Legislator Case Law & Legislation
1788/2016 AI generated

1788/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1788/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ'αριθμ.148/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου - Εισηγήτρια, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1788/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κ. (άρθρο 515 παρ.2 ΚΠΔ). Σύμφωνα με το άρθρο 548 ΚΠΔ "η προπαρασκευαστική απόφαση εκτελείται μόλις απαγγελθεί. Το δικαστήριο μπορεί πάντοτε να ανακαλεί αυτές τις αποφάσεις του". Εξάλλου, στις γνήσιες προπαρασκευαστικές αποφάσεις, οι οποίες ανακαλούνται κατ'άρθρο 548 ΚΠΔ, δεν συγκαταλέγεται η απόφαση, με την οποία το δικαστήριο κρίνει το παραδεκτό του ενδίκου μέσου, καθόσον αυτή είναι τελειωτική.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1788 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1788/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ'αριθμ.148/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου - Εισηγήτρια, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 93/2016 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Με κατηγορούμενο τον Χ. Κ. του Δ., κάτοικο …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη και πολιτικώς ενάγοντα τον Δ. Κ. του Α., κάτοικο …, που δεν παρέστη.

Το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθμ.36/29-7-2016 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεώργιου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 891/2016.

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί σύμφωνα με το άρθρο 505 παρ.2 ΚΠΔ να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώριση της απόφασης στο υπό του άρθρου 473 παρ.3 του αυτού Κώδικα προβλεπόμενο ειδικό βιβλίο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά οιασδήποτε αποφάσεως, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που απορρίπτουν το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο (ΑΠ 1030/2010, ΑΠ 402/2007, ΑΠ 2338/2003), εκδιδομένης υπό οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που περιλαμβάνονται στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και η υπέρβαση εξουσίας (αρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Η'ΚΠΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ αριθμ. 93/2016 απόφασης του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου (Β' Τμήματος), με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η με αριθμό 3/22-1-2015 έφεση του Εισαγγελέα του Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης κατά της με αριθμό 34/2015 αθωωτικής αποφάσεως του Πενταμελούς Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης, έχει ασκηθεί νόμιμα, με εμπρόθεσμη αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέα στον αρμόδιο γραμματέα του Αρείου Πάγου και τη σύνταξη της σχετικής εκθέσεως (αρθρ. 504 παρ.1, 505 παρ.2, 509 παρ.1, 473 παρ.3, 474 παρ.1 του ΚΠΔ).

Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς τη βασιμότητα των λόγων της. Σημειωτέον ότι η συζήτηση αυτής γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, καίτοι δεν εμφανίστηκε ο πολιτικώς ενάγων Δ. Κ., παρότι νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητεύθηκε, όπως προκύπτει από το από 27-9-2016 αποδεικτικό επίδοσης του επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης Β.

Κ. (άρθρο 515 παρ.2 ΚΠΔ). Σύμφωνα με το άρθρο 548 ΚΠΔ "η προπαρασκευαστική απόφαση εκτελείται μόλις απαγγελθεί. Το δικαστήριο μπορεί πάντοτε να ανακαλεί αυτές τις αποφάσεις του". Εξάλλου, στις γνήσιες προπαρασκευαστικές αποφάσεις, οι οποίες ανακαλούνται κατ'άρθρο 548 ΚΠΔ, δεν συγκαταλέγεται η απόφαση, με την οποία το δικαστήριο κρίνει το παραδεκτό του ενδίκου μέσου, καθόσον αυτή είναι τελειωτική.

Υπέρ της άποψης αυτής συνηγορεί το ότι, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 502 ΚΠΔ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 18 παρ. 5 του ν. 2721/1999, "Αν το δικαστήριο κρίνει ότι η έφεση είναι τυπικώς δεκτή και αναβάλλει την έκδοση οριστικής απόφασης για κρείσσονες αποδείξεις ή κατ'εφαρμογή των άρθρων 59 και 61, δεσμεύεται από την απόφαση του για το τύποις παραδεκτό της εφέσεως στη μετ'αναβολή συζήτηση αυτής".

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι, εφόσον το δικαστήριο κρίνει το τύποις παραδεκτό της εφέσεως και εκδώσει σχετική απόφαση, δεσμεύεται από αυτή και δεν μπορεί να την ανακαλέσει. Εάν λοιπόν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρίνει παραδεκτή την ασκηθείσα έφεση και παρ'όλα αυτά εν συνεχεία ανακαλέσει τη συγκεκριμένη απόφαση του και απορρίψει την έφεση ως απαράδεκτη, προβαίνει σε υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Η' ΚΠΔ) και ειδικότερα, αφενός μεν σε θετική υπέρβαση εξουσίας, επειδή προβαίνει σε ανάκληση, κατ'άρθρο 548 ΚΠΔ, τελειωτικής και μη γνήσιας προπαρασκευαστικής απόφασης, όπως είναι αυτή που κρίνει το παραδεκτό της εφέσεως και αφετέρου σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας, καθόσον, αν και δεσμεύεται από την τελειωτική απόφαση του περί του παραδεκτού της εφέσεως, παρόλα αυτά δεν προβαίνει σε ουσιαστική έρευνα και κρίση επ'αυτής.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τη με αριθμό 34/2015 απόφαση του Πενταμελούς Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης, ο κατηγορούμενος Χ. Κ. κηρύχθηκε αθώος λόγω αμφιβολιών της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας μη οικείου από αμέλεια, που του αποδίδετο με το κατηγορητήριο. Κατά της εν λόγω αθωωτικής απόφασης, ο Εισαγγελέας του Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης άσκησε τη με αριθμό 3/2015 έφεση, επικαλούμενος τη μη ορθή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο, από τα οποία, κατά τους λόγους έφεσης, αποδείχτηκε πλήρως η ενοχή του κατηγορουμένου.

Ειδικότερα, προσέβαλε την πρωτοβάθμια απόφαση επειδή "...δεν εκτίμησε ορθά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και δεν εφάρμοσε ορθά το νόμο κηρύσσοντας αθώο τον κατηγορούμενο για την πράξη της ανθρωποκτονίας μη οικείου από αμέλεια λόγω αμφιβολιών ως προς την τέλεση της πράξεως, απότοκος τροχαίου ατυχήματος συνεπεία ανέγκλητης παράβασης της διατάξεως του άρθρου 17 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ., ενώ γενικά κατά την ακροαματική διαδικασία πλήρως αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την ανωτέρω πράξη που του αποδίδεται και έπρεπε ως εκ τούτου κατά την ορθή εφαρμογή του νόμου αυτός να κηρυχθεί ένοχος και να καταδικασθεί για το ανωτέρω έγκλημα...".

Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης υπ'αριθμ. 93/2016 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, τα οποία, σημειωτέον δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά ούτε ζητήθηκε η διόρθωση τους, κατά τη συζήτηση της προαναφερθείσας εφέσεως ενώπιον του παραπάνω Δικαστηρίου, ο Εισαγγελέας έφερε για συζήτηση την έφεση και πρότεινε "αφού γίνει τυπικά δεκτή από το Δικαστήριο, να εξεταστεί στην ουσία".

Στη συνέχεια το Δικαστήριο "αφού διασκέφθηκε μυστικά, σύμφωνα με το νόμο, στην έδρα", δημοσίευσε αμέσως την, ταυτάριθμη με την προσβαλλομένη, απόφασή του, η οποία έχει ως εξής : " Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος με την υπ'αριθμόν 34, δημοσιευθείσα την 13-1-2015, εκκαλουμένη απόφαση του Πενταμελούς Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης, κηρύχθηκε αθώος λόγω αμφιβολιών ως προς την τέλεση ανθρωποκτονίας μη οικείου από αμέλεια, που φέρεται ότι τελέστηκε στη Ν.Ε.Ο.

Θεσσαλονίκης-Μουδανιών, την 9-6-2012. Κατά της αποφάσεως αυτής ο Εισαγγελέας Έδρας Στρατιωτικός Δικαστής Β' Βαμβακόπουλος Θρασύβουλος, Αντεισαγγελέας του Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης, άσκησε αυτοπροσώπως και εμπροθέσμως την 22-1-2015 έφεση ενώπιον του Γραμματέα του Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης. Η ανωτέρω έφεση ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τα άρθρα 203, 206 1β' ΣΠΚ, 462, 464, 473 παρ. 1, 474 και 486 ΚΠΔ και ως εκ τούτου είναι τυπικά παραδεκτή και εξεταστέα στην ουσία.

Για τους λόγους αυτούς Δέχεται τυπικά την ασκηθείσα έφεση και την εξετάζει στην ουσία της". Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση κρίνοντας παραδεκτή την έφεση του εκκαλούντα-εισαγγελέα και μάλιστα και κατ'άρθρο 486 ΚΠΔ, στο οποίο γίνεται ρητή αναφορά στο σκεπτικό της, άρθρο στο οποίο αναφέρεται η υποχρέωση περί ειδικής και εμπεριστατωμένης αναλογίας της έφεσης του εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως.

Αντί όμως στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο να εξετάσει την ουσία της υποθέσεως, προέβη σε σιωπηρή ανάκληση της ως άνω αποφάσεως του, εκδίδοντας, μετά από σχετική εισαγγελική πρόταση, απόφαση, με την οποία, κρίνοντας επί του παραδεκτού της εφέσεως, απέρριψε την ένδικη υπ'αριθμ. 3/2015 έφεση του εκκαλούντα - εισαγγελέα ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως της απαιτούμενης από το άρθρο 486 παρ. 3 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας με το σκεπτικό, μετά την παράθεση του κειμένου της εφέσεως, ότι: "Η ανωτέρω αιτιολογία, που αναλύεται στην έκθεση έφεσης του Εισαγγελέα του Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης, δεν πληροί τις εκ του Συντάγματος και του νόμου προϋποθέσεις της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού δεν εκτίθενται σε αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες, που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία ο κατηγορούμενος κηρύχτηκε αθώος για τις ανωτέρω πράξεις.

Ειδικότερα στη έφεση του Εισαγγελέα δεν μνημονεύονται οι αποδείξεις που ελήφθησαν υπόψη από το Δικαστήριο, ούτε γίνεται αναφορά ότι με βάση τις αποδείξεις αυτές προκύπτουν περιστατικά, που θεμελιώνουν την ενοχή του κατηγορουμένου. Οι αποδείξεις που οδηγούν, κατά τον εκκαλούντα Εισαγγελέα, στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση, στηρίζονται στην απολογία του κατηγορουμένου, στην κατάθεση της μάρτυρος Γ.

Μ. και κατά βάση στις καταθέσεις των πραγματογνωμόνων Κ. Ν. και Γ. Χ.. Το Πενταμελές Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης, όμως, έλαβε υπόψη του, εκτός από τα αποδεικτικά αυτά μέσα, τις καταθέσεις και των υπολοίπων μαρτύρων καθώς και τα έγγραφα της δικογραφίας που αναγνώσθηκαν, όπως αναλυτικά αναφέρονται στα πρακτικά.

Μάλιστα ασχολήθηκε διεξοδικά με τις εκτιμήσεις των δύο πραγματογνωμόνων και απέρριψε τα συμπεράσματα τους, αιτιολογώντας με σαφήνεια τη θέση του αυτή, με συλλογισμούς οι οποίοι καταγράφονται αναλυτικά στις σελίδες 12 έως και 15 της εν λόγω απόφασης. Η διαφορετική εκτίμηση και αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού μιας ποινικής υπόθεσης από τον ασκούντα την έφεση κατά αθωωτικής απόφασης, Εισαγγελέα, δεν δύναται να αποδείξει πραγματική ή νομική πλημμέλεια της απόφασης, στοιχεία που είναι απαραίτητα για να καταστήσουν την έφεση του Εισαγγελέα αιτιολογημένη.

Συνεπώς, τα πραγματικά αυτά περιστατικά που οδήγησαν το πρωτόδικο Δικαστήριο στην αθωωτική για τον ανωτέρω κατηγορούμενο κρίση του, προέκυπταν από το σύνολο των πιο πάνω αποδεικτικών στοιχείων και ιδιαίτερα από τα αποδεικτικά μέσα που ειδικώς μνημονεύει στο σκεπτικό του. Στην έφεση όμως που ασκήθηκε από τον εκκαλούντα Εισαγγελέα, δεν εκτίθεται ποιες είναι οι συγκεκριμένες πλημμέλειες της αθωωτικής απόφασης περί την εκτίμηση των αποδείξεων και από ποια συγκεκριμένα περιστατικά δικαιολογείται η άσκηση της εφέσεως και δεν αντικρούεται με συλλογισμούς η περί της αθωότητας του εν λόγω κατηγορουμένου κρίση του πιο πάνω Δικαστηρίου, ώστε να προκύπτει ότι το Δικαστήριο εκτίμησε εσφαλμένα τα αποδεικτικά αυτά μέσα.

Επομένως, κατά την ομόφωνη κρίση των μελών του Δικαστηρίου, πρέπει να κριθεί απαράδεκτη η έφεση που ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα του Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης, ελλείψει ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και να διαταχθεί η εκτέλεση της υπ' αριθ. 34/13-1-2015 αποφάσεως του Πενταμελούς Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης στο σύνολό της." Με το να δεχτεί όμως τα παραπάνω το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο και να απορρίψει την ένδικη έφεση ως απαράδεκτη για τον παραπάνω λόγο, υπέπεσε στην παράβαση του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.

Η' ΚΠΔ, κατά το βάσιμο περί τούτου μοναδικό λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και τούτο διότι αφενός μεν υπερέβη θετικά την εξουσία του με το να ανακαλέσει απόφαση του, με την οποία έκρινε τελειωτικά επί του παραδεκτού του προαναφερθέντος ενδίκου μέσου και η οποία, ως ελέχθη, δεν είναι γνήσια προπαρασκευαστική απόφαση, δυναμένη να ανακληθεί κατ'άρθρο 548 ΚΠΔ, αφετέρου δε υπερέβη αρνητικά την εξουσία του με το να μην κρίνει επί της ουσίας της υποθέσεως, αν και είχε δεχτεί ως παραδεκτή την έφεση του εκκαλούντα-εισαγγελέα.

Μετά ταύτα, πρέπει να γίνει δεκτός ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (αρθρ. 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 93/2016 απόφαση του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου (Β' Τμήματος).

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 2016. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ