής, αποβλέπει στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος σκοπού της εξασφάλισης της ομαλής και καλής λειτουργίας του λιμένος του ….. (βλ. ΣτΕ 97/2014, 1345/2012, 1211/2010 Ολομ.).
Επομένως, ενόψει του ότι η κρινόμενη διαφορά αναφύεται ουσιαστικά από την εις βάρος του …εκτέλεση, κατά το άρθρο 199 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, με βάση τον αρχικό εκτελεστό τίτλο, ήτοι την … απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, που περιελήφθη τον εκτελεστήριο τύπο, προς ικανοποίηση απαίτησης που απορρέει κατά την εκτέλεση δημοσίου έργου, το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία για την επίλυση της εν λόγω διαφοράς, ανεξαρτήτως του γεγονός ότι η εκτέλεση επισπεύδεται σε χρόνο κατά τον οποίο ο …έχει ήδη μετατραπεί σε ανώνυμη εταιρεία.
Κατόπιν των παραπάνω, στην κρινόμενη περίπτωση, το κριτήριο για τον καθορισμό της δικαιοδοσίας στην περίπτωση ασκήσεως ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται με την καταφατική δήλωση του τρίτου, από φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου κατά επίσης φυσικού προσώπου ή νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, είναι η πραγματική υποκείμενη σχέση, δηλαδή η προσδιοριζόμενη από τη φύση της απαίτησης της οποίας επιδιώκεται η ικανοποίηση και όχι η φύση της απαίτησης που κατασχέθηκε εις χείρας της τέταρτης των καθ' ων, ανεξαρτήτως του εάν πρόκειται για απαίτηση δημοσίου δικαίου.
Συνεπώς, η επίμαχη διαφορά είναι διαφορά δημοσίου δικαίου, η οποία προήλθε από την κατάσχεση της δεύτερης των καθ' ων εις βάρος της τέταρτης των καθ' ων ως τρίτης, για την είσπραξη απαιτήσεών της κατά της ανακόπτουσας εταιρείας, οι οποίες δημιουργήθηκαν από προγενέστερη διοικητική σύμβαση που συνήφθη μεταξύ τους. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο απέρριψε την υπό κρίση ανακοπή ως απαράδεκτη αφενός κατ' άρθ. 4 του ΚΠολΔ, για έλλειψη δικαιοδοσίας, αφετέρου για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της ανακόπτουσας, ορθά τον νόμο εφάρμοσε ως προς το πρώτο σκέλος της αιτιολογίας της απορρίψεως της ανακοπής και όσα αντίθετα ισχυρίζεται με την έφεση της η εκκαλούσα κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Κατόπιν τούτου, παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων εφέσεως και πρέπει το Δικαστήριο αυτό, εφόσον το διατακτικό της εκκαλουμένης οριστικής απόφασης είναι ορθό, αντικαθιστώντας την παραπάνω στην προηγούμενη σκέψη αιτιολογία, να απορρίψει την έφεση στο σύνολό της". Με βάση την αιτιολογία αυτή, το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο κρίνοντας ομοίως είχε απορρίψει την ανακοπή της λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν υπερέβη αρνητικά τη δικαιοδοσία του, αφού, με βάση το εκτιθέμενο περιεχόμενο της ένδικης εκ του άρθρου 933 ΚΠολΔ ανακοπής, αντικείμενο της δίκης δεν είναι η απαίτηση της καθ' ης η εκτέλεση ανακόπτουσας/αναιρεσείουσας κατά του τρίτου (ήτοι της τέταρτης των καθ' ων/αναιρεσίβλητης), ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος είναι ή όχι και με ποιους περιορισμούς οφειλέτης του οφειλέτη του κατασχόντος, ήτοι της δεύτερης των καθ' ων/αναιρεσίβλητης, αλλά η απαίτηση της επισπεύδουσας την εκτέλεση δανείστριας κατά του οφειλέτη της (ανακόπτουσας/αναιρεσείουσας), της οποίας και επιδιώκεται ουσιαστικά η ικανοποίηση μέσω της κατασχέσεως στα χέρια τρίτου, αφού αποκλειστικά η απαίτηση αυτή, έχουσα το χαρακτήρα απαίτησης δημοσίου δικαίου ως προερχόμενη από διοικητική σύμβαση, τίθεται σε αμφισβήτηση με την άσκηση της ανακοπής εκ μέρους της ανακόπτουσας/αναιρεσείουσας, με την οποία, όπως προκύπτει και από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του οικείου δικογράφου, προβάλλονται ως λόγοι ανακοπής η εξόφληση της προαναφερόμενης απαίτησης της επισπεύδουσας, η παραγραφή αυτής καθώς και η έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως λόγοι οι οποίοι άπαντες αφορούν την αξίωση της δεύτερης αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας από την υπ' αριθμόν …απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά και δεν αφορούν την επισπευδόμενη εκτέλεση με βάση την υπ' αριθμόν …Δήλωση Τρίτου (και δη της τέταρτης αναιρεσίβλητης) και το από 30.11.2018 α' εκτελεστό απόγραφο κάτωθι αυτής.
Η δε μεσολαβήσασα, με νομοθετική παρέμβαση, μεταβολή του χαρακτήρα της αναιρεσείουσας από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου σε αντίστοιχο ιδιωτικού δικαίου δεν επάγεται και μεταβολή της φύσεως της απαιτήσεως σε τέτοια ιδιωτικού δικαίου. Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι στερείται δικαιοδοσίας και απέρριψε για το λόγο αυτό την ανακοπή, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα επικαλείται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4.2.2022 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "…." και το διακριτικό τίτλο ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. ..αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και τούτου καθώς και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης. Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ